Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α - Πραγματικά περιστατικά
1. Στο πλαίσιο της παρούσας δίκης για την αναγνώριση παραβάσεως της Συνθήκης, η Επιτροπή προσάπτει στην Ελληνική Δημοκρατία ότι δεν μετέφερε εγκαίρως στο εσωτερικό δίκαιο την οδηγία 82/470/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1982, σχετικά με τα μέτρα που προορίζονται να διευκολύνουν την πραγματική άσκηση της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών για τις μη μισθωτές δραστηριότητες των απασχολουμένων σε ορισμένες βοηθητικές υπηρεσίες των μεταφορών και των πρακτόρων ταξιδίων (ομάδα 718 ΔΤΤΒ) καθώς και των εναποθηκευτών (ομάδα 720 ΔΤΤΒ) (1).
2. Η οδηγία αυτή παραπέμπει με τις πρώτες αιτιολογικές σκέψεις της στη νομική κατάσταση κατά τη Συνθήκη ΕΟΚ στους τομείς της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών:
"Κατά την εφαρμογή της Συνθήκης, απαγορεύεται, μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, κάθε διακριτική μεταχείριση με βάση την ιθαγένεια σε θέματα εγκαταστάσεως και παροχής υπηρεσιών (...)"
3. Βάσει αυτού, η τρίτη αιτιολογική σκέψη περιγράφει τον σκοπό της οδηγίας ως εξής:
""Πάντως, ελλείψει αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων ή άμεσου συντονισμού, φαίνεται σκόπιμο να διευκολυνθεί η πραγματοποίηση του δικαιώματος εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών για τις δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στις ομάδες 718 ΔΤΤΒ και 720 ΔΤΤΒ με την έγκριση μέτρων που αποσκοπούν, κυρίως, στην αποτροπή των υπερβολικών δυσχερειών για τους υπηκόους των κρατών μελών, στα οποία η πρόσβαση στις δραστηριότητες αυτές δεν εξαρτάται από όρους."
4. Προς τον σκοπό αυτό προβλέφθηκε σειρά μέτρων των κρατών μελών, με τα οποία θα διευκολυνθεί η άσκηση των δραστηριοτήτων που προβλέπονται στο άρθρο 2. Σ' αυτά περιλαμβάνονται, κατ' αρχάς, οι υποχρεώσεις τις οποίες υπέχουν τα κράτη μέλη ως κράτη υποδοχής. Το άρθρο 4, παράγραφοι 1 έως 5, της οδηγίας ρυθμίζει, εν προκειμένω, την αναγνώριση των αποδείξεων ως προς την εντιμότητα, ως προς το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος δεν έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως και ως προς την οικονομική επιφάνεια. Τα άρθρα 5 έως 7 αφορούν τις προϋποθέσεις του κράτους υποδοχής όσον αφορά τα προσόντα. Τα άρθρα 6 και 7, παράγραφοι 1 έως 3, ορίζουν συναφώς σε ποιες περιπτώσεις πρέπει να αναγνωρίζεται ορισμένος βαθμός επαγγελματικής πείρας ως απόδειξη για την κατοχή των απαιτουμένων γνώσεων και ικανοτήτων. Κατά το άρθρο 5, τα κράτη μέλη, στα οποία η ανάληψη και η άσκηση μιας από τις δραστηριότητες, για τις οποίες ισχύει η οδηγία, είναι δυνατή μόνον εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις ειδικεύσεως, μεριμνούν για την ενημέρωση του δικαιούχου ο οποίος υποβάλλει τη σχετική αίτηση, σχετικά με τη ρύθμιση στην οποία υπόκειται η δραστηριότητα που προτίθεται να ασκήσει, πριν εγκατασταθεί ή πριν αρχίσει να ασκεί προσωρινά δραστηριότητα.
5. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 6, και κατά το άρθρο 7, παράγραφος 4, ως κράτη προελεύσεως, προκειμένου να εξασφαλίσουν την καλή λειτουργία του συστήματος της οδηγίας, να ορίσουν εντός της προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο τις αρμόδιες αρχές και οργανισμούς για την έκδοση των εκάστοτε βεβαιώσεων και να τις γνωστοποιούν αμέσως στα υπόλοιπα κράτη μέλη και την Επιτροπή.
6. Το άρθρο 8 ορίζει την προθεσμία για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο σε 18 μήνες μετά την κοινοποίηση της οδηγίας. Δεδομένου ότι η οδηγία κοινοποιήθηκε στα κράτη μέλη στις 2 Ιουλίου 1982, η προθεσμία αυτή έληξε στις 2 Ιανουαρίου 1984.
7. Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν έλαβε εντός της προβλεπομένης προθεσμίας, ούτε από την καθής ούτε κατά οποιονδήποτε άλλο τρόπο, πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο στην Ελλάδα, συνήγαγε ότι η καθής δεν συμμορφώθηκε προς τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία. Για τον λόγο αυτό προέβη στην πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, την οποία κίνησε με έγγραφο της 16ης Απριλίου 1985. Η Επιτροπή ζήτησε με το έγγραφο οχλήσεώς της καθώς και με την αιτιολογημένη γνώμη της από την Ελληνική Δημοκρατία να της γνωστοποιήσει τα θεσπισθέντα μέτρα, που αποσκοπούσαν στη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Η Επιτροπή δεν θεώρησε ικανοποιητικές τις απαντήσεις της Ελληνικής Κυβερνήσεως στο πλαίσιο της πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασίας και άσκησε την παρούσα προσφυγή.
8. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
1) να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει εντός της καθορισθείσας προθεσμίας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προς συμμόρφωση της με την οδηγία 82/470/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1982, σχετικά με τα μέτρα που προορίζονται να διευκολύνουν την πραγματική άσκηση της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών για τις μη μισθωτές δραστηριότητες των απασχολουμένων σε ορισμένες βοηθητικές υπηρεσίες των μεταφορών και των πρακτόρων ταξιδίων (ομάδα 718 ΔΤΤΒ) καθώς και των εναποθηκευτών (ομάδα 720 ΔΤΤΒ), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της Συνθήκης ΕΟΚ
2) να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
9. Η καθής ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή και να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα. Κατά την έγγραφη διαδικασία υποστήριξε την άποψη ότι συμμορφώθηκε προς τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία. Με το υπόμνημα αντικρούσεώς της προσκόμισε προς στήριξη του ισχυρισμού αυτού ένα νόμο, ένα προεδρικό διάταγμα, ένα νομοθετικό διάταγμα και μία υπουργική εγκύκλιο. Κατά την προφορική διαδικασία παραδέχθηκε πάντως κατόπιν σχετικής παρατηρήσεως ότι κατά τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο είχαν επέλθει καθυστερήσεις, επειδή οι αρμοδιότητες κατανέμονται σε διάφορα υπουργεία.
10. Δεν θα ήθελα να εξετάσω εδώ λεπτομερέστερα τα πραγματικά περιστατικά και τους ισχυρισμούς των διαδίκων, μπορώ όμως να παραπέμψω σχετικά στην έκθεση ακροατηρίου.
Β - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
11. Ι. Κατ' αρχάς, λίγα λόγια για το αντικείμενο της παρούσας δίκης.
1. Το προηγουμένως αναφερθέν αίτημα της προσφυγής θέτει το ερώτημα, κατά πόσον η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο κατά την άποψη της Επιτροπής παραλείφθηκε. Η Επιτροπή επιλέγει τη σταθερά εν προκειμένω χρησιμοποιούμενη διατύπωση, όπως γνωρίζουμε, για παράδειγμα, από τις παράλληλες δίκες για αναγνώριση παραβάσεως της Συνθήκης κατά δύο άλλων κρατών μελών (2), όταν επιθυμεί να ισχυριστεί ότι κανένα από τα απαιτούμενα μέτρα δεν ελήφθη (εμπροθέσμως). Υπό αυτή την έννοια εκφράσθηκε επίσης στο υπόμνημα απαντήσεώς της. Οπωσδήποτε, η ερμηνεία αυτή του αιτήματος της προσφυγής μπορεί εν προκειμένω να αμφισβητηθεί, δεδομένου ότι η Επιτροπή στο δικόγραφο της προσφυγής της, με την οποία προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 38, στοιχείο γ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου το αντικείμενο της διαφοράς, αναφέρεται μόνο σε μερικές από τις δραστηριότητες που κατονομάζονται στα άρθρα 2 και 3 της οδηγίας, δηλαδή τη δραστηριότητα των ναυτικών πρακτόρων, των τουριστικών γραφείων, των εναποθηκευτών και των πραγματογνωμόνων επί τροχαίων ατυχημάτων οι λοιπές δραστηριότητες δεν αναφέρονται ρητώς. Εντούτοις, αυτό εξηγείται από την εξέλιξη της πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασίας. Πράγματι, η Επιτροπή ζήτησε με το έγγραφο οχλήσεως από την καθής να της προσκομίσει πλήρη κατάλογο των διαφόρων εθνικών διατάξεων, οι οποίες εξασφαλίζουν τη θέση σε ισχύ κάθε μιας από τις διατάξεις της οδηγίας. Η καθής, απαντώντας σχετικά, χωρίς πάντως να ανακοινώσει το κείμενο των διατάξεών της, έδωσε στοιχεία σχετικά με τις διατάξεις, οι οποίες ισχύουν για τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο δικόγραφο της προσφυγής. Εξάλλου, ανέφερε ακόμη τη δραστηριότητα των εφοδιαστών πλοίων-ναυλομεσιτών πλοίων, η οποία δεν διέπεται στην Ελλάδα από καμία ρύθμιση. Βάσει των στοιχείων αυτών υποστήριξε την άποψη ότι δεν υφίσταται μεν ακόμη πλήρης μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο, πλην όμως λαμβανομένης υπόψη της αναμορφώσεως, η οποία ήδη πραγματοποιείται, η νομική κατάσταση στην Ελλάδα δεν βρίσκεται σε αντίθεση προς το κοινοτικό δίκαιο.
12. Με την αιτιολογημένη γνώμη της η Επιτροπή αναφέρθηκε λεπτομερώς μόνο στη δραστηριότητα των ναυτικών πρακτόρων και των εναποθηκευτών, απέρριψε δε τα επιχειρήματα της Ελληνικής Κυβερνήσεως. Στο τέλος όμως της αιτιολογημένης αυτής γνώμης ανέφερε ότι μετά την απάντηση στο έγγραφο οχλήσεώς της δεν έλαβε εξάλλου καμία ανακοίνωση εκ μέρους της καθής που να επιτρέπει τη διαπίστωση ότι η Ελλάδα εξεπλήρωσε τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία. Επομένως, η Επιτροπή έχει την άποψη, έτσι αντιλαμβάνομαι εγώ το δικόγραφο της προσφυγής, ότι η καθής δεν έλαβε κανένα από τα απαιτούμενα μέτρα για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.
13. 2. Κατά την προφορική διαδικασία προέκυψε μεν ότι η καθής - κατά τη γνώμη επίσης της Επιτροπής - θέσπισε εν πάση περιπτώσει μερικές από τις απαιτούμενες διατάξεις κατά τη διάρκεια της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας, αυτό όμως δεν μπορεί να επηρεάσει την απόφαση του Δικαστηρίου. Αντικείμενο της αποφάσεως αυτής αποτελεί μόνο η νομική κατάσταση, η οποία υφίστατο κατά τη λήξη της προθεσμίας, την οποία η Επιτροπή έταξε με την αιτιολογημένη γνώμη της (3).
14. ΙΙ. Την προσφυγή με το κατ' αυτό τον τρόπο προσδιορισθέν αντικείμενο, όπως ακριβώς συνάγεται από την στην αρχή αναφερθείσα, αν και κατά το περιεχόμενό της αόριστη, ομολογία της καθής κατά την προφορική διαδικασία, θεωρώ εξ ολοκλήρου βάσιμη. Κανένα από τα στοιχεία της καθής και καμία από τις διατάξεις που προσκόμισε δεν περιέχει ενδείξεις για το ότι κινήθηκε εμπροθέσμως ή και πραγματοποιήθηκε η μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.
