ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN MISCHO
της 14ης Μαρτίου 1991 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Η είσπραξη του ειδικού φόρου καταναλώσεως επί των σιγαρέττων εξασφαλίζεται στο Βέλγιο μέσω φορολογικών ταινιών που επιθέτονται υποχρεωτικά στα πακέτα και στις οποίες αναφέρεται η τιμή στην οποία πωλούντα τα πακέτα αυτά στο λιανικό εμπόριο, συμπεριλαμβανομένων των φόρων. Ο εισαγωγέας ή ο παραγωγός που καταβάλλει τον φόρο, όταν παραγγέλνει τις εν λόγω ταινίες στη φορολογική αρχή, οφείλει να αναφέρει τιμή πωλήσεως που να μην εξέρχεται του πλαισίου μιας κλίμακας τιμών που καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.
2.
Αυτή ακριβώς η λεπτομέρεια της ρυθμίσεως προκάλεσε τη γένεση της διαφοράς της κύριας δίκης. Η εταιρία Bene BV ( στο εξής: Bene ), η οποία ήθελε να εισαγάγει στο Βέλγιο σιγαρέττα σε κατώτερη τιμή από τη χαμηλότερη τιμή που προβλέπεται στην κλίμακα, προσέκρουσε σε άρνηση χορηγήσεως των ταινιών με την τιμή που επιθυμούσε να πωλήσει τα προϊόντα της. Κατόπιν επανειλημμένων διαβημάτων υπέβαλε τελικά καταγγελία στην Επιτροπή.
3.
Η Επιτροπή άσκησε προσφυγή αναγνωρίσεως παραβάσεως κατά του Βασιλείου του Βελγίου, ζητώντας να αναγνωρισθεί ότι οι αρχές της χώρας αυτής παραβαίνουν το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
4.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι αρχές της καθής Κυβερνήσεως επιβάλλουν στην πράξη, με τις ενέργειες τους, στα σιγαρέττα κατώτατη τιμή λιανικής πωλήσεως. Όμως, από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ( 1 ) προκύπτει ότι, παρόλο που τέτοια μέτρα, τα οποία εφαρμόζονται αδιακρίτως στα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα, δεν αντιβαίνουν αυτά καθεαυτά προς το άρθρο 30 της Συνθήκης, συνιστούν πάντως παράβαση αυτού του άρθρου, καθόσον εμποδίζουν την κατώτερη τιμή κόστους των εισαγομένων προϊόντων να συμβάλει στη διαμόρφωση της τιμής πωλήσεως προς τον καταναλωτή.
5.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι αυτό συμβαίνει σαφέστατα εν προκειμένω. Συμμερίζομαι απολύτως αυτή την άποψη. Όσον αφορά, ειδικότερα, τον τομέα των επεξεργασμένων καπνών, έχετε πράγματι κρίνει ότι το εθνικό σύστημα διαμορφώσεως των τιμών πρέπει να καθιστά δυνατή «την επίτευξη του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος, που προκύπτει από τις χαμηλότερες τιμές κόστους των εισαγομένων προϊόντων σε σύγκριση με τα εθνικά προϊόντα » ( 2 ) και ότι ο καθορισμός των τιμών από τις εθνικές αρχές είναι δυνατό « να περιορίζει (...) την ελευθερία εισαγωγής καπνού καταγωγής άλλων κρατών μελών » και, επομένως, αντιβαίνει προς το άρθρο 30 ( 3 ).
6.
Επομένως, δεν νομίζω ότι είναι αναγκαίο να μακρυγορήσω στην υπόθεση αυτή, αυτό δε ακόμη περισσότερο καθόσον είμαι της γνώμης ότι η προσφεύγουσα αντικρούει απολύτως πειστικά τα επιχειρήματα του καθού. Έτσι, θα περιοριστώ να λάβω θέση ως προς δύο από τα επιχειρήματα αυτά, παραπέμποντας ως προς τα υπόλοιπα στους ισχυρισμούς της Επιτροπής.
7.
Εξετάζω κατ' αρχάς το επιχείρημα που αντλεί η Βελγική Κυβέρνηση από την οδηγία 72/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1972, περί των φόρων, πλην των φόρων κύκλου εργασιών, οι οποίοι επιβαρύνουν την κατανάλωση των επεξεργασμένων καπνών (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 35), όπως τροποποιήθηκε με τις οδηγίες 77/805/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1977 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 93 ), και 86/246/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1986 (ΕΕ L 164, σ. 26 ).
