ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 4ης Μαΐου 1993 ( *1 )
Περιεχόμενα.
Α — Εισαγωγή
Β— Ανάλυση
Ι. Η ικανότητα της προσφεύγουσας να είναι διάδικος
1. Η ιδιότητα του νομικού προσώπου της προσφεύγουσας
α) Το καθεστώς του Γιβραλτάρ
β) Οι ισχυρισμοί της Ισπανίας και του Συμβουλίου
γ) Οι ισχυρισμοί του Ηνωμένου Βασιλείου
2. Το ζήτημα της νόμιμης εκπροσωπήσεως της προσφεύγουσας
II. Η ζημία που προξενήθηκε στην προσφεύγουσα
III. Ως προς το αν η προσβαλλόμενη διάταξη αφορά άμεσα την προσφεύγουσα
IV. Ο λόγος ακυρώσεως που στηρίζεται στη «φύση της προσβαλλομένης νομικής πράξεως»
1. Η σημασία του ότι η προσβαλλόμενη διάταξη περιλαμβάνεται σε οδηγία
2. Ο χαρακτήρας της προσβαλλομένης διατάξεως ως αποφάσεως
V. Ως προς το αν η προσβαλλόμενη διάταξη αφορά ατομικά την προσφεύγουσα
1. Η σημασία του κριτηρίου αυτού και τα προβαλλόμενα συμφέροντα
2. Ως προς το αν η προσφεύγουσα θίγεται άμεσα ενόψει των συμφερόντων που επικαλείται
α) Η προσφεύγουσα υπό την ιδιότητά της ως κυρίας του αεροσταθμού
β) Η προσφεύγουσα υπό την ιδιότητα της ως αρχής έχουσας την εξουσία να εισπράττει φόρους
γ) Η προσφεύγουσα υπό την ιδιότητα της ως επιφορτισμένης να μεριμνά για την ευημερία των κατοίκων του Γιβραλτάρ
Γ — Συμπέρασμα
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α — Εισαγωγή
1.
Οι παρούσες προτάσεις αφορούν το ζήτημα του παραδεκτού ευθείας προσφυγής με την οποία η Κυβέρνηση του Γιβραλτάρ προσέβαλε διάταξη της οδηγίας 89/463/ΕΟΚ του Συμβουλίου «για την τροποποίηση της οδηγίας 83/416/ΕΟΚ σχετικά με την έγκριση τακτικών διαπεριφερειακών αεροπορικών υπηρεσιών για τη μεταφορά επιβατών, ταχυδρομείου και εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών» ( 1 ).
2.
Η οδηγία 83/416 ( 2 ), η οποία τροποποιήθηκε με την ανωτέρω οδηγία, απετέλεσε ένα πρώτο βήμα προς την ελευθέρωση των όρων προσβάσεως στην αγορά στον τομέα των τακτικών αεροπορικών υπηρεσιών. Σύμφωνα με την αρχή που καθιερώνεται από τα άρθρα 3 και 6 της οδηγίας αυτής, αν το κράτος της ενδιαφερόμενης αεροπορικής εταιρίας παράσχει την έεκρισή του για την εκμετάλλευση διαπεριφερειακής αεροπορικής γραμμής, το άλλο επηρεαζόμενο κράτος δεν μπορεί να αρνηθεί την έγκριση παρά μόνο υπό ορισμένες περιοριστικώς απαριθμούμενες προϋποθέσεις.
3.
Ωστόσο, η εφαρμογή του καθεστώτος υπέκειτο παλαιότερα σε αυστηρώς καθορισμένους περιορισμούς, και τούτο από τρεις απόψεις. Πρώτον, εφαρμοζόταν ως γενικός κανόνας μόνο στις πτήσεις που περιλαμβάνουν διαδρομές τουλάχιστον 400 χιλιομέτρων (άρθρο 1, στοιχείο α') δεύτερον, το καθεστώς αυτό ίσχυε μόνο για τις υπηρεσίες που παρέχονται με αεροσκάφη χωρητικότητας μέχρι και 70 θέσεων ή μεγίστου βάρους κατά την απογείωση μέχρι και 30 τόννων (άρθρο 1, στοιχείο β')- τέλος, το καθεστώς αυτό ίσχυε υπό την επιφύλαξη ότι δεν υπήρχαν μη απευθείας πτήσεις ( 3 ) ή συνδέσεις μέσω γειτονικών αερολιμένων (άρθρο 3, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο) και, ακόμα και υπ' αυτόν τον όρο, το άλλο επηρεαζόμενο κράτος, σε περίπτωση που δεν ήταν το κράτος της αεροπορικής εταιρίας, μπορούσε να αρνηθεί την έγκριση αν η συγκοινωνία αυτή εξυπηρετείτο ήδη ικανοποιητικά τόσο από ποιοτικής όσο και από ποσοτικής απόψεως από υφιστάμενες απευθείας αεροπορικές υπηρεσίες μεταξύ των δύο συγκεκριμένων αερολιμένων (άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ').
4.
Το καθεστώς αυτό εξακολούθησε να ισχύει και μετά την πρώτη τροποποίηση της οδηγίας από την οδηγία 86/216/ΕΟΚ ( 4 ), η οποία απλώς συνήγαγε τις συνέπειες της προσχωρήσεως της Πορτογαλίας και προέβη, ειδικότερα, στην κατάταξη των πορτογαλικών αερολιμένων.
5.
Αντιθέτως, οι τρεις περιορισμοί που αναφέρθηκαν ανωτέρω καταργήθηκαν με την επίδικη οδηγία, καθόσον η εμπειρία απέδειξε ότι λίγες μόνον αεροπορικές γραμμές είχαν εγκριθεί βάσει της οδηγίας υπό την αρχική της διατύπωση ( 5 ). Εξάλλου, η εφαρμογή των κανόνων περί της κατανομής της χωρητικότητας σε θέσεις που περιέχονταν στα άρθρα 3 και 4 της αποφάσεως 87/602 ( 6 ), η οποία εκδόθηκε εν τω μεταξύ στο πλαίσιο της πρώτης δέσμης μέτρων ελευθερώσεως των αεροπορικών συγκοινωνιών ( 7 ), επεκτάθηκε και στις αεροπορικές υπηρεσίες που ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 83/416.
6.
Ωστόσο, το άρθρο 2 της επίδικης οδηγίας 89/463 περιλαμβάνει ειδικές διατάξεις για τον αερολιμένα του Γιβραλτάρ. Οι διατάξεις αυτές αντικατοπτρίζουν μια διαφορά μεταξύ Βασιλείου της Ισπανίας και Ηνωμένου Βασιλείου όσον αφορά το θέμα της κυριαρχίας επί του εδάφους στο οποίο βρίσκεται ο αερολιμένας.
7.
Η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού περιέχει γενική ρήτρα διασφαλίσεως, η οποία διέπει την εφαρμογή της οδηγίας αυτής όσον αφορά το ανωτέρω πρόβλημα:
«Η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας στον αερολιμένα του Γιβραλτάρ δεν θίγει τις αντίστοιχες νομικές θέσεις του Βασιλείου της Ισπανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου όσον αφορά τη διαμάχη σχετικά με την κυριαρχία επί του εδάφους στο οποίο κείται ο αερολιμένας αυτός».
8.
Η παράγραφος 2 διευκρινίζει την ημερομηνία από την οποία η οδηγία αρχίζει να εφαρμόζεται, στον αερολιμένα του Γιβραλτάρ:
«Η εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας στον αερολιμένα του Γιβραλτάρ αναστέλλεται μέχρις ότου τεθούν σε εφαρμογή οι διακανονισμοί που περιέχονται στην κοινή δήλωση των υπουργών εξωτερικών του Βασιλείου της Ισπανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της 2ας Δεκεμβρίου 1987. Οι κυβερνήσεις του Βασιλείου της Ισπανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου θα ενημερώσουν σχετικά το Συμβούλιο για την ημερομηνία αυτή».
9.
Αυτή ακριβώς η διάταξη αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής.
10.
Η κοινή δήλωση την οποία μνημονεύει ( 8 ) αναφέρεται στις διαπραγματεύσεις που διεξάγονται για την επίλυση της διαφοράς σχετικά με το Γιβραλτάρ ( 9 ), καθώς και στην επικείμενη θέσπιση της πρώτης δέσμης μέτρων ( 10 ) (η οποία εξάλλου καθυστέρησε εξ αιτίας της διαφοράς αυτής ( 11 )). Τα μέτρα που κρίθηκαν ενδεδειγμένα εν προκειμένω από τους ενδιαφερομένους περιελάμβαναν την ανέγερση, από τις ισπανικές αρχές, ενός αεροσταθμού βορείως της υφισταμένης περιφράξεως. Οι ταξιδιώτες που έρχονται από, ή κατευθύνονται προς περιοχές οι οποίες βρίσκονται βορείως αυτής της περιφράξεως, θα είχαν ελεύθερη πρόσβαση στον νέο αυτόν αεροσταθμό. Οι άλλοι ταξιδιώτες έπρεπε να χρησιμοποιούν τον υπάρχοντα αεροσταθμό, ο οποίος βρίσκεται, όπως και οι λοιπές εγκαταστάσεις του αερολιμένα, επί του εδάφους που αποτελεί αντικείμενο της διαφοράς. Σύμφωνα με το σημείο 3.3 της κοινής δηλώσεως, οι ταξιδιώτες θα υποβάλλονταν, αν κρινόταν αναγκαίο, σε τελωνειακούς ελέγχους ή ελέγχους μεταναστεύσεως εντός του αεροσταθμού που θα χρησιμοποιούσαν.
11.
Το ζήτημα της εφαρμογής της κοινής δηλώσεως, από την οποία η προσβαλλόμενη διάταξη εξαρτά την εφαρμογή της οδηγίας 89/463 στον αερολιμένα του Γιβραλτάρ, ρυθμίζεται από το σημείο 8 της εν λόγω δηλώσεως. Το σημείο 8 παραπέμπει στο ανωτέρω σημείο 3.3 και ορίζει τα εξής:
«Οι ανωτέρω συμφωνίες θα τεθούν σε εφαρμογή όταν οι βρετανικές αρχές γνωστοποιήσουν στις ισπανικές αρχές τη θέση σε ισχύ των αναγκαίων νομοθετικών διατάξεων για την εφαρμογή του ανωτέρω σημείου 3.3, ή όταν περατωθεί η κατασκευή του ισπανικού αεροσταθμού, ανεξαρτήτως του ποιο από τα δύο αυτά γεγονότα θα πραγματοποιηθεί τελευταίο, αλλά εν πάση περιπτώσει το αργότερο ένα έτος μετά την ανωτέρω γνωστοποίηση.»
12.
Είναι δεδομένο ότι οι εν λόγω προϋποθέσεις για την εφαρμογή της κοινής δηλώσεως δεν έχουν ακόμα πληρωθεί.
13.
Από τα σχετικά στοιχεία που εξέθεσα προκύπτει ότι το νομικό καθεστώς των περιφερειακών αεροπορικών υπηρεσιών από και προς το Γιβραλτάρ διέπεται, ενόψει της επίδικης διατάξεως, από την οδηγία 83/416, όπως αυτή τροποποιήθηκε από την οδηγία 86/216.
14.
Οι μεταβολές που επήλθαν στη σχετική νομοθεσία κατά τη διάρκεια της παρούσας δίκης ουδόλως άλλαξαν την κατάσταση. Ασφαλώς, η οδηγία 83/416 καταργήθηκε από τον κανονισμό 2343/90 ( 12 ) , ο οποίος καταργήθηκε από τον κανονισμό 2408/92 ( 13 ). Όμως, ο κανονισμός 2343/90 περιέχει, στο άρθρο 1, παράγραφος 3, διάταξη της οποίας το περιεχόμενο είναι πανομοιότυπο με το περιεχόμενο της προσβαλλομένης διατάξεως. Στο μέτρο που, κατά τη διάταξη αυτή, «η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κανονισμού» στον αερολιμένα του Γιβραλτάρ «αναστέλλεται» μέχρις ότου τεθεί σε εφαρμογή η κοινή δήλωση, αυτό ισχύει και όσον αφορά την κατάργηση της οδηγίας 83/416 δυνάμει του άρθρου 16 του κανονισμού. Συνεπώς, πρέπει να θεωρηθεί ότι η κατάργηση αυτή έχει ανασταλεί υπό τους ίδιους όρους που ισχύουν για τις λοιπές διατάξεις του κανονισμού. Επομένως, όσον αφορά το καθεστώς των αεροπορικών συνδέσεων από και προς το Γιβραλτάρ, ο κανονισμός 2343/90 παρέπεμπε τελικά στην οδηγία 83/416. Η παραπομπή αυτή επαναλήφθηκε με τον κανονισμό 2408/92, του οποίου τα άρθρα 1, παράγραφος 3, και 15 αντιστοιχούν στα άρθρα 1, παράγραφος 3, και 16 του κανονισμού 2343/90. Υπάρχει, συνεπώς, μια αλυσίδα παραπομπών, η οποία οδηγεί τελικά στην οδηγία 83/416.
15.
Θα παρατηρήσω ακόμα ότι η προαναφερθείσα απόφαση 87/602, η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο της πρώτης δέσμης μέτρων, περιείχε ήδη, στο άρθρο 1, παράγραφος 6, διάταξη αντίστοιχη προς την προσβαλλόμενη στην παρούσα δίκη διάταξη. Κανείς, ούτε καν η προσφεύγουσα, δεν αμφισβήτησε αυτό το άρθρο 1, παράγραφος 6. Αντιθέτως, τόσο το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 2343/90 όσο και το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 2408/92 προσβλήθηκαν η μεν πρώτη διάταξη από την Gibraltar Development Corporation ( 14 ) προς την οποία η προσφεύγουσα στην παρούσα δίκη μεταβίβασε, στις 28 Ιουνίου 1990, την κυριότητα του υφισταμένου αεροσταθμού, η δε δεύτερη διάταξη από την ίδια αυτή Corporation ενεργούσα από κοινού με την Κυβέρνηση του Γιβραλτάρ ( 15 ). Επιπλέον, οι δύο αυτοί διάδικοι προσέβαλαν το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 294/91 ( 16 ), που αφορούσε αποκλειστικά τις αεροπορικές μεταφορές φορτίου ( 17 ). Και η διάταξη αυτή περιείχε ρήτρα πανομοιότυπη με την επίδικη διάταξη ( 18 ).
16.
Στην υπό κρίση υπόθεση, η Κυβέρνηση του Γιβραλτάρ ζητεί από το Δικαστήριο
—
να ακυρώσει το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 89/463, τουλάχιστον κατά το μέρος που η διάταξη αυτή αφορά την προσφεύγουσα
—
να διατάξει κάθε άλλο δίκαιο, κατά την κρίση του, μέτρο
—
να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
17.
Το Συμβούλιο προβάλλει (όπως και στις τρεις άλλες υποθέσεις) ένσταση απαραδέκτου, με την οποία ζητεί από το Δικαστήριο
—
να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
18.
Το Βασίλειο της Ισπανίας, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Επιτροπή υποστηρίζουν την ένσταση αυτή.
19.
Η Κυβέρνηση του Γιβραλτάρ ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την ένσταση απαραδέκτου, να καταδικάσει το Συμβούλιο και τους παρεμβαίνοντες στα συναφή δικαστικά έξοδα και, επικουρικώς, να εξετάσει την ένσταση μαζί με την ουσία της υποθέσεως.
20.
Με διάταξη του Δικαστηρίου, αποφασίστηκε η διεξαγωγή χωριστής προφορικής διαδικασίας όσον αφορά την ένσταση απαραδέκτου. Κατά συνέπεια, οι προτάσεις μου θα περιοριστούν στο ζήτημα του παραδεκτού της προσφυγής.
Β — Ανάλυση
21.
Με την ένσταση του, το Συμβούλιο αμφισβητεί το παραδεκτό της προσφυγής προβάλλοντας τέσσερις λόγους:
—
Η προσφεύγουσα δεν έχει την «ικανότητα» ασκήσεως προσφυγής.
—
Η προσφυγή είναι απαράδεκτη λόγω της φύσεως της προσβαλλομένης πράξεως.
—
Η πράξη δεν αφορά άμεσα την προσφεύγουσα.
—
Η πράξη δεν αφορά ατομικά την προσφεύγουσα.
22.
Όλοι αυτοί οι λόγοι ορθώς στηρίζονται στο γεγονός ότι το παραδεκτό της προσφυγής πρέπει να εκτιμηθεί βάσει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης και όχι βάσει του πρώτου εδαφίου της διατάξεως αυτής. Η ίδια η προσφεύγουσα στηρίζει την προσφυγή της στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 173. Εξάλλου, όλοι οι διάδικοι συμφωνούν ως προς το ότι η προσφεύγουσα δεν είναι κράτος μέλος υπό την έννοια του πρώτου εδαφίου της εν λόγω διατάξεως ( 19 ).
