ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 25ης Σεπτεμβρίου 1990 ( *1 )
Κύριε Προεορε,
Κύριοι δικασνές,
1.
Ο αγορανομικός δικαστής του Arrondissementsrechtbank του Almelo (Κάτω Χώρες) υπέβαλε στο Δικαστήριο, με απόφαση της 29ης Ιουνίου 1989, που εξέδωσε στο πλαίσιο ποινικής διώξεως που είχε ασκήσει ο Officier van Justitie του Arrondissement του Almelo κατά της εταιρίας Bonfait BV (στο εξής: Bonfait), τρία προδικαστικά ερωτήματα.
2.
Η απόφαση αυτή περί υποβολής των προδικαστικών ερωτημάτων εμφανίζεται^ μάλλον ως συνοπτική. Όπως, ωστόσο, προκύπτει, σύμφωνα με τα υπομνήματα που δόθηκαν στο Δικαστήριο καθώς και τις διευκρινίσεις που παρασχέθηκαν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Bonfait διώχθηκε λόγω του ότι διέθετε στο εμπόριο, εντός του δήμου Almelo, υπό την ονομασία « Vleeswaren », προϊόντα, εισαγόμενα από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και χαρακτηριζόμενα από μία σχέση μεταξύ του βαθμού υγρασίας και του ποσοστού οργανικών μη λιπαρών ουσιών που ήταν ανώτερη της τιμής που είναι γνωστή ως ratio ( δείκτης ) « Feder », και απαιτείται από την ολλανδική νομοθεσία για τη διάθεση των σχετικών προϊόντων στο εμπόριο με την ονομασία αυτή. Αντιθέτως, πρέπει να σημειωθεί ότι τα επίμαχα προϊόντα ήσαν σύμφωνα προς τις προδιαγραφές της νομοθεσίας που ίσχυε στο κράτος καταγωγής τους όσον αφορά την ίδια σχέση και μπορούσαν, ως εκ τούτου, να φέρουν τη γενική ονομασία « Fleischwaren », η οποία αντιστοιχεί, στα γερμανικά, στην ολλανδική ονομασία «Vleeswaren», ή ακόμα στη γαλλική έκφραση « charcuterie » ( αλλαντικά ).
3.
Ακόμα και τώρα εξακολουθεί να είναι κάπως δυσχερής η κατανόηση των συγκεκριμένων λόγων της διώξεως, κατά το μέτρο που, όπως αναφέρθηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, στη συσκευασία των επίμαχων προϊόντων δεν αναγραφόταν η λέξη «Vleeswaren ». Όμως το Δικαστήριο δεν μπορεί να κρίνει την εφαρμογή από το αιτούν δικαστήριο της εθνικής του νομοθεσίας. Επομένως οφείλει να θεωρήσει ότι τα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν μια κατάσταση κατά την οποία έχει ασκηθεί δίωξη λόγω της χρησιμοποιήσεως μιας ονομασίας, ενώ τα επίμαχα προϊόντα δεν τηρούν ένα σχετικό με τη σύνθεση τους κανόνα από τον οποίον εξαρτάται η νόμιμη χρησιμοποίηση της ονομασίας αυτής.
4.
Ουδείς βεβαίως λόγος επιβάλλει την προσκόλληση στο γράμμα των ερωτημάτων του αιτούντος δικαστηρίου. Πράγματι, με το πρώτο και το τρίτο ερώτημα ζητείται αυτολεξεί η ερμηνεία του εθνικού δικαίου, πράγμα που δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Επίσης, όπως ακριβώς και η Επιτροπή, φρονώ ότι ζητείται κατ' ουσίαν από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του ζητήματος αν είναι δυνατό μια εθνική ρύθμιση, η οποία επιφυλάσσει μια ονομασία όπως «Vleeswaren » για προϊόντα που τηρούν, όσον αφορά τη σχέση μεταξύ του βαθμού υγρασίας και του ποσοστού οργανικών ουσιών, ένα ορισμένο όριο, να εφαρμόζεται επί προϊόντων τα οποία, καίτοι νομίμως διατίθενται στο εμπόριο υπό ανάλογη ονομασία σ' άλλο κράτος μέλος, δεν ικανοποιούν ωστόσο την προαναφερθείσα προϋπόθεση.
5.
