ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
MARCO DARMON
της 29ης Μαΐου 1991 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι οικαατές,
1.
Με την παρούσα προσφυγή η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, μη εφαρμόζοντας στις αλιεύσεις ιχθυαποθεμάτων ή ομάδων ιχθυαποθεμάτων υποκειμένων σε σύνολο επιτρεπομένων αλιευμάτων (TAC) ή σε ποσόστωση και πραγματοποιούμενων εκτός της αλιευτικής ζώνης της Κοινότητας τα μέτρα ελέγχου που προβλέπει ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 2057/82 ( 1 ) , και ιδίως τα άρθρα 1, 6 έως 9 και 10 αυτού, καθώς και ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2241/87 ( 2 ), και ιδίως τα άρθρα 1, 5 έως 9 και 11 αυτού, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από ril Συνθήκη.
2.
Τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας προσφυγής δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους και μπορούν να εκτεθούν συνοπτικά. Το 1986 και 1987 οι επιθεωρητές της Επιτροπής διαπίστωσαν ότι κατά τη διάρκεια των δύο αυτών ετών η ισπανική διοίκηση δεν κατέγραψε τις αλιεύσεις των υποκειμένων σε TAC ή σε ποσόστωση ειδών που πραγματοποιήθηκαν εντός των υποζωνών CIEM VI, VII και VIII, πέραν του ορίου των διακοσίων μιλίων της αλιευτικής ζώνης της Κοινότητας. Οι ισπανικές αρχές δεν άσκησαν ποινική ή διοικητική δίωξη κατά των εν λόγω εκφορτώσεων.
3.
Οι κανονισμοί, την παραβίαση των οποίων καλείται να αναγνωρίσει το Δικαστήριο, καθιερώνουν καθεστώς ελέγχου των αλιευτικών δραστηριοτήτων που ασκούν τα πλοία των κρατών μελών προκειμένου να διασφαλιστεί η τήρηση των περιορισμών των αλιευτικών δυνατοτήτων, σύμφωνα με τους ετησίως εκδιδόμενους κανονισμούς περί καθορισμού TAC ανά απόθεμα ή ομάδα αποθεμάτων, και προβαίνουν στην κατανομή μεταξύ κρατών μελών του όγκου των διαθεσίμων για την Κοινότητα αλιεύσεων. Τα μέτρα ελέγχου των αλιεύσεων μπορούν να συνοψιστούν σχηματικά ως εξής. Το άρθρο 1 αμφοτέρων των κανονισμών επιβάλλει ιδίως στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών την υποχρέωση να ασκούν ποινική ή διοικητική δίωξη κατά οποιασδήποτε παραβάσεως της ισχύουσας ρυθμίσεως που αφορά τα μέτρα διατηρήσεως και ελέγχου. Εξάλλου, τα κράτη μέλη οφείλουν να μεριμνούν ώστε να καταγράφονται όλες οι εκφορτώσεις αποθεμάτων ή ομάδων αποθεμάτων υποκειμένων σε TAC ή σε ποσόστωση που πραγματοποιούνται από αλιευτικά σκάφη με σημαία κράτους μέλους και να κοινοποιούν τις ληφθείσες πληροφορίες στην Επιτροπή ( 3 ). Κάθε κράτος μέλος οφείλει περαιτέρω να απαγορεύει προσωρινά στα σκάφη που φέρουν τη σημαία του την αλίευση των ειδών συγκεκριμένου αποθέματος και τούτο από ημερομηνία που καθορίζεται από το ίδιο κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η μη υπέρβαση της ισχύουσας για το συγκεκριμένο είδος ποσοστώσεως ( 4 ). Επίσης, οι πλοίαρχοι των αλιευτικών οφείλουν να δηλώνουν στο κράτος εκφορτώσεως και στο κράτος της σημαίας τις εκφορτώσεις και μεταφορτώσεις ή τις ποσότητες αλιευμάτων που παραμένουν επί του σκάφους αποθεμάτων υποκειμένων σε TAC ή σε ποσόστωση και να τηρούν, όσον αφορά τα ίδια αποθέματα, ημερολόγιο πλοίου, αναφέροντας τις αλιευθείσες ποσότητες κάθε είδους που βρίσκονται επί του σκάφους, την ημερομηνία και τον τόπο των αλιεύσεων αυτών σε σχέση με την μικρότερη ζώνη για την οποία καθορίστηκε και τέθηκε σε διαχείριση TAC ή ποσόστωση ( 5 ).
4.
Διαπιστώνω ότι, μολονότι οι διατάξεις αυτές αποσκοπούν στη διασφάλιση του ελέγχου της τηρήσεως του περιορισμού της αλιευτικής δραστηριότητας, απόρροιας των TAC και ποσοστώσεων, πάντως δεν προσδιορίζουν τα TAC και τις ποσοστώσεις. Πράγματι, τα μεγέθη αυτά καθορίζονται ετησίως σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 170/83 ( 6 ).
5.
Για τα επίδικα έτη 1986 και 1987, οι ποσοστώσεις που χορηγήθηκαν στην Ισπανία καθορίστηκαν με δύο κανονισμούς ( 7 ).
6.
Για τον προσδιορισμό των ζωνών εντός των οποίων μπορεί να γίνει χρήση TAC και ποσοστώσεων, οι εν λόγω κανονισμοί διατηρούν την οριοθέτηση των υποζωνών και διάφορες στατιστικές αλιείας στον Βορειοανατολικό Ατλαντικό εκ μέρους του Διεθνούς Συμβουλίου Εξερευνήσεως της Θάλασσας ( CIEM ) καθώς και την οριοθέτηση των ζωνών εκ μέρους της Επιτροπής Αλιείας για τον Κεντροανατολικό Ατλαντικό ( Copace ).
7.
Στην προκειμένη λοιπόν περίπτωση εκείνοι που καθορίζουν τις ποσοστώσεις για κάθε είδος, διευκρινίζοντες περαιτέρω την ή τις ζώνες εντός των οποίων μπορεί να γίνει χρήση αυτών, είναι οι ανωτέρω κανονισμοί. Αυτό ακριβώς είναι και το σημείο που βρίσκεται στο επίκεντρο της υπό κρίση προσφυγής.
8.
Συγκεκριμένα, η υπεράσπιση του Βασιλείου της Ισπανίας έγκειται αποκλειστικά στην υποστήριξη της απόψεως ότι η Κοινότητα δεν είναι αρμόδια να θεσπίζει αυτοτελώς μέτρα ελέγχου των αλιεύσεων που πραγματοποιούνται εκτός των υδάτων κυριαρχίας ή δικαιοδοσίας των κρατών μελών.
9.
Κατά την Επιτροπή, οι επίδικοι κανονισμοί προέβλεψαν « κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση » ότι τα TAC και οι ποσοστώσεις ισχύουν για το σύνολο των διαιρέσεων ή των ζωνών CIEM, εκτός αντίθετης ρυθμίσεως.
10.
Πράγματι, από την ανάγνωση των κανονισμών αυτών προκύπτει ότι μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις ο προσδιορισμός της εκάστοτε ζώνης CIEM συνοδεύεται από την ένδειξη « ΕΟΚ », ενώ σε άλλες περιπτώσεις η ένδειξη αυτή δεν τίθεται ( 8 ). Κατόπιν αυτού, είναι σαφές ότι σε ορισμένες περιπτώσεις το TAC ή η ποσόστωση ισχύουν για το ούνοΑο της ζώνης CIEM και όχι μόνο για το τμήμα εκείνο των χωρικών υδάτων των κρατών μελών της Κοινότητας. Εξάλλου, στους επιδίκους κανονισμούς ο καθορισμός ορισμένων ποσοστώσεων συνοδεύεται από τη μνεία: «Δεν μπορούν να αλιευθούν παρά μόνο στα ύδατα που υπάγονται στην κυριαρχία ή δικαιοδοσία ενδιαφερομένου κράτους μέλους ή εννός των διεθνών υδάτων της οιψκεκριμένης ζώνης.» ( 9 ) Τέλος και σημαντικότερο, οι επίδικοι κανονισμοί αφορούν τις ζώνες CIEM, όπως για παράδειγμα τη ζώνη IX, οι οποίες κείνται κατά βάση εκτός των υδάτων της Κοινότητας.
11.
Συνεπώς, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι οι εν λόγω κανονισμοί καθόρισαν ποσοστώσεις για ζώνες που δεν περιορίζονται στα « κοινοτικά » ύδατα αλιείας, αλλά αφορούν επίσης, κατά περίπτωση, τα διεθνή ύδατα.
12.
Το Βασίλειο της Ισπανίας αμφισβητεί την αρμοδιότητα της Κοινότητας να θεσπίζει μέτρα περιοριστικά των αλιευτικών δραστηριοτήτων εντός των διεθνών υδάτων και το σημείο αυτό, επαναλαμβάνω, συνιστά το μόνο μέσο άμυνας του.