8.
Η οδηγία αυτή, που εκδόθηκε βάσει των άρθρων 99 και 100 της Συνθήκης, έχει ως αντικείμενο την εναρμόνιση των άλλων φόρων εκτός από τον ΦΠΑ που επιβάλλονται στην κατανάλωση επεξεργασμένων καπνών υπό συνθήκες που επιτρέπουν τη διασφάλιση ταυτόχρονα του υγιούς ανταγωνισμού και της ελεύθερης κυκλοφορίας των προϊόντων εντός της Κοινότητας.
9.
Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν επικαλείται παράβαση της εν λόγω οδηγίας, φαίνεται εκ πρώτης όψεως περιττή η επιχειρηματολογία επ' αυτού του ζητήματος. Το καθού υποστηρίζει πάντως ρητώς στο υπόμνημα του ανταπαντήσεως ότι δεν μπορεί να έχει παραβεί το άρθρο 30 της Συνθήκης, επειδή ενήργησε σύμφωνα με το άρθρο 5 της προαναφερθείσας οδηγίας το οποίο έχει ως εξής:
« 1.
Οι καπνοβιομήχανοι και οι εισαγωγείς καθορίζουν ελεύθερα τις ανώτατες τιμές λιανικής πωλήσεως κάθε προϊόντος τους. Η διάταξη αυτή δεν δύναται, πάντως, να παρεμποδίσει την εφαρμογή των εθνικών νομοθεσιών όσον αφορά τον έλεγχο του επιπέδου των τιμών ή την τήρηση των επιβαλλομένων τιμών.
2.
Εντούτοις, προκειμένου να διευκολυνθεί η είσπραξη του ειδικού φόρου καταναλώσεως, τα κράτη μέλη δύνανται να καθορίσουν μία κλίμακα τιμών λιανικής πωλήσεως ανά ομάδα επεξεργασμένων καπνών, υπό τον όρο ότι κάθε κλίμακα θα είναι αρκετά εκτεταμένη και διαφοροποιημένη [ ποικίλουσα ], ώστε να ανταποκρίνεται πραγματικά στην ποικιλία των κοινοτικών προϊόντων. Κάθε κλίμακα ισχύει για όλα τα προϊόντα που ανήκουν στην ομάδα επεξεργασμένων καπνών την οποία αφορά χωρίς διάκριση βασιζόμενη στην ποιότητα, την εμφάνιση, την καταγωγή των προϊόντων ή των επιχειρήσεων ή οποιοδήποτε άλλο κριτήριο. »
10.
Η Βελγική Κυβέρνηση, αναφερόμενη στην προαναφερθείσα δεύτερη παράγραφο, ισχυρίζεται ότι η κλίμακα τιμών της είναι επαρκώς εκτεταμένη ώστε να ανταποκρίνεται στις συνήθεις αιτήσεις. Πράγματι, με εξαίρεση της περιπτώσεως στην οποία αναφέρεται η Επιτροπή, δεν έχει ποτέ ανακύψει πρόβλημα.
11.
Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό, διότι από την προαναφερθείσα διάταξη προκύπτει ότι κάθε κλίμακα οφείλει «να ανταποκρίνεται πραγματικά στην ποικιλία των κοινοτικών προϊόντων». Όμως, η παρούσα διαφορά προκλήθηκε ακριβώς από το γεγονός ότι η βελγική κλίμακα δεν περιείχε, προς τα κάτω, επαρκείς διαβαθμίσεις ώστε να ανταποκρίνεται στα προϊόντα που πράγματι διατίθενται από την εταιρία Bene.
12.
Εξάλλου, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η παράγραφος 2 του άρθρου 5 ισχύει προδήλως με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, η οποία θέτει τη γενική αρχή ότι οι εισαγωγείς καθορίζουν ελεύθερα τις ανώτατες τιμές τους λιανικής πωλήσεως κάθε προϊόντος τους. Το σύστημα των κλιμάκων αποβλέπει πράγματι απλώς στο « να διευκολυνθεί η είσπραξη του ειδικού φόρου καταναλώσεως». Οι βελγικές αρχές υπέπεσαν επομένως σε νομική πλάνη, θεωρώντας ότι ήταν δυνατό, βάσει της παραγράφου 2, να παρεκκλίνουν από την παράγραφο 1.