Επομένως, το υποβληθέν ερώτημα πρέπει να εξετασθεί από πλευράς απαγορεύσεως του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, στο οποίο και ρητώς αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο. Φρονώ ότι η οδηγία 77/99/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1976 ( 1 ), στην οποία, εξάλλου, ρητώς αναφέρεται η απόφαση περί παραπομπτής, δεν παρέχει τα κατάλληλα για την απάντηση που πρέπει να δοθεί στοιχεία. Πράγματι, η οδηγία αυτή αποβλέπει στην εναρμόνιση των διατάξεων που αποσκοπούν στη διασφάλιση από υγειονομική άποψη της ποιότητας των προϊόντων που έχουν ως βάση το κρέας ενώ, όπως καταφαίνεται και από το υπόμνημα της, η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν επικαλείται, προς στήριξη της επίμαχης ρυθμίσεως, τον σκοπό της προστασίας της δημόσιας υγείας αλλά τον σκοπό της προστασίας του καταναλωτή καθώς και αυτόν της εντιμότητας των εμπορικών συναλλαγών. Η οδηγία δεν περιλαμβάνει διατάξεις σχετικές με τη σύνθεση των προϊόντων στα οποία αναφέρεται μόνο κατά το μέτρο που κάτι τέτοιο αφορά την προστασία της ανθρώπινης υγείας υπό την καλώς εννοούμενη έννοια του όρου. Επομένως, ελλείψει οποιασδήποτε μέριμνας σχετικά με την προστασία της υγείας, ουδείς λόγος συντρέχει να γίνει αναφορά στην οδηγία αυτή για την εξέταση ενός κανόνα περί ονομασίας σχετικού με τη σύνθεση προϊόντων που έχουν ως βάση το κρέας.
6.
Όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30, η κλασική πλέον νομολογία του Δικαστηρίου του επιτρέπει να αποφανθεί χωρίς δυσκολία επί του ζητήματος αν μια κανονιστική ρύθμιση, όπως η επίμαχη, εμπίπτει στην προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή απαγόρευση. Το Δικαστήριο με την απόφαση του της 12ης Μαρτίου 1987, επί προσφυγής ακυρώσεως που είχε ασκηθεί σχετικά με τον « νόμο περί καθαρότητας » για την μπίρα από την Επιτροπή κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας δέχθηκε, αναφορικά με τη διάταξη του « Biersteuergesetz » που απαγόρευε τη χρησιμοποίηση της ονομασίας « ζύθος » για ποτά που δεν ανταποκρίνονταν σε ορισμένους κανόνες παρασκευής και περιόριζε, όπως ήταν επόμενο, στην πράξη την εισαγωγή τέτοιων ποτών, που νομίμως παρασκευάζονταν σε άλλα κράτη μέλη, υπό την ονομασία αυτή, ότι η θεμιτή πρόθεση
« να δοθεί στους καταναλωτές, οι οποίοι αποδίδουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στον ζύθο που παρασκευάζεται από συγκεκριμένες πρώτες ύλες, η δυνατότητα να επιλέγουν με γνώμονα αυτό το στοιχείο »
μπορούσε να ικανοποιηθεί
« με μέσα που δεν εμποδίζουν την εισαγωγή προϊόντων τα οποία παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο σε άλλα κράτη μέλη, ιδίως “με την υποχρεωτική επικόλληση της κατάλληλης επιγραφής εμφαίνουσας τη φύση του πωλουμένου προϊόντος”» ( 2 ).
7.
Έτσι, το Δικαστήριο επανέλαβε τη συλλογιστική που είχε ήδη ακολουθήσει στην απόφαση του της 9ης Δεκεμβρίου 1981, Επιτροπή κατά Ιταλίας ( 3 ), σχετικά με την ονομασία « όξος ». Φρονώ ότι και στην υπό κρίση υπόθεση πρέπει να γίνει το ίδιο όσον αφορά τη χρησιμοποίηση μιας ονομασίας όπως « Vleeswaren ». Η δυνατότητα που παρέχεται στον καταναλωτή να επιλέγει ενδεχομένως τα προϊόντα που πληρούν μια προϋπόθεση αναφορικά με τη σχέση μεταξύ του βαθμού υγρασίας και του ποσοστού οργανικών μη λιπαρών ουσιών, όπως καθορίζεται από τη νομοθεσία των Κάτω Χωρών για τα προϊόντα αλλαντοποιίας ή «προϊόντα κρέατος» ή «Vleeswaren», δεν καθιστά αναγκαία την απαγόρευση εντός αυτού του κράτους μέλους της εμπορίας, υπό ονομασία προσιδιάζουσα στα προϊόντα αυτά, παρασκευασμάτων που νομίμως διατίθενται στο εμπόριο υπό ανάλογη ονομασία εντός άλλου κράτους μέλους. Η επίθεση ετικέτας περιέχουσας χρήσιμες ενδείξεις σχετικά με τη σύνθεση των προϊόντων και μνημονεύουσας, στην ανάγκη, τις αντίστοιχες αναλογίες ορισμένων συστατικών, θα επέτρεπε στον καταναλωτή να κάνει την επιλογή του με πλήρη επίγνωση της καταστάσεως χωρίς να παρίσταται ανάγκη προσφυγής σε μέτρο το οποίο, με το να εμποδίζει την πώληση εντός κράτους μέλους προϊόντων υπό ονομασία νομίμως επιτρεπόμενη στο κράτος μέλος προελεύσεως, περιορίζει αναμφισβήτητα στην πράξη τις δυνατότητες διαθέσεως εντός του πρώτου κράτους. Έτσι, φρονώ ότι η προστασία του καταναλωτή δεν δικαιολογεί, από πλευράς της απαγορεύσεως του άρθρου 30, τον περιορισμό στις εισαγωγές που απορρέει από την εφαρμογή της νομοθεσίας των Κάτω Χωρών σχετικά με την ονομασία των προϊόντων αλλαντοποιίας επί των προϊόντων που διατίθενται στο εμπόριο υπό τέτοια ονομασία εντός άλλου κράτους μέλους.