13.
Nolens volens, το μέσο αυτό άμυνας ισοδυναμεί με ένσταση ελλείψεως νομιμότητας των συγκεκριμένων κανονισμών υπό την έννοια ότι οι εν λόγω πράξεις δεν αφήνουν κανένα περιθώριο ερμηνείας συναφώς σε αντίθεση προς την άποψη της Ισπανίας. Η Κοινότητα άσκησε με σαφήνεια την αρμοδιότητα που αμφισβητεί το Βασίλειο της Ισπανίας. Ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο το καθού κράτος μέλος αναπτύσσει την επιχειρηματολογία του, αυτή συνίσταται στην αμφισβήτηση του ότι συντρέχει παρόμοια αρμοδιότητα.
14.
Είναι αμφίβολο αν στην προκειμένη περίπτωση η Ισπανία προβάλλει ένσταση ελλείψεως νομιμότητας των κανονισμών, η παραβίαση των οποίων της προσάπτεται με το αιτητικό της προσφυγής της Επιτροπής. Αντίθετα, η Ισπανία αμφισβητεί κατ' ουσίαν τη νομιμότητα των διατάξεων περί καθορισμού των ζωνών TAC, διατάξεων που ρυθμίζουν θέματα ελέγχου και αποσκοπούν συγκεκριμένα στην τήρηση τους, όπως προκύπτει από την προσφυγή. Είναι σαφές ότι αν η ισπανική επιχειρηματολογία στηριζόταν στην έλλειψη χρμοδιότητας της Κοινότητας για τον καθοπσμό των TAC στα διεθνή ύδατα, η προσφυγή [ης Επιτροπής σχετικά με τη μη τήρηση της ΐυθμίσεως ελέγχου των αλιεύσεων που πραγχατοποιούνται εντός των υδάτων αυτών θα ήταν απορριπτέα. Είναι επίσης σαφές ότι αν ca μέσα άμυνας της Ισπανίας γίνονταν δεκτά otó το Δικαστήριο, τότε οι κανονισμοί που καθορίζουν τις ποσοστώσεις δεν θα μπο-3θύσαν να εφαρμοστούν εφόσον αφορούν τη ζώνη που εκτείνεται πέραν των κοινοτικών υδάτων. Το Βασίλειο της Ισπανίας αντιπαρέρΚεται τον χαρακτηρισμό της επιχειρηματολογίας του ως ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για ζήτημα ερμηνείας της ρυθμίσεως. Πλην όμως, το Δικαστήριο πρέπει να αναγνωρίσει ότι η ουσία και το αντικείμενο της ισπανικής άμυνας αποτελούν στην πραγματικότητα ένσταση ελλείψεως νομιμότητας και υπό την έννοια αυτή επιδέχεται τον επαναχαρακτηρισμό της. Υπογραμμίζω στην προκειμένη περίπτωση ότι, αφής στιγμής αμφισβητείται η αρμοδιότητα της Κοινότητας η οποία ασκήθηκε στην πραγματικότητα με τους επιδίκους κανονισμούς, η « ετικέττα » υπό την οποία το καθού κράτος μέλος εμφανίζει τα μέσα άμυνας του δεν μπορεί προφανώς να αποτελέσει εμπόδιο στην αποκατάσταση των πραγμάτων στη φυσική τους κατάσταση, ώστε το Δικαστήριο σας να μπορεί να αναγνωρίσει ότι βρίσκεται ακριβέστατα ενώπιον ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας.
15.
Από την άποψη αυτή, καίτοι η Επιτροπή, όπως φαίνεται, διείδε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι η ισπανική επιχειρηματολογία αποτελεί στην πραγματικότητα ένσταση ελλείψεως νομιμότητας των επιδίκων κανονισμών, τήρησε απόλυτη σιγή επί του ζητήματος αν κράτος μέλος έχει τη δυνατότητα να προβάλει παρόμοια ένσταση έναντι κανονισμού στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως.
16.
Εξάλλου, θα ήταν ευκτέο οι διάδικοι να λάβουν σαφή θέση συναφώς, επειδή το ζήτημα αρχής, το οποίο αποκτά ορισμένη σπουδαιότητα, δεν επιλύθηκε μέχρι σήμερα με σαφήνεια από το Δικαστήριο.
17.
Και στη συγκεκριμένη περίπτωση νομίζω ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφύγει να το πράξει. Πράγματι, η εξέταση της επιχειρηματολογίας του Βασιλείου της Ισπανίας οδηγεί κατ' ανάγκη στψ αποδοχή του ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να προβάλει την έλλειψη νομιμότητας κανονισμού, ο οποίος αποτελεί το νομικό θεμέλιο για την άσκηση προσφυγής λόγω παραβάσεως. Η υιοθέτηση παρόμοιας θέσεως δεν μπορεί να είναι έμμεση και κατ' εμέ είναι απαραίτητη η εξέταση του ζητήματος. Το διατύπωσα ήδη, η νομολογία σας δεν απάντησε σαφώς στη σχετική δυσχέρεια. Πάντως, εμπεριέχει ενδιαφέρουσες υποδείξεις.
18.
Στα πλαίσια της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Ιταλία κατά Συμβουλίου ( 10 ), το προσφεύγον κράτος είχε προβάλει ένσταση ελλείψεως νομιμότητας κανονισμού προκειμένου να στηρίξει προσφυγή ακυρώσεως που είχε ασκήσει το ίδιο κατ' άλλου κανονισμού. Στην περίπτωση εκείνη βέβαια το Δικαστήριο κήρυξε απαράδεκτη την εν λόγω ένσταση με το αιτιολογικό της ελλείψεως συνάφειας μεταξύ των δύο κανονισμών. Επιβάλλεται όμως η διαπίστωση ότι το Δικαστήριο δεν τάχθηκε υπέρ της λύσεως που θα συνίστατο στον αποκλεισμό γενικώς της δυνατότητας προβολής εκ μέρους κράτους μέλους ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας κανονισμού, ενώ από την ανάγνωση της αποφάσεως του Δικαστηρίου δημιουργείται αντίθετα η τάση να θεωρηθεί ότι τούτο έγινε κατ' αρχήν δεκτό. Γεγονός είναι ότι η θεωρία έκρινε μερικές φορές ότι το συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί να αφορά παρά μόνο την ένσταση ελλείψεως νομιμότητας που προβάλλει κράτος στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως που άσκησε και όχι ως μέσο άμυνας σε προσφυγή λόγω παραβάσεως ( 11 ). Κατ' εμέ, η διάκριση αυτή δύσκολα μπορεί να γίνει δεκτή, λαμβάνοντας υπόψη τη γενικότητα της διατυπώσεως της αποφάσεως σας ότι
« κατά (το άρθρο 184) κάθε διάδικος μπορεί, επ' ευκαιρία διαφοράς με αντικείμενο κανονισμό, να επικαλεστεί τους προβλεπόμενους στο άρθρο 173, πρώτο εδάφιο, λόγους για να υποστηρίξει το ανεφάρμοστο του κανονισμού αυτού ».
19.
Στη συνέχεια, υπογραμμίζω ότι με την απόφαση σας στην υπόθεση Επιτροπή κατά Γερμανίας ( 12 ) εξετάσατε απλώς και μόνο τις αιτιάσεις που άπτονταν της ελλείψεως νομιμότητας που προέβαλε το καθού κράτος κατά της ρυθμίσεως, τη μη τήρηση της οποίας διατεινόταν η Επιτροπή. Πλην όμως, από την εξέταση της αποφάσεως και της εκθέσεως για την επ' ακροατηρίου συζήτηση συνάγεται ότι καμιά ιδιαίτερη προσοχή δεν αποδόθηκε στο διαδικαστικό πρόβλημα της υποθέσεως.
20.
Εξάλλου, η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Βελγίου ( 13 ) νομίζω ότι πόρω απέκλεισε τη δυνατότητα κράτους μέλους να επικαλείται την έλλειψη νομιμότητας ενός κανονισμού με την προβολή ενστάσεως. Πράγματι, προτού αποφανθείται ότι ένα κράτος δεν έχει τη δυνατότητα να προβάλει ένσταση ελλείψεως νομιμότητας έναντι ατομικής αποφάσεως της οποίας ήταν αποδέκτης, τονίσατε ότι
« η προβλεπομένη στο άρθρο 184 της Συνθήκης ένσταση περιορίζεται, σύμφωνα με τη διατύπωση της εν λόγω διατάξεως, στις διαφορές “ όπου τίθεται υπό αμφισβήτηση η ισχύς κανονισμού του Συμβουλίου ή της Επιτροπής ”« ( 14 ).
21.
