ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 21ης Φεβρουαρίου 1991 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α — Πραγματικά περιστατικά
1.
Η διαφορά που αποτελεί το αντικείμενο των παρουσών προτάσεων είναι προσφυγή λόγω παραβάσεως κατά του Βασιλείου του Βελγίου, με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου δεν εκτέλεσε τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις οδηγίες 74/440/ΕΟΚ ( 1 ) και 79/869/ΕΟΚ ( 2 ) και ότι δεν τήρησε την υποχρέωση συνεργασίας και κοινοποιήσεως που επιβάλλεται στο πλαίσιο της εφαρμογής των προαναφερθεισών οδηγιών.
2.
Η οδηγία 75/440/ΕΟΚ θα έπρεπε, σύμφωνα με το άρθρο 10, να μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο δύο έτη μετά την κοινοποίηση της στα κράτη μέλη, στις 18 Ιουνίου 1975, και επομένως, στις 18 Ιουνίου 1977 η οδηγία 79/869/ΕΟΚ θα έπρεπε, σύμφωνα με το άρθρο 13, να μεταφερθεί επίσης δύο έτη μετά την κοινοποίηση της και επομένως, στις 19 Οκτωβρίου 1981.
3.
Οι διατάξεις των προαναφερθεισών οδηγιών μεταφέρθηκαν στο βελγικό δίκαιο με βασιλικό διάταγμα της 25ης Σεπτεμβρίου 1984 ( 3 ). Ένας νόμος της 8ης Αυγούστου 1980 προβλέπει ότι η εκτέλεση των οδηγιών αυτών εμπίπτει στην αρμοδιότητα των Περιφερειών. Η Επιτροπή ζήτησε, με επιστολή της 8ης Δεκεμβρίου 1986, από τη Βελγική Κυβέρνηση λεπτομερείς πληροφορίες ως προς τα μέτρα που έλαβε για την εκτέλεση των διατάξεων των εν λόγω οδηγιών. Δεδομένου ότι η επιστολή αυτή έμεινε χωρίς απάντηση, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία προσφυγής λόγω παραβάσεως. Η προθεσμία των δύο μηνών που τάχθηκε στο κράτος μέλος για να υποβάλει παρατηρήσεις επί της αιτιολογημένης γνώμης της 25ης Μαΐου 1988 εξέπνευσε στις 25 Ιουλίου 1988 χωρίς να κοινοποιηθούν, με οποιονδήποτε τρόπο, στην Επιτροπή ενδεχόμενα μέτρα εκτελέσεως των οδηγιών.
4.
Κατά τη διάρκεια της γραπτής διαδικασίας και μέχρι της ημέρας της συζητήσεως, η Βελγική Κυβέρνηση ανέφερε, απαντώντας εν μέρει στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου, τα μέτρα που έλαβαν σταδιακά οι Περιφέρειες για να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από τις οδηγίες.
5.
Κατά τον χρόνο της προφορικής διαδικασίας η κατάσταση ήταν η ακόλουθη:
α)
οι διάδικοι συμφωνούν ότι δεν χρειάζεται να ληφθούν μέτρα εκτελέσεως των οδηγιών στην Περιφέρεια των Βρυξελλών, διότι η περιφέρεια αυτή δεν διαθέτει ύδατα επιφανείας κατά την έννοια της οδηγίας. Κατά συνέπεια, δεν θα χρειαστεί ούτε στο μέλλον να εκτελεστούν οι διατάξεις που προβλέπει η οδηγία'
β)
στη Φλαμανδική Περιφέρεια ελήφθησαν όλα τα αναγκαία μέτρα, τα κυριότερα κατά τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας. Μόνο τα συστηματικά προγράμματα δράσεως που περιλαμβάνουν χρονδιάγραμμα για τη βελτίωση των υδάτων επιφανείας, τα οποία προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/440/ΕΟΚ, δεν έχουν ακόμη καθοριστεί·
γ)
στη Βαλλονική Περιφέρεια, ακόμη και κατά τον χρόνο της προφορικής διαδικασίας, ένα μέρος μόνον από τα αναγκαία μέτρα είχε ληφθεί. Βάσει των εξηγήσεων που παρέσχε ο εκπρόσωπος της Βελγικής Κυβερνήσεως, τα αναγκαία μέτρα δεν μπόρεσαν να εφαρμοστούν νωρίτερα λόγω ελλείψεως των αναγκαίων οικονομικών μέσων. Ο εκπρόσωπος αυτός επεσήμανε όμως ότι οι απαιτούμενες οικονομικές προϋποθέσεις είχαν εν τω μεταξύ δημιουργηθεί με διάταγμα, οπότε και η Βαλλονική Περιφέρεια επρόκειτο να λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά των δύο οδηγιών στο εθνικό δίκαιο.