15. 1. 'Οσον αφορά τα στοιχεία και τις διατάξεις, τα οποία αναφέρονται σε μεμονωμένες δραστηριότητες στην Ελλάδα, έπρεπε να εξεταστεί αν ανταποκρίνονται στις διατάξεις της οδηγίας, προς τις οποίες έπρεπε να συμμορφωθούν τα κράτη μέλη ως κράτη υποδοχής. Αντίθετα από την άποψη της καθής, δεν αρκεί εν προκειμένω η διασφάλιση της ίσης μεταχειρίσεως Ελλήνων υπηκόων και υπηκόων άλλων κρατών μελών. Οι καθοριζόμενες στην οδηγία υποχρεώσεις για την αναγνώριση των εκδοθεισών στο κράτος προελεύσεως βεβαιώσεων, ιδίως, περί εντιμότητας, μη πτωχεύσεως και επαγγελματικής πείρας υπερβαίνουν τις κατά τη Συνθήκη υποχρεώσεις, όπως φαίνεται και από τις αρχικά αναφερθείσες αιτιολογικές σκέψεις. Με αυτά τα δεδομένα πρέπει να γίνουν δεκτά τα ακόλουθα.
16. α) Σχετικά με τη δραστηριότητα των πρακτόρων μεταφορών (άρθρο 2, σημείο Α, της οδηγίας), η καθής προσκόμισε το προεδρικό διάταγμα 453/1984, της 5ης Οκτωβρίου 1984. Το διάταγμα αυτό, κατά το άρθρο του 1, αποβλέπει στην εφαρμογή του κανονισμού 11 της 27ης Ιουνίου 1960 (4). Δεν περιέχει τους προβλεπόμενους στα άρθρα 4, 6 και 7 της οδηγίας κανόνες περί της αναγνωρίσεως των βεβαιώσεων άλλων κρατών μελών, ιδίως, περί της εντιμότητας, της μη πτωχεύσεως και της επαγγελματικής πείρας του ενδιαφερομένου και, επομένως, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επαρκές μέτρο μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Πάντως, είναι αμφίβολο αν η μεταφορά αυτή στο εσωτερικό δίκαιο απαιτείται καν εν προκειμένω. Πράγματι, το προεδρικό διάταγμα δεν θέτει κανενός είδους προϋποθέσεις για την πρόσβαση στις δραστηριότητες των πρακτόρων μεταφορών ή για την άσκηση των εν λόγω δραστηριοτήτων. Η καθής ανέφερε στο υπόμνημα αντικρούσεως ότι η πρόσβαση στο επάγγελμα του πράκτορα μεταφορών δεν ρυθμίζεται στην Ελλάδα, το δε προσκομισθέν προεδρικό διάταγμα αποτελεί τη μοναδική ρύθμιση στον εν λόγω τομέα. Αν αυτό ευσταθεί, δεν υφίσταται μεν μέχρι του σημείου αυτού καμία υποχρέωση για τη μεταφορά των αναφερθεισών διατάξεων της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Αυτό όμως δεν επηρεάζει κατά τίποτε την κρίση επί της προσφυγής, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν προέβαλε καμία ιδιαίτερη αιτίαση όσον αφορά τη δραστηριότητα των πρακτόρων μεταφορών, η δε αδράνεια της Ελλάδας βάλλεται μόνο καθόσον απαιτούνταν μέτρα για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο.
17. β) 'Οσον αφορά τη δραστηριότητα των ναυτικών πρακτόρων (άρθρο 2, σημείο Α, της οδηγίας), η Ελληνική Κυβέρνηση παραδέχεται ότι απαιτείται η μεταφορά των διατάξεων της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, αλλά ακόμη καθυστερεί. Διαβιβάζει το κείμενο μιας εγκυκλίου του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας (3111.9/2407, της 22ας Απριλίου 1988) και αναφέρει ότι έχει τύχει επεξεργασίας ένα νομοσχέδιο, με το οποίο εξασφαλίζεται στους υπηκόους άλλων κρατών μελών η πρόσβαση στο επάγγελμα του ναυτικού πράκτορα χωρίς δυσμενείς διακρίσεις έναντι των ιδίων υπηκόων.
18. Πρέπει πράγματι να γίνει δεκτό ότι η προσκομισθείσα εγκύκλιος δεν έχει τον νομικό χαρακτήρα που πρέπει να έχει μία πράξη περί μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο, σύμφωνα με πάγια νομολογία (5), για να ανταποκρίνεται στο άρθρο 189, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ. Εγκύκλιοι αυτού του είδους, πράγματι, δεν εξασφαλίζουν ότι το περιεχόμενο της οδηγίας λαμβάνει τη μορφή αναγκαστικού εθνικού δικαίου, το οποίο πέρα της δεσμεύσεως της διοικήσεως έχει άμεσα αποτελέσματα έναντι των τρίτων (6). Εξάλλου, και το κείμενο της εγκυκλίου δεν ανταποκρίνεται στις διατάξεις της οδηγίας. Ορίζεται μεν, σύμφωνα με το περιεχόμενο του νομοσχεδίου, όπως αυτό αναφέρθηκε από την καθής, στο σημείο 3 της εγκυκλίου ότι στους υπηκόους άλλων κρατών μελών χορηγείται η άδεια για την εξάσκηση του επαγγέλματος του ναυτικού πράκτορα υπό τους αυτούς όρους με αυτούς που προβλέπονται για τους 'Ελληνες υπηκόους από τις ελληνικές διατάξεις. 'Ομως δεν προβλέπεται τίποτε που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των ρυθμίσεων περί ισοτιμίας των άρθρων 4, 6 και 7 της οδηγίας. Επομένως, η παράβαση της καθής είναι εν προκειμένω βεβαία.