Οριοθετώντας με τον τρόπο αυτό το αντικείμενο των πράξεων που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προβολής ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας, επιβεβαιώσατε το γράμμα του άρθρου 184 και, συνακόλουθα, όπως πιστεύω, τη δυνατότητα που αυτό εμπεριέχει και για το κράτος κατά του οποίου ασκείται προσφυγή λόγω παραβάσεως.
22.
Γεγονός είναι, όπως έκρινε το Δικαστήριο, ότι στην απόφαση επί της υποθέσεως Simmenthal IV ( 15 ),
« το άρθρο 184 της Συνθήκης ΕΟΚ εκφράζει γενική αρχή διασφαλίζουσα σε κάθε μέρος το δικαίωμα να αμφισβητεί, για να επιτύχει την ακύρωση αποφάσεως που το αφορά άμεσα και ατομικά, το κύρος προγενεστέρων πράξεων κοινοτικού οργάνου που αποτελούν τη νομική βάση της προσβαλλομένης απόφασης, αν το εν λόγω μέρος δεν διέθετε το δικαίωμα να ασκήσει, δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης, απ' ευθείας προσφυγή κατά των εν λόγω πράξεων, των οποίων υφίσταται έτσι τις συνέπειες, χωρίς να του έχει παρασχεθεί η δυνατότητα να ζητήσει την ακύρωση » ( 16 ).
Το χωρίο αυτό επικαλούνται οι συγγραφείς εκείνοι που υποστηρίζουν ότι δεν υφίσταται ( 17 ) δυνατότητα των κρατών μελών να προβάλουν ένσταση ελλείψεως νομιμότητας κανονισμού, δηλαδή πράξεως που επιδέχεται προσφυγή. Με δεδομένη τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως κανονισμού, δεν μπορεί να αναγνωρίζεται στα κράτη μέλη η περαιτέρω δυνατότητα να προβάλουν ένσταση ελλείψεως νομιμότητας, χωρίς να αγνοούν τις επιταγές περί ασφαλείας δικαίου χάρη της οποίας τέθηκε η κατά το άρθρο 173 προθεσμία. Με την προοπτική αυτή, η διάταξη αυτή αποβλέπει αποκλειστικά « στην προστασία των ιδιωτών κατά των ατομικών αποφάσεων που λαμβάνονται με βάση αντικανονικά εκδοθέντες κανονισμούς και στην υπό την έννοια αυτή αντιστάθμιση των περιορισμών που ισχύουν έναντι αυτών ως προς την άσκηση ευθείας προσφυγής κατά του ιδίου του κανονισμού » ( 18 ).
23.
Στο μέτρο που με αφορά, συντάσσομαι με την πλειονότητα των συγγραφέων ( 19 ) που είναι υπέρ της απόψεως ότι τα κράτη μέλη μπορούν να προβάλουν ένσταση ελλείψεως νομιμότητας κανονισμού στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως, απόψεως που φαίνεται να στηρίζουν οι προτάσεις αρκετών γενικών εισαγγελέων ( 20 ).
24.
Κατ' αρχάς, η διατύπωση του άρθρου 184 είναι απόλυτα σαφής: «%αρά τη Αήξη της προθεσμίας τον άρθρου 173 τρίτη παράγραφος, κάθε διάδικος σε διαφορά όπου τίθεται υπό αμφισβήτηση ισχύς κανονισμού του Συμβουλίου ή της Επιτροπής δύναται να επικαλεστεί στο Δικαστήριο το ανεφάρμοστο του κανονισμού αυτού για έναν από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 173, πρώτη παράγραφος. »
25.
Είναι πρόδηλον ότι, αν « κάθε διάδικος σε διαφορά» μπορεί να επικαλεστεί τον παράνομο χαρακτήρα ενός κανονισμού προβάλλοντας ένσταση ελλείψεως νομιμότητας, η δυνατότητα αυτή δεν μπορεί να προβλέπεται αποκλειστικά και μόνο υπέρ των ιδιωτών χωρίς τον κίνδυνο να περιορίζεται το περιεχόμενο της σχετικής διατάξεως ( 21 ). Εξάλλου, εφόσον η διάταξη αυτή προβλέπει ότι η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας μπορεί να προβληθεί « παρά τη λήξη » της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής, δεν μπορεί να υποστηρίζεται με μεγάλη πειστικότητα ότι η σχετική ευχέρεια προβλέπεται κατ' ανάγκη και αποκλειστικά μόνον έναντι των διαδίκων που αδυνατούν ακριβώς να κινηθούν στα πλαίσια της εν λόγω προθεσμίας.
26.
Αντίθετα, προβλέποντας ότι, παρά την εκπνοή της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως, η προβολή της ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας είναι δυνατή, η διάταξη επιτρέπει ασυζητητί συμπληρωματικό έλεγχο για την περίπτωση των ευνοουμένων εκείνων προσφευγόντων που άσκησαν προσφυγή με κύριο αίτημα την ακύρωση.
27.
Μολονότι η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Simmenthai IV που προανέφερα φαίνεται να εξαρτά την ευχέρεια ασκήσεως παρεμπίπτοντος ελέγχου από την αδυναμία ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως, νομίζω ότι η άποψη αυτή θα ήταν υπερβολικά περιοριστική και αντίθετη προς το άρθρο 184 αν απέκλειε τα κράτη μέλη από τη δυνατότητα προβολής ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας.
28.
Άλλωστε, δύσκολα μπορεί να γίνει δεκτό ότι το Δικαστήριο, ευρισκόμενο ενώπιον κανονισμού που πάσχει πλημμέλειες, τις οποίες κατήγγειλε το καθού κράτος μέλος, οφείλει να αναγνωρίσει, κατά κάποιον τρόπο αυτομάτως, την παράβαση, χωρίς να εξετάσει τις σχετικές αιτιάσεις, περιοριζόμενο στο να υπογραμμίσει ότι θα μπορούσαν να προβληθούν στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως ( 22 ).
29.
Γεγονός είναι ότι, όσον αφορά τις αποφάσεις που απευθύνονται στα κράτη μέλη, το Δικαστήριο απέκλεισε τη δυνατότητα προβολής της ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας ( 23 ). Πλην όμως, δεν μπορεί να μη τονιστεί συναφώς το ότι, όπως είναι διατυπωμένο, το άρθρο 184 αφορά μόνο τους κανονισμούς, οι οποίοι, σε αντίθεση προς τις αποφάσεις, δεν απευθύνονται στα κράτη μέλη. Συναφώς, δεν πρέπει να αποκλείεται η άποψη ότι η διαφορετική ρύθμιση της ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας, όσον αφορά, αφενός, τον κανονισμό, ο οποίος από νομική άποψη δεν απευθύνεται στα κράτη μέλη, αφετέρου την απόφαση, η οποία απευθύνεται στα κράτη μέλη, οφείλεται στη διαφορετική φύση των πράξεων. Με άλλους λόγους, αν η απευθυνόμενη σε κράτος μέλος πράξη δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο παρά μόνον ενός κατ' αρχήν ελέγχου με πρωτοβουλία του κράτους μέλους, αντίθετα, ο κανονισμός, κοινοτικός νόμος, επιδέχεται και παρεμπίπτοντα έλεγχο με πρωτοβουλία των κρατών μελών τα οποία, καίτοι εμπίπτουν στην εν λόγω πράξη, από νομική άποψη δεν είναι αποδέκτες της.
30.
Εξάλλου, εφιστώ την προσοχή του Δικαστηρίου επί ζητημάτων δικαστηριακής πολιτικής. Αποστερώντας τα κράτη μέλη από τη δυνατότητα να προβάλουν ένσταση ελλείψεως νομιμότητας κανονισμού, υφίσταται ο όχι αμελητέος κίνδυνος πολλαπλασιασμού των αμιγώς « προληπτικών » ευθειών προσφυγών. Επί πλέον, η προσφυγή ακυρώσεως του άρθρου 173 αποτελεί αφηρημένο έλεγχο κανόνων, ενώ ο παρεμπίπτων έλεγχος επ' ευκαιρία συγκεκριμένης δυσχέρειας που ανακύπτει κατά την εφαρμογή μπορεί να φέρει στο φως ορισμένες πλημμέλειες της κοινοτικής νομοθεσίας ( 24 ).
31.
Τέλος, το επικαλούμενο ενίοτε επιχείρημα ότι η συμμετοχή των κρατών μελών στην επεξεργασία των κανονισμών στα πλαίσια του Συμβουλίου τους επιτρέπει να επηρεάζουν το περιεχόμενο τους και να προλαμβάνουν τις ανεπιθύμητες συνέπειες πόρω απέχει του να είναι πειστικό ( 25 ). Καταρχάς, δεν αφορά, ενδεχομένως, παρά μόνο τους κανονισμούς που εκδίδει το Συμβούλιο ομοφώνως. Κυρίως όμως, έστω και στην περίπτωση αυτή, οι ανωτέρω σκέψεις ουδόλως παρεμποδίζουν το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής ακυρότητας που διαθέτουν πλήρως τα κράτη μέλη. Για ποιους λόγους θα μπορούσαν να παρεμποδίσουν την ένσταση ελλείψεως νομιμότητας;
32.