6.
Λόγω της εξελίξεως που σημειώθηκε εν τω μεταξύ, τέθηκε κατά την προφορική διαδικασία το ερώτημα ποια θα ήταν στο εξής η τύχη της παρούσας προσφυγής. Ο εκπρόσωπος της Επιτροπής εξήγησε, κατ' ουσίαν, ότι δεν θεωρούσε ότι υπάρχει λόγος να συνεχιστεί η διαδικασία και να εκδοθεί απόφαση επί ζητημάτων που έχουν ήδη ρυθμιστεί. Υπογράμμισε συγχρόνως ότι δεν είχε εξουσιοδότηση για να παραιτηθεί από την προσφυγή.
7.
Με την προσφυγή η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, επειδή δεν κοινοποίησε τα μέτρα με τα οποία συμμορφώθηκε προς τις υποχρεώσεις που του επιβάλλουν η οδηγία 74/440/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1975, περί της απαιτουμένης ποιότητος των υδάτων επιφάνειας που προορίζονται για την παραγωγή ποσίμου ύδατος στα κράτη μέλη, και η οδηγία 79/869/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 1979, περί των μεθόδων μετρήσεως και περί της συχνότητας των δειγματοληψιών και της αναλύσεως των επιφανειακών υδάτων τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ποσίμου ύδατος στα κράτη μέλη, καθώς και επειδή δεν έλαβε τα απαραίτητα μέτρα προς εκτέλεση των διατάξεων των οδηγιών αυτών
—
να καταδικάσει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
8.
Η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τις πραγματικές συνθήκες και τη νομοθεσία που ισχύει στην Περιφέρεια των Βρυξελλών, περιόρισε, με το δικόγραφο απαντήσεως, τα αιτήματα της, οπότε το αίτημα της προσφυγής διατηρείται μόνον όσον αφορά την εφαρμογή και τη μεταφορά των εν λόγω οδηγιών στο εθνικό δίκαιο στις Περιφέρειες της Φλάνδρας και της Βαλλονίας.
9.
Το Βασίλειο του Βελγίου δεν υπέβαλε αιτήματα.
10.
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά και τα επιχειρήματα των διαδίκων.
Β — Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
11.
Πρέπει κατ' αρχάς να εξακριβωθεί ποιες συνέπειες είχε για το αντικείμενο της προσφυγής το γεγονός ότι ένα τμήμα των αιτημάτων κατέστη πρακτικώς άνευ αντικειμένου κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.
12.
Κατά πάγια πλέον νομολογία, το έννομο συμφέρον δεν παύει να υφίσταται απλώς και μόνο λόγω του γεγονότος ότι το κράτος μέλος, κατά του οποίου ασκήθηκε προσφυγή, υιοθέτησε εκ των υστέρων τη συμπεριφορά που απαιτείτο από τις αρμόδιες αρχές του κράτους αυτού. Καθοριστικό για το παραδεκτό της προσφυγής είναι το γεγονός ότι το εν λόγω κράτος μέλος δεν τήρησε, εντός της προθεσμίας που του τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη, τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ( 4 ).
13.
Το γεγονός ότι δεν τέθηκε, εντός των ταχθεισών προθεσμιών, τέρμα στη συμπεριφορά που ήταν αντίθετη προς τη Συνθήκη δεν έχει σημασία μόνο για την εκτίμηση του εννόμου συμφέροντος προς άσκηση προσφυγής, αλλά στην περίπτωση αυτή πρέπει να θεωρηθεί ότι πληρούνται ( 5 ) επί της ουσίας οι προϋποθέσεις της παραβάσεως. Όπως ακριβώς το παραδεκτό της προσφυγής λόγω παραβάσεως δεν αμφισβητείται από μεταγενέστερη συμπεριφορά του κράτους μέλους που αποτελεί το αντικείμενο της διαδικασίας αυτής, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι μια τέτοια συμπεριφορά έχει ως συνέπεια να καταστήσει την προσφυγή αβάσιμη.
14.
Η παραίτηση από την προσφυγή ή ο περιορισμός των αιτημάτων στις αιτιάσεις που η προσφεύγουσα θεωρεί ότι εξακολουθούν να υφίστανται θα ήταν δυνατά και θα αποτελούσαν την κατάλληλη αντίδραση στην παύση της προσβαλλομένης συμπεριφοράς.
15.
Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρξε εντούτοις ούτε τυπικός περιορισμός του αντικειμένου της προσφυγής ούτε μερική παραίτηση από την προσφυγή. Ο εκπρόσωπος της Επιτροπής υποστήριξε βέβαια την άποψη ότι δεν υπήρχε λόγος να συνεχιστεί η διαδικασία όσον αφορά τις αιτιάσεις που είχαν εν τω μεταξύ καταργηθεί. Εντούτοις, όταν του τέθηκε το ερώτημα, εξήγησε ρητώς ότι δεν ήταν εξουσιοδοτημένος να παραιτηθεί από την προσφυγή.
16.
Οι εξηγήσεις που παρέσχε ο εκπρόσωπος της Επιτροπής κατά τη διάρκεια της διαδικασίας πρέπει να καταλογιστούν στο σύνολό τους στην Επιτροπή, διότι ο εκπρόσωπός της είχε κανονική εξουσιοδότηση, χωρίς περιορισμούς, να εκπροσωπεί την Επιτροπή. Οι εξηγήσεις που έδωσε ο εκπρόσωπος της Επιτροπής μπορούν επομένως να ερμηνευθούν μόνον υπό την έννοια ότι ο εκπρόσωπος δεν είχε σκοπό ούτε να παραιτηθεί από την προσφυγή ούτε να περιορίσει τυπικώς τα αιτήματα της προσφυγής.
17.
Κατά συνέπεια, το αντικείμενο της προσφυγής, επί του οποίου πρέπει εν προκειμένω να ληφθεί απόφαση, είναι αυτό που ορίστηκε στα αιτήματα της προσφυγής, όπως τροποποιήθηκε με το δικόγραφο απαντήσεως.
18.
Γεννάται το ζήτημα ποιες είναι οι διαδικαστικές συνέπειες της συμπεριφοράς της Βελγικής Κυβερνήσεως, που δεν υπέβαλε αιτήματα σε κανένα στάδιο της παρούσας διαδικασίας. Κατά το άρθρο 40, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το υπόμνημα αντικρούσεως πρέπει να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, « τα αιτήματα του καθού ». Αν το υπόμνημα αντικρούσεως δεν κατατέθηκε νομοτύπως ο προσφεύγων έχει τη δυνατότητα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 94, παράγραφος 1 του Κανονισμού Διαδικασίας, να ζητήσει την έκδοση ερήμην αποφάσεως. Εντούτοις, αν δεν διατυπωθεί τέτοιο αίτημα, ακολουθείται η κανονική διαδικασία ( 6 ).
19.
Με επιστολή της 8ης Δεκεμβρίου 1986 η Επιτροπή ζήτησε από τη Βελγική Κυβέρνηση να απαντήσει σε σειρά ερωτημάτων που θα της επέτρεπαν να εκτιμήσει αν οι οδηγίες 75/440/ΕΟΚ και 79/869/ΕΟΚ είχαν νομοτύπως τεθεί σε εφαρμογή.
20.
Εκτός από τη γενική υποχρέωση μεταφοράς της οδηγίας που προβλέπεται στο άρθρο 10 της οδηγίας 75/440/ΕΟΚ, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να κοινοποιήσουν στην Επιτροπή τα μέτρα που έλαβαν. Η Επιτροπή διαθέτει εξάλλου σημαντικότερες εξουσίας έρευνας που προβλέπονται σαφώς στην οδηγία. Κατ' εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 2, εδάφιο 3, εξετάζει, παραδείγματος χάριν, « λεπτομερώς τα σχέδια δράσεως τα οποία προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο, συμπεριλαμβανομένων των χρονοδιαγραμμάτων ». Οι εξαιρέσεις από την υποχρέωση τυπικής επεξεργασίας των υδάτων επιφανειών, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 3, πρέπει να κοινοποιούνται στην Επιτροπή το ταχύτερο δυνατό, και εκ των προτέρων σε περιπτώσεις νέων εγκαταστάσεων.
21.
Η Επιτροπή διαθέτει επίσης εκτεταμένες εξουσίες ελέγχου δυνάμει της οδηγίας 79/869. Εκτός από τη γενική υποχρέωση μεταφοράς της οδηγίας και κοινοποιήσεως, που προβλέπεται στο άρθρο 13, «τα κράτη μέλη χορηγούν στην Επιτροπή, μετά από αίτηση της, όλες τις κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με τις χρησιμοποιούμενες μεθόδους αναλύσεως » και « τη συχνότητα των αναλύσεων » ( άρθρο 8 ).
22.
Το γεγονός της μη παροχής των αιτηθεισών πληροφοριών πριν την εκπνοή της προθεσμίας που καθορίστηκε στην αιτιολογημένη γνώμη της 27ης Ιουλίου 1988 αποτελεί, κατά συνέπεια, σαφή παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει το κράτος μέλος από τις δύο προαναφερθείσες οδηγίες και το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ.
23.