19. γ) 'Οσον αφορά τη δραστηριότητα των τουριστικών γραφείων (άρθρο 2, σημείο Β, στοιχείο α, της οδηγίας) συμβαίνει το αυτό. Ο προσκομισθείς εν προκειμένω νόμος 393/1976 θέτει για την άσκηση της δραστηριότητας αυτής προϋποθέσεις που αφορούν τόσο την εντιμότητα (7) και το γεγονός ότι ο αιτών δεν έχει κηρυχθεί σε πτώχευση (8), όσο και τα προσόντα του αιτούντος (9). Αυτό δημιουργούσε για την καθής την υποχρέωση να μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο τις ρυθμίσεις περί ισοτιμίας των άρθρων 4, 6 και 7. Εντούτοις, αυτό δεν συνέβη. 'Οσον αφορά τις προϋποθέσεις εντιμότητας και της μη πτωχεύσεως, δεν ορίζεται ποια άλλα πιστοποιητικά ή δηλώσεις εκτός του αποσπάσματος ποινικού μητρώου αναγνωρίζονται (βλ. άρθρο 4, παράγραφος 1 στο τέλος και παράγραφος 3, της οδηγίας). 'Οσον αφορά τις αποδείξεις ως προς τα προσόντα, έπρεπε να μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 6, παράγραφος 3, σε συνδυασμό με το άρθρο 7 εντούτοις, αντίστοιχες διατάξεις επίσης δεν υπάρχουν στον προσκομισθέντα νόμο.
20. Εξάλλου, θεωρώ επίσης πολύ αμφίβολο κατά πόσον το άρθρο 3 του αναφερθέντος νόμου, το οποίο ρυθμίζει τη χορήγηση αδειών σε 'Ελληνες και αλλοδαπούς, ανταποκρίνεται στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των άρθρων 52 και 59 της Συνθήκης ΕΟΚ. Στην περίπτωση Ελλήνων αιτούντων δημιουργεί μεν μία υποχρέωση απαλλαγμένη αιρέσεων για τη χορήγηση της άδειας (10), όταν συντρέχουν οι προβλεπόμενες στο άρθρο 4 προϋποθέσεις, στην περίπτωση όμως αλλοδαπών η χορήγηση της άδειας εναπόκειται στην κρίση της αρμόδιας αρχής (11), εκτός εάν το κράτος προελεύσεως προβλέπει για τους 'Ελληνες την αξίωση για την αντίστοιχη άδεια (αμοιβαιότητα). 'Ομως το ζήτημα αυτό δεν έχει σημασία για την παρούσα δίκη, δεδομένου ότι η Επιτροπή προβάλλει ως αιτίαση μόνο τη μη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο και όχι παράβαση των αναφερθεισών διατάξεων της Συνθήκης.
21. δ) 'Οσον αφορά τις δραστηριότητες των εναποθηκευτών (άρθρο 2, σημείο Γ, της οδηγίας), η Ελληνική Κυβέρνηση προσκόμισε το νομοθετικό διάταγμα 3077/1954. Στο εν λόγω νομοθετικό διάταγμα καθορίζεται, μεταξύ άλλων, ως προϋπόθεση για τη χορήγηση αδείας για την ίδρυση "γενικής αποθήκης" το να μην έχει ο αιτών καταδικαστεί λόγω ορισμένων αδικημάτων (12), καθώς και να μη έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως ή να μη εκκρεμεί τοιαύτη αίτηση (13). Εντούτοις, το νομοθετικό διάταγμα δεν περιέχει καμία διάταξη για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας. Δεδομένου επιπλέον ότι ο Υπουργός Εμπορίου μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 4, περίπτωση 8, δεύτερο εδάφιο, να ζητήσει αποδείξεις για την οικονομική επιφάνεια του ενδιαφερομένου, υπήρχε επίσης λόγος και για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 4, παράγραφος 4, της οδηγίας, το οποίο ρυθμίζει την αναγνώριση των βεβαιώσεων των τραπεζών άλλων κρατών μελών εντούτοις, ούτε αυτό συνέβη.
22. ε) Τέλος, θα αναφερθώ στη διενέργεια του τεχνικού ελέγχου ή της τεχνικής πραγματογνωμοσύνης των αυτοκινήτων (άρθρο 2, σημείο Δ, στοιχείο α, της οδηγίας στο εξής: δραστηριότητες των πραγματογνωμόνων για αυτοκίνητα). Για τις δραστηριότητες αυτές, σύμφωνα με τον μη αντικρουσθέντα ισχυρισμό της καθής, στην Ελλάδα δεν υφίσταται γενικώς καμία προϋπόθεση. Καθόσον αυτό συμβαίνει, δεν απαιτείται η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο. Εντούτοις, η Επιτροπή προβάλλει ρητώς την αιτίαση ότι μεταφέρθηκε στο εσωτερικό δίκαιο η οδηγία, όσον αφορά τον τομέα εκείνο, για τον οποίο η Ελλάδα επικαλείται το άρθρο 55 της Συνθήκης ΕΟΚ. Πρόκειται για τη δραστηριότητα του πραγματογνώμονα επί τροχαίων ατυχημάτων, που προβλέπεται στο άρθρο 3, σημείο Δ (τίτλος: Ελλάδα), της οδηγίας.
23. Σύμφωνα με τα στοιχεία της καθής, ο χαρακτηρισμός αυτός στηρίζεται στο άρθρο 51 του ελληνικού Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. Εντούτοις, ο χαρακτηρισμός αυτός δεν ευσταθεί διότι οι δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 2, σημείο Δ, στοιχείο α, της οδηγίας δεν αποτελούν αντικείμενο ρυθμίσεως στην Ελλάδα και δεν υπάρχει εκεί, εξάλλου, κανένα επάγγελμα με την αναφερθείσα ονομασία. Αφορά μόνο την υποβολή μεμονωμένων γνωματεύσεων. Εντούτοις, όλες αυτές οι σκέψεις δεν έχουν για μας καμία σημασία, διότι τα κατά το άρθρο 3 της οδηγίας στοιχεία, σύμφωνα με την εισαγωγική πρόταση της διατάξεως αυτής, έχουν ενδεικτικό και μόνο χαρακτήρα.