Συνεπώς, αν η επιχειρηματολογία του Βασιλείου της Ισπανίας πρέπει, κατ' εμέ, να θεωρηθεί ως ένσταση ελλείψεως νομιμότητας των επιδίκων κανονισμών περί καθορισμού των ποσοστώσεων και να επαναχαρακτηρισθεί από το Δικαστήριο ως τέτοια, προτείνω στο Δικαστήριο να κάνει δεκτό ότι ένα κράτος μέλος έχει τη δυνατότητα να προβάλει το μέσο αυτό άμυνας του στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως. Παρατηρώ περαιτέρω ότι, τουλάχιστον για τον ένα από τους δύο συγκεκριμένους κανονισμούς, ο οποίος εγκρίθηκε πριν αρχίσει να παράγει έννομα αποτελέσματα η προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας στην Κοινότητα, σοβαρά ερωτηματικά θα μπορούσαν να τεθούν όσον αφορά την ίδια την αρχή και το καθεστώς της ασκούμενης από το κράτος αυτό προσφυγής ακυρώσεως, τη στιγμή κατά την οποία η δυνατότητα αυτή, η οποία, σύμφωνα με τους συγγραφείς εκείνους που είναι αντίθετοι προς την ευχέρεια κράτους μέλους να προβάλει ένσταση ελλείψεως νομιμότητας κανονισμού στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως, είναι εκείνη που συνιστά τη δικαιολογητική βάση για τον αποκλεισμό.
33.
Επομένως, η παρούσα διαφορά άπτεται του ερωτήματος μέχρι ποιου βαθμού η εσωτερική αρμοδιότητα της Κοινότητας σε θέματα κοινής αλιευτικής πολιτικής επεκτείνεται στην αυτοτελή ρύθμιση των πραγματοποιούμενων εκτός των υδάτων της Κοινότητας αλιεόσεων. Με άλλους λόγους, οι πραγματοποιούμενες στα διεθνή ύδατα αλιεύσεις μπορούν να υπαχθούν σε TAC και ποσοστώσεις;
34.
Συναφώς, το Βασίλειο της Ισπανίας ισχυρίζεται ότι κατ' ουσίαν τα μοναδικά μέτρα που μπορεί να εκδώσει η Κοινότητα σχετικά με τις αλιεύσεις εκτός των υδάτων κυριαρχίας ή δικαιοδοσίας των κρατών της ΕΟΚ συνίστανται στη διαπραγμάτευση διεθνών συμφωνιών και στη θέσπιση μέτρων εκτελέσεως τους.
35.
Για να αντικρούσει την άποψη του καθού κράτους, η Επιτροπή αντιτάσσει ιδιαίτερα εμπεριστατωμένη επιχειρηματολογία η οποία, πάντως, φαίνεται να έχει δυσανάλογη βαρύτητα. Εκκινώ από την εξέταση δύο πτυχών που νομίζω ότι είναι εντελώς αλυσιτελείς.
36.
Τούτο συμβαίνει καταρχάς στην περίπτωση της αναγωγής στη νομοθετική πρακτική της ίδιας της Κοινότητας. Από την άποψη αυτή, όταν το καθού κράτος μέλος αμφισβητεί την έκταση της αρμοδιότητας της Κοινότητας, η Επιτροπή δεν μπορεί προφανώς να αντικρούει παρόμοια επιχειρηματολογία, επικαλούμενη την κοινοτική ρύθμιση που εκδόθηκε τα πλαίσια της ασκήσεως της αρμοδιότητας που αμφισβητείται ακριβώς σήμερα.
37.
Ενόψει της συλλογιστικής αυτής, δεν αποδίδω, συνεπώς, καμιά σημασία αρχής στο παράγωγο δίκαιο που ενέκρινε επί του θέματος η Κοινότητα. Πέραν τούτου, μπορώ να υπομνήσω τις καθόλου ευκαταφρόνητες τροποποιήσεις που συνεπάγεται, όσον αφορά τη μέχρι σήμερα ακολουθηθείσα από το Συμβούλιο πρακτική, η τυχόν εκ μέρους του Δικαστηρίου αναγνώριση της απόψεως της Ισπανικής Κυβερνήσεως.
38.
Η επίκληση της δυνατότητας συνάψεως εκ μέρους της Κοινότητας διεθνών συμφωνιών για την ανοικτή θάλασσα δεν συμβάλλει επωφελώς στην επίλυση της παρούσας διαφοράς. Πράγματι, η Ισπανία, ενώ ουδόλως αμφισβητεί την εξωτερική αρμοδιότητα της Κοινότητας συναφώς, διαφωνεί ως προς την έκταση της εσωτερικής αρμοδιότητας της.
39.
Αντίθετα, η Επιτροπή φαίνεται ότι ορθώς επικαλέστηκε τις αρχές που έθεσε η νομολογία σας. Συναφώς, η επιχειρηματολογία της καθής κυβερνήσεως ουδόλως επέτυχε να αμφισβητήσει την απόλυτα σαφή σημασία της σημαντικής αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Kramer ( 26 ).
40.
Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο, προκειμένου να αποφανθεί ότι
« από τις ίδιες υποχρεώσεις και τις εξουσίες που έχει καθιερώσει το κοινοτικό δίκαιο προκύπτει ότι, στο εσωτερικό επίπεδο, η Κοινότητα έχει αρμοδιότητα να αναλαμβάνει διεθνείς υποχρεώσεις για την τήρηση των πόρων της θάλασσας » ( 27 ),
έκρινε προηγουμένως ότι
« η Κοινότητα διαθέτει, στο εσωτερικό επίπεδο, εξουσία λήψεως όλων των μέτρων για τη διατήρηση των βιολογικών πόρων της θάλασσας, μέτρων που περιλαμβάνουν τον καθορισμό ποσοστώσεων αλιεύσεως και την κατανομή τους μεταξύ των κρατών μελών » ( 28 ),
διευκρινίζοντας ότι
« από το άρθρο 102 της Πράξεως Προσχωρήσεως, από το άρθρο 1 του κανονισμού [2141 /70] και επιπλέον από την ίδια τη (ρύση των πραγμάτων προκύπτει ότι η κανονιστική αρμο-ôióvilva ratione matériáé της Κοινότητας εκτείνεται επίσης, κατά το μέτρο που ανάλογη αρμοδιότητα ανήκει στα κράτη δυνάμει του δημοσίου διεθνούς δικαίου, στην αΑιεία στην ανοικτή θάλασσα» ( 29 ).
41.
Έναντι των τόσο σαφών αυτών σκέψεων, το Βασίλειο της Ισπανίας αντιτάσσει επιχειρηματολογία αρυόμενη από το γεγονός ότι το εν λόγω χωρίο θα έπρεπε να ενταχθεί στην αλληλουχία της αποφάσεως, η οποία αφορά το ζήτημα των εξωτερικών αρμοδιοτήτων της Κοινότητας και, κατά συνέπεια, η επίκληση του θα ήταν αλυσιτελής σε σχέση με τις εσωτερικές αρμοδιότητες.
42.
Η ανάλυση αυτή δεν λαμβάνει υπόψη τη βαθύτερη λογική που διέπει τη νομολογία του Δικαστηρίου σας σχετικά με τις εξωτερικές αρμοδιότητες της Κοινότητας.
43.
Χωρίς να επαναλάβω κατά τρόπο λεπτομερή τη συλλογιστική του Δικαστηρίου στον τομέα αυτό, υπενθυμίζω απλώς ότι η αντιστοιχία μεταξύ εσωτερικών και εξωτερικών αρμοδιοτήτων προϋποθέτει προφανώς ότι οι πρώτες καθιερώθηκαν ως τρόπον τινά προέκταση των δευτέρων. Αυτή ακριβώς είναι η δομή της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Kramer.
44.
Υπό την έννοια αυτή διατυπώθηκε η άποψη: « Η αντιστοιχία αποτελεί το αποτέλεσμα και όχι την αιτία της σιωπηρής αναθέσεως της εξωτερικής αρμοδιότητας- η εξωτερική αρμοδιότητα έχει ως πραγματικό θεμέλιο την αυτόματη προέκταση της εσωτερικής αρμοδιότητας. Από τα παραπάνω έπεται ότι η απαιτούμενη εσωτερική αρμοδιότητα πρέπει να είναι κανονιστική, εφόσον γίνεται δύσκολα αντιληπτό πώς οι ανατεθειμένες στην Κοινότητα αρμοδιότητες θα μπορούσαν να οδηγήσουν στη σύναψη διεθνούς συμφωνίας, γενεσιουργού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, αν δεν συνδυάζονταν στην εσωτερική τάξη με την κανονιστική αυτή εξουσία. » ( 30 ) Και ο συγγραφέας συνεχίζει: « Στην υπόθεση Kramer το Δικαστήριο έκρινε ότι, επειδή η άσκηση της αλιευτικής δραστηριότητας εντός του ορίου των 200 ναυτικών μιλίων, aÃÂá και πέραν τούτον, εμπίπτει στην κοινή πολιτική της Κοινότητας σε θέματα αλιείας, η οποία και η ίδια εμπίπτει στην κοινή γεωργική πολιτική, η Κοινότητα έχει την ικανότητα να συνάπτει αλιευτικές συμφωνίες αναφερόμενη στο άρθρο 43. » ( 31 )
45.