23.
1.1. Ο πρώτος λόγος που προβάλλεται συναφώς, και ο οποίος συνίσταται στο ότι η προσφεύγουσα δεν έχει ικανότητα να είναι διάδικος, στηρίζεται καταρχάς στην προϋπόθεση που προβλέπει το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 173, σύμφωνα με την οποία ο προσφεύγων πρέπει να είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο.
24.
Το Συμβούλιο και η Ισπανία, αφενός, και το Ηνωμένο Βασίλειο, αφετέρου, αμφισβητούν στην προσφεύγουσα την ιδιότητα του νομικού προσώπου από διάφορες απόψεις.
25.
α) Για να γίνουν κατανοητοί οι ισχυρισμοί των ανωτέρω, πρέπει να υπομνηστούν ορισμένες μη αμφισβητούμενες ιδιαιτερότητες όσον αφορά το καθεστώς του Γιβραλτάρ και τους κανόνες που έχει θεσπίσει το Ηνωμένο Βασίλειο για το εν λόγω έδαφος.
26.
Το Γιβραλτάρ περιλαμβάνεται μεταξύ των «dominions» του Βρετανικού Στέμματος. Πρόκειται, κατά τον νομικό ορισμό τους ( 20 ), για ανεξάρτητα ή μη εδάφη τα οποία υπάγονται στην κυριαρχία του Στέμματος. Ως εκ τούτου, κατά το κοινοτικό δίκαιο, το Γιβραλτάρ θεωρείται ως ευρωπαϊκό έδαφος για τις εξωτερικές σχέσεις του οποίου υπεύθυνο είναι ένα κράτος μέλος (εν προκειμένω το Ηνωμένο Βασίλειο), υπό την έννοια του άρθρου 227, παράγραφος 4, της Συνθήκης ( 21 ).
27.
Ωστόσο, όπως ανέφερα προηγουμένως, η έκταση αυτού του εδάφους αποτελεί αντικείμενο διαφοράς μεταξύ της Ισπανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, όσον αφορά το τμήμα εκείνο του Γιβραλτάρ εντός του οποίου βρίσκεται ο αερολιμένας ( 22 ).
28.
Με ένα Order in Council, το «Gibraltar Constitution Order 1969», iļ Βασίλισσα θέσπισε, όσον αφορά την άσκηση της δημοσίας εξουσίας στο εν λόγω dominion, ορισμένους κανόνες οι οποίοι απαριθμούνται λεπτομερώς στο παράρτημα 1 του εν λόγω Order (στο εξής: Σύνταγμα του 1969). Τα κεφάλαια του κειμένου αυτού επιγράφονται ως εξής: «Προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών του ατόμου», «Ο Κυβερνήτης και ο αναπληρωτής Κυβερνήτης», «Η νομοθετική εξουσία», «Η εκτελεστική εξουσία», «Η δικαστική εξουσία», «Το δημοσιονομικό καθεστώς», «Η δημόσια διοίκηση» (και «Διάφορες διατάξεις»).
29.
Οι διατάξεις αυτές προβλέπουν, μεταξύ άλλων, τη σύσταση ορισμένων οργάνων, των οποίων τις αρμοδιότητες περιγράφουν επακριβώς. Ένα από τα όργανα αυτά είναι ο Κυβερνήτης. Κατά το άρθρο 18, ο Κυβερνήτης εκπροσωπεί τη Βασίλισσα. Σύμφωνα με το άρθρο 45, παράγραφος 1, που περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο περί της εκτελεστικής εξουσίας, «οι εκτελεστικές εξουσίες της Κυβερνήσεως του Γιβραλτάρ ασκούνται από τον Κυβερνήτη εν ονόματι της Αυτής Μεγαλειότητος». Στα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας περιλαμβάνεται επίσης το Υπουργικό Συμβούλιο, απαρτιζόμενο από έναν Chief Minister και διαφόρους υπουργούς (τέσσερις κατά κατώτατο και οκτώ κατ' ανώτατο όριο). Ο Κυβερνήτης μπορεί, δυνάμει του άρθρου 48, παράγραφος 1, του Συντάγματος του 1969, να αναθέσει σε μέλος του Υπουργικού Συμβουλίου έναν τομέα από τους ανήκοντες στις αρμοδιότητες της Κυβερνήσεως του Γιβραλτάρ (συμπεριλαμβανομένης της διοικήσεως κάποιου υπουργείου), σχετικό με συγκεκριμένο ζήτημα τοπικού ενδιαφέροντος. Το άρθρο 50, παράγραφος 1, ορίζει ότι ο Κυβερνήτης υποχρεούται, υπό την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, να ζητεί τη γνώμη του Υπουργικού Συμβουλίου και να ακολουθεί τη γνώμη του όσον αφορά τη διαμόρφωση κάθε πολιτικής σχετικής με συγκεκριμένο ζήτημα τοπικού ενδιαφέροντος, καθώς και κατά την άσκηση κάθε εξουσίας που του ανατίθεται από το Σύνταγμα ή άλλους νόμους, στο μέτρο που η εξουσία αυτή άπτεται συγκεκριμένων ζητημάτων τοπικού ενδιαφέροντος.
30.
Δυνάμει του άρθρου 55, τα «συγκεκριμένα ζητήματα τοπικού ενδιαφέροντος» καθορίζει ο Κυβερνήτης, κατόπιν οδηγιών της Βασίλισσας παρεχομένων διά του Secretary of State. Ωστόσο, στο Σύνταγμα του 1969 έχει προσαρτηθεί ένα «τηλεγράφημα» του Foreign and Commonwealth Office, το οποίο περιέχει έναν κατάλογο «συγκεκριμένων ζητημάτων τοπικού ενδιαφέροντος», τον οποίο οι διάδικοι θεωρούν ως δεσμευτικό. Του καταλόγου αυτού προηγείται μια σημείωση, σύμφωνα με την οποία όλα τα ζητήματα που δεν αποτελούν «συγκεκριμένα ζητήματα τοπικού ενδιαφέροντος», όπως π.χ. οι εξωτερικές σχέσεις, εμπίπτουν στην άμεση αρμοδιότητα του Κυβερνήτη.
31.
Περαιτέρω, το Σύνταγμα του 1969 χρησιμοποιεί, π.χ. στα προαναφερθέντα άρθρα 45 και 48, τον όρο «κυβέρνηση (του Γιβραλτάρ)», χωρίς ωστόσο να διευκρινίζει το ακριβές περιεχόμενο του.
32.
β) Το Συμβούλιο ( 23 ) και η Ισπανία ( 24 ) αμφισβητούν ότι η προσφεύγουσα έχει την ιδιότητα του νομικού προσώπου καθόσον κακώς, κατά τη γνώμη τους, η «Κυβέρνηση του Γιβραλτάρ» ταυτίζεται προς το Υπουργικό Συμβούλιο. Η Ισπανία διευκρινίζει ότι, αν η προσφυγή ασκήθηκε με πρωτοβουλία του Cliief Minister, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ασκήθηκε από την Κυβέρνηση του Γιβραλτάρ. Μπορεί απλώς να θεωρηθεί ότι ασκήθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο. Συνεπώς, κατά τους ανωτέρω, όλοι οι ισχυρισμοί της προσφεύγουσας όσον αφορά τη νομική της προσωπικότητα είναι αβάσιμοι.
33.
Κατά τη γνώμη μου, οι ανωτέρω ισχυρισμοί του Συμβουλίου και της Ισπανίας όσον αφορά τη φύση της προσφεύγουσας δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί. Ήδη με το δικόγραφο της προσφυγής της ( 25 ), αλλά και ειδικότερα με την απάντηση της σε επιτούτου ερώτηση του Δικαστηρίου ( 26 ), η προσφεύγουσα δήλωσε σαφώς ότι με τον όρο «Κυβέρνηση του Γιβραλτάρ» εννοεί όλα τα όργανα που αναφέρονται στο Σύνταγμα του 1969 (καίτοι άλλες συναφείς δηλώσεις της προσφεύγουσας είναι λιγότερο σαφείς ( 27 )). Το Δικαστήριο πρέπει να αρκεσθεί σ' αυτόν τον ορισμό της προσφεύγουσας (βλ. άρθρο 38, παράγραφος 1, στοιχείο α', του Κανονισμού Διαδικασίας).
34.
γ) Αντίθετα προς το Συμβούλιο και την Ισπανία, το Ηνωμένο Βασίλειο στηρίζει τους ισχυρισμούς του όσον αφορά τη νομική προσωπικότητα της προσφεύγουσας σε κρίση όσον αφορά το όργανο το οποίο χαρακτηρίζεται ως «Κυβέρνηση του Γιβραλτάρ» από το Σύνταγμα του 1969.
35.
Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι το όργανο αυτό είναι νομικό πρόσωπο κατά την έννοια του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο. Συγκεκριμένα, η εν λόγω κυβέρνηση έχει την ικανότητα να επιβάλλει και εισπράττει φόρους, να διαθέτει ακίνητα ή κινητά δυνάμει μισθώσεως ή κατά πλήρη κυριότητα, να εκμισθώνει ακίνητα, να συνάπτει συμβάσεις, να είναι διάδικος ενώπιον των δικαστηρίων του Γιβραλτάρ και του Ηνωμένου Βασιλείου και να συνάπτει διακυβερνητικές συμφωνίες με την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, όπως π.χ. οι συμφωνίες που συνήψε όσον αφορά τις δραστηριότητες των ναυπηγείων και τις συντάξεις των Ισπανών εργαζομένων.
36.
Με την απάντηση της όσον αφορά την ένσταση απαραδέκτου του Συμβουλίου, η προσφεύγουσα υποστήριξε συναφώς ότι η ορθή ονομασία του νομικού προσώπου είναι «το Στέμμα ως εκπρόσωπος των συμφερόντων του Γιβραλτάρ» («The Crown in right of Gibraltar»). Απαντώντας στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου, η προσφεύγουσα εξήγησε ότι η θέση της Κυβερνήσεως του Γιβραλτάρ είναι η ίδια με τη θέση των κυβερνήσεων όλων των άλλων βρετανικών αποικιών, των οποίων η χωριστή νομική προσωπικότητα από πλευράς εθνικού δικαίου ουδέποτε αμφισβητήθηκε. Η ονομασία που δίδεται στο νομικό πρόσωπο, είτε πρόκειται για «το Στέμμα ως εκπρόσωπο των συμφερόντων του Γιβραλτάρ» είτε πρόκειται για «το Στέμμα ως εκπρόσωπο των συμφερόντων των Βερμούδων», ουδόλως μεταβάλλει το γεγονός ότι πρόκειται για χωριστό νομικό πρόσωπο.
37.
Το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει συναφώς ότι το άρθρο 173 διακρίνει μεταξύ, αφενός, των προσφυγών που ασκούνται από τα κράτη μέλη και τα κοινοτικά όργανα και, αφετέρου, των προσφυγών που ασκούνται από φυσικά και νομικά πρόσωπα, καθόσον μόνο τα τελευταία αυτά πρόσωπα οφείλουν να τηρούν τις ιδιαίτερες προϋποθέσεις παραδεκτού που θεσπίζονται από το δεύτερο εδάφιο. Συνεπώς, το ίδιο υποκείμενο δικαίου δεν μπορεί συγχρόνως να είναι και προνομιακός προσφεύγων (υπό την ιδιότητα του ως κράτους μέλους) και νομικό πρόσωπο. Γι' αυτό ακριβώς πρέπει να γίνει σαφής διάκριση μεταξύ των νομικών προσώπων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 173, δεύτερο εδάφιο, και των διοικητικών αρχών που αποτελούν κεντρικά όργανα του εμπλεκομένου κράτους ή των οποίων οι δραστηριότητες συνδέονται τόσο στενά με τις δραστηριότητες της κεντρικής διοικήσεως ώστε να πρέπει οι αρχές αυτές να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο. Όμως, η Κυβέρνηση του Γιβραλτάρ δεν αποτελεί παρά έκφανση του Στέμματος και ασκεί ορισμένες εκτελεστικές εξουσίες εν ονόματι του Στέμματος. Η δυνατότητα που παρέχεται στην εν λόγω κυβέρνηση να κατέχει ακίνητα και να προσφεύγει ή να άγεται ενώπιον δικαστηρίων έχει ως αποκλειστικό σκοπό τη διευκόλυνση των δικών στις οποίες το Στέμμα είναι διάδικος. Ωστόσο, η Κυβέρνηση του Γιβραλτάρ δεν είναι νομικό πρόσωπο κατά την έννοια του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, καθόσον τα στοιχεία αυτά δεν τη διακρίνουν από την κεντρική εκτελεστική εξουσία του κράτους. Η έννοια του νομικού προσώπου κατά το κοινοτικό δίκαιο δεν συμπίπτει αναγκαστικά με την έννοια του νομικού προσώπου κατά το εθνικό δίκαιο.
38.
Ενόψει αυτής της διαστάσεως απόψεων, θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι το ζήτημα δεν αφορά στην πραγματικότητα την ερμηνεία της έννοιας «νομικό πρόσωπο» που περιέχεται στο άρθρο 173, δεύτερο εδάφιο.
39.
Η προσφεύγουσα και το Ηνωμένο Βασίλειο συμφωνούν ότι πρόκειται περί εννοίας του κοινοτικού δικαίου. Στη συνέχεια, οι δύο διάδικοι, και ειδικότερα η προσφεύγουσα, φαίνεται να αναγνωρίζουν ότι ένα όργανο το οποίο αποτελεί απλώς μη αυτοτελές μέρος της διοικήσεως ενός άλλου οργάνου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πρόσωπο κατά την έννοια του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο. Η ανωτέρω άποψη είναι σύμφωνη προς τη νομολογία. Έτσι, στην υπόθεση Syndicat général ( 28 ), στην οποία η Επιτροπή υποστήριξε ότι η προσφεύγουσα συνδικαλιστική οργάνωση δεν είχε την ικανότητα να είναι διάδικος, το Δικαστήριο έκρινε ότι:
«Σύμφωνα με το κατασταστικό της, η εσωτερική δομή της οργανώσεως αυτής της εξασφαλίζει την αναγκαία αυτοτέλεια ώστε να ενεργεί ως οντότητα υπεύθυνη για τις νομικές της σχέσεις» ( 29 ).
40.
Αυτή η προϋπόθεση ισχύει για όλα τα όργανα, είτε ιδιωτικού είτε δημοσίου δικαίου. Πράγματι, συνδέεται στενότατα με τον χαρακτήρα του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, διάταξη θεσπισθείσα για την προστασία συμφερόντων τα οποία οι προσφεύγοντες μπορούν να επικαλούνται βάσει ιδίων δικαιωμάτων. Σύμφωνα με τη λογική αυτή, ένας προσφεύγων που δεν είναι φυσικό πρόσωπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νομικό πρόσωπο παρά μόνον αν διαθέτει την αναγκαία αυτοτέλεια ώστε να έχει ίδια δικαιώματα.
41.
Η απάντηση στο ερώτημα αν το προσφεύγον όργανο πληροί τις προϋποθέσεις αυτές στην υπό κρίση περίπτωση εξαρτάται από τα αντικειμενικά νομικά χαρακτηριστικά του, όπως αυτά προκύπτουν κατά κανόνα από το εσωτερικό δίκαιο (συμπεριλαμβανομένου του δικαίου των συμβάσεων), καίτοι το κοινοτικό δίκαιο και το εσωτερικό δίκαιο δεν συνάγουν απαραιτήτως τις ίδιες συνέπειες από τα εν λόγω χαρακτηριστικά. Η αυτοτέλεια του προσφεύγοντος οργάνου μπορεί να περιορίζεται συναφώς σε ορισμένα δικαιώματα, χωρίς αυτό να εμποδίζει οπωσδήποτε την αναγνώριση της ιδιότητας του νομικού προσώπου κατά το άρθρο 173, δεύτερο εδάφιο ( 30 ).
42.
Στην υπό κρίση περίπτωση, η πηγή αυτής της αυτοτέλειας της «Κυβερνήσεως του Γιβραλτάρ» δεν μπορεί παρά να αναζητηθεί στις διατάξεις του Συντάγματος του 1969. Ουσιαστικά, υπό το ίδιο ακριβώς πνεύμα εκφράζουν η προσφεύγουσα και το Ηνωμένο Βασίλειο τις απόψεις τους σχετικά με τις συνέπειες των διατάξεων αυτών απόπλευράς εφαρμογής του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης.
43.
Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει ως προς την ύπαρξη νομικής προσωπικότητας της προσφεύγουσας, οφείλει να προβεί σε ερμηνεία του εσωτερικού συνταγματικού δικαίου. Αυτό όμως αποδεικνύεται κάθε άλλο παρά απλό:
—
Οι ακριβείς σχέσεις μεταξύ της «Κυβερνήσεως του Γιβραλτάρ» και της κεντρικής διοικήσεως του Στέμματος δεν καθορίζονται, εξ όσων γνωρίζω, από κανένα νομικό κείμενο.