8.
Η απόφαση Fietje της 16ης Δεκεμβρίου 1980, που επικαλέστηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση η Ολλανδική Κυβέρνηση ουδόλως μεταβάλλει την εκτίμηση αυτή. Πράγματι, το Δικαστήριο έκρινε ότι:
« η επέκταση της εφαρμογής, από ένα κράτος μέλος, διατάξεως, η οποία απαγορεύει την πώληση συγκεκριμένων οινοπνευματωδών ποτών με ονομασία άλλη από την οριζόμενη από την εθνική νομοθεσία, στα εισαγόμενα από άλλα κράτη μέλη ποτά, κατά τρόπον ώστε να καθίσταται απαραίτητη η αλλαγή της ετικέτας με την οποία το εισαγόμενο ποτό διατίθεται νόμιμα στο εμπόριο στο κράτος μέλος εξαγωγής, πρέπει να θεωρείται ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό ... εφόσον οι αναγραφόμενες στην αρχική ετικέτα ενδείξεις παρέχουν πληροφορίες, για τους καταναλωτές, όσον αφορά τη φύση του οικείου προϊόντος, παρόμοιες προς εκείνες που παρέχει η επιβλητέα από τον νόμο ονομασία » ( 4 ).
Επομένως, η απόφαση αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο ακριβώς της κλασικής επί του θέματος αυτού νομολογίας του Δικαστηρίου, τα εκ της οποίας διδάγματα προηγουμένως υπέμνησα. Η υποχρέωση ή η απαγόρευση χρησιμοποιήσεως μιας ονομασίας ουδόλως είναι αναγκαία για την προστασία του καταναλωτή όταν η πληροφόρηση του σχετικά με τις ιδιότητες ή τη σύνθεση ενός προϊόντος μπορεί να εξασφαλίζεται με τα κατάλληλα μέσα και ως εκ τούτου η απαγόρευση του άρθρου 30 πρέπει να ισχύει πλήρως.
9.
Η Ολλανδική Κυβέρνηση έθιξε επίσης, κατά τρόπο αρκετά — είναι αλήθεια — συνοπτικό, τη μέριμνα όσον αφορά την εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών. Δεν προκύπτει ότι η θέση της είναι περισσότερο πειστική ως προς το σημείο αυτό. Η σχετική νομολογία του Δικαστηρίου αντιπροσωπεύεται εναργώς από την απόφαση Miro της 26ης Νοεμβρίου 1985 ( 5 ), που εκδόθηκε σε σχέση με τη νομοθεσία των Κάτω Χωρών η οποία απαγόρευε τη χρησιμοποίηση της ονομασίας « Jenever » για ποτά με αλκοολικό τίτλο 35° τουλάχιστον και εμπόδιζε, κατ' αυτόν τον τρόπο, τη διάθεση τους στο εμπόριο, υπό την ονομασία καταγωγής τους, τις « Jenever » 30° που εισάγονταν από το Βέλγιο. Το Δικαστήριο, αφού δέχθηκε ότι δεν μπορεί
«να αποκλειστεί καταρχήν σε ένα κράτος μέλος η δυνατότητα, ελλείψει κοινής ρυθμίσεως, να θεσπίζει κανόνες που εξαρτούν το δικαίωμα χρήσεως ορισμένων παραδοσιακών ονομασιών από την τήρηση ενός ελαχίστου συντελεστή περιεκτικότητας σε αλκοόλη » ( 6 ),
υπέμνησε ότι,
«υπό σύστημα κοινής αγοράς, συμφέροντα όπως είναι η εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών, πρέπει να διασφαλίζονται με τον αμοιβαίο σεβασμό των χρηστών και παραδοσιακών συναλλακτικών ηθών που κρατούν στα διάφορα κράτη μέλη » ( 7 ).