Μολονότι η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Kramer δίδει απόλυτα σαφή αλλά και διαμετρικά αντίθετη προς την άποψη της Ισπανικής Κυβερνήσεως απάντηση, ουδόλως επιρρωννύεται από την εξέταση της νεότερης νομολογίας του Δικαστηρίου.
46.
Αναφερόμενη στην απόφαση στην υπόθεση Kramer, η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας ( 32 ), επιβεβαιώνοντας ότι
« η Κοινότητα έχει αρμοδιότητα να λαμβάνει μέτρα διατηρήσεως και τούτο τόσο^ κατά τρόπο αυτοτελή όσο και υπό μορφή συμβατικών δεσμεύσεων έναντι τρίτων κρατών ή στο πλαίσιο διεθνών οργανισμών » ( 33 ),
κάνει δεκτή σαφώς την αντιστοιχία επί του θέματος μεταξύ εσωτερικών και εξωτερικών αρμοδιοτήτων και δεν παρέχει πάντως στήριξη στην άποψη ότι δεν υφίσταται αυτοτελής κοινοτική αρμοδιότητα για τον περιορισμό των αλιευτικών δραστηριοτήτων στην ανοικτή θάλασσα.
47.
Εξάλλου, νομίζω ότι η Επιτροπή επικαλείται ορθώς την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Van Dam ( 34 ). Επρόκειτο για μέτρα που έλαβαν αυτοτελώς οι Κάτω Χώρες, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εκτέλεση διεθνούς υποχρεώσεως, απαγορεύοντας την αλιεία ορισμένων κατηγοριών ιχθύων στα ύδατα που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία κρατών μελών της ΕΟΚ αλλά και εντός μη κοινοτικών υδάτων και συγκεκριμένα εκείνων της Νορβηγίας. Τα εν λόγω μέτρα είχαν ληφθεί πριν από την έγκριση εκ μέρους του Συμβουλίου των προβλεπομένων στο άρθρο 102 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 1972 μέτρων διατηρήσεως. Τότε, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι τα επίδικα εθνικά μέτρα ενέπιπταν κατά τον « κρίσιμο χρόνο » στην αρμοδιότητα των κρατών μελών σύμφωνα προς τη λύση που δόθηκε με την απόφαση στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας για τη σχετική περίοδο, λαμβάνοντας υπόψη την αμέλεια που επέδειξε το Συμβούλιο επί του θέματος. Αλλά μήπως με τον τρόπο αυτό το Δικαστήριο δέχθηκε σιωπηρώς ότι, έστω και αν τα κράτη μέλη μπορούσαν να λάβουν μέτρα υπό μορφή εθνικών διατάξεων ενόσω η Κοινότητα δεν ασκούσε την αρμοδιότητα της επί του θέματος, η αρμοδιότητα αυτή επεκτεινόταν και στην έγκρισηαυτοτελών κανόνων, το πεδίο εφαρμογής των οποίων βαίνει ενδεχομένως πέραν των υποκειμένων στη δικαιοδοσία των κρατών μελών υδάτων;
48.
Τέλος, η πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου στην απόφαση Ισπανία και Γαλλία κατά Επιτροπής ( 35 ) νομίζω ότι ουδόλως θίγει την υποστηριζόμενη από την Επιτροπή άποψη. Στην υπόθεση αυτή το Δικαστήριο έκρινε ότι,
« επειδή το σύστημα ελέγχου των αλιευμάτων συνδέεται στενά με το κοινοτικό καθεστώς διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων, δεν εφαρμόζεται στις ζώνες για τις οποίες δεν υφίσταται κανένας περιορισμός αλιευμάτων βάσει κοινοτικού κανονισμού ή συμφωνίας που συνήψε η Κοινότητα με τρίτες χώρες » ( 36 ).
49.
Θα μπορούσε κανείς να επικαλεστεί το χωρίο αυτό για να υποστηρίξει ότι υποκρύπτει ρητή επαναβεβαίωση της αυτοτελούς αρμοδιότητας της Κοινότητας όσον αφορά τον περιορισμό της αλιευτικής δραστηριότητας, ανεξάρτητα από το ποια είναι η συναφής ζώνη; Είναι σαφές εν πάση περιπτώσει ότι η ισπανική άποψη περί περιορισμού της κανονιστικής αρμοδιότητας της Κοινότητας στην αιγιαλίτιδα ζώνη της Κοινότητας δεν ευρίσκει έρεισμα στην εν λόγω απόφαση.
50.
Ας σημειωθεί εν παρόδω ότι η καρδιά του ζητήματος στην προκειμένη περίπτωση ουδόλως αφορούσε τη γεωγραφική έκταση των αρμοδιοτήτων της Κοινότητας επί του θέματος αλλά το ερώτημα αν το σύστημα ελέγχου των αλιευμάτων μπορούσε να εφαρμοστεί στο πλαίσιο της διαχειρίσεως των αλιευτικών συμφωνιών με αναπτυσσόμενες χώρες εκνός νου κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων.
51.
Τέλος, αναφέρω ότι, καίτοι ο γενικός εισαγγελέας Tesauro, στις προτάσεις του οποίου αναφέρεται πλειστάκις η Ισπανική Κυβέρνηση, θεώρησε κατ' ουσίαν ότι το κοινοτικό σύστημα επί του θέματος σχεδιάστηκε υπό τη μορφή ενός συνόλου μέτρων με κατ' ουσίαν πεδίο δράσεως κοινοτικά ύδατα, σε καμιά περίπτωση δεν διατύπωσε την άποψη ότι η αυτοτελής αρμοδιότητα της Κοινότητας περιορίζεται μόνον στα εν λόγω ύδατα.
52.
Συνεπώς, όπως συνάγεται, κατά τη γνώμη μου, σαφέστατα από τη νομολογία του Δικαστηρίου, η αυτοτελής αρμοδιότητα της Κοινότητας για τη λήψη μέτρων διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων ισχύει, ενδεχομένως, και στην ανοικτή θάλασσα. Η άποψη του Βασιλείου της Ισπανίας είναι, συνακόλουθα, αντιφατική, εφόσον το καθού κράτος μέλος δέχεται τις συνέπειες, ήτοι την ύπαρξη εξωτερικής κοινοτικής αρμοδιότητας, ως έλασσον αλλ' όχι και το μείζον, ήτοι την ύπαρξη εσωτερικής κοινοτικής αρμοδιότητας.
53.
Απαντώντας σε ορισμένες από τις ερωτήσεις που τέθηκαν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση και με τις οποίες αποδεικνυόταν η έλλειψη συνοχής της απόψεως αυτής, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι η Κοινότητα δεν μπορεί να διαθέτει αυτοτελή αρμοδιότητα ως προς τον περιορισμό των αλιευμάτων στην ανοικτή θάλασσα, επειδή τα κράτη μέλη, εν πάση περιπτώσει η Ισπανία, δεν διέθεταν προηγουμένως παρόμοια αρμοδιότητα. Με άλλους λόγους, η εσωτερική αρμοδιότητα της Κοινότητας δεν υφίστατο επί του θέματος, επειδή δεν υφίστατο αρμοδιότητα των κρατών μελών, ώστε αυτά να μπορούν να τη « μεταβιβάσουν ».
54.
Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός προκαλεί κατάπληξη. Το ερώτημα που τίθεται δεν είναι αν όννως τα κράτη μέλη περιόρισαν τις αλιεύσεις εκ μέρους των αλιευτικών τους στα διεθνή ύδατα, αλλ' αν η αρμοδιότητα αυτή « ανήκει στα κράτη μέλη, δυνάμει του δημοσίου διεθνούς δικαίου » ( 37 ).
55.