—
Η «Κυβέρνηση του Γιβραλτάρ», σύμφωνα με τον ορισμό που δίνει η προσφεύγουσα ( 31 ), περιλαμβάνει τόσο όργανα που εκπροσωπούν τα συμφέροντα της κεντρικής διοικήσεως (τον Κυβερνήτη), όσο και όργανα που αποτελούν έκφραση του συμφέροντος της τοπικής αυτόνομης διοικήσεως (το Υπουργικό Συμβούλιο).
—
Η σχετική σημασία των δύο αυτών στοιχείων δεν είναι εύκολο να εκτιμηθεί. Προς τούτο, καθοριστική σημασία μπορεί να έχει η ακολουθούμενη πρακτική στην περίπτωση που το ίδιο ζήτημα μπορεί, εκ πρώτης όψεως, να θεωρηθεί τόσο ως συγκεκριμένο ζήτημα τοπικού ενδιαφέροντος όσο και ως ζήτημα εμπίπτον στις αρμοδιότητες του Κυβερνήτη (π.χ. στον τομέα των εξωτερικών υποθέσεων) ( 32 ). Το Ηνωμένο Βασίλειο ορθώς εφιστά συναφώς την προσοχή στο πρόβλημα της αλληλεπικαλύψεως των αρμοδιοτήτων.
44.
Παρατηρείται, εξάλλου, ότι δεν μπορεί να λεχθεί ότι η προσφεύγουσα στερείται προδήλως νομικής προσωπικότητας. Τα επιχειρήματα του Ηνωμένου Βασιλείου εμπεριέχουν επί του σημείου αυτού ορισμένες αντιφάσεις. Συγκεκριμένα, το Ηνωμένο Βασίλειο, με τα επιχειρήματα που προβάλλει όσον αφορά τη νομική προσωπικότητα της προσφεύγουσας, επικαλείται μεταξύ άλλων το ότι μια προσφυγή όπως η υπό κρίση, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της, εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Κυβερνήτη ( 33 ). Πρόκειται, νομίζω, για πρόβλημα νομιμότητας της εκπροσωπήσεως. Σημαίνει άραγε ότι η νομική αυτοτέλεια της προσφεύγουσας κυβερνήσεως από πλευράς εφαρμογής του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, είναι επαρκής και ότι, στην πραγματικότητα, τίθεται μόνον θέμα νομιμότητας της εκπροσωπήσεως ( 34 )
45.
Το Ηνωμένο Βασίλειο δήλωσε επίσης, με την απάντησή του στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου σχετικά με την κυριότητα επί των διαφόρων εγκαταστάσεων του αερολιμένα, ότι το γήπεδο επί του οποίου βρίσκεται ο αεροσταθμός μεταβιβάστηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 1990«από τον Secretary of State for Defence στην Κυβέρνηση του Γιβραλτάρ, ήτοι από το Στέμμα ως εκπρόσωπο των συμφερόντων του Ηνωμένου Βασιλείου στο Στέμμα ως εκπρόσωπο των συμφερόντων του Γιβραλτάρ» ( 35 ). Διερωτώμαι πώς η κυριότητα μπορεί να μεταβιβαστεί κατά τον τρόπο αυτό αν ο μεταβιβάζων και ο προς ον η μεταβίβαση είναι ένα και το αυτό (νομικό) πρόσωπο.
46.
Ενόψει αυτών των δυσκολιών, προτείνω να μην εξεταστεί το ζήτημα αυτό παρά μόνον αν είναι απολύτως απαραίτητο για την επίλυση της διαφοράς. Δεν συνιστώ επίσης να δοθεί λύση στο ανακύψαν θέμα με εφαρμογή, άνευ άλλου τινος, των κανόνων περί του βάρους αποδείξεως. Ασφαλώς, στην περίπτωση των ευθειών προσφυγών, εναπόκειται στον προσφεύγοντα να επικαλεσθεί και να αποδείξει τα περιστατικά από τα οποία εξαρτάται, ενόψει των απαιτουμένων προϋποθέσεων (εν προκειμένω, του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο), το παραδεκτό της προσφυγής του ( 36 ). Θεωρώ, ωστόσο, ότι η εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάζει αυτεπαγγέλτως το παραδεκτό της προσφυγής (άρθρο 92, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας) συνεπάγεται τη συμπληρωματική εξουσία αναζητήσεως των τυχόν αναγκαίων για την εξέταση αυτή πληροφοριών, ακόμα και όταν ο φέρων το βάρος της αποδείξεως διάδικος δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Στην προκειμένη περίπτωση, θα πρέπει να ζητηθούν συμπληρωματικές γνωμοδοτήσεις από έγκριτα πανεπιστήμια.
47.
Θεωρώ, ωστόσο, όπως θα αποδείξω σε εύθετο χρόνο, ότι δεν είναι απαραίτητο να εξεταστεί διεξοδικώς το ζήτημα της νομικής προσωπικότητας της προσφεύγουσας.
48. 2)
Προτείνω να εξεταστεί κατ' ανάλογο τρόπο και το ζήτημα κατά πόσον την υπό κρίση προσφυγή άσκησε το αρμόδιο όργανο της Κυβερνήσεως του Γιβραλτάρ. Κατά το δικόγραφο της προσφυγής, η προσφυγή ασκήθηκε κατ' εντολήν του Chief Minister. Η άσκηση της προσφυγής, κατά την προσφεύγουσα, αποφασίσθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο ( 37 ), ο δε Chief Minister, κατόπιν αιτήσεως του Υπουργικού Συμβουλίου, ανέθεσε στους εντολοδόχους δικηγόρους της προσφεύγουσας την άσκηση προσφυγής εν ονόματι της Κυβερνήσεως του Γιβραλτάρ ( 38 ). Η προσφεύγουσα θεωρεί, συναφώς, το Υπουργικό Συμβούλιο ως το όργανο που ήταν αρμόδιο να ενεργήσει εν ονόματι της Κυβερνήσεως του Γιβραλτάρ, καθόσον η υπό κρίση υπόθεση αφορά ζητήματα τα οποία το τηλεγράφημα κατέταξε μεταξύ των συγκεκριμένων ζητημάτων τοπικού ενδιαφέροντος, δεδομένου ότι τα ζητήματα αναφέρονται υπό τους τίτλους «Αεροσταθμός πολιτικής αεροπορίας» ( 39 ) και «Τουρισμός», στα επιμέρους τμήματα «Προώθηση του τουρισμού του Γιβραλτάρ» και «Οικονομική ανάπτυξη (όπως στο παρελθόν)» ( 40 ). Κατά την προσφεύγουσα, είναι αδιάφορο το ότι η υπό κρίση υπόθεση άπτεται μέχρις ορισμένου βαθμού και των εξωτερικών σχέσεων του Γιβραλτάρ (της εφαρμογής συμφωνίας συναφθείσας με την Ισπανία), διότι ουσιαστικά κάθε συγκεκριμένο ζήτημα τοπικού ενδιαφέροντος μπορεί να άπτεται των εξωτερικών σχέσεων. Εν πάση περιπτώσει, ο Κυβερνήτης, καίτοι ενημερώθηκε για το ότι υπήρχε σχέδιο ασκήσεως προσφυγής, δεν έπραξε τίποτε για να το εμποδίσει ή για να αποφασίσει, δυνάμει του άρθρου 55 του Συντάγματος του 1969, ότι το αντικείμενο της προσφυγής δεν αφορά συγκεκριμένο ζήτημα τοπικού ενδιαφέροντος.
49.
Αντιθέτως, το Συμβούλιο — το οποίο στηρίζεται επίσης ως προς το θέμα αυτό στην έλλειψη ικανότητας της προσφεύγουσας να είναι διάδικος — και το Ηνωμένο Βασίλειο αμφισβητούν την αρμοδιότητα του Υπουργικού Συμβουλίου ως οργάνου της Κυβερνήσεως του Γιβραλτάρ. Μεταξύ των οργάνων της κυβερνήσεως, αρμόδιο όργανο εν προκειμένω είναι, κατά τη γνώμη τους, ο Κυβερνήτης, ο οποίος είναι όντως αρμόδιος για τις εξωτερικές υποθέσεις. Η υπό κρίση υπόθεση αφορά τις δραστηριότητες της Κοινότητας, την εφαρμογή της Συνθήκης ΕΟΚ στο Γιβραλτάρ, τις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές, καθώς και τις σχέσεις μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ισπανίας, έστω και αν η υπόθεση αυτή φαίνεται εκ πρώτης όψεως ως «τοπικού ενδιαφέροντος». Το Ηνωμένο Βασίλειο αναφέρει επίσης ότι ο Κυβερνήτης δεν επέτρεψε την άσκηση της προσφυγής.
50.
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αναγνώρισε, ωστόσο, ότι επικαλείται το γεγονός ότι η υπό κρίση διαφορά άπτεται των εξωτερικών σχέσεων του Γιβραλτάρ μόνον στο μέτρο που η προσφεύγουσα κυβέρνηση επικαλείται κυβερνητικά συμφέροντα, όχι όμως και στο μέτρο που η προσφεύγουσα υπερασπίζεται τα δικαιώματα της ως κυρίας του αεροσταθμού. Θεωρώ ότι αυτός είναι ένας πρόσθετος λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εμβαθύνει στην εξέταση του ζητήματος της νομιμότητας της εκπροσωπήσεως.
51.
Π. Αν υποτεθεί, λοιπόν, στο πλαίσιο της παρούσας συλλογιστικής, ότι η προσφεύγουσα έχει την ιδιότητα του νομικού προσώπου και ότι το Σύνταγμα του 1969 επιτρέπει στο Υπουργικό Συμβούλιο (εκπροσωπούμενο από τον Chief Minister) να ενεργεί εν ονόματι της Κυβερνήσεως του Γιβραλτάρ, απομένει να εξεταστούν οι άλλες αντιρρήσεις του Συμβουλίου και των παρεμβαινόντων όσον αφορά το παραδεκτό της προσφυγής.
52.
Οι αντιρρήσεις αυτές στηρίζονται, πρώτον, στο γεγονός ότι το προσβαλλόμενο μέτρο δεν αφορά άμεσα και ατομικά την προσφεύγουσα. Το επιχείρημα αυτό επιβάλλει να γίνουν ορισμένες παρατηρήσεις ως προς τη φύση των συμφερόντων που επικαλείται η προσφεύγουσα. Αυτό θα μας επιτρέψει να καθορίσουμε τη φύση και την έκταση της βλάβης που προξενήθηκε στην προσφεύγουσα.
53.
Τα συμφέροντα που επικαλείται η προσφεύγουσα χωρίζονται σε δύο ομάδες: πρώτον, τα συμφέροντα της προσφεύγουσας που συνδέονται με την οικονομική εκμετάλλευση της κυριότητας του αεροσταθμού που διέθετε κατά την εποχή της ασκήσεως της προσφυγής δεύτερον, τα συμφέροντα που έλκει από τα κυριαρχικά της δικαιώματα, ειδικότερα τα συμφέροντα της ως αρχής μετέχουσας στη διαδικασία εγκρίσεως των υπηρεσιών διαπεριφερειακών αεροπορικών μεταφορών, ως αρχής επιφορτισμένης να μεριμνά για την ευημερία των κατοίκων του Γιβραλτάρ και ως αρχής εισπράττουσας φόρους και τέλη για τις δραστηριότητες αεροπορικών μεταφορών και τις συναφείς δραστηριότητες ( 41 ).
54.
Τα επιχειρήματα τα οποία προβάλλει η προσφεύγουσα επικαλούμενη τα συμφέροντα της ως έχουσας κυριαρχικά δικαιώματα δεν είναι αβάσιμα για τον λόγο και μόνο ότι θεωρεί τα συμφέροντα αυτά ως πηγάζοντα από τις αρμοδιότητες της ως δημοσίας εξουσίας. Πράγματι, δεν μπορεί να αποκλειστεί εντελώς το ενδεχόμενο παροχής της έννομης προστασίας του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, όσον αφορά ακόμα και τα δημοσίου δικαίου συμφέροντα τους, σε ορισμένες κοινότητες εντός της Κοινότητας οι οποίες, χωρίς να είναι κράτη μέλη, ασκούν δημόσια εξουσία ( 42 ). Πρέπει, ωστόσο, οι κοινότητες αυτές να μπορούν να αποδείξουν ότι το προσβαλλόμενο μέτρο τις αφορά άμεσα και ατομικά ( 43 ).
55.
Όμως, όσον αφορά τη βλάβη που προξενήθηκε στην προσφεύγουσα, πρέπει να αναφερθεί ένα στοιχείο που αποτελεί τον κοινό παρονομαστή των συμφερόντων που επικαλείται. Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι θα επωφελείτο, απ' όλες τις απόψεις, από την αύξηση της αεροπορικής κινήσεως, την οποία θα συνεπαγόταν η εφαρμογή της οδηγίας 89/463 στον αερολιμένα του Γιβραλτάρ. Πράγματι, οι πλέον ενδιαφέρουσες αεροπορικές συνδέσεις δεν θα ήταν αποδοτικές αν δεν πραγματοποιούνταν με αεροσκάφη άνω των 70 θέσεων. Το Συμβούλιο και οι παρεμβαίνοντες δεν φαίνεται να αμφισβητούν ότι η εφαρμογή της οδηγίας 89/463 θα δημιουργούσε πραγματική δυνατότητα αυξήσεως της κινήσεως στον εν λόγω αερολιμένα. Η Επιτροπή απλώς υποστήριξε (χωρίς να προβάλει επαρκώς θεμελιωμένα αντίθετα επιχειρήματα) ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε τους ισχυρισμούς της επί του σημείου αυτού. Ο ισχυρισμός αυτός της Επιτροπής είναι αλυσιτελής, ιδίως καθόσον τόσο η κοινή δήλωση της 2ας Δεκεμβρίου 1987 όσο και η επίδικη διάταξη καταδεικνύουν ακριβώς ότι η Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο προεξοφλούσαν αύξηση της αεροπορικής κινήσεως.
56.
Είναι, όμως, αναμφισβήτητο ότι η προσβαλλόμενη διάταξη δεν συνεπάγεται καμία χειροτέρευση της καταστάσεως της προσφεύγουσας από πλευράς των συμφερόντων που επικαλείται. Στην πραγματικότητα, η βλάβη που υπέστη οφείλεται στο ότι, αν δεν υπήρχε αυτή η διάταξη, θα είχε σημειωθεί βελτίωση της καταστάσεως προς την κατεύθυνση της προόδου στην οποία αποσκοπεί η επίδικη οδηγία από πλευράς ελευθερώσεως των κανόνων που διέπουν τις διαπεριφερειακές αεροπορικές μεταφορές.
57.
Κατά συνέπεια, η βλάβη που ισχυρίζεται ότι υπέστη η προσφεύγουσα μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως.
58.
Η προσφεύγουσα, υπό την ιδιότητα της ως κυρίας του αεροσταθμού, θεωρεί ότι εβλάβη λόγω του ότι στερήθηκε τα πλεονεκτήματα τα οποία θα συνεπαγόταν, από πλευράς της οικονομικής αξίας της ιδιοκτησίας της, η αύξηση της αεροπορικής κινήσεως.
59.
Το αυτό ισχύει στην ουσία και όσον αφορά τα φερόμενα ως διαφυγόντα έσοδα από τους φόρους και τα τέλη. Η βλάβη της προσφεύγουσας ως προς το σημείο αυτό έγκειται στο ότι κοινότητα που εκπροσωπεί στερήθηκε μια ευκαιρία να αυξήσει τα κατά τον τρόπο αυτόν πραγματοποιούμενα έσοδα.
60.
Όσον αφορά τα συμφέροντα της ως αρχής μετέχουσας στη διαδικασία εγκρίσεως των διαπεριφερειακών αεροπορικών υπηρεσιών, η προσφεύγουσα αναφέρει ότι μπορεί, βάσει των συμφωνιών συνταγματικού δικαίου που έχουν συναφθεί μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και του Γιβραλτάρ, να καταστήσει γνωστή στη Civil Aviation Authority (CAÁ) τη γνώμη της όσον αφορά την καθιέρωση μιας αεροπορικής γραμμής από ή προς το Γιβραλτάρ. 'Ετσι, μετέχει αναγκαστικά σε κάθε χορήγηση εγκρίσεως εκ μέρους του κράτους της ενδιαφερόμενης αεροπορικής εταιρίας, υπό την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 83/416. Η προσφεύγουσα αποβλέπει, συνεπώς, στην αύξηση των περιπτώσεων στις οποίες θα μπορεί να επηρεάσει τη διαδικασία εγκρίσεως.
61.