Όσον αφορά το αν ελήφθησαν πράγματι τα μέτρα που προβλέπουν οι οδηγίες, δεν αμφισβητείται ότι δεν είχαν ληφθεί, κατά την εκπνοή της προθεσμίας που προβλέπεται στην αιτιολογημένη γνώμη στο πλαίσιο της διαδικασίας που προηγήθηκε της ασκήσεως της προσφυγής, τα αναγκαία μέτρα για τη Φλαμανδική και Βαλλονική Περιφέρεια και ότι κατά την ημερομηνία που ορίστηκε για την προφορική διαδικασία το Βελγικό Κράτος δεν είχε συμμορφωθεί προς το σύνολο των υποχρεώσεων που υπέχει.
24.
Η ένσταση που διατυπώθηκε ειδικότερα για τη Βαλλονική Περιφέρεια, δηλαδή ότι η περιφέρεια αυτή δεν διέθετε τα αναγκαία οικονομικά μέσα για να λάβει τα εν λόγω μέτρα, δεν μπορεί να εξουδετερώσει την αιτίαση που στηρίζεται σε συμπεριφορά αντίθετη προς τη Συνθήκη διότι, κατά πάγια νομολογία, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλεστούν διατάξεις, την ακολουθούμενη πρακτική ή καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξης ή του οικονομικού συστήματος τους για να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που απορρέουν από τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου ( 7 ).
25.
Για να κριθεί η ύπαρξη παραβάσεως, δεν έχει σημασία αν το κράτος μέλος που κατηγορείται για παράβαση έθεσε τέρμα, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, εν όλω ή εν μέρει, σε συμπεριφορά που ήταν αντίθετη προς τη Συνθήκη, εφόσον η παραβίαση της Συνθήκης έχει ήδη πλήρως στοιχειοθετηθεί ( 8 ). Δεν αμφισβητείται όμως ότι αυτό συνέβη στην προκειμένη περίπτωση. Κατά συνέπεια πρέπει να καταδικαστεί το καθού κράτος μέλος λόγω ανεπαρκούς εκτελέσεως των οδηγιών 75/440 και 79/869.
Επί των δικαστικών εξόδων
26.
Η απόφαση επί των δικαστικών εξόδων στηρίζεται στο άρθρο 69 του Κανονισμού Διαδικασίας. Το άρθρο αυτό, στην παράγραφο 2, προβλέπει ότι ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
Γ — Πρόταση
27.
Βάσει των ανωτέρω προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
« Διαπιστώνεται ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις οδηγίες 75/440/ΕΟΚ και 79/869/ΕΟΚ, διότι δεν παρέσχε στην Επιτροπή τις απαιτούμενες πληροφορίες και δεν έλαβε εμπροθέσμως τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή των οδηγιών.
Το Βασίλειο του Βελγίου καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 1 ) Οδηγία του Συμβουλίου της 16ης Ιουνίου 1975 περί της απαιτουμένης ποιότητος των υδάτων επιφάνειας που προορίζονται για την παραγωγή ποσίμου ύδατος στα κράτη μέλη ( ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 80 επ. ).
( 2 ) Οδηγία του Συμβουλίου της 9ης Οκτωβρίου 1979 περί των μεθόδων μετρήσεως και περί της συχνότητας των δειγματοληψιών και της αναλύσεως των επιφανειακών υδάτων τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ποσίμου ύδατος στα κράτη μέλη ( ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 220 επ. ).
( 3 ) Moniteur belge της 27.2.1985,0. 2168.
( 4 ) Βλ. την απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1973, στην υπόθεση 39/72, Επιτροπή κατά Ιταλίας ( Rec. 1973, σ. 101, σκέψεις 9 και 11) o απόφαση της 5ης Ιουνίου 1986, στην υπόθεση 103/84, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1986, σ. 1759, σκέψεις 8 και 9 ) απόφαση της 17ης Ιουνίου 1987, στην υπόθεση 54/84, Επιτροπή κατά Ιταλίας ( Συλλογή 1987, σ. 2717, σκέψη 6 ) βλ. επίσης τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως 240/86 ( Συλλογή 1988, σ. 1835, συγκεκριμένα 1843, σημείο 12 ).
( 5 ) Βλ. την απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 1990, στην υπόθεση C-200/88, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1990, σ. Ι-4299, σκέψεις 13 και 14).
( 6 ) Βλ. την απόφαση της 15ης Απριλίου 1970, στην υπόθεση 28/69, Επιτροπή κατά Ιταλίας ( Rec. 1970, σ. 187, συγκεκριμένα σ. 190 ).
( 7 ) Βλ. την απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1986, στην υπόθεση 309/84, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1986, σ.599, σκέψη 17).
( 8 ) Υπόθεση C-200/88, όπ. π.
Full & Egal Universal Law Academy