Όπως υπογράμμισε το Ηνωμένο Βασίλειο κατά την προφορική διαδικασία, οι ισχυρισμοί της Ισπανικής Κυβερνήσεως ισοδυναμούν με αμφισβήτηση της θεμελιώδους αρχής του δημοσίου διεθνούς δικαίου της θάλασσας: του νόμου της σημαίας. Όταν πρόκειται ειδικότερα για την αλιεία στην ανοικτή θάλασσα, οι αρχές του δημοσίου διεθνούς δικαίου είναι οι ακόλουθες: «πέραν του ότι αναγνωρίζεται σε όλα τα κράτη το δικαίωμα να αλιεύουν και το δικαίωμα να παρέχουν στους υπηκόους τους την άδεια να κάνουν χρήση αυτής, το καθεστώς που είναι απόρροια της “ ελευθερίας της ανοικτής θάλασσας ” αντιστοιχεί σε κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των κρατών. Εντός των εδαφών τους, η αρμοδιότητα για την έκδοση νόμων και κανονισμών μοιράζεται συνήθως μεταξύ των κρατών σύμφωνα με το κριτήριο της εδαφικότητας. Στην ανοικτή θάλασσα, η αρμοδιότητα για τη ρύθμιση της συμπεριφοράς των πλοίων και για τη λήψη των μέτρων εκτελέσεως έναντι αυτών ανατίθεται κατ' ουσίαν στο κράτος της σημαίας. Κατά κανόνα, τα κράτη διαθέτουν στην ανοικτή θάλασσα πλήρη αρμοδιότητα έναντι όλων των πλοίων της εθνικότητος τους, ενώ τα μέτρα ρυθμίσεως και εκτελέσεως που ισχύουν και στα πλοία άλλης εθνικότητας πρέπει να θεσπίζονται ή τουλάχιστον να εγκρίνονται από τα διάφορα άλλα κράτη της σημαίας που εμπλέκονται» ( 38 ). Επομένως, από νομική άποψη, η αρμοδιότητα των κρατών είναι αδιαμφισβήτητη.
56.
Ίσως παρατηρηθεί ότι στην πράξη τα κράτη χορηγούν « de facto ελευθερία στον έχοντα την εκμετάλλευση ιδιώτη », ( 39 ) εφόσον δεν ρυθμίζουν τη διατήρηση των αλιευτικών αποθεμάτων στην ανοικτή θάλασσα. Η διαπίστωση πάντως αυτή, η οποία ρίπτει προφανώς φως στη θεμελίωση της απόψεως της Ισπανικής Κυβερνήσεως ( 40 ), ουδόλως θέτει υπό αμφισβήτηση τη θεμελιώδη αρχή της αρμοδιότητας των κρατών από απόψεως δημοσίου διεθνούς δικαίου να επιβάλουν ενδεχομένως περιορισμούς στις αλιεύσεις στην ανοικτή θάλασσα. Νομίζω ότι αυτό είναι το συμπέρασμα στο οποίο πρέπει να καταλήξετε.
57.
Εξάλλου, σημειώνω ότι η Ισπανία υποστήριξε ότι μονομερής περιορισμός εκ μέρους της Κοινότητας της αλιευτικής δραστηριότητας στην ανοικτή θάλασσα θίγει τους αλιείς της, χωρίς παράλληλα να είναι αποτελεσματικός, εφόσον τα τρίτα έναντι της Κοινότητας κράτη εξακολουθούν να παρέχουν πλήρη ελευθερία δράσεως στους αλιευτικούς στόλους τους. Η ανωτέρω επιχειρηματολογία νομίζω ότι εντάσσεται αποκλειστικά σε καιροσκοπικό πλαίσιο και δεν έχει θέση σε μια συζήτηση σχετικά με το αν η Κοινότητα διαθέτει ή όχι αρμοδιότητα επί του θέματος.
58.
Πάντως, δεν μπορεί να αγνοούνται οι πρακτικές συνέπειες που θίγουν ειδικότερα την ίδια την αποτελεσματικότητα της κοινοτικής αλιευτικής πολιτικής που συνεπάγεται υιοθέτηση της υποστηριζόμενης από το Βασίλειο της Ισπανίας απόψεως. Η Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο, παρεμβαίνον, ανέπτυξαν συναφώς πολύ πειστικά συνολικώς επιχειρήματα. Δύο σημεία επισύρουν ιδιαιτέρως την προσοχή μας.
59.
Αφενός, οι αλιευτικοί πόροι, ήτοι τα αποθέματα ιχθύων, ενδέχεται να κινούνται φυσιολογικά εντεύθεν ή εκείθεν της διαχωριστικής γραμμής της κοινοτικής αλιευτικής ζώνης. Ελάχιστοι είναι εκείνοι που αμφισβητούν ότι ο περιορισμός της αλιευτικής δραστηριότητας σε περιπτώσεις κατά τις οποίες το απόθεμα βρίσκεται εντός των κοινοτικών υδάτων ουδόλως είναι αποτελεσματικός και ότι θέτει σε κίνδυνο το σύνολο των στόχων διατηρήσεως του συγκεκριμένου αποθέματος, με δεδομένο ότι το απόθεμα αυτό δεν υπόκειται σε καμιά ποσόστωση από τη στιγμή κατά την οποία μετακινείται πέραν της ζώνης των διακοσίων μιλίων.
60.
Αφετέρου, σε περίπτωση κατά την οποία το σύστημα των ποσοστώσεων εφαρμοζόταν αποκλειστικά και μόνο στις πραγματοποιούμενες εντός των διεθνών υδάτων αλιεύσεις, οι κίνδυνοι απάτης θα ήταν σημαντικοί. Έτσι, οι αλιεύσεις εντός της κοινοτικής ζώνης υπάρχει δυνατότητα να δηλώνονται ως διενεργηθείσες στην ανοικτή θάλασσα, ενώ οι προφανείς δυσχέρειες ελέγχου του πραγματικού τόπου αλιεύσεώς τους καθιστούν αδύνατη, τουλάχιστον στην παρούσα φάση εξελίξεως των χρησιμοποιουμένων τεχνικών μέσων, την ανίχνευση των ψευδών αυτών ισχυρισμών. Εξάλλου, η Επιτροπή δεν αντικρούστηκε από την Ισπανική Κυβέρνηση όταν προέβαλε συναφώς τις πιθανότητες καταρρεύσεως όλου του συστήματος περιορισμού της αλιευτικής δραστηριότητας που αποτελεί τη βάση της κοινής πολιτικής διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων.
61.
Με άλλους λόγους και χωρίς καν να υπεισέλθω στο σημείο αυτό στην εξέταση του μέχρι ποιου βαθμού ο περιορισμός της αλιευτικής δραστηριότητας πέραν της κοινοτικής ζώνης συμβάλλει στη διατήρηση των αλιευτικών πόρων των διεθνών υδάτων αυτών καθαυτών, ας μου επιτραπεί να τονίσω ότι τα θεσπιζόμενα συναφώς μέτρα από την Κοινότητα είναι εν πάση περιπτώσει απαραίτητα σε σχέση με τους ίδιους τους στόχους της κοινής αλιευτικής πολιτικής.
62.
Απομένει προς εξέταση ένα τελευταίο επιχείρημα του Βασιλείου της Ισπανίας, το οποίο θεωρεί ότι η αρμοδιότητα της Κοινότητας να ρυθμίζει την αλιευτική δραστηριότητα εκτός των κοινοτικών υδάτων αντίκειται προς την Πράξη Προσχωρήσεως. Κατά το καθού κράτος, η συνέπεια αυτή απορρέει από τη διατύπωση του άρθρου 156 της εν λόγω Πράξεως, το οποίο υπενθυμίζω ότι αναφέρει τα ακόλουθα: « Προκειμένου να ενταχθούν στο κοινοτικό σύστημα διατήρησης και διαχείρισης των αλιευτικών πόρων που θεσπίστηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ) 170/83, η πρόσβαση στα ύδατα που υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία των παρόντων κρατών μελών και καλύπτονται από το Διεθνές Συμβούλιο Εξερευνήσεως της Θάλασσας ( CIEM ) των πλοίων που φέρουν την ισπανική σημαία και είναι νηολογημένα σε λιμένα ευρισκόμενο σε έδαφος στο οποίο εφαρμόζεται η κοινή αλιευτική πολιτική υπόκειται στο καθεστώς που καθορίζεται στο παρόν τμήμα. »
63.
Από τη διάταξη αυτή το Βασίλειο της Ισπανίας συνάγει ότι το μερίδιο του επιτρεπομένου συνόλου αλιευμάτων που χορηγείται στην Ισπανία με το άρθρο 161 της Πράξεως Προσχωρήσεως, διάταξη η οποία υπάγεται στο ίδιο τμήμα με εκείνο του άρθρου 156, δεν μπορεί να εφαρμοστεί εντεύθεν του ορίου των διακοσίων μιλίων όπου βρίσκονται οι ζώνες των διαιρέσεων CIEM για τις οποίες αναγνωρίζεται υπέρ της Ισπανίας ειδικό μερίδιο.
64.