Τα επιχειρήματα που αφορούν την ευθύνη της προσφεύγουσας για την ευημερία των κατοίκων του Γιβραλτάρ είναι διττά. Αφενός, η προσφεύγουσα διατείνεται ότι το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει και την ανάπτυξη των αεροπορικών συνδέσεων. Η άποψη αυτή δεν διαφέρει από την άποψη σχετικά με τη συμμετοχή της προσφεύγουσας στη διαδικασία εγκρίσεως των διαπεριφερειακών αεροπορικών υπηρεσιών. Αφετέρου, η προσφεύγουσα επικαλείται την αρμοδιότητά της να εκπροσωπεί τα συμφέροντα των κατοίκων του Γιβραλτάρ υπό την ιδιότητά της ως οργανισμού δημοσίου δικαίου. Προβάλλει, συνεπώς, το οικονομικό συμφέρον των κατοίκων του Γιβραλτάρ, το οποίο επιβάλλει να μη στερηθούν οι κάτοικοι του Γιβραλτάρ των ωφελειών από τη βελτίωση των αεροπορικών συνδέσεων και την αύξηση της αεροπορικής κινήσεως.
62.
Σε ποιο βαθμό, όμως, πράγματι εθίγη η προσφεύγουσα;
63.
Από πλευράς της ιδιότητάς της ως κυρίας του αεροσταθμού, ως φορολογικής αρχής και ως εκπροσώπου των οικονομικών συμφερόντων των κατοίκων του Γιβραλτάρ, η ύπαρξη βλάβης δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Όντως, αυτά τα οικονομικά συμφέροντα μπορούν να προαχθούν από τη γενική αύξηση του κύκλου εργασιών, την οποία η προσφεύγουσα αναμένει με την αύξηση της αεροπορικής κινήσεως, ή από την αύξηση ορισμένων συγκεκριμένων εσόδων. Στο παρόν, όμως, στάδιο της εξετάσεως του ζητήματος, δεν μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα ότι το να στερηθεί η προσφεύγουσα αυτής της βελτιώσεως δεν συνιστά παραβίαση των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου.
64.
Αντιθέτως, αυτό δεν ισχύει όσον αφορά τα συμφέροντα της προσφεύγουσας υπό την ιδιότητα της ως αρχής μετέχουσας στη διαδικασία εγκρίσεως των διαπεριφερειακών αεροπορικών υπηρεσιών.
65.
Πράγματι, το δικαίωμα της προσφεύγουσας να διατυπώνει τη γνώμη της στον τομέα αυτόν, ακόμα και αν υποτεθεί ότι υφίσταται τέτοιο δικαίωμα ( 44 ), δεν θίγεται από το γεγονός και μόνον ότι ο αριθμός των περιπτώσεων εφαρμογής του δεν αυξάνεται. Το δικαίωμα αυτό προστατεύει το συμφέρον που έχει η προσφεύγουσα να μπορεί να επηρεάζει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, την απόφαση της CAA. Τυχόν, όμως, αύξηση του αριθμού των διαδικασιών εγκρίσεως δεν έχει καμία επίπτωση επί του δικαιώματος αυτού.
66.
III. Επ' αυτής της βάσεως, θα πρέπει πρώτα να εξεταστεί κατά πόσον το προσβαλλόμενο μέτρο αφορά άμεσα την προσφεύγουσα.
67.
Η έννοια αυτής της προϋποθέσεως διευκρινίζεται κατά τον καλύτερο δυνατό, κατά τη γνώμη μου, τρόπο με την απόφαση στην υπόθεση Πειραϊκή-Πατραϊκή ( 45 ). Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντος πρέπει να απορρέει από την ίδια την προσβαλλόμενη πράξη και, συνεπώς, όχι από μεταγενέστερη πράξη της Επιτροπής ή του ενδιαφερομένου κράτους μέλους στηριζόμενη σε απόφαση ληφθείσα κατά διακριτική ευχέρεια. Αν υφίσταται αυτή η διακριτική ευχέρεια, ο προσφεύγων μπορεί να θίγεται άμεσα, κατά παρέκκλιση από την ανωτέρω αρχή, αν υπάρχει βεβαιότητα ως προς τον τρόπο με τον οποίο πρόκειται να ασκηθεί αυτή η διακριτική εξουσία και αν, ως εκ τούτου, φαίνεται ότι με το προσβαλλόμενο μέτρο είχε ήδη ληφθεί απόφαση σχετικά με τη βλάβη που προξενήθηκε στον προσφεύγοντα.
68.
Για την εφαρμογή του κριτηρίου αυτού στην υπό κρίση περίπτωση, πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι διατάξεις της οδηγίας 89/463 καθιερώνουν, όσον αφορά τους αερολιμένες που δεν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της, μια υποχρέωση βαρύνουσα τα κράτη μέλη, τα οποία οφείλουν να θεσπίσουν στο εσωτερικό τους δίκαιο και να εφαρμόσουν, για τις περιφερειακές συνδέσεις μεταξύ των αερολιμένων αυτών, τα μέτρα ελευθερώσεως που προβλέπει η ανωτέρω οδηγία. Όμως, η προσβαλλόμενη διάταξη εισάγει — για το μέχρι της ενάρξεωςτης ισχύος της κοινής δηλώσεως της 2ας Δεκεμβρίου 1987 διάστημα — εξαίρεση από την υποχρέωση αυτή: τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να εφαρμόσουν τα ανωτέρω μέτρα όσον αφορά τον αερολιμένα του Γιβραλτάρ. Αντιθέτως, δεν υπάρχει ως προς το θέμα αυτό ρητή απαγόρευση, ούτε απαγορεύεται στα κράτη μέλη να συνάπτουν, όσον αφορά τον εν λόγω αερολιμένα, (διμερείς) συμφωνίες για αεροπορικές συνδέσεις που να είναι σύμφωνες προς την επίδικη οδηγία. Τα ανωτέρω προκύπτουν από το άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας 83/416, το οποίο ορθώς επικαλείται η Επιτροπή. Η διάταξη αυτή έχει ως εξής:
«Το κράτος καταγωγής και το επηρεαζόμενο κράτος μπορούν να συμφωνήσουν να εφαρμόζουν διατάξεις λιγότερο περιοριστικές τηρώντας την παρούσα οδηγία».
69.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών θα μπορούσε να εμποδίσει για πολλούς λόγους να θεωρηθεί ότι η προσφεύγουσα θίγεται άμεσα.
70.
Ένας από τους λόγους αυτούς έγκειται στο ότι τα κράτη μέλη, παρά την ύπαρξη της αμφισβητουμένης διατάξεως, έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόσουν την οδηγία 89/639 — τουλάχιστον όσον αφορά τα αποτελέσματά της — στον αερολιμένα του Γιβραλτάρ. Η Επιτροπή επικαλέσθηκε το στοιχείο αυτό αμφισβητώντας ότι η προσφεύγουσα θίγεται άμεσα.
71.
Ωστόσο, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί. Στην πραγματικότητα, η δυνατότητα αυτή είναι μόνο θεωρητική. Επιβάλλεται η γενική παρατήρηση ότι η θέσπιση της επίδικης διατάξεως, την οποία πρότειναν η Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο ( 46 ), έγινε δεκτή από το Συμβούλιο ως συμβιβαστική λύση, λαμβανομένης υπόψητης διαφοράς όσον αφορά τα κυριαρχικά δικαιώματα επί της εκτάσεως στην οποία βρίσκεται ο αερολιμένας. Εξάλλου, η διάταξη αυτή εντάσσεται σ' ένα γενικότερο πλαίσιο όπου οι κοινοτικοί κανόνες περιορίζουν τις αρμοδιότητες των κρατών μελών στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών. Συνεπώς, δεν μπορούμε να αναμένουμε ότι τα κράτη μέλη θα εφαρμόσουν το καθεστώς της οδηγίας 89/463 στον αερολιμένα του Γιβραλτάρ. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όσον αφορά την Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Εξάλλου, κανένα επιχείρημα δεν αναφέρθηκε σε τυχόν σχετική ενέργεια των κρατών μελών. Ούτε μπορούμε να αναμένουμε ότι η αρμόδια για την εναέρια κυκλοφορία βρετανική αρχή, υπό την ιδιότητά της ως αρμόδιας αρχής του «ενδιαφερομένου κράτους» — στην περίπτωση υποβολής αιτήσεων εκ μέρους άλλων κρατών μελών κατά το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 83/416 — θα επιτρέπει συστηματικά τις αεροπορικές συνδέσεις με τη σύναψη διμερών συμφωνιών σύμφωνα με την οδηγία 89/463 ( 47 ). Μια τέτοια προσδοκία θα ήταν αδικαιολόγητη, πόσο μάλλον καθόσον, ενεργώντας με τον τρόπο αυτόν, το Ηνωμένο Βασίλειο θα κινδύνευε να παραβεί, αν όχι το γράμμα, τουλάχιστον το πνεύμα των συμφωνιών που έχει συνάψει με την Ισπανία.
72.
Θα εξετάσω τώρα το θέμα της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με το ίδιο το γράμμα της οδηγίας 83/416, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την οδηγία 89/463. Όσον αφορά το «ενδιαφερόμενο κράτος», δεν έχει πλέον καμία πραγματική εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τις αιτήσεις του κράτους της αεροπορικής εταιρίας, καθόσον το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ', που υπήρχε στην αρχική διατύπωση της οδηγίας 83/416 απαλείφθηκε με την τροποποίηση που επέφερε η οδηγία 89/463.
73.
Αντιθέτως, η οδηγία δεν περιορίζει την εξουσία του κράτους της ιθαγένειας της εταιρίας να χορηγεί στην ενδιαφερόμενη αεροπορική εταιρία έγκριση, οπότε και μόνον δημιουργείται υποχρέωση του ενδιαφερομένου κράτους να χορηγήσει έγκριση ( 48 ).
74.
Συναφώς, μπορεί να λεχθεί, όπως υποστηρίζει η Ισπανική Κυβέρνηση, ότι η εξουσία εκτιμήσεως ενός τρίτου παρεμβάλλεται μεταξύ της ωφέλειας που επιδιώκει η προσφεύγουσα και της οδηγίας.
75.
Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, αυτό δεν σημαίνει ότι η προσφεύγουσα δεν θίγεται άμεσα. Η βλάβη που προξενείται στην προσφεύγουσα έγκειται στο ότι στερείται μιας — αναμφισβήτητα ρεαλιστικής — προοπτικής αυξήσεως της αεροπορικής κινήσεως. Ασφαλώς, η εξουσία εκτιμήσεως των κρατών μελών, των οποίων την ιθαγένεια έχουν οι αεροπορικές εταιρίες, αποτελεί, παράλληλα με την εμπορική πολιτική των αεροπορικών εταιριών, έναν από τους παράγοντες που καθιστούν απλώς πιθανή την ωφέλεια που στερείται η προσφεύγουσα. Το στοιχείο αυτό καθορίζει τη φύση της βλάβης, δεν αναιρεί όμως το ότι τη βλάβη αυτή όντως την υφίσταται η προσφεύγουσα. Αυτό οφείλεται άμεσα στην προσβαλλόμενη διάταξη, χωρίς να εξαρτάται από άλλα μέτρα τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσε να αμφισβητήσει η προσφεύγουσα. Θα ήταν, πράγματι, ακατανόητο να μην παρέχεται έννομη προστασία κατά ενός μέτρου με μόνη αιτιολογία ότι η ωφέλεια την οποία στερεί το μέτρο αυτό και την οποία επιδιώκει ο προσφεύγων δεν είναι επακριβώς καθορισμένη. Πράγματι, το γεγονός ότι η ωφέλεια δεν μπόρεσε να συγκεκριμενοποιηθεί είναι ακριβώς η συνέπεια της αμφισβητούμένης αρνήσεως. Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί και η απόφαση στην υπόθεση Cofaz. Στην υπόθεση εκείνη, οι προσφεύγουσες, ανταγωνίστριες επιχειρήσεων ευνοουμένων από κρατικές ενισχύσεις, προσέβαλαν την απόφαση της Επιτροπής να περατώσει τηδιαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ. Το Δικαστήριο έκρινε συναφώς:
«Ως προς το ζήτημα αν η απόφαση της Επιτροπής περί περατώσεως της διαδικασίας αφορά άμεσα τις προσφεύγουσες, αρκεί να σημεωθεί ότι οι συνέπειες του θεσπισθέντος συστήματος τιμών παρέμειναν ανέπαφες, ενώ η διαδικασία που ζήτησαν οι προσφεύγουσες θα κατέληγε στην έκδοση αποφάσεως περί καταργήσεως ή τροποποιήσεως του εν λόγω συστήματος. Πρέπει επομένως να αναγνωριστεί ότι η επίδικη απόφαση αφορά άμεσα τις προσφεύγουσες» ( 49 ).
76.
Βλέπουμε ότι ο αβέβαιος χαρακτήρας των συνεπειών της εκβάσεως μιας διαδικασίας δεν εμπόδισε το Δικαστήριο να δεχθεί ότι οι προσφεύγουσες θίγονταν άμεσα. Είναι σαφής η αναλογία με την υπό κρίση υπόθεση.
77.
Το Συμβούλιο και η Επιτροπή υποστηρίζουν επίσης ότι η φύση των συμφερόντων που επικαλείται η προσφεύγουσα εμποδίζει να θεωρηθεί ότι η επίδικη ρύθμιση την αφορά άμεσα. Επικαλούνται συναφώς τον υποθετικό και έμμεσο χαρακτήρα των προσδοκώμενων οικονομικών ωφελειών από την εφαρμογή της οδηγίας 89/463. Εξάλλου, το υποτιθέμενο δικαίωμα της προσφεύγουσας να μεριμνά για την ευημερία των κατοίκων του Γιβραλτάρ δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, καθόσον πρόκειται απλώς για ένα σύνολο δυνητικών καταστάσεων οι οποίες θα μπορούσαν εμμέσως να επηρεαστούν στο μέλλον (κατά την Επιτροπή) ή για μια ακαθόριστη πολιτική θέση (κατά το Συμβούλιο).
78.
Δεν μπορώ να δεχθώ το επιχείρημα αυτό. Η προϋπόθεση ότι το προσβαλλόμενο μέτρο πρέπει να αφορά άμεσα τον προσφεύγοντα δεν σημαίνει ότι για ορισμένες κατηγορίες συμφερόντων δεν παρέχεται η έννομη προστασία του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο. Αντιθέτως, απλώς εξαιρούνται οι προσφυγές κατά μέτρων που αφήνουν σε μεταγενέστερες αποφάσεις που θα ληφθούν κατά διακριτική ευχέρεια, και οι οποίες θα μπορέσουν τότε να αποτελέσουν το αντικείμενο προσφυγής, τον καθορισμό της αρχής και της εκτάσεως της προσβολής των — οιασδήποτε φύσεως — συμφερόντων των οποίων γίνεται επίκληση ( 50 ). Ωστόσο, οι αρνητικές αυτές προϋποθέσεις δεν πληρούνται στην περίπτωση των συμφερόντων που επικαλείται η προσφεύγουσα. Ούτε είναι αποφασιστικής σημασίας ο δήθεν «έμμεσος» χαρακτήρας των εν λόγω συμφερόντων. Στο μέτρο που με το επιχείρημα αυτό προσάπτεται στην προσφεύγουσα ότι επικαλείται συμφέροντα τρίτων (ήτοι των κατοίκων του Γιβραλτάρ), αυτό μπορεί απλώς να σημαίνει ότι το επίδικο μέτρο δεν την αφορά ατομικά ( 51 ). Στο μέτρο που το ανωτέρω επιχείρημα στηρίζεται στο ότι οι δυσμενείς για την προσφεύγουσα συνέπειες οφείλονται σε κενό της ρυθμίσεως που αποβλέπει στην ελευθέρωση του καθεστώτος που εφαρμόζεται στους αερομεταφορείς, επίσης το επιχείρημα αυτό είναι απρόσφορο. Η βλάβη που προξενείται ενδεχομένως στις επιχειρήσεις αυτές είναι όλως διαφορετικής φύσεως και, κατά κανόνα, προξενείται μόνον σε περίπτωση απορρίψεως μιας συγκεκριμένης αιτήσεως για την έγκριση διαπεριφερειακής αεροπορικής υπηρεσίας από ή προς το Γιβραλτάρ. Την απόρριψη αυτή μπορεί να προσβάλει ο αερομεταφορέας. Αντιθέτως, η μόνη δυνατότητα της προσφεύγουσας να αποτρέψει διά της δικαστικής οδού την ειδική βλάβη που ισχυρίζεται ότι υφίσταται στην υπό κρίση περίπτωση είναι η άσκηση της παρούσας προσφυγής ( 52 ).
79.
Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστήριξε επίσης ότι η προσβαλλόμενη διάταξη θα έπαυε να παράγει αποτελέσματα μόλις ετίθετο σε εφαρμογή η κοινή δήλωση. Αρκεί, ως προς το σημείο αυτό, η παρατήρηση ότι το τελευταίο αυτό γεγονός θα συνεπάγεται όχι την έναρξη της ισχύος της διατάξεως αλλά την παύση των αποτελεσμάτων της. Δεν αλλάζει σε τίποτα τον άμεσο χαρακτήρα των αποτελεσμάτων τα οποία η προσβαλλόμενη διάταξη θα έχει παραγάγει για την προσφεύγουσα ( 53 ).
80.
Καταλήγω, λοιπόν, στο συμπέρασμα ότι η διάταξη αυτή αφορά την προσφεύγουσα άμεσα.
81.
IV. Οφείλω, τώρα, να εξετάσω τον ισχυρισμό που προβλήθηκε προς στήριξη του απαραδέκτου και αναφέρεται στη «φύση της προσβαλλομένης νομικής πράξεως». Ο ισχυρισμός αυτός περιλαμβάνει δύο σκέλη: πρώτον, τη φύση της προσβαλλομένης διατάξεως ως αποτελούσας μέρος μιας οδηγίας-δεύτερον, το ότι η εν λόγω πράξη δεν έχει τον χαρακτήρα αποφάσεως.
82.
Το πρώτο σκέλος του ισχυρισμού αναφέρεται στον τύπο της νομικής πράξεως, ενώ το δεύτερο σκέλος στην ουσιαστική φύση της.
83.
1. Ας εξετάσουμε, καταρχάς, ποια σημασία έχει το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη διάταξη αποτελεί μέρος μιας οδηγίας.
84.
Είναι δεδομένο ότι το άρθρο 173, δεύτερο εδάφιο, αποκλείει, σύμφωνα με το γράμμα του, την άσκηση προσφυγής κατά οδηγιών εκ μέρους ιδιωτών. Αρκεί όμως αυτό για να απορριφθεί η υπό κρίση προσφυγή ως απαράδεκτη;
85.
Το Δικαστήριο δεν έχει ακόμα αποφανθεί επ' αυτού. Μέχρι σήμερα, οι ευθείες προσφυγές ( 54 ) ιδιωτών κατά διατάξεων οδηγιών κρίθηκαν απαράδεκτες για άλλους λόγους, είτε διότι η προθεσμία ασκήσεως της προσφυγής είχε εκπνεύσει ( 55 ), είτε διότι το προσβαλλόμενο μέτρο δεν συνιστούσε απόφαση ( 56 ), είτε, ακόμα, διότι το προσβαλλόμενο μέτρο δεν αφορούσε τον προσφεύγοντα ατομικά ( 57 ).
86.
Για να κριθεί κατά πόσον η υπό κρίση προσφυγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη κατ' εφαρμογήν του γράμματος του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να αναζητηθεί ο λόγος για τον οποίο οι συντάκτες της διατάξεως αυτής δεν μνημόνευσαν τις οδηγίες μεταξύ των πράξεων κατά των οποίων μπορεί να ασκηθεί προσφυγή. Αν αποδειχθεί ότι, βάσει του λόγου αυτού, δεν δικαιολογείται η απόρριψη της υπό κρίση προσφυγής ως απαράδεκτης, θα πρέπει το Δικαστήριο να μη θεωρήσει το γράμμα της διατάξεως αυτής ως κώλυμα προκειμένου να κρίνει την προσφυγή παραδεκτή. Στην περίπτωση αυτή, και στο μέτρο που η προσβαλλόμενη διάταξη εντάσσεται στο πλαίσιο οδηγίας, θα πρόκειται απλώς για ζήτημα τύπου. Πάντως, κατά πάγια νομολογία, ο κοινοτικός νομοθέτης δεν μπορεί να αποκλείει την παροχή της έννομης προστασίας του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, απλώς διά της επιλογής του τύπου της πράξεως ( 58 ). Εξάλλου, θα ήταν ασυμβίβαστο προς την αποστολή του Δικαστηρίου, όπωςαυτή ορίζεται από το άρθρο 164 της Συνθήκης, να αρνηθεί το Δικαστήριο σε προσφεύγοντα την έννομη προστασία για τον λόγο και μόνον ότι η προσβαλλόμενη διάταξη περιλαμβάνεται σε οδηγία, παραβλέποντας ως εκ τούτου το ότι ο ουσιώδης λόγος για τον οποίο οι οδηγίες δεν μνημονεύονται στο άρθρο 173, δεύτερο εδάφιο, δεν ισχύει ενδεχομένως στη συγκεκριμένη περίπτωση ( 59 ).
87.
Θα εξετάσω, λοιπόν, πρώτα τον λόγο για τον οποίο οι συντάκτες της Συνθήκης δεν μνημόνευσαν στο άρθρο 173, δεύτερο εδάφιο, τις οδηγίες μεταξύ των πράξεων κατά των οποίων μπορεί να ασκηθεί προσφυγή. Προς τον σκοπό αυτό, η εν λόγω διάταξη πρέπει να εξεταστεί υπό το φως του άρθρου 189 της Συνθήκης, το τρίτο εδάφιο του οποίου ορίζει, μεταξύ των άλλων νομικών πράξεων, την οδηγία ως εξής:
«Η οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών».
88.
Σύμφωνα με τον ορισμό αυτόν, η οδηγία παρέχει κάποια διακριτική ευχέρεια η οποία αφορά ειδικότερα την εκ μέρους των αποδεκτών της — ήτοι των κρατών μελών — μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο. Εκεί έγκειται, κατά το σύστημα του άρθρου 189, η διαφορά μεταξύ αυτών των πράξεων και των αποφάσεων που απευθύνονται στα κράτη μέλη. Αυτή, νομίζω, είναι η μόνη εξήγηση του γιατί οι αποφάσεις που απευθύνονται στα κράτη μέλη περιλαμβάνονται μεταξύ των πράξεων κατά των οποίων μπορεί να ασκηθεί προσφυγή κατά το άρθρο 173, δεύτερο εδάφιο, ενώ, αντιθέτως, οι οδηγίες δεν περιλαμβάνονται σ' αυτές. Όσον αφορά τις διατάξεις των οδηγιών, οι συντάκτες της Συνθήκης φαίνεται πράγματι ότι στηρίχθηκαν στην αρχή ότι οι διατάξεις αυτές, ακόμα και όταν έχουν ως αποτέλεσμα την επιβολή ορισμένης υποχρεώσεως στους κοινοτικούς υπηκόους, δεν αφορούν άμεσα τους ιδιώτες, λόγω της ειδικής διακριτικής ευχέρειας που διαθέτουν τα κράτη μέλη όσον αφορά τη μεταφορά των διατάξεων αυτών στο εσωτερικό δίκαιο.
89.
Όταν όμως ελλείπει αυτή η διακριτική ευχέρεια, η ανωτέρω αρχή αποδεικνύεται εσφαλμένη.
90.
Αυτό, π.χ., συμβαίνει όταν η επίμαχη διάταξη μιας οδηγίας εισάγει απαγόρευση τόσο σαφή, από πλευράς περιεχομένου και από πλευράς του κύκλου των προσώπων τα οποία ενδεχομένως αφορά, ώστε δεν χρειάζεται να διευκρινισθεί από τα κράτη μέλη. Στην περίπτωση αυτή, τα μέτρα των κρατών μελών για τη μεταφορά της διατάξεως στο εσωτερικό δίκαιο δεν αποτελούν πλέον, καταρχήν και κατά τα ουσιώδη τους στοιχεία, παρά την αναγκαστική συνέπεια της κοινοτικής διατάξεως.
91.
Το Δικαστήριο κλήθηκε να κρίνει επί μιας τέτοιας περιπτώσεως στην υπόθεση 160/88 ( 60 ). Στην υπόθεση εκείνη, ορισμένες εταιρίες παραγωγοί ορμονικών παρασκευασμάτων χρησιμοποιουμένων στην κτηνοτροφική παραγωγή (και μια ένωση αυτών των παραγωγών) ζήτησαν, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, την ακύρωση ορισμένων διατάξεων μιας οδηγίας, οι οποίες απαγόρευαν τη χρησιμοποίηση ορισμένων παρασκευασμάτων που οι εταιρίες αυτές παρήγαν. Η προσφυγή κρίθηκε απαράδεκτη, καθόσον οι προσβαλλόμενες διατάξεις ήταν κανονιστικής φύσεως και δεν μπορούσαν, συνεπώς, να θεωρηθούν ως «απόφαση» (σύμφωνα με τη διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων) και καθόσον οι επίδικες απαγορεύσεις δεν αφορούσαν τις προσφεύγουσες ατομικά (όπως έκρινε το Δικαστήριο στο πλαίσιο της κύριας διαδικασίας).
92.
Το Δικαστήριο απέφυγε, λοιπόν, να κρίνει την προσφυγή απαράδεκτη για μόνο τον λόγο ότι οι προσβαλλόμενες διατάξεις περιλαμβάνονταν σε οδηγία. Επιπλέον, στη διάταξη του Προέδρου στη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων αναφέρεται ότι υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του προσβαλλομένου μέτρου και της βλάβης που επικαλείται η αιτούσα. Πράγματι, τα μέτρα των κρατών μελών για τη μεταφορά των διατάξεων στο εσωτερικό δίκαιο δεν αποσκοπούν παρά μόνον στο να μεταφέρουν το σαφές περιεχόμενο των διατάξεων της οδηγίας στους ενδιαφερομένους επιχειρηματίες. Πράγματι, σύμφωνα με τη σκέψη 28 της διατάξεως, οι κανόνες της οδηγίας εφαρμόζονται,
«μέσω των εθνικών νομοθεσιών που θεσπίζουν τα κράτη μέλη για να συμμορφωθούν με την οδηγία αυτή, σε αντικειμενικά προσδιοριζόμενες καταστάσεις και επιφέρουν έννομες συνέπειες έναντι κατηγοριών προσώπων που αναφέρονται κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο (...)».
93.
Όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, δεν μπορούμε να την αντιμετωπίσουμε ως προς το ζήτημα αυτό διαφορετικά απ' ό,τι στην υπόθεση των ορμονικών παρασκευασμάτων. Η υπόθεση εκείνη αφορούσε απαγόρευση στον τομέα εφαρμογής της οδηγίας, η οποία ήταν επαρκώς σαφής ώστε να αποκλείει διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών όσον αφορά τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο. Στην υπό κρίση περίπτωση, ο αερολιμένας του Γιβραλτάρ έχει εκ προοιμίου εξαιρεθεί από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Συνεπώς, δεν μπορεί, λογικά, να υπάρξει διακριτική ευχέρεια κατά τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο όσον αφορά τον εν λόγω αερολιμένα. Όπως προκύπτει απ' όσα ανέφερα προηγουμένως ( 61 ), η διακριτική ευχέρεια που αναγνωρίζεται στα κράτη μέλη όσον αφορά τα αεροπορικά δρομολόγια από και προς τον αερολιμένα αυτόν είναι το υπόλοιπο εξουσίας που τους απομένει γενικώς στον τομέα των μεταφορών, ελλείψει κοινοτικών διατάξεων, και όχι η ειδική διακριτική ευχέρεια που τους αναγνωρίζεται όσον αφορά τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.
94.
Αυτές οι σκέψεις αρκούν, αυτές καθαυτές, για να θεωρηθεί ότι η προσβαλλόμενη διάταξη πρέπει να αντιμετωπιστεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως εάν περιεχόταν σε απόφαση απευθυνόμενη στα κράτη μέλη ( 62 ).
95.
Για την πλήρη ανάπτυξη του ζητήματος οφείλω, ωστόσο, να υπενθυμίσω και πάλι ότι ακόμα και η διακριτική ευχέρεια που αναγνωρίζεται στα κράτη μέλη ανεξάρτητα από την οδηγία έχει απλώς θεωρητική αξία όσον αφορά το καθεστώς του αερολιμένα του Γιβραλτάρ ( 63 ).
96.
Καταλήγω, λοιπόν, στο συμπέρασμα ότι το γεγονός ότι η επίδικη διάταξη περιλαμβάνεται σε οδηγία δεν εμποδίζει, αυτό καθαυτό, να κριθεί παραδεκτή η προσφυγή.
97. 2.
Το δεύτερο σκέλος του ισχυρισμού που προβάλλεται στο πλαίσιο της υπό εξέταση ενστάσεως απαραδέκτου στηρίζεται, όπως ήδη ελέχθη, στο γεγονός ότι η προσβαλλόμενη διάταξη δεν έχει τον χαρακτήρα αποφάσεως akka τον χαρακχηρα κανόνα γενικής ισχύος. Όπως, όμως, εξέθεσα λεπτομερώς με τις προτάσεις μου στην υπόθεση Codorniu ( 64 ), ούτε αυτό το στοιχείο αρκεί, αυτό καθαυτό, για να απορριφθεί μια προσφυγή, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, ως απαράδεκτη. Η προϋπόθεση της υπάρξεως «αποφάσεως» συγχέεται στην πραγματικότητα με μια άλλη προϋπόθεση που τίθεται στη συνέχεια του εν λόγω εδαφίου και σύμφωνα με την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αφορά τον προσφεύγοντα ατομικά ( 65 ). Θα εκθέσω τις απόψεις μου επ' αυτού στις επόμενες παραγράφους.
98. V. 1.
Προς απάντηση του ερωτήματος κατά πόσον η προσβαλλόμενη διάταξη αφορά ατομικά την προσφεύγουσα, πρέπει, καταρχάς, να τονιστεί η γενική σημασία του κριτηρίου αυτού. Όπως είναι γνωστό, μια απόφαση αφορά ατομικά ορισμένα πρόσωπα όταν τα θίγει «λόγω ορισμένων ξεχωριστών ιδιοτήτων ή μιας πραγματικής καταστάσεως που τα χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και έτσι τα εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη» ( 66 ).
99.
Συνεπώς, αυτό το κριτήριο απαιτεί να βρίσκεται ο προσφεύγων, σε σχέση προς το προσβαλλόμενο μέτρο, σε θέση ανάλογη με εκείνη του αποδέκτη. Προς τούτο δεν αρκεί να εμπίπτει ο προσφεύγων σε μια κλειστή κατηγορία θιγομένων προσώπων ( 67 ). Αντιθέτως, πρέπει να υπάρχει μεταξύ της (εν ευρεία εννο(α) καταστάσεως του προσφεύγοντος και του προσβαλλομένου μέτρου ιδιαίτερος σύνδεσμος, ο οποίος μπορεί νο συνίσταται σε ποικίλες περιστάσεις ( 68 ).
100.
Ωστόσο, προκειμένου τα κριτήρια που έχει διατυπώσει η νομολογία να εφαρμοστούν στην υπό κρίση περίπτωση, πρέπει να ληφθούν υπόψη δύο ιδιαιτερότητές της. Η πρώτη έγκειται στο γεγονός ότι η προσφεύγουσα, όπως ήδη ανέφερα ( 69 ), δεν επικαλείται την προσβολή μιας ήδη υφισταμένης καταστάσεως, αλλά προσάπτει στο Συμβούλιο ότι η προσβαλλόμενη διάταξη της στερεί ορισμένα πλεονεκτήματα. Η δεύτερη ιδιαιτερότητα έγκειται στα συμφέροντα που επικαλείται η προσφεύγουσα και τα οποία συνδέονται με τις διάφορες αρμοδιότητές της. Η προσφεύγουσα επικαλείται, πρώτον, την ιδιότητά της ως κυρίας του αεροσταθμού, προβάλλει όμως παράλληλα και (άλλα) «χρηματικά» συμφέροντα τα οποία συνδέονται με την ιδιότητά της ως φορολογικής αρχής του Γιβραλτάρ ( 70 ). Όσον αφορά, αντιθέτως, τη θέση της προσφεύγουσας ως αρχής μετέχουσας στη διαδικασία εγκρίσεως των διαπεριφερειακών αεροπορικών υπηρεσιών, η προσφεύγουσα δεν υφίσταται καμία βλάβη και, επομένως, δεν υπάρχει πλέον λόγος να ληφθεί υπόψη το συμφέρον αυτό στο πλαίσιο του ζητήματος που μας απασχολεί εν προκειμένω ( 71 ). Στο μέτρο που η προσφεύγουσα επικαλείται, υπ' αυτήν της την ιδιότητα, το γεγονός ότι είναι επιφορτισμένη να μεριμνά για την ευημερία των κατοίκων του Γιβραλτάρ, το ζήτημα αυτό επίσης δεν χρειάζεται να εξεταστεί στο παρόν πλαίσιο ( 72 ). Αντιθέτως, στην ανάλυση που ακολουθεί πρέπει να ληφθεί υπόψη η αρμοδιότητά της προς εκπροσώπηση των συμφερόντων των κατοίκων του Γιβραλτάρ, την οποία επίσης επικαλείται.