13.
Τέλος, οφείλω να απορρίψω το επιχείρημα αυτό στο μέτρο που θα μπορούσε να σημαίνει ότι το άρθρο 5 της οδηγίας αποτελεί παρέκκλιση από το άρθρο 30 της Συνθήκης. Μία διάταξη οδηγίας δεν μπορεί ασφαλώς να υποκαταστήσει μία διάταξη της Συνθήκης ούτε να εκλαμβάνεται υπό την έννοια ότι επιτρέπει ένα σύστημα τιμών αντίθετο προς τα κριτήρια που έχουν τεθεί με τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με αυτή τη διάταξη.
14.
Δεδομένου ότι εν πάση περιπτώσει φρονώ ότι το Βέλγιο δεν τήρησε το άρθρο 5 της οδηγίας, σας προτείνω να δεχθείτε επίσης ότι συντρέχει και αυτή η παράβαση, διότι δεν συνιστά κρίση ultra petitay η αναγνώριση ότι μία δεδομένη πρακτική αντιβαίνει συγχρόνως σε μία διάταξη της Συνθήκης και σε μία διάταξη οδηγίας.
15.
Το καθού υποστηρίζει, επιπλέον, ότι η κανονιστική του ρύθμιση είναι αναγκαία για τη διαφύλαξη του υγειούς ανταγωνισμού στην αγορά και ισχυρίζεται ότι αρνήθηκε να χορηγήσει τις ταινίες, επειδή η εν λόγω επιχείρηση δεν απέδειξε ότι οι τιμές της ήταν σύμφωνες με τη νομοθεσία σχετικά με τις μεθόδους εμπορίας. Υπαινίσσεται προφανώς εδώ την « εντιμότητα στις εμπορικές συναλλαγές» την οποία το Δικαστήριο ( 4 ) θεώρησε στην υπόθεση « Cassis de Dijon » ως επιτακτική απαίτηση ικανή να δικαιολογήσει περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
16.
Πρέπει πάντως να υπογραμμιστεί ότι όταν ένα κράτος μέλος επιβάλλει περιορισμό στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, σ' αυτό εναπόκειται να απόδειξη ότι ο περιορισμός αυτός δικαιολογείται από μία από τις κατά τη νομολογία επιτακτικές απαιτήσεις. Όμως, οι βελγικές αρχές ισχυρίζονται απλώς ότι οι τιμές κόστους της εταιρίας Bene, όπως γνωστοποιήθηκαν στο Δικαστήριο, είναι πολύ χαμηλότερες από τις τιμές που ανακοίνωσαν στις εν λόγω αρχές άλλοι παραγωγοί σιγαρέττων. Αν υποτεθεί ότι αυτό είναι ακριβές, δεν αρκεί εντούτοις για να αποδειχθεί ότι η εν λόγω εταιρία πραγματοποιεί πωλήσεις με ζημία ή ότι ασκεί με άλλο τρόπο αθέμιτο ανταγωνισμό.
17.
Συμπεραίνοντας, σας προτείνω να αναγνωρίσετε ότι το Βασίλειο του Βελγίου, αρνούμενο να χορηγήσει σε έναν εισαγωγέα επεξεργασμένου καπνού φορολογικές ταινίες σε τιμές χαμηλότερες από την κατώτατη τιμή που προβλέπεται στην κλίμακα που καθόρισε ο Υπουργός Οικονομικών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ και το άρθρο 5 της οδηγίας 72/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1972, περί των φόρων, πλην των φόρων κύκλου εργασιών, οι οποίοι επιβαρύνουν την κατανάλωση των επεξεργασμένων καπνών. Κατά συνέπεια, το καθού πρέπει να καταδικαστεί και στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Βλέπε, παραδείγματος χάρη, την απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 1978,82/77, Van Tiggde ( Rec. 1978, σ. 25 ).
( 2 ) Βλέπε, παραδείγματος χάρη, την απόφαση της 5ης Απριλίου 1984, 177 και 178/82, Kaveka ( Συλλογή 1984, σ. 1797, σκέψη 21).
( 3 ) Βλέπε την απόφαση της 21ης Ιουνίου 1983, 90/82, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1983, σ. 2011, σκέψη 27).
( 4 ) Βλέπε την απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979, 120/78, Rewe ( Rec. 1979, σ. 649 ).
Full & Egal Universal Law Academy