Με άλλους λόγους, το ποσοστό των ποσοστώσεων που χορηγούνται στην Ισπανία βάσει του άρθρου 161 δεν μπορεί να ισχύει εκτός των κοινοτικών υδάτων στον βαθμό που το άρθρο 156 προβλέπει ότι η πρόσβαση στα ύδατα που υπάγονται στη δικαιοδοσία των κρατών μελών και ανήκουν στις ζώνες CIEM διέπεται από τις διατάξεις του τμήματος της συγκεκριμένης Πράξεως Προσχωρήσεως. Α contrario, οι εν λόγω διατάξεις δεν μπορούν να εφαρμόζονται στις ζώνες που δεν εμπίπτουν στη δικαιοδοσία των κρατών μελών, έστω και αν περιλαμβάνονται στις ζώνες CIEM.
65.
Η προσεκτική εξέταση του εν λόγω τμήματος οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
66.
Πράγματι, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ αφενός των άρθρων 156 έως 160 που διέπουν την πρόσβαση στα υπαγόμενα στη δικαιοδοσία των κρατών μελών της Κοινότητας των δέκα ύδατα και αφετέρου του άρθρου 161 που καθορίζει τα μερίδια του TAC των υποκειμένων σε TAC ειδών και τις χορηγούμενες στην Ισπανία ποσοστώσεις και που δεν μπορούν, κατά τη γνώμη μου, να θεωρούνται ότι περιορίζονται εντός των ζωνών των εν λόγω κρατών μελών.
67.
Η ανάλυση αυτή θεμελιώνεται καταρχάς στη διατύπωση των εν λόγω διατάξεων. Βάσει του ιδίου του τίτλου του, το τμήμα II αφορά την «πρόσβαση στα ύδατα και στους πόρους ». Επομένως, γίνεται διάκριση μεταξύ δύο καταστάσεων. Το άρθρο 156 αφορά μόνο την πρόσβαση στα ύδατα των κρατών της Κοινότητας των δέκα για τα ισπανικά πλοία, τα δε άρθρα 157 έως 160 αφορούν το καθεστώς προσβάσεως στα ύδατα ( μεταβατικό και κατά παρέκκλιση από την αρχή της ίσης προσβάσεως των πλοίων κάθε κράτους μέλους στα ύδατα των υπολοίπων κρατών μελών). Οι διατάξεις αυτές, συμπεριλαμβανομένων εκείνων του άρθρου 156, δεν αφορούν τους πόρους. Συνεπώς, το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 156 ( πρόσβαση στα ύδατα των κρατών μελών της Κοινότητας των δέκα και υπαγομένων στις ζώνες CIEM) δεν εφαρμόζεται στην κατανομή των πηγών, εκτός και αν το άρθρο 161, σχετικά με την κατανομή των πόρων, μπορούσε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι έχει ανάλογο πεδίο εφαρμογής. Αυτό όμως δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.
68.
Συναφώς, μπορεί καταρχάς να τονιστεί ότι η διάταξη αυτή αφορά τις ζώνες CIEM χωρίς περιορισμό και ουδόλως σημαίνει ότι εφαρμόζεται μόνο στην αιγιαλίτιδα ζώνη των κρατών μελών της Κοινότητας των δέκα. Στη συνέχεια και κυρίως το άρθρο 161 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει το ίδιο πεδίο εδαφικής εφαρμογής με εκείνο του άρθρου 156, δεδομένου ότι προβλέπει ρητώς ποσοστώσεις yta την Ισπανία στις ζώνες VIIIC και IX, εντεΑώς εκτός των υοάτων των κρατών μεΑών της Κοινότητας των οεκα. Το ότι η κατανομή των πόρων γίνεται χωρίς αμφιβολία για τις εκτός των υδάτων των κρατών μελών της Κοινότητας των δέκα ζώνες αποτελεί απόδειξη του ότι το πεδίο εφαρμογής του καθεστώτος προσβάσεως στα ύδατα — ύδατα των κρατών μελών της Κοινότητας των δέκα και υπαγόμενα στις ζώνες CIEM — δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ισχύει στην κατανομή των ποσοστώσεων.
69.
Υπό την έννοια αυτή, το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει την επιχειρηματολογία που το Βασίλειο της Ισπανίας συνάγει από το γράμμα των διατάξεων της Πράξεως Προσχωρήσεως.
70.
Συνεπώς, μη εφαρμόζοντας τα μέτρα ελέγχου στις αλιεύσεις ιχθυαποθεμάτων ή ομάδων ιχθυαποθεμάτων, υποκειμένων σε TAC ή σε ποσόστωση και πραγματοποιούμενων εκτός των κοινοτικών υδάτων, το Βασίλειο της Ισπανίας παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 6 έως 9 και 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 2057/82 και των άρθρων 5 έως 9 και 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 2241/87. Ας σημειωθεί συναφώς ότι, καίτοι τα άρθρα 7 και 8 του κανονισμού 2057/82 και 8 του κανονισμού 2241/87 επιβάλλουν προφανώς υποχρεώσεις μόνο στους πλοιάρχους των αλιευτικών, η στάση κράτους μέλους που καταγράφει ορισμένες μόνον αλιεύσεις, υποκείμενες σε ποσόστωση, είναι προφανώς τέτοιας φύσεως ώστε να ωθεί τους πλοιάρχους των αλιευτικών του κράτους αυτού να μη τηρούν τις υποχρεώσεις τους σχετικά με τις ανωτέρω αλιεύσεις- υπό τις περιστάσεις αυτές, η Επιτροπή, ορθώς κατ' εμέ, προσάπτει στο Βασίλειο της Ισπανίας παραβίαση της επίδικης διατάξεως.
71.
Στη συνέχεια, μη ασκώντας καμιά ποινική ή διοικητική διώξη κατά των υπευθύνων αλιευτικών σκαφών που δεν προέβησαν σε δήλωση εκφορτώσεως ή μεταφορτώσεως των αλιευμάτων τους ή που αλίευσαν και εκφόρτωσαν ή μεταφόρτωσαν αλιεύματα εντός των ζωνών όπου η Ισπανία δεν διέθετε ποσοστώσεις, το Βασίλειο της Ισπανίας παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου Ι, παράγραφος 2, αμφοτέρων των επιδίκων κανονισμών.
72.
Τέλος, η στάση των ισπανικών αρχών είναι τέτοιας φύσεως ώστε να οδηγεί — μάλιστα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Επιτροπής που δεν διέψευσε το καθού, οδήγησε ήδη — σε υπέρβαση εκ μέρους της Ισπανίας των αλιευτικών ποσοστώσεων της και σε αλιεύσεις εκ μέρους των ισπανικών αλιευτικών εντός ζωνών όπου η Ισπανία δεν διαθέτει ποσοστώσεις. Παρόμοια συμπεριφορά συνεπάγεται κατ' ανάγκη παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 2057/82 και 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 2241/87, διατάξεων που, όπως προανέφερα, επιβάλλουν στα κράτη μέλη την υποχρέωση να απαγορεύουν προσωρινά την αλιεία από την ημερομηνία που υποτίθεται ότι τα πλοία τους εξάντλησαν την επίδικη ποσόστωση.
73.
Ενόψει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο
1)
να αναγνωρίσει ότι, μη εφαρμόζοντας στις αλιεύσεις ιχθυαποθεμάτων ή ομάδων ιχθυαποθεμάτων, υποκειμένων σε TAC ή σε ποσόστωση και πραγματοποιούμενων εκτός της αλιευτικής ζώνης της Κοινότητας, τα μέτρα ελέγχου που προβλέπει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2057/82, και ιδίως τα άρθρα Ι, 6 έως 9 και 10 αυτού, καθώς και ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 2241/87, και ιδίως τα άρθρα 1, 5 έως 9 και 11 αυτού, το Βασίλειο της Ισπανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη·
2)
να καταδικάσει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 29ΐ]ς Ιουλίου 1982, περί θεσπίσεως ορισμένων μέτρων ελέγχου των αλιευτικών δραστηριοτήτων που ασκούνται από σκάφη των κρατών μελών ( ΕΕ 1982, L 220, σ. 1 ).
( 2 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη θέσπιση ορισμένων μέτρων ελέγχου για τις αλιευτικές δραστηριότητες ( ΕΕ 1987, L 207, σ. 1 ).
( 3 ) Άρθρο 9 αμφοτέρων των κανονισμών.
( 4 ) Αρθρο 10 του κανονισμού 2057/82 και άρθρο 11 του κανονισμού 2241/87.
( 5 ) Αρθρα 3, 6, 7 και 8 του κανονισμού 2057/82 και άρθρα 5, 6, 7 και 8 του κανονισμού 2241/87.
( 6 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί θεσπίσεως κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων ( ΕΕ 1983. L 24, σ. 1 ).