101. 2. α)
Θα εξετάσω, λοιπόν, πρώτα τα συμφέροντα τα οποία η προσφεύγουσα έλκει από την ιδιότητά της ως κυρίας του αεροσταθμού. Για την πλήρη ανάπτυξη του ζητήματος, πρέπει να παρατηρηθεί ότι αυτό το συμφέρον συνδέεται με την είσπραξη των εσόδων από την εκμίσθωση των εγκαταστάσεων του εν λόγω αεροσταθμού, η οποία, κατά την εποχή της ασκήσεως της προσφυγής, εξασφαλιζόταν από την εταιρία Gibraltar Airport Services Limited (GASL), της οποίας το 50 % του κεφαλαίου ανήκε στην προσφεύγουσα. Πρόκειται για μία από τις καταστάσεις στις οποίες η βλάβη που προξενήθηκε στην προσφεύγουσα συνίσταται στην απώλεια της δυνατότητας αυξήσεως των εσόδων της ( 73 ).
102.
Κατ' εφαρμογήν των ανωτέρω κριτηρίων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το προσβαλλόμενο μέτρο αφορά την προσφεύγουσα ατομικά εκ μόνου του λόγου ότι στον αερολιμένα του Γιβραλτάρ υπάρχει μόνον ένας αεροσταθμός, του οποίου η κυριότητα της ανήκει: το να εμπίπτει ο προσφεύγων σε μια κλειστή κατηγορία θιγομένων προσώπων δεν αποτελεί παρά μία από τις προϋποθέσεις ώστε να μπορέσει να θεωρηθεί ότι το μέτρο τον αφορά ατομικά. Το ερώτημα που τίθεται στην πραγματικότητα είναι κατά πόσον, λαμβανομένου υπόψη του συμφέροντος της προσφεύγουσας στην αύξηση των εσόδων, υφίσταται ιδιαίτερος σύνδεσμος μεταξύ της καταστάσεως της και του προσβαλλομένου μέτρου, ούτως ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι η προσφεύγουσα βρίσκεται σε θέση ανάλογη με τη θέση προσώπου προς το οποίο απευθύνεται το μέτρο αυτό.
103.
Στο ερώτημα αυτό προσήκει, κατά τη γνώμη μου, αρνητική απάντηση.
104.
Μεταξύ των περιστάσεων που δικαιολογούν ιδιαίτερο σύνδεσμο αυτής της φύσεως, την πρώτη θέση κατέχει η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της καταστάσεως του προσφεύγοντος και του προσβαλλομένου μέτρου ( 74 ). Στην ίδια κατηγορία ανήκουν και οι αποφάσεις Töpfer ( 75 ) και Bock ( 76 ), στις οποίες παραπέμπει η προσφεύγουσα ως προς το θέμα αυτό. Η πρώτη απόφαση αφορούσε αναδρομική έγκριση της εκ μέρους κράτους μέλους λήψεως μέτρων διασφαλίσεως, συνισταμένων στη μη χορήγηση των αδειών εισαγωγής που είχαν προηγουμένως ζητήσει οι προσφεύγοντες. Υπήρχε, συνεπώς, αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του προσβαλλομένου μέτρου και της καταστάσεως των προσφευγόντων. Το αυτό ίσχυε και στην υπόθεση Bock, όπου είχε επιτραπεί στο κράτος μέλος να εξαιρέσει από την κοινοτική μεταχείριση ορισμένα προϊόντα καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας τα οποία βρίσκονταν σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των χωρών της Μπενελούξ. Η απόφαση αυτή είχε ληφθεί λαμβανομένης ακριβώς υπόψη της αιτήσεως εισαγωγής που είχε υποβάλει ο προσφεύγων ( 77 ). Στην υπό κρίση, όμως, περίπτωση, η κατά τα ανωτέρω προϋπόθεση υπάρξεως αιτιώδους συναφείας δεν πληρούται. Το προσβαλλόμενο μέτρο δεν έχει καμία σχέση με την ιδιαίτερη κατάσταση των επιχειρηματιών τους οποίους ενδιαφέρει η οικονομική εκμετάλλευση των αεροσταθμών. Αυτό ισχύει ανεξαρτήτως του αν λαμβάνονται υπόψη οι σκοποί της οδηγίας στο σύνολό της ή οι ειδικοί σκοποί στους οποίους βασίζεται η προσβαλλομένη διάταξη αυτή καθαυτήν.
105.
Παρατηρείται, συναφώς, ότι η οδηγία 83/416 επιδιώκει δύο οικονομικούς σκοπούς. Ο πρώτος σκοπός απορρέει από την πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, η οποία έχει ως εξής:
«Μια κοινοτική διαδικασία σχετικά με την έγκριση τακτικών διαπεριφερειακών αεροπορικών υπηρεσιών μεταξύ κρατών μελών για τη μεταφορά επιβατών μόνο ή επιβατών και ταχυδρομείου ή/και εμπορευμάτων μεταξύ ορισμένων αερολιμένων της Κοινότητας θα έδινε στις αεροπορικές εταιρίες καλύτερες δυνατότητες για την κατάκτηση αγορών και θα μπορούσε έτσι να συμβάλει στην ανάπτυξη του ενδοκοινοτικού δικτύου».
106.
Υπό το ίδιο πνεύμα, στην τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 89/463 αναφέρονται τα εξής:
«Η εμπειρία απέδειξε ότι λίγες μόνο γραμμές έχουν εγκριθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας και ότι ως εκ τούτου θα ήταν επιθυμητό να δοθεί στους αερομεταφορείς μεγαλύτερη ευχέρεια να αναπτύξουν τις αγορές και με τον τρόπο αυτό να συμβάλουν στην εξέλιξη του ενδοκοινοτικού δικτύου».
107.
Συνεπώς, η κατάσταση των αεροπορικών εταιριών υπήρξε, κατά κύριο λόγο, το καθοριστικό στοιχείο όσον αφορά τη διατύπωση του αρχικού κειμένου και την επίδικη τροποποίηση της εν λόγω οδηγίας. Η προσφεύγουσα, όμως, δεν περιλαμβάνεται σ' αυτήν την — κατά τα άλλα ανοικτή — κατηγορία επιχειρηματιών των οποίων η κατάσταση υπήρξε καθοριστική για τον κοινοτικό νομοθέτη.
108.
Ανάλογες σκέψεις ισχύουν και όσον αφορά τους σκοπούς περιφερειακής πολιτικής της οδηγίας 83/416. Συναφώς, στην τέταρτη αιτιολογική σκέψη αναφέρονται τα εξής:
«Είναι ανάγκη να αναπτυχθούν οι ενδοκοινοτικές αεροπορικές συγκοινωνίες σε περιφερειακές γραμμές, έτσι ώστε να συμβάλουν στην περιφερειακή ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας».
109.
Ενόψει αυτών των σκοπών, επίσης δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι η κατάσταση των ιδιοκτητών αεροσταθμών πολιτικής αεροπορίας διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση των διατάξεων της οδηγίας. Οι σκοποί αυτοί ενδιαφέρουν στην πραγματικότητα όλους του επιχειρηματίες των μειονεκτικών περιοχών, οι οποίοι θα μπορούσαν να επωφεληθούν από την καλύτερη αεροπορική σύνδεση της περιοχής τους.
110.
Όσον αφορά, τέλος, την προσβαλλόμενη διάταξη αυτή kαθαυτήν, η διάταξη αυτή, όπως προκύπτει από την όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 89/463, πρέπει να αποδοθεί στα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν το αντικείμενο της κοινής δηλώσεως της 2ας Δεκεμβρίου 1987. Η δήλωση αυτή αποτελεί συνέπεια της διαφοράς μεταξύ της Ισπανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου όσον αφορά τον χώρο του αερολιμένα καθώς και των δυσκολιών που συνεπάγεται, κατά το Συμβούλιο, η διαφορά αυτή για την εφαρμογή της οδηγίας στον αερολιμένα του Γιβραλτάρ, δεν οφείλεται όμως στην κατάσταση της προσφεύγουσας ως κυρίας του αεροσταθμού.
111.
Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται ούτε από το γεγονός ότι η κοινή δήλωση προβλέπει την κατασκευή άλλου αεροσταθμού από τις ισπανικές αρχές. Στην πραγματικότητα, το μέτρο αυτό αποσκοπεί, όπως προκύπτει από την κοινή δήλωση, στο να δοθεί στις ισπανικές αρχές η δυνατότητα να διενεργούν απευθείας τους τελωνειακούς ελέγχους και τους ελέγχους μεταναστεύσεως στους ταξιδιώτες που κατευθύνονται σε ή έρχονται από τοποθεσίες βορείως της περιφράξεως. Συνεπώς, το μέτρο αυτό εντάσσεται στο πλαίσιο της διαφοράς δημοσίου διεθνούς δικαίου μεταξύ των δύο ενδιαφερομένων κρατών μελών και δεν έχει καμία ουσιαστική σχέση με τα οικονομικά συμφέροντα της προσφεύγουσας ως κυρίας του υπάρχοντος αεροσταθμού.
112.
Για όλους αυτούς τους λόγους, δεν μπορεί να λεχθεί ότι η κατάσταση της προσφεύγουσας — μόνης ή ως εμπίπτουσας σε κλειστή κατηγορία προσώπων — υπήρξε καθοριστική για τη θέσπιση της προσβαλλομένης διατάξεως. Συνεπώς, αυτό το στοιχείο δεν επιτρέπει να θεωρηθεί ότι το προσβαλλόμενο μέτρο αφορά την προσφεύγουσα ατομικά.
113.
Ωστόσο, ένας προσφεύγων μπορεί να ευρεθεί στην κατάσταση προσώπου θιγομένου ατομικά λόγω άλλων περιστάσεων, οι οποίες δημιουργούν μια ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και του προσβαλλομένου μέτρου. Μια τέτοια περίσταση συντρέχει όταν ο προσφεύγων προστατεύεται από ειδικές διατάξεις περιλαμβανόμενες στους κανόνες που αποτελούν τη νομική βάση του προσβαλλομένου μέτρου. Αυτή η περίπτωση συναντάται ιδίως στο κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού ( 78 ), εφαρμόστηκε όμως και σε υποθέσεις που αφορούσαν την κοινή γεωργική πολιτική ( 79 ). Έχει ιδιαίτερη σημασία στις περιπτώσεις στις οποίες ο προσφεύγων επιδιώκει με την προσφυγή ακυρώσεως, όπως στην υπό κρίση περίπτωση, τη βελτίωση της καταστάσεώς του και δεν προσπαθεί να αποφύγει την επιδείνωση μιας καταστάσεως (προστατευομένης δυνάμει των θεμελιωδών δικαιωμάτων). Ένας προστατευτικός κανόνας περιλαμβανόμενος στη νομική βάση μπορεί να δικαιολογήσει ένα τέτοιο συμφέρον και να θεμελιώσει, ως εκ τούτου, μια ιδιαίτερη σχέση μεταξύ της καταστάσεως του προσφεύγοντος και του προσβαλλομένου μέτρου.
114.
Ούτε όμως αυτή η προϋπόθεση πληρούται εν προκειμένω. Η επίδικη οδηγία στηρίζεται απευθείας, σύμφωνα με την πρώτη αιτιολογική αναφορά, στο άρθρο 84, παράγραφος 2, της Συνθήκης. Η διάταξη αυτή επιτρέπει στο Συμβούλιο να θεσπίζει«κατάλληλες διατάξεις για τις θαλάσσιες και αεροπορικές-μεταφορές». Δεν προβλέπεται καμία ιδιαίτερη προστασία μεμονωμένων ομάδων επιχειρηματιών.
115.
Τέλος, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το προσβαλλόμενο μέτρο αφορά ατομικά την προσφεύγουσα και κατ' εφαρμογήν των αρχών της αποφάσεως Extramet ( 80 ). Η απόφαση αυτή αφορούσε περίπτωση επιβολής δασμού αντιντάμπινγκ επί των προϊόντων που εισήγε ή μεταποιούσε η προσφεύγουσα. Συναφώς, το Δικαστήριο έκρινε (σκέψη 17 της αποφάσεως) ως εξής:
«Η προσφεύγουσα απέδειξε την ύπαρξη ενός συνόλου στοιχείων που αποτελούν μια τέτοια ιδιαίτερη κατάσταση η οποία την εξατομικεύει, ενόψει του επιδίκου μέτρου, σε σχέση με οποιονδήποτε άλλο επιχειρηματία. Πράγματι, η προσφεύγουσα είναι ο σημαντικότερος εισαγωγέας του προϊόντος που αποτελεί το αντικείμενο του μέτρου αντιντάμπινγκ και, ταυτόχρονα, ο τελικός χρήστης του προϊόντος αυτού. Εξάλλου, οι οικονομικές της δραστηριότητες εξαρτώνται, σε σημαντικό βαθμό, από τις εισαγωγές αυτές και θίγονται σοβαρώς από τον επίδικο κανονισμό, ενόψει του περιορισμένου αριθμού των παραγωγών του οικείου προϊόντος και του γεγονότος ότι συναντά δυσχέρειες, όσον αφορά τον εφοδιασμό της από τον μόνο παραγωγό της Κοινότητας, ο οποίος είναι, επιπροσθέτως, ο κύριος ανταγωνιστής της ως προς το μεταποιημένο προϊόν».
116.
Επρόκειτο, συνεπώς, για περίπτωση στην οποία η προσφεύγουσα επεδίωκε να μη θιγεί μια υφιστάμενη κατάσταση και όχι, όπως στην υπό κρίση περίπτωση, για προσφυγή με στόχο τη βελτίωση αυτής της θέσεως ( 81 ). Κατά τη γνώμη μου, η νομολογία Extramet δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση παρά μόνον αν ο προσφεύγων αποδεικνύει ότι έχει προστατευόμενο έννομο συμφέρον προς βελτίωση της καταστάσεως του. Σε περίπτωση που, παρά την προστασία αυτή, δεν του παρασχεθεί ένα πλεονέκτημα, αυτό μπορεί, ενδεχομένως, να θεωρηθεί ως προσβολή υφισταμένης καταστάσεως και να δικαιολογήσει την εφαρμογή του κριτηρίου της «επιπτώσεως» που χρησιμοποιήθηκε στην απόφαση Extramet ( 82 ).
117.
Η προστασία αυτή μπορεί να απορρέει από το γεγονός ότι ο προσφεύγων ανήκει σε μια επακριβώς καθορισμένη ομάδα επιχειρηματιών οι οποίοι θα έπρεπε να ευνοηθούν από την κοινοτική ρύθμιση (π.χ. σε περίπτωση κοινοτικών ενισχύσεων). Στην περίπτωση αυτή, η έννομη προστασία του συμφέροντος που επικαλείται ο ενδιαφερόμενος απορρέει από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Για την εφαρμογή της νομολογίας Extramet δεν είναι, στην περίπτωση αυτή, αναγκαίο να αποτελεί η εν λόγω ομάδα επιχειρηματιών κλειστή κατηγορία, δεδομένου ότι η εξατομίκευση του προσφεύγοντος εντός της εν λόγω ομάδας μπορεί να γίνει, εν ανάγκη, με εφαρμογή αυτών καθαυτές των αρχών της νομολογίας αυτής.
118.
Στην υπό κρίση περίπτωση, ως συνιστώσες μια τέτοια ομάδα επιχειρηματιών ( 83 ) θα μπορούσαν να θεωρηθούν το πολύ πολύ οι αεροπορικές εταιρίες. Η προσφεύγουσα, όμως, δεν ανήκει στην ομάδα αυτή.
119.
Η χρησιμοποιηθείσα νομική βάση δεν προβλέπει, επίσης, ειδική προστασία τοη συμφερόντων τα οποία επικαλείται η προσφεύγουσα υπό την ιδιότητα της ως κυρίας του αεροσταθμού ( 84 ).
120.
Εξάλλου, η προσφεύγουσα δεν επικαλέστηκε άλλα στοιχεία επί των οποίων θα μπορούσε να στηρίξει την έννομη προστασία των συμφερόντων της.
121.
Συνεπώς, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ατομικά θιγόμενη στο μέτρο που επικαλείται την ιδιότητά της ως κυρίας του αεροσταθμού.
122.
β) Η προσφεύγουσα επικαλείται, στη συνέχεια, την ιδιότητά της ως αρχής εισπράττουσας διάφορους φόρους και τέλη: φόρους επί των καυσίμων των αεροσκαφών, δασμούς επί των εμπορευμάτων που εισέρχονται στο Γιβραλτάρ, φόρους επί των πωλήσεων των καταστημάτων αδασμολογήτων ειδών, τέλη αεροδρομίου που εισπράττονται από τους επιβάτες, τέλη αποθηκεύσεως των εμπορευμάτων που αποθηκεύονται εντός του αερολιμένος, φορολογικές επιβαρύνσεις που επιβάλλονται στους ασκούντες δραστηριότητα εντός του αερολιμένος επιχειρηματίες και που εμπίπτουν για τον λόγο αυτόν στην αρμοδιότητα της προσφεύγουσας.