24. Το μόνο που πρέπει να εξεταστεί είναι αν συντρέχει μία από τις δυνατές περιπτώσεις του άρθρου 2. Οι δραστηριότητες συνίστανται στη διαπίστωση, με γνωμάτευση, ορισμένων πραγματικών περιστατικών που έχουν σχέση με τροχαία ατυχήματα για λογαριασμό δικαστηρίων και αρχών κατόπιν παραγγελίας αυτών ή κατόπιν αιτήσεως ενός διαδίκου. Η Ελληνική Κυβέρνηση προφανώς εκκινεί από το ότι η δραστηριότητα αυτή εμπίπτει στο άρθρο 2, σημείο Δ, στοιχείο α, της οδηγίας. Χωρίς να χρειάζεται να υπεισέλθουμε στις λεπτομέρειες των ελληνικών διατάξεων - τις διατάξεις αυτές δεν μας τις προσεκόμισε κανείς από τους διαδίκους - αρκεί κατά τη γνώμη μου η διαπίστωση ότι, εν πάση περιπτώσει, ένα μέρος των δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στο άρθρο 2, σημείο Δ, στοιχείο α - ιδίως, καθόσον αυτές έχουν σχέση με τροχαία ατυχήματα -, καλύπτονται από την έννοια του πραγματογνώμονα επί τροχαίων ατυχημάτων κατά τις ελληνικές διατάξεις, όπως μας παρουσιάστηκαν οι διατάξεις αυτές από την καθής.
25. 'Οσον αφορά τις κατ' αυτόν τον τρόπο περιγραφείσες δραστηριότητες, η Ελλάδα ήταν υποχρεωμένη, σύμφωνα με το γράμμα της οδηγίας, να λάβει μέτρα για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο. Η υποβολή γνωματεύσεων στα δικαστήρια και στις αρχές υπό την ιδιότητα των "πραγματογνωμόνων επί τροχαίων ατυχημάτων" εξαρτάται, πράγματι, στην Ελλάδα από την εγγραφή σε έναν κατάλογο, στον οποίο ο ενδιαφερόμενος μπορεί να εγγραφεί, σύμφωνα με στοιχεία που παρέχει η Ελλάδα, μόνον εφόσον ο αιτών έχει επιστημονικοτεχνική κατάρτιση ή επαγγελματική πείρα, όσον αφορά την τροχαία κυκλοφορία. Επομένως, απαιτείται η κατοχή επαγγελματικών γνώσεων και ικανοτήτων, η οποία πρέπει να αποδεικνύεται με την κατάρτιση ή την επαγγελματική πείρα. Κατά συνέπεια, η Ελλάδα ήταν υποχρεωμένη, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας, να μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο τους κανόνες που προβλέπονται από αυτήν, οι οποίοι καθορίζουν λεπτομερώς σε ποια έκταση οι πράγματι ασκούμενες δραστηριότητες πρέπει να αναγνωρίζονται ότι αποτελούν απόδειξη των απαιτουμένων γνώσεων και ικανοτήτων.
26. Η Ελληνική Κυβέρνηση φαίνεται να αμφισβητεί τη συνέπεια αυτή, καθόσον αναφέρει ότι η ελληνική ρύθμιση δεν αφορά τις δραστηριότητες στο σύνολό τους, αλλά μόνο την υποβολή μεμονωμένων γνωματεύσεων. Εντούτοις, ούτε αυτό έχει σημασία, δεδομένου ότι το άρθρο 6, παράγραφος 2, σύμφωνα με το σαφές γράμμα του, δεν αναφέρεται μόνο στην ανάληψη αλλά και επίσης και στην άσκηση της οικείας δραστηριότητας (14). Δεδομένου ότι αυτή υπόκειται σε περιοριστικές προϋποθέσεις εντός του καθού κράτους μέλους - αν και πρόκειται για ορισμένο μερικότερο τομέα -, η υποχρέωση για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο υφίσταται, επίσης, και εν προκειμένω.
27. Κατά την άποψη της Ελλάδας, οι δραστηριότητες αυτές εμπίπτουν, εντούτοις, στο άρθρο 55 της Συνθήκης ΕΟΚ.
28. Αν η άποψη αυτή ευσταθούσε, η οδηγία δεν θα επεκτεινόταν στην πραγματικότητα επ' αυτού του σημείου. Πράγματι θα εξέπιπτε τότε το άρθρο 57 της Συνθήκης ΕΟΚ ως νομική βάση, οπότε η σύμφωνη προς τη Συνθήκη ερμηνεία, η οποία ως γνωστόν προηγείται της διαπιστώσεως της ακυρότητας, θα είχε ως αποτέλεσμα να έχει η οδηγία ένα αντίστοιχα στενότερο πεδίο εφαρμογής.
29. Εντούτοις, οι αναφερθείσες δραστηριότητες δεν εμπίπτουν στο άρθρο 55 της Συνθήκης ΕΟΚ.
30. Κατ' αρχάς, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η έννοια της δημόσιας εξουσίας είναι έννοια κοινοτικού δικαίου. Πράγματι, χαράσσει τα "((κοινοτικού δικαίου)) όρια (...), ώστε να μη εξουδετερώνεται, με μονομερείς διατάξεις των κρατών μελών, η πρακτική αποτελεσματικότητα της Συνθήκης (στον τομέα της ελευθερίας εγκαταστάσεως))" (15). 'Ηδη, με βάση αυτό το δεδομένο, μπορεί να απορριφθεί ο ισχυρισμός της Ελληνικής Κυβερνήσεως στο υπόμνημα αντικρούσεως, κατά τον οποίο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που συνδέονται με την έννοια της "δημόσιας εξουσίας", διότι, κατά τις ελληνικές νομοθετικές διατάξεις, κατά την εγγραφή στους καταλόγους προτιμώνται οι υπάλληλοι ή οι πρώην υπάλληλοι. Η αντίρρηση αυτή καταλήγει στον καθορισμό του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 55 σύμφωνα με εθνικά κριτήρια και, επομένως, σύμφωνα με την αναφερθείσα νομολογία, δεν είναι βάσιμη.