Ως εκ τούτου το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ήταν δυνατό
«να θεωρηθεί ότι συνιστά ουσιώδη επιταγή της εντιμότητας των εμπορικών συναλλαγών η τήρηση εθνικής ρυθμίσεως περί καθορισμού ελαχίστου συντελεστή αλκοόλης επί παραδοσιακού ποτού, σε προϊόντα του ίδιου τύπου που εισάγονται από άλλο κράτος μέλος όταν αυτά νομίμως και κατά παράδοση παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο υπό την ίδια ονομασία στο κράτος μέλος καταγωγής τους και όταν εξασφαλίζεται η πρόσφορη πληροφόρηση του αγοραστή » ( 8 ).
10.
Η ίδια συλλογιστική ισχύει και για την υπό κρίση υπόθεση. Είναι πέραν κάθε αμφισβητήσεως ότι, παρά τον υψηλότερο βαθμό περιεκτικότητας υγρασίας σε σχέση με τις οργανικές μη λιπαρές ουσίες, τα εισαγόμενα από την Bonfait προϊόντα παρασκευάζονται και διατίθενται κατά τρόπο'θεμιτό και παραδοσιακό στο εμπόριο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας υπό την ονομασία « Fleischwaren », που αντιστοιχεί στον όρο « αλλαντικά ». 'Ετσι, εφόσον μπορεί να εξασφαλιστεί η κατάλληλη πληροφόρηση του αγοραστή, πράγμα που, καθώς προανέφερα, συμβαίνει, δεν προκύπτει ότι η εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών μπορεί να δικαιολογήσει, από πλευράς του άρθρου 30, την απαγόρευση της εμπορίας τέτοιων προϊόντων υπό την ονομασία « Vleeswaren ».
11.
Τέλος, ουδόλως προκύπτει ότι η επίμαχη εθνική νομοθεσία μπορεί να δικαιολογηθεί από λόγους σχετικούς με την προστασία της δημόσιας υγείας. Όπως ήδη προανέφερα, η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών δεν επικαλέστηκε τέτοιους λόγους. Κατά τα λοιπά, ας μου επιτραπεί να επισημάνω ότι θα της ήταν δύσκολο να ισχυριστεί ότι ο κανόνας περί ονομασίας ερείδεται στη μέριμνα της προστασίας της υγείας, εφόσον η διάθεση στο εμπόριο μη συμφώνων προς τη νομοθεσία αυτή προϊόντων, όπως τα εισαγόμενα από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, επιτρέπεται πάντα'στις Κάτω Χώρες υπό ονομασία διαφορετική απ' αυτήν που χαρακτηρίζει τα προϊόντα αλλαντοποιίας ή « Vleeswaren ».
12.
Περαίνοντας τις προτάσεις μου, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
« Η εφαρμογή επί εισαγομένων από άλλο κράτος μέλος προϊόντων εθνικών κανόνων οι οποίοι απαγορεύουν τη διάθεση στο εμπόριο, υπό ονομασία προσιδιάζουσα στα προϊόντα αλλαντοποιίας, παρασκευασμάτων που υπερβαίνουν μια ανώτατη αναλογία όσον αφορά τη σχέση μεταξύ της περιεκτικότητας σε νερό και της περικετικότητας σε οργανικές μη λιπαρές ουσίες, απαγορεύεται από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, εφόσον τα προϊόντα αυτά, τα οποία πληρούν τις προϋποθέσεις που θέτει η νομοθεσία του κράτους εξαγωγής για τη χρησιμοποίηση ονομασίας προσιδιάζουσας στα αλλαντικά, νομίμως διατίθενται στο εμπόριο της χώρας αυτής υπό τέτοια ονομασία. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών προϊόντων με Βάση το κρέας (ΕΕειδ.έκδ. 03/017, σ. 60).
( 2 ) Απόφαση 178/84, σκέψη 35 ( Συλλογή 1987, σ. 1227).
( 3 ) Απόφαση 193/80 (Rec. 1981, σ. 3019).
( 4 ) Απόφαση 27/80, σκέψη 15 ( Rec. 1980, σ. 3839 ).
( 5 ) Απόφαση 182/84 ( Συλλογή 1985, σ. 3731 ).
( 6 ) Σκέψη 23.
( 7 ) Σκέψη 24.
( 8 ) Σκέψη 25.
Full & Egal Universal Law Academy