123.
Ως προς το θέμα αυτό, ισχύουν βασικά οι ίδιες σκέψεις οι οποίες διατυπώθηκαν ως προς κατά πόσον η προσφεύγουσα θίγεται ατομικά υπό την ιδιότητά της ως κυρίας του αεροσταθμού. Πρέπει, επίσης, να διευκρινιστεί ότι, στην περίπτωση των φόρων που εισπράττονται για τις οικονομικές δραστηριότητες που ασκούνται από τρίτους, και οι οποίες αυξάνονται με την αύξηση της αεροπορικής κινήσεως, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να τύχει καλύτερης μεταχειρίσεως από τους ίδιους τους επιχειρηματίες οι οποίοι ασκούν τις εν λόγω δραστηριότητες. Το επιχείρημα αυτό ισχύει για τους φόρους που επιβάλλονται επί των καυσίμων των αεροσκαφών και επί των πωλήσεων που πραγματοποιούνται εντός των καταστη μάτων αδασμολογήτων ειδών, για τα τέλη αποθηκεύσεως και για τις φορολογικές επιβαρύνσεις των επιχειρηματιών που ασκούν δραστηριότητα εντός του αερολιμένος. Ως προς το σημείο αυτό, δεν μπορεί να γίνει διάκριση μεταξύ της ιδιότητας της προσφεύγουσας ως φορολογικής αρχής και της ιδιότητάς της ως κυρίας του αεροσταθμού.
124.
Τα τέλη αεροδρομίου εμφανίζονται, σύμφωνα με την περιγραφή της προσφεύγουσας, ως εισφορά των επιβατών για τη χρήση των εγκαταστάσεων του αερολιμένα, τις οποίες συντηρεί και επεκτείνει η GASL, τα δε έσοδα από τα τέλη αυτά διανέμονται μεταξύ της GASL και της προσφεύγουσας. Και εδώ, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να τύχει διαφορετικής μεταχειρίσεως από τους επιχειρηματίες που ασκούν δραστηριότητα εντός του αερολιμένα.
125.
Ασφαλώς, οι δασμοί επί των εισαγομένων στο Γιβραλτάρ εμπορευμάτων δεν συνδέονται άμεσα με οικονομική δραστηριότητα τρίτου, αλλά με την υλική είσοδο εμπορευμάτων στο έδαφος του Γιβραλτάρ. Ωστόσο, ούτε ως προς το σημείο αυτό δεν μπορεί η προσφεύγουσα να εξομοιωθεί με πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται το μέτρο. Η κατάσταση της θα μπορούσε να συγκριθεί με την κατάσταση άλλων επιχειρηματιών οι οποίοι έχουν συμφέρον στην αύξηση των εισαγωγών εμπορευμάτων στο Γιβραλτάρ, π.χ. των επιχειρήσεων μεταφορών.
126.
Τελικά, όλα τα ανωτέρω συμπεράσματα συμφωνούν με τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας, η οποία χαρακτήρισε τα συμφέροντά της τόσο ως φορολογικής αρχής όσο και ως κυρίας του αεροσταθμού ως «χρηματικά» συμφέροντα.
127. γ)
Απομένει να εξεταστεί το συμφέρον της προσφεύγουσας όσον αφορά την υποχρέωση της να μεριμνά για την ευημερία των κατοίκων του Γιβραλτάρ. Εν προκειμένω, δεν απομένει παρά να καθορίσουμε κατά πόσον η προσφεύγουσα θίγεται ατομικά, στο μέτρο που επικαλείται τα οικονομικά συμφέροντα των κατοίκων του Γιβραλτάρ. Θα πρέπει, ακόμα, να διευκρινιστεί συναφώς ότι η προσφεύγουσα — όπως αντιλαμβάνομαι τα επιχειρήματά της — δεν επικαλείται προσβολή των αρμοδιοτήτων της όσον αφορά την οικονομική ζωή στο Γιβραλτάρ. Δεν βλέπω, εξάλλου, σε τι θα μπορούσε να συνίσταται αυτή η προσβολή. Η προσφεύγουσα δεν προέβαλε επίσης επιχειρήματα τα οποία να καταδεικνύουν ότι οι αρμοδιότητές της απογυμνώνονται από κάθε περιεχόμενο στην πράξη καθόσον η οικονομική ζωή στο Γιβραλτάρ θα παραλύσει λόγω του ότι η αεροπορική κίνηση δεν θα αυξηθεί στον αναμενόμενο βαθμό.
128.
Η προσφεύγουσα, προς στήριξη της απόψεως ότι μπορεί να εκπροσωπήσει τα συμφέροντα των κατοίκων του Γιβραλτάρ, επικαλείται την κρίση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Chris International Foods ( 85 ).
129.
Στην υπόθεση εκείνη, επρόκειτο για προσφυγή ακυρώσεως και αγωγή αποζημιώσεως τις οποίες είχε ασκήσει ένας επιχειρηματίας βάλλοντας κατά αποφάσεως της Επιτροπής να επιτρέψει σε κράτος μέλος, δυνάμει του άρθρου 115 της Συνθήκης ΕΟΚ, να εξαιρέσει της κοινοτικής μεταχειρίσεως τις μπανάνες καταγωγής ορισμένων χωρών της ζώνης δολαρίου, οι οποίες είχαν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σε άλλα κράτη μέλη. Η Δημοκρατία του Αγίου Δομίνικου, ένα από τα κράτη των οποίων η παραγωγή εμφανώς ευνοείτο από το εν λόγω μέτρο, ζήτησε να παρέμβει δυνάμει του άρθρου 37 του Οργανισμού (ΕΟΚ) του Δικαστηρίου. Στο τέλος της διατάξεως, το Δικαστήριο έκρινε συναφώς ως εξής:
«Το Δικαστήριο κρίνει ότι η Δημοκρατία του Αγίου Δομίνικου είναι πρόσωπο που δικαιολόγησε επαρκώς το συμφέρον του για τη λύση της διαφοράς κατά την έννοια του άρθρου 37, παράγραφος 2, του Οργανισμού του Δικαστηρίου και ότι συνεπώς πρέπει να της επιτραπεί να παρέμβει».
130.
Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, από τα ανωτέρω δεν προκύπτει ότι η προσφεύγουσα μπορεί να θεωρηθεί ως ατομικώς θιγόμενη στην παρούσα υπόθεση. Η διάταξη του Δικαστηρίου αναφέρει, στην πραγματικότητα, δύο πράγματα, ήτοι
—
ότι μπορούσε να γίνει επίκληση των συμφερόντων των παραγωγών μπανανών του Αγίου Δομινικου προκειμένου το εν λόγω κράτος να ασκήσει παρέμβαση
—
ότι το συμφέρον αυτό είναι δικαιολογημένο από πλευράς του άρθρου 37, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου.
131.
Όσον αφορά το πρώτο σημείο, μπορούμε πράγματι να διερωτηθούμε αν πρέπει να θεωρηθεί ότι τρίτα κράτη και άλλες κοινότητες μπορούν, λόγω της αποστολής τους που συνίσταται στην προώθηση του κοινού συμφέροντος, να επικαλούνται όχι μόνον τα δικά τους συμφέροντα αλλά και τα συμφέροντα των επιχειρηματιών που ασκούν δραστηριότητα επί του εδάφους τους, ακόμα και όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο. Αν η συλλογιστική αυτή γινόταν δεκτή, ο εκάστοτε προσφεύγων θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως εάν τα συμφέροντα που επικαλείται θεμελιώνονταν σε δικά του δικαιώματα. Όμως, ακόμα και αν γινόταν δεκτή μια τέτοια δυνατότητα, ο προσφεύγων δεν θα ενομιμοποιείτο προς άσκηση της προσφυγής παρά μόνον στο μέτρο που οι επιχειρηματίες, των οποίων τα συμφέροντα επικαλείται, νομιμοποιούνταν οι ίδιοι προς τούτο.
132.
Συνεπώς, ένας τέτοιος προσφεύγων, στο μέτρο που δεν επικαλείται κανένα ειδικό δικό του συμφέρον, οφείλει να αποδείξει ότι οι εν λόγω επιχειρηματίες, ή τουλάχιστον ορισμένοι από αυτούς, θίγονται οι (διοι ατομικά ( 86 ).
133.
Φθάνω, έτσι, στο δεύτερο από τα ζητήματα που θίγει η διάταξη Chris International Foods. Εκείνο που πρέπει να συγκρατήσουμε είναι ότι ο παρεμβαίνων πρέπει απλώς να δικαιολογεί συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς. Ενόψει της πολύ ελαστικής πρακτικής του Δικαστηρίου, προς την οποία είναι απολύτως σύμφωνη η ανωτέρω διάταξη, οι σχετικές απαιτήσεις είναι πολύ λιγότερες από τις προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ένα πρόσωπο ως ατομικώς θιγόμενο ( 87 ), ίσως ακριβώς διότι οι προϋποθέσεις ασκήσεως ευθείας προσφυγής από ιδιώτες καθορίζονται κατά πολύ περιοριστικό τρόπο από το άρθρο 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης.
134.
Συνεπώς, από τη διάταξη που επικαλείται η προσφεύγουσα δεν προκύπτει ότι νομιμοποιείται στην άσκηση της προσφυγής στην προκειμένη περίπτωση. Θα έπρεπε, αντιθέτως, να αποδείξει προς τούτο ότι οι επιχειρηματίες τους οποίους εκπροσωπεί, ή τουλάχιστον ορισμένοι από αυτούς, θίγονται ατομικά. Ωστόσο, δεν έχουμε κανένα σχετικό στοιχείο.
135.
Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η υπό κρίση προσφυγή δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, καθόσον η προφεύγουσα δεν θίγεται άμεσα από την προσβαλλόμενη διάταξη. Ωστόσο, το συμπέρασμα αυτό δεν οδηγεί, κατά τη γνώμη μου, σε αρνησιδικία, χωρίς να είναι ανάγκη να εξεταστεί το ζήτημα — που εθίγη κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση — των δυνατοτήτων που παρέχουν τα εσωτερικά μέσα ενδίκου προστασίας. Ασφαλώς, είναι αναμφισβήτητο ότι η προσφεύγουσα, ιδίως υπό την ιδιότητά της ως κυρίας του αεροσταθμού, έχει μεγάλο συμφέρον στην ανάπτυξη των αεροπορικών συνδέσεων του Γιβραλτάρ. Όμως, το επίδικο μέτρο δεν συνιστά προσβολή της υφισταμένης καταστάσεώς της, ούτε αποδείχθηκε ότι η επιζητούμενη βελτίωση της καταστάσεως της τυγχάνει ειδικής εννόμου προστασίας. Συνεπώς, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι υπήρξε προσβολή δικαιώματος της προσφεύγουσας και ότι δεν παρασχέθηκε στην προσφεύγουσα η προστασία αυτού τον δικαιώματος.
Γ — Συμπέρασμα
136.
Για τους λόγους αυτοΰς, προτείνω στο Δικαστήριο
—
να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 169, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, εκτός των εξόδων των παρεμβαινόντων, τα οποία πρέπει να φέρουν οι ίδιοι δυνάμει της παραγράφου 4 του εν λόγω άρθρου.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 1 ) ΕΕ L 226 της 3ης Αύγούστου 1989, σ. 14.
( 2 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλ(ου 1983, σχετικά με την έγκριοη ταχτικών διαπεριφερειακών αεροπορικών υπηρεσιών για τη μεταφορά επιβατών, ταχυδρομείου και εμπορευμάτων μεταξύ κρατών μελών (ΕΕ L 237 της 26ης Αυγούστου 1983, σ. 19).
( 3 ) Δηλαδή, όπως προκύπτει από το γράμμα της διατάξεως, πτήσεις με ενδιάμεσο σταθμό.
( 4 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 1986, για την τροποποίηση, λόγω της προσχώρησης της Πορτογαλίας, της οδηγίας 83/416/EOK σχετικά με την έγκριση τακτικών διαπεριφερειακών αεροπορικών υπηρεσιών για τη μεταφορά επιβατών, ταχυδρομείου και εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών (ΕΕ L 152 της 6ης Ιουνίου 1986, σ. 47).
( 5 ) Βλ. την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 89/463.
( 6 ) Απόφαση του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 1987, για την κατανομή της μεταφορικής ικανότητας μεταξύ αερομεταφορέων στις τακτικές αεροπορικές γραμμές μεταξύ κρατών μελών και για την πρόσβαση των αερομεταφορέων σε δρομολόγια τακτικών αεροπορικών γραμμών μεταξύ κρατών μελών (ΕΕ L 374 τη; 31ης Δεκεμβρίου 1987, σ. 19).
( 7 ) Βλ. επίσης τα λοιπά κείμενα που δημοσιεύθηκαν στην ΕΕ L 374 (προηγούμενη υποσημείωση), καθώς και την απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Απριλίου 1989, 66/86, Ahmed Sacca Flugreisen (Συλλογή 1989, σ. 803).
( 8 ) Παράρτημα 3 της προσφυγής.
( 9 ) Δεύτερο εδάφιο του προοιμίου της κοινής δηλώσεως.
( 10 ) Τρίτο εδάφιο του προοιμίου της κοινής δηλώσεως.
( 11 ) Βλ. Δελτίο ΕΚ αριθ. 6, 1987, σημεία 2.1.221 και 2.1.227, καθώς και Δελτίο ΕΚ αριθ. 12, 1987, σημεία 2.1.272 και 2.1.280.
( 12 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1990, για την πρόσβαση των αερομεταφορέων σε δρομολόγια τακτικών ενδοκοινοτικών αεροπορικών γραμμών και για την κατανομή της μεταφορικής ικανότητας επιβατών μεταξύ αερομεταφορέων στις τακτικές αεροπορικές γραμμές μεταξύ κρατών μελών (ΕΕ L 217 της 18ης Αυγούστου 1990, α 8).
( 13 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1992, για την πρόσβαση των κοινοτικών αερομεταφορέων σε δρομολόγια ενδοκοινοτικών αεροπορικών γραμμών (ΕΕ L 240 της 24ης Αυγούστου 1992, σ. 8).
( 14 ) Υπόθεση C-336/90, Συλλογή 1992, σ. Ι-3961.
( 15 ) Υπόθεση C-397/92, Συλλογή 1993. σ. Ι-3971.
( 16 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 4ης Φεβρουαρίου 1991, για τη λειτουργία των αεροπορικών μεταφορών φορτίου μεταξύ κρατών μελών (ΕΕ L 36 της 8ης Φεβρουαρίου 1991, ο. 1)- ο κανονισμός αυτός επίσης καταργήθηκε από τον κανονιομό 2408/92.
( 17 ) Υπόθεση C-128/91, Συλλογή 1993, σ. I-3981.
( 18 ) Τελευταία προς το παρόν υπόθεση της σειράς αυτής αποτελεί η προσφυγή που ασκήθηκε προ ημερών από την Κυβέρνηση του Γιβραλτάρ και την Gibraltar Development Corporation στην υπόθεση C-168/93, Συλλογή 1993, σ. Ι - 4009. Η υπόθεση αυτή αφορά το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 95/93 του Συμβουλίου, της 18ης Ιανουαρίου 1993, σχετικά με τους κοινούς κανόνες κατανομής του διαθέσιμου χρόνου χρήσης (slots) στους κοινοτικούς αερολιμένες (ΕΕ L 14 της 22ας Ιανουαρίου 1993, σ. 1).
( 19 ) Βλ. επίσης κατωτέρω, σημεία 25 επ.
( 20 ) Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 6, παράγραφος 803.
( 21 ) Οι απόψεις της Ισπανίας (βλ. σημείο 2.4, δεύτερο εδάφιο, του υπομνήματος παρεμβάσεως) και του Ηνωμένου Βασιλείου (βλ. σ. 22 των πρακτικών της επ' ακροατηρίου συζητήσεως) συμπίπτουν επί του ζητήματος αυτοΰ.
( 22 ) Αναφερόμενος οτο εξής οτα δικαιώματα xat τα συμφέροντα της προσφεύγουσας, θα βασίζομαι στους ισχυρισμούς της ίδιας της προσφεύγουσας. Δεν είναι πρόθεση μου — χαι δεν είναι άλλωστε απαραίτητο —να λάβω θέση με τις προτάσεις αυτές επί της διαφοράς που υφίσταται μεταξύ των δύο ενδιαφερομένων κρατών μελών.
( 23 ) Σελίδες 6 έως 8 και 11 του παρατηρήσεων του.
( 24 ) Σελίδα 36 των παρατηρήσεων της.
( 25 ) Σελίδα 25, σημεία IV.4 και 5.
( 26 ) Σελίδα 6 της κοινής γνωμοδοτήσεως των Sir William Wade και Eli Lauterpacht, που περιέχεται στην απάντηση στη δεύτερη ερώτηση του Δικαστηρίου.