31. Υπό το πρίσμα του άρθρου 55 της Συνθήκης ΕΟΚ, η εξέταση της υποθέσεως θα μπορούσε να σταματήσει στο σημείο αυτό, δεδομένου ότι η καθής δεν προέβαλε κανένα άλλο σχετικό επιχείρημα κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία. Εντούτοις, από το υπόμνημα αντικρούσεως προκύπτει επίσης ότι η πραγματογνωμοσύνη για την οποία γίνεται λόγος υπόκειται στους ειδικούς όρους των ελληνικών διατάξεων μόνο καθόσον πραγματοποιείται για δικαστήρια ή αρχές. Επειδή στις δίκες κατά το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ προέχει το δημόσιο συμφέρον για την τήρηση του κοινοτικού δικαίου εκ μέρους των κρατών μελών, θεωρώ σκόπιμο να εξεταστεί το άρθρο 55 και υπό το πρίσμα αυτό, παρόλον ότι η Ελλάδα δεν διαμόρφωσε την υπεράσπισή της κατά την έννοια αυτή.
32. Το Δικαστήριο δεν έχει μέχρι τώρα ακόμη ορίσει γενικώς και αφηρημένως την έννοια της "δημόσιας εξουσίας" κατά την έννοια του άρθρου 55 της Συνθήκης ΕΟΚ. Εντούτοις, στην υπόθεση Reyners (16) αποφάνθηκε επί περιπτώσεως, η οποία αντιστοιχεί σ' αυτήν της παρούσας δίκης. Η περίπτωση αυτή χαρακτηρίζεται από το ότι το κράτος προβαίνει μέσω των οργάνων του στην άσκηση δημόσιας εξουσίας, ενώ η δραστηριότητα του ενδιαφερομένου, για την οποία γίνεται λόγος, σχετίζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο με την κρατική αυτή δράση. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας καταστάσεως, η δραστηριότητα του ενδιαφερομένου κοινωνεί της νομικής φύσεως της κρατικής δράσεως ως άσκηση δημοσίας εξουσίας μόνο σε περίπτωση που συνιστά "αυτή καθ' αυτή άμεση και ειδική συμμετοχή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας" (17). Ενόψει όλων των κυρίων δραστηριοτήτων του δικηγορικού επαγγέλματος, το Δικαστήριο αρνήθηκε την προϋπόθεση αυτή:
"Επαγγελματικές παροχές υπηρεσιών που συνεπάγονται επαφή με τα δικαστήρια, έστω και αν παρέχονται τακτικώς και εντάσσονται οργανικώς στο πλαίσιο της ενώπιον δικαστηρίου διαδικασίας και απολήγουν σε υποχρεωτική σύμπραξη κατά την εκτέλεση των καθηκόντων των δικαστηρίων, δεν αποτελούν, αυτές καθ' αυτές, συμμετοχή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας. Ειδικότερα, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως συμμετοχή στη δημόσια εξουσία οι χαρακτηριστικές δραστηριότητες του δικηγορικού επαγγέλματος, όπως η παροχή νομικών συμβουλών και νομικής αρωγής ούτε, επίσης, η εκπροσώπηση και υπεράσπιση του εντολέως ενώπιον των δικαστηρίων, ακόμα και όταν η παρεμβολή ή η αρωγή δικηγόρου είναι υποχρεωτική ή όταν το καθήκον αυτό ανατίθεται αποκλειστικά, βάσει του νόμου, στους δικηγόρους." (18)
33. Το Δικαστήριο εκθέτει συναφώς ως αιτιολογία:
"Πράγματι, η άσκηση των δραστηριοτήτων αυτών δεν επηρεάζει την κρίση της δικαστικής αρχής και την ελεύθερη άσκηση της δικαστικής εξουσίας." (19)
34. Οι σκέψεις αυτές μπορούν να ισχύσουν στην προκειμένη περίπτωση. Ελλείψει άλλων στοιχείων, μπορούμε να λάβουμε ως βάση ότι οι διαπιστώσεις ενός πραγματογνώμονα επί τροχαίων ατυχημάτων στην Ελλάδα, ο οποίος βάσει εντολής μιας αρχής ή ενός δικαστηρίου διατυπώνει γνωμάτευση, δεν δεσμεύουν τον εντελλόμενο φορέα. Με τον τρόπο αυτό, υπάρχει το πολύ έμμεση συμμετοχή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας. Το συμπέρασμα αυτό δικαιολογείται ακόμη περισσότερο καθόσον το κράτος δεν έχει μόνο τον έλεγχο της αξιοποιήσεως του περιεχομένου συγκεκριμένων γνωματεύσεων, αλλά και τον έλεγχο της ασκήσεως της δραστηριότητας εξ ολοκλήρου (20).
35. Ο ισχυρισμός της καθής, όσον αφορά τις δραστηριότητες των πραγματογνωμόνων επί αυτοκινήτων, κατά τον οποίο οι δραστηριότητες των πραγματογνωμόνων επί τροχαίων ατυχημάτων εμπίπτουν στο άρθρο 55 της Συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει επομένως να απορριφθεί.
36. Αυτό μας καθιστά δυνατό, επίσης, να απορρίψουμε το επιχείρημα της καθής που αναφέρθηκε κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, ότι δηλαδή οι δραστηριότητες των πραγματογνωμόνων επί τροχαίων ατυχημάτων αποτελούν αντικείμενο δηλώσεως μερικών κρατών μελών, τα οποία ζήτησαν κατά την επεξεργασία της οδηγίας να περιληφθεί στα πρακτικά του Συμβουλίου η εν λόγω δήλωση, κατά την οποία η οδηγία δεν ισχύει για τις δραστηριότητες των πραγματογνωμόνων επί τροχαίων ατυχημάτων. Επειδή η δήλωση αυτή, εν πάση περιπτώσει, καθόσον αφορά την Ελλάδα, δεν συμφωνεί ούτε με το άρθρο 55 ούτε με το κείμενο της οδηγίας, το περιεχόμενό της είναι ασυμβίβαστο προς το κοινοτικό δίκαιο. Επομένως, εντελώς ανεξάρτητα από τον μονομερή της χαρακτήρα (21), δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη.