( 7 ) Κανονισμός ( ΕΟΚ ) 3777/85 του Συμβουλίου, της 31ης Δεκεμβρίου 1985, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 3721/85 σχετικά με τον καθορισμό, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων ή ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, των συνόλων των επιτρεπομένων αλιευμάτων για το 1986 και ορισμένων όρων υπό τους οποίους μπορούν να πραγματοποιηθούν ( ΕΕ 1985, L 363, σ. 1 ), και κανονισμός ( ΕΟΚ ) 4034/86 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, για τον καθορισμό, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων ή ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, του συνόλου επιτρεπομένων αλιευμάτων για το 1987 και ορισμένων όρων υπό τους οποίους μπορούν να αλιευθούν ( ΕΕ 1986, L 376, σ. 39 ).
( 8 ) Βλέπε ιδίως το παράρτημα Ι του κανονισμού 3777/85 ( ΕΕ 1985, L 363, σ. 3 επ.), το παράρτημα Ι, στήλες 2 και 3, και το παράρτημα II του κανονισμού 4034/86 ( ΕΕ 1986, L 376, σ. 43 επ. ).
( 9 ) Η υπογράμμιση δική μας βλέπε για παράδειγμα τον κανονισμό 3777/85 ( ΕΕ 1985, L 363, σ. 6, υποσημειώσεις 1 και 2 ), και τον κανονισμό 4034/86 ( ΕΕ 1986, L 376, σ. 54, υποσημείωση Ι ).
( 10 ) Απόφαση της 13ης Ιουλίου 1966, 32/65 (Rec. 1966, σ. 563).
( 11 ) Joliét, R.: Le droit institutionnel des Communautés européennes. Le contentieux. Πανεπιστήμιο Λιέγης, 1981, σ. 132 και 133.
( 12 ) Απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 1986, 16/82 (Συλλογή 1986,0.2519).
( 13 ) Απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 1978, 92/78 ( Rec. 1978. σ. 1881 ).
( 14 ) Σκέψη 21 της αποφάσεως.
( 15 ) Απόφαση της 6ης Μαρτίου 1979, υπόθεση 92/78 ( Rec. 1979, σ. 777).
( 16 ) Σκέψη 39.
( 17 ) Joliét, R.: όπ.π.
( 18 ) Joliét, R.: όπ.π., σ. 134.
( 19 ) Barav, Α.: «The Exception of Illegality in Community Law: A Critical Analysis », CML Review, 1974, σ. 366' Megret, J., Waelbroeck, M., Louis, J.-V., Vignes, D., Vandesanden, G.: Le droit de la CEE, τόμος 10, σ. 359' Dubois, P.: « L'exception d'illégalité devant la Cour de justice des Communautés européennes », CDE, 1978, σ. 411 επ. Louis, J.-V.: « De l'exception d'illégalité dans la jurisprudence de la Cour des Communautés européennes », Revista de derecho y jurisprudencia de Administración (Montevideo), 1965, σ. 119-120 contra, βλέπε ιδίως Joliét, R.: όπ.π., και Bebr, G.: «Judicial Remedy of Private Parties against Normative Acts of the European Communities: The Role of the Exception of Illegality», CML Review, 1966-1967, σ. 7, συγκεκριμένα II-13.
( 20 ) Προτάσεις Roemer στην υπόθεση Ιταλία κατά Επιτροπής και Συμβουλίου, προαναφερθείσα υπόθεση 32/65' προτάσεις Slynn στην απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1987 στην υπόθεση 181/85, Γαλλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 689) προτάσεις Mancini στην απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988 στην υπόθεση 204/86, Ελληνική Δημοκρατία κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1988, σ. 5323 ) οι ανωτέρω προτάσεις αναπτύχθηκαν επ' ευκαιρία προσφυγών που άσκησαν τα κράτη μέλη και όχι προσφυγών λόγω ακυρώσεως, κατά τήν άποψη μου όμως οι θέσεις που διατύπωσαν οι γενικοί εισαγγελείς αφορούν επίσης την ένσταση ελλείψεως νομιμότητας κανονισμού που προβάλλει κράτος μέλος για να αντικρούσει προσφυγή λόγω παραβάσεως.
( 21 ) Βλέπε απόφαση της 15ης Ιουλίου 1963, υπόθεση 25/62, Naumann κατά Επιτροπής ( Rec. 1963, σ. 199 ), και προτάσεις Mancini στην προαναφερθείσα υπόθεση 204/86 ( Συλλογή 1988, σ. 5344 ).
( 22 ) Βλέπε Barav, όπ.π., συγκεκριμένα σ. 384.
( 23 ) Η λύση αυτή δόθηκε τόσο στο πλαίσιο προσφυγών που άσκησε η Επιτροπή με βάση το άρθρο 93, παράγραφος 2 (βλέπε απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1969 στις υποθέσεις 6 και 11/69, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Rec. 1969, σ. 523, και στην προαναφερθείσα υπόθεση 156/77), όσο και με βάση το άρθρο 169 ( απόφαση της 30ής Ιουνίου 1988, υπόθεση 226/87, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1988, σ. 3611 ) υπενθυμίζω συναφώς ότι το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε να απαντήσει (προαναφερθείσες υποθέσεις 6 και 11/69) στην περίπτωση εκείνη όπου οι ληφθείσες αποφάσεις, αφορώσες τομέα της αρμοδιότητας των κρατών μελών, στερούνται οποιασδήποτε νομικής βάσεως στην κοινοτική έννομη τάξη' βλ. συναφώς δυο αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 1980, υποθέσεις 91/79, Επιτροπή κατά Ιταλίας ( Rec. 1980, σ. 1099 ), και 92/79, Επιτροπή κατά Ιταλίας ( Rec. 1980, σ. 1115), που αφορούσαν οδηγία, προτάσεις Mayras' στις εν λόγω υποθέσεις, η Ιταλική Κυβέρνηση, στην οποία προσαπτόταν μη τήρηση οδηγιών, ανέφερε ότι το ρυθμιζόμενο από τις εν λόγω πράξεις ζήτημα έκειτο « στο όριο » των κοινοτικών αρμοδιοτήτων, υπό την έννοια ότι επρόκειτο για σύμβαση συναφθείσα υπό μορφή οδηγίας, διευκρινίζοντας πάντως ότι δεν προέβαλε ένσταση ελλείψεως νομιμότητας, το δε Δικαστήριο εξέτασε την επιχειρηματολογία του καθού κράτους μέλους.
( 24 ) Βλέπε προτάσεις Roemer στην προαναφερθείσα υπόθεση 32/65, Rec 1966, σ. 600, όπου τονίζεται ότι «το ελαττώματα που πάσχει κανονισμός γενικής ισχύος εμφανίζονται αρκετά συχνά και σε όλο τους το εύρος μόνο κατά τη στιγμή εφαρμογής τους στις συγκεκριμένες περιπτώσεις ».
( 25 ) Βλέπε Bebr, όπ.π., σ. 12.
( 26 ) Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1976, συνεκδικασΟεΙσες υποθέσεις 3, 4 και 6/76 ( Rec. 1976, σ. 1279 ).
( 27 ) Σκέψη 33.
( 28 ) Σκέψη 30.
( 29 ) Σκέψη 31, η υπογράμμιση δική μας.
( 30 ) Isaac, G.: Droit communautaire générai, εκδοτικός οίκος Masson, 1990, τρίτη έκδοση, σ. 95, η υπογράμμιση δική μας.
( 31 ) Όπ.π., η υπογράμμιση δική μας.
( 32 ) Απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 1978, υπόθεση 61/77 (Rec. 1978, σ.417).
( 33 ) Σκέψη 63.
( 34 ) Απόφαση της 3ης Ιουλίου 1979, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 185 έως 204/78 ( Rec. 1979, σ. 2345 ).
( 35 ) Απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 1989, συνεκδικασΟεΙσες υποθέσεις 6 και 7/88 ( Συλλογή 1989, σ. 3639 ) προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tesauro.
( 36 ) Σκέψη 23, η υπογράμμιση δική μας.
( 37 ) Προαναφερθείσα απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 3,4 και 6/76.
( 38 ) Fleischer, C: « La pêche » Dupuy, R.-J. και Vignes, D.: Traile ílu Nouveau Droit de la Mer, Bruylant 1985, σ. 942.
( 39 ) Όπ.π.
( 40 ) Όπ.π., σ. 942. « Στην πράξη, το νομικό αυτό σύστημα κατανομής των εξουσιών συχνότατα υποχώρησε χάριν μιας de facto ελευθερίας του έχοντος την εκμετάλλευση του πλοίου ιδιώτη. Τα κράτη είναι ελάχιστα διατεθειμένα να εκδώσουν αποτελεσματικούς κανονισμούς όσον αφορά τη διατήρηση των αποθεμάτων και να λάβουν αποτελεσματικά μέτρα εκτελέσεως αν οι εν λόγω κανονισμοί και τα εν λόγω μέτρα δεν απευθύνονται παρά μόνο στα πλοία που φέρουν τη σημαία τους. »
Full & Egal Universal Law Academy