( 27 ) Βλ. σελίδα 3 της γνωμοδοτήσεως του Kenneth W. Harris και σελίδα 1, στοιχεία Α και Β, της κοινής γνωμοδοτήσεως των Sir W. Wade και Ε. Lauterpacht, που αποτελούν παραρτήματα των παρατηρήσεων της προσφεύγουσας επί της ενστάσεως απαραδέκτου.
( 28 ) Απόφαση της 8η; Οκτωβρίου 1974. 18/74, Syndical gíníral du personnel des organismes européens κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμο; 1974, σ. 425).
( 29 ) Σκέψη 7 (η υπογράμμιση δική μου).
( 30 ) Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mancini, της 11ης Ιουνίου 1986, στην υπόθεση 282/85, DEFI κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 2469, 2470, συγκεκριμένα σ.2471, σημείο 2).
( 31 ) Ανωτέρω σημείο 33.
( 32 ) Το σημείο 4 του προαναφερθέντος τηλεγραφήματος (ανωτέρω σημείο 30) φαίνεται να καθιερώνει, για την περίπτωση αυτή, κανόνα υπέρ της αρμοδιότητας του Κυβερνήτη:
«Επιθυμούμε (...) να επιστήσουμε την προσοχή σε οριομένες γενικές εξαιρέσεις οι οποίες πρέπει να ιοχύουν όσον αφορά τον κατάλογο των συγκεκριμένων ζητημάτων τοπικού ενδιαφέροντος. Επισημαίνεται ότι, για ορισμένους μείζοντες λόγους, ορισμένες αρμοδιότητες πρέπει να παραμείνουν στον Κυβερνήτη, έστω και αν το ζήτημα φαίνεται εκ πρώτης όψεως να είναι “τοπικού ενδιαφέροντος”. Πρέπει, κατά τη γνώμη μας, να περιληφθούν μεταξύ των εξαιρέσεων αυτών όλα τα ζητήματα που αφορούν την Αυτής Μεγαλειότητα (π.χ. τιμητικές διακρίσεις, εμβλήματα, κ.λπ.), την εφαρμογή στο Γιβραλτάρ διεθνών συμβάσεων, την εκτέλεση στο Γιβραλτάρ συμβατικών διεθνών υποχρεώσεων και τη συμμετοχή του Γιβραλτάρ σε ειδικευμένους διεθνείς οργανισμούς (...)»
Ωστόσο, κατά την τρέχουσα πρακτική φαίνεται ότι η κεντρική διοίκηση προσπαθεί να διαφυλάξει την αυτοτέλεια των τοπικών διοικητικών οργάνων (βλ. τη δήλωση του Βρετανού εκπροσώπου ενώπιον επιτροπής του OHE της 6ης Αυγούστου 1979, η οποία μνημονεύεται στη σελίδα 9 της κοινής γνωμοδοτήσεως (βλ. ανωτέρω υποσημείωση 26) και κατά την προφορική διαδικασία (σ. 39 των πρακτικών της επ' ακροατηρίου συζητήσεως) βλ. επίσης την απάντηση της Βρετανικής Κυβερνήσεως στην ερώτηση αν ο Κυβερνήτης προέβη σε καμία ενέργεια στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως για να εμποδίσει την άσκηση της προσφυγής (σ. 60 των πρακτικών της επ' ακροατηρίου συζητήσεως). Ωστόσο, μια τέτοια γενική πρακτική —η οποία εξάλλου μπορεί να μεταβληθεί — δεν επιτρέπει τη συναγωγή σαφών συμπερασμάτων όσον αφορά το νομικό καθεστώς της «Κυβερνήσεως του Γιβραλτάρ».
( 33 ) Βλ. σημείο 5.5 των παρατηρήσεων του Ηνωμένου Βασιλείου επί της ενστάσεως απαραδέκτου.
( 34 ) Βλ. επίσης το σημείο 7 των απαντήσεων του Ηνωμένου Βασιλείου στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου.
( 35 ) Βλ σημείο 38 των απαντήσεων του Ηνωμένου Βασιλείου στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου.
( 36 ) Βλ π.χ. τη διάταξη της 8ης Δεκεμβρίου 1987, 152/87, Montgomery κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1987, σ. 4899, σκέψη 9. Το βάρος αποδείξεως μπορεί να αναστραφεί σε ειδικές περιπτώσεις, μεταξύ άλλων όσον αφορά την απόδειξη της ενάρξεως της προθεσμίας ασκήσεως της προσφυγής, όταν η έναρξη αυτή εξαρτάται από κοινοποίηση εκ μέρους του καθοΰ (βλ. π.χ. την απόφαση της 13ης Ιουλίου 1989, 58/88, Olbrechls κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 2643).
( 37 ) Σημεία 6 και 7 της κοινής γνωμοδοτήσεως (ανωτέρω υποσημείωση 26).
( 38 ) Βλ. 0.21, σημείο ΙΙ.8, των παρατηρήσεων της προσφεύγουσας επί της ενστάσεως απαραδέκτου.
( 39 ) Στο κεφάλαιο «Δημόσιες υπηρεσίες».
( 40 ) Στο κεφάλαιο «Υπηρεσίες αποφέρουσες έσοδα».
( 41 ) Για περισσότερες λεπτομέρειας, βλ. τις σελίδες 31 έως 33 του δικογράφου της προσφυγής. Είναι περίεργο το ότι η προσφεύγουσα ουδόλως συνδέει τα συμφέροντα που επικαλείται και τα οποία άπτονται των αρμοδιοτήτων της ως δημοσίας εξουσίας με τα «συγκεκριμένα ζητήματα τοπικού ενδιαφέροντος», τα οποία υποτίθεται ότι αφορά η προσφυγή.
( 42 ) Βλ. τις προτάσεις μου της 19ης Ιανουαρίου 1988 στις υποθέσεις 62/87 και 72/87, Περιφερειακή Κυβέρνηση της Βαλλονίας κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 1581, και συγκεκριμένα σ. 1582, σημείο 13).
( 43 ) Βλ. προηγούμενη υποσημείωση, καθώς και απόφαση της 11ης Ιουλίου 1984, 222/83, Commune de Differdange (Συλλογή 1984, σ. 2889).
( 44 ) Οι διατάξεις τις οποίες προσκόμισαν η προσφεύγουσα και το Ηνωμένο Βασίλειο προβλέπουν στην πραγματικότητα απλώς το δικαίωμα του Secretary of State να διατυπώνει τη γνώμη του (βλ. άρθρο 16 του CAA Regulations του 1983 και άρθρο 21 του CAA Regulations του 1991). Ωστόσο, συμφωνά με τις επιστολές που προσκόμισε η προσφεύγουσα (παραρτήματα Β και C των απαντήσεων στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου), φαίνεται ótl υπάρχει καθιερωμένη πρακτική να ζητείται και η γνώμη της προσφεύγουσας.
( 45 ) Απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1985, 11/82, Πειραϊκή-Πατραϊκή κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 207).
( 46 ) Βλ. παράρτημα 8, in fine, των παρατηρήσεων της Ισπανικής Κυβερνήσεως.
( 47 ) Το αυτό ισχύει χαι όσον αφορά την αρμόδια για την εναέρια κυκλοφορία ισπανική αρχή, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της. Η κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των βρετανικών και των ισπανικών αρχών πολιτικής αεροπορίας όσον αφορά τις πτήσεις από και προς το Γιβραλτάρ φαίνεται να είναι το κύριο αντικείμενο της κοινής δηλώσεως.
( 48 ) Βλ. την τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 83/416.
( 49 ) Απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 1986, 169/84, Cofaz κατά Επιτροπής [Συλλογή 1986, σ. 391, σκέψη 30 (η υπογράμμιση δική μου)].
( 50 ) Βλ. υπό το πνεύμα αυτό τις προτάσεις του γενικού εισαγγελία Warner της 13η; Δεκεμβρίου 1978, 103/78 έως 109/78 Sociéié des Usines do Beauport κατή Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 20, συγκεκριμένα α 25).
( 51 ) Βλ. ανωτέρω σημείο 41.
( 52 ) Το ζήτημα αυτό συζητήθηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, χωρίς οι διάδικοι να μπορέσουν να προτείνουν συγκεκριμένο μέσο παροχής έννομη; προστασίας προβλεπόμενο από την εσωτερική έννομη τάξη.
( 53 ) Το Δικαστήριο έχει ήδη απορρίψει επιχείρημα ανάλογο με αυτό της Ισπανικής Κυβερνήσεως με την απόφαση της 1ης Ιουλίου 1965. 106/63 και 107/63, Töpfer κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 101) βλ. την ανάλυση, αφενός του Δικαστηρίου (σελίδες 104-105) και, αφετέρου, του γενικού εισαγγελέα (σελίδες 112-114).
( 54 ) Βλ. επίσης, εκτός των διατάξεων που αναφέρονται στις τρεις επόμενες υποσημειώσεις, τη διάταξη της 8ης Απριλίου 198765/87 R, Pfizer κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 1691). Με τη διάταξη αυτή ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου έκρινε επί αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων και επιφυλάχθηκε ρητώς ως προς το παραδεκτό της προσφυγής (σκέψη 15).
( 55 ) Διάταξη του Δικαστηρίου της 27ης Απριλίου 1988, 352/87, Farzoo και Kortmann κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 2281).
( 56 ) Διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 13ης Ιουλίου 1988, 160/88 R, FEDESA κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 4121).
( 57 ) Διατάξεις του Δικαστηρίου της 7ης Δεκεμβρίου 1988, 138/88, Flourez κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 6393), και 160/88, FEDESA κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 6399).
( 58 ) Πάγια νομολογία στις υποθέσεις όπου η προσβαλλόμενη διάταξη περιλαμβανόταν σε κανονισμό: βλ. π.χ. την απόφαση της 5ης Μαΐου 1977, 101/76, Koninklijke Scholten Honig κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1977, α 257, σκέψη 6).
( 59 ) Βλ. την απόφαση της 22ας Μαίου 1990, C-70/88, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου(«Τσερνομπίλ») (Συλλογή 1990, σ. I-2041, σκέψη 26).
( 60 ) Βλ. ανωτέρω υποσημειώσεις 56 και 57.
( 61 ) Βλ. ανωτέρω σημεία 68 έως 70.
( 62 ) Αυτό δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι η επίδικη διάταξη μπορεί να προσβληθεί ως εάν επρόκειτο για «απόφαση που απευθύνεται σε άλλο πρόσωπο» κατά την έννοια του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο. Συμφωνά με τη λογική που εφαρμόστηκε στην υπόθεση 160/88 R, μια οδηγία, καίτοι απευθύνεται στα κράτη μέλη, μπορεί να παραγάγει αποτελέσματα κανονιστικής φύσεως μέσω των εθνικών διατάξεων μεταφοράς της στο εσωτερικό δίκαιο. Αυτή η — οπωσδήποτε προβληματική —λογική καλύπτει και τις διατάξεις αποφάσεως που απευθύνεται στα κράτη μέλη. Κατά την άποψη μου, ωστόσο, δεν είναι απαραίτητο να εμβαθύνουμε επί του ζητήματος αυτού, δεδομένου ότι — και θα επανέλθω επ' αυτού (κατωτέρω σημείο 97) —η προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 173, δεύτερο εδάφιο, όσον αφορά τις αποφάσεις συνιστά γενικότερη προϋπόθεση ότι το προσβαλλόμενο μέτρο πρέπει να αφορά τον προσφεύγοντα ατομικά. Η εφαρμογή αυτής της αρχής εξασφαλίζει συγχρόνως και το ότι οι δυνατότητες προσφυγής κατά των διατάξεων του παραγώγου δικαίου υπόκεινται πάντοτε στα ίδια αντικειμενικά κριτήρια, ανεξαρτήτως του πλαισίου εντός του οποίου είναι ενταγμένες, ανεξαρτήτως δηλαδή του αν περιλαμβάνονται σε κανονισμό, οδηγία ή απόφαση.
( 63 ) Βλ. ανωτέρω σημείο 71.
( 64 ) Προτάσεις της 27ης Οκτωβρίου 1992, C-309/89, Codorniu κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. I-1856, σημεία 22 έως 37).
( 65 ) Η απόφαση που εκδόθηκε εν τω μεταξύ στην υπόθεση Buckl (απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1992 C-15/91 και C-108/91, Bucki κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, α I-6061) είναι, κατ' εμέ, σύμφωνη προς την άποψη αυτή. Ασφαλώς, στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο στηρίχθηκε καταρχάς στον χαρακτήρα «κανονισμού γενικής ισχύος» του ζητουμένου από τους προσφεύγοντες μέτρου (σκέψεις 24 έως lb). Ωστόσο, οι επόμενες σκέψεις (27 έως 30) αναφέρονται, αν εξεταστούν πιο προσεκτικά, στο κατά πόσον οι η άρνηση λήψεως αυτού του μέτρου, την οποία προσέβαλαν οι προσφεύγοντες, τους αφορούσε ατομικά.
( 66 ) Απόφαση της 15ης Ιουλίου 1963, 25/62, Plaumaim κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1954-1964, ο. 937, συγκεκριμένα σ. 942).
( 67 ) Βλ. την απόφαση της 16ης Μαρτίου 1978, 123/77, UNICME κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1978, σ. 301, σκέψη 16).
( 68 ) Βλ. για περισσότερες λεπτομέρειες τις προτάσεις μου οτην προαναφερθείσα υπόθεση Codorniu, σημεία 39 επ.
( 69 ) Ανωτέρω σημεία 55 και 56.
( 70 ) Βλ., για περισσότερες λεπτομέρειες, κατωτέρω σημείο 122.
( 71 ) Βλ ανωτέρω σημεία 64 και 65.
( 72 ) Βλ ανωτέρω σημεία 61, 64 και 65.
( 73 ) Ανωτέρω σημεία 58 και 59.
( 74 ) Βλ. π.χ. την απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1985, Πειραϊκή-Πατραίκή, óπ. αν., σκέψεις 28 έως 31 βλ. επίσης τις προτάσεις μου στην υπόθεση Codorniu, όπ. αν. (υποσημείωση 40), σημείο 40.
( 75 ) Απόφαση Töpfer, όπ. αν. (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 101).
( 76 ) Απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1971, 62/70, Bock κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ.977).
( 77 ) Βλ. σημείο Ι.2 των πραγματικών περιστατικών.
( 78 ) Βλ. τις προτάσεις μου της 17ης Σεπτεμβρίου 1992, C-313/90 CIRFS κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-1148, σημεία 83 έως 86 και 88 έως 90).
( 79 ) Βλ. την απόφαση της 26ης Ιουνίου 1990, C-152/88 Sofrimport κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. I-2477), καθώς και την απόφαση Bucki, ανωτέρω υποσημείωση 65.
( 80 ) Απόφαση της 16ης Μαΐου 1991, C-358/89, Extramet κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1991, ο. I-2501).
( 81 ) Και η υπόθεση Cotanta αφορούσε προσβολή υφισταμένης καταστάσεως, καθόσον είχε αφαιρεθεί από την προσφεύγουσα η δυνατότητα που είχε μέχρι τότε να χρησιμοποιεί την ένδειξη «crémant» για τους αφρώδεις οίνους της. Η προσβολή αυτή είχε επιπλέον, όπως και στην υπόθεση Extramet, άμεσο αποτέλεσμα επί της καταστάσεως της προσφεύγουσας έναντι των ανταγωνιστών της [(βλ. σημεία 49 έως 51 των προτάσεων μου στην υπόθεση Codorniu, 6π. αν. (υποσημείωση 64)].
( 82 ) Κατά τη γνώμη μου, και η απόφαση Buick (βλ. ανωτέρω υποσημείωση 58), με την οποία κρίθηκε ότι ο προσφεύγων δεν είχε προστατευόμενο έννομο συμφέρον στη θέσπιση των προστατευτικών μέτρων που ξητοΰσε, συνηγορεί υπέρ της απόψεως αυτής. Λογικά, στην περίπτωση εκείνη δεν τέθηκε θέμα εφαρμογής της νομολογίας Extramet.
( 83 ) Ανωτέρω σημεία 105 έως 107.
( 84 ) Ανωτέρω σημείο 114.
( 85 ) Διάταξη της 23ης φεβροθαριου 1983, 91/82 και 200/82, Chris International Foods (Συλλογή 1983, σ. 417).
( 86 ) Απόφαση DEFI, όπ. αν. (Συλλογή 1986, α 2469, σκέψη 16).
( 87 ) Βλ. την ανάλυση του Wolf στο: Von der Groeben, Thiesing Ehlermann, Kommentar zum EWG-Vertrag, 4η έκδοση 1991, όσον αφορά το άρθρο 37 του Οργανισμού (ΕΟΚ) του Δικαστηρίου.
Full & Egal Universal Law Academy