37. Μόνο χάριν πληρότητας πρέπει να αναφερθεί ότι η Ελλάδα δεν δικαιούται κατά τη Συνθήκη να επιφυλάσσει τις δραστηριότητες των πραγματογνωμόνων επί τροχαίων ατυχημάτων στους ιδίους υπηκόους. Αν η προτίμηση υπαλλήλων και πρώην υπαλλήλων κατά την εγγραφή στον προαναφερθέντα κατάλογο καταλήγει σ' αυτό το αποτέλεσμα - πράγμα πάντως που η καθής αμφισβητεί -, τότε αυτό συνιστά μία περαιτέρω παράβαση της Συμβάσεως, η οποία εντούτοις δεν αποτελεί καθεαυτή αντικείμενο της παρούσας προσφυγής οπωσδήποτε, η ορθή μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο προϋποθέτει λογικά ότι εξαλείφεται κάθε δυσμενής διάκριση έναντι των υπηκόων άλλων κρατών μελών.
38. Επομένως, σε συμφωνία με την Επιτροπή, πρέπει εν συνόλω να διαπιστωθεί ότι υφίσταται επίσης παράβαση εκ μέρους της καθής και όσον αφορά τις δραστηριότητες πραγματογνωμόνων επί αυτοκινήτων (άρθρο 2, σημείο Δ, στοιχείο α, της οδηγίας).
39. στ) Ως προς καμία από τις δραστηριότητες που συζητήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. πιο πάνω σημεία α έως ε), των οποίων η άσκηση εξαρτάται από προϋποθέσεις σχετικά με τα προσόντα, δεν μπορεί να διαπιστωθεί μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 5 της οδηγίας, το οποίο αφορά την ενημέρωση των ενδιαφερομένων για τις εν προκειμένω ισχύουσες απαιτήσεις.
40. 2. 'Οσον αφορά τις υποχρεώσεις των κρατών μελών ως κρατών προελεύσεως που απορρέουν από το άρθρο 4, παράγραφος 6, και άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας, οι οποίες συνίστανται στον καθορισμό των αρχών που είναι αρμόδιες για την έκδοση των πιστοποιητικών κατά το άρθρο 4, παράγραφοι 1 έως 5, άρθρο 6, καθώς και άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Κυβέρνηση δεν ανακοίνωσε καμία νομοθετική διάταξη που να αποσκοπεί στη μεταφορά των ρυθμίσεων αυτών στο εσωτερικό δίκαιο. Απλώς διευκρίνισε, κατόπιν ερωτήσεως του Δικαστηρίου, ότι η Γενική Διεύθυνση Σχέσεων Ελλάδας-Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι αρμόδια να εκδίδει πιστοποιητικά προς τους ενδιαφερομένους, οι οποίοι επιθυμούν να ασκήσουν επαγγελματική δραστηριότητα στο έδαφος ενός άλλου κράτους μέλους, αυτά δε τα χορηγεί βάσει διπλωμάτων σχετικά με την ειδίκευση του ενδιαφερομένου, βάσει βεβαιώσεων του αρμοδίου επαγγελματικού επιμελητηρίου και της οικείας οικονομικής εφορίας κ.λπ. Η εν λόγω Γενική Διεύθυνση ορίστηκε στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για την ένταξη της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής αναφορικά με την ανακοίνωσή της της 13ης Ιουλίου 1974 (22). Επομένως, πρώτον, δεν υφίστανται μέτρα, τα οποία να περιβάλλονται τη νομική μορφή που απαιτείται για τη μεταφορά οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο. Δεύτερον, ο χαρακτηρισμός της αναφερθείσας Γενικής Διεύθυνσης ως αρμοδίας αρχής, τον οποίο επικαλείται η καθής, δεν αφορά τα πιστοποιητικά σύμφωνα με την οδηγία 82/470, για τα οποία πρόκειται στην παρούσα υπόθεση (23). Καθόσον η Ελληνική Κυβέρνηση με το υπόμνημα ανταπαντήσεώς της παραπέμπει στην αρμοδιότητα ορισμένων αρχών για την παραλαβή πιστοποιητικών, αγνοεί, κατά τη γνώμη μου, ότι αυτό δεν αποτελεί αντικείμενο της οδηγίας. Οι υποχρεώσεις των κρατών μελών κατά το άρθρο 4, παράγραφος 6, και κατά το άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας αφορούν τα κράτη αυτά υπό την ιδιότητα των κρατών προελεύσεως, τα οποία δηλαδή εκδίδουν τα πιστοποιητικά, τα οποία πρέπει να δέχονται τα κράτη υποδοχής. Η αρμοδιότητα των αρχών, οι οποίες δέχονται τα πιστοποιητικά, κανονίζεται για τις συγκεκριμένες δραστηριότητες σύμφωνα με τις διατάξεις των κρατών υποδοχής. Από τις παρατηρήσεις της κατά την προφορική διαδικασία προκύπτει ότι η καθής προσχώρησε εν τω μεταξύ στην άποψη αυτή.
41. 3. Επομένως, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η καθής δεν έλαβε εντός της ταχθείσας προθεσμίας τα απαραίτητα μέτρα για τη μεταφορά της οδηγίας 82/470 στο εσωτερικό δίκαιο. Καθόσον η καθής επικαλείται ως προς αυτό "επιφυλάξεις", οι οποίες με μια δήλωση (7889/82.ΕΤS 40) περιελήφθηκαν στα πρακτικά του Συμβουλίου και οι οποίες απετέλεσαν αντικείμενο κοινής δηλώσεως περιεχομένης στα πρακτικά εκ μέρους του Συμβουλίου και της Επιτροπής, έχω τη γνώμη ότι, ελλείψει ακριβέστερης γνώσεως, όσον αφορά το περιεχόμενο όλων αυτών των δηλώσεων, δεν χρειάζεται να υπεισέλθουμε σ' αυτές.
42. Το γεγονός ότι η καθής δυσκολεύτηκε λόγω εσωτερικών περιστάσεων, όπως η κατανομή των εκάστοτε αρμοδιοτήτων, να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο δεν έχει επίσης, κατά πάγια νομολογία, σημασία.
Πρόταση
43. Επομένως, προτείνω:
"1) να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ, επειδή δεν θέσπισε εντός της καθορισθείσας προθεσμίας τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 82/470/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1982, σχετικά με τα μέτρα που προορίζονται να διευκολύνουν την πραγματική άσκηση της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών για τις μη μισθωτές δραστηριότητες των απασχολουμένων σε ορισμένες βοηθητικές υπηρεσίες των μεταφορών και των πρακτόρων ταξιδίων (ομάδα 718 ΔΤΤΒ) καθώς και των εναποθηκευτών (ομάδα 720 ΔΤΤΒ)
2) να καταδικαστεί η Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα."
( *) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 1) ΕΕ 1982, L 213, σ. 1.
( 2) Βλ.
- απόφαση της 21ης Ιουνίου 1988 στην υπόθεση 283/86, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1988, σ. 3271)
- απόφαση της 12ης Ιουλίου 1988 στην υπόθεση 310/86, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1988, σ. 3987).
( 3) 'Ετσι η πάγια νομολογία για τη μεταφορά οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο: βλ. π.χ. την απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1990 στην υπόθεση C-53/88, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1990, σ. Ι-3917, σκέψη 8).
( 4) Κανονισμός του Συμβουλίου περί καταργήσεως των διακρίσεων στον τομέα των τιμών και όρων μεταφοράς κατ' εφαρμογή του άρθρου 79, παράγραφος 3, της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/001, σ. 20).
( 5) Βλ., για παράδειγμα, την απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 1986 στην υπόθεση 239/85, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1986, σ. 3645, σκέψη 7).
( 6) Βλ. την απόφαση της 30ής Μαΐου 1991 στην υπόθεση C-361/88, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1991, σ. Ι-2567, σκέψη 20).
( 7) Βλ. το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β, του νόμου, με το οποίο απαιτείται να μη έχουν επιβληθεί ποινές φυλακίσεως άνω των τριών μηνών λόγω συγκεκριμένων ποινικών πράξεων, πράγμα που πρέπει να αποδεικνύεται με απόσπασμα ποινικού μητρώου.
( 8) Βλ. το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο β, με το οποίο απαιτείται ανάλογο πιστοποιητικό του γραμματέα του αρμοδίου πρωτοδικείου.
( 9) Βλ. το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γ, και παράγραφος 2, στοιχείο δ, το οποίο απαιτεί ως απόδειξη γενικών γνώσεων (βλ. άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 82/470), ενδεικτικό περί περατώσεως ορισμένης γυμνασιακής τάξεως.
( 10) Βλ. την παράγραφο 2: "Η άδεια αύτη χορηγείται (...)" (η υπογράμμιση είναι δική μου.
( 11) Βλ. την παράγραφο 3: "Ομοία άδεια δύναται να χορηγηθεί (...)" (η υπογράμμιση είναι δική μου).
( 12) Βλ. το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α, του νομοθετικού διατάγματος.
( 13) Βλ. το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο β, του νομοθετικού διατάγματος.
( 14) Το εκτεταμένο αυτό πεδίο εφαρμογής είναι επιβεβλημένο όχι μόνο για την πραγματοποίηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών αλλά και για την ελευθερία εγκαταστάσεως: βλ. την απόφαση της 18ης Ιουνίου 1985 στην υπόθεση 197/84, Steinhauser κατά πόλεως Biarritz (Συλλογή 1985, σ. 1819, σκέψη 16).
( 15) Απόφαση της 15ης Μαρτίου 1988 στην υπόθεση 197/86, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1988, σ. 1637, σκέψη 8).
( 16) Απόφαση της 21ης Ιουνίου 1974 στην υπόθεση 2/74, Reyners κατά Βελγίου (Slg. 1974, σ. 631).
( 17) Απόφαση στην υπόθεση Reyners, όπ.π., σκέψεις 45, 54, καθώς και σημείο 2 του διατακτικού επιβεβαιώθηκε με την απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 1989 στην υπόθεση C-3/88, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1989, σ. 4035).
( 18) Απόφαση στην υπόθεση Reyners, όπ.π., σκέψεις 51 επ.
( 19) Απόφαση στην υπόθεση Reyners, όπ.π., σκέψη 53.
( 20) Βλ. προς την άποψη αυτή την απόφαση στην υπόθεση 147/86, όπ.π., σκέψη 10.
( 21) Βλ. ως προς αυτό την απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1985 στην υπόθεση 143/83, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 1985, σ. 427, σκέψεις 12 επ.).
( 22) Για τις αποδείξεις, δηλώσεις και βεβαιώσεις που προβλέπονται στις εκδοθείσες από το Συμβούλιο οδηγίες πριν από την 1η Ιουνίου 1973, στον τομέα του δικαιώματος εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και αφορούν
- την εντιμότητα,
- τη μη κήρυξη σε πτώχευση,
- το είδος και τη διάρκεια των επαγγελματικών δραστηριοτήτων που ασκήθηκαν στις χώρες προελεύσεως
(ABl. 1974, C 81, σ. 1).
( 23) Βλ. τον πίνακα των οδηγιών, επί των οποίων εφαρμόζεται η ανακοίνωση της Επιτροπής: παράρτημα 2 της ανακοινώσεως - βλ. προηγούμενη υποσημείωση.
Full & Egal Universal Law Academy