ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 3ης Οκτωβρίου 1990 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι όικασνές,
1.
Το Verwaltungsgericht Darmstadt με Διάταξη της 11ης Σεπτεμβρίου 1989, υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 12 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου της 15ης Οκτωβρίου 1968 περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας ( 1 ). Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Carmina di Leo και του Ομόσπονδου Κράτους του Βερολίνου.
2.
Η di Leo, ιταλίδα υπήκοος, είναι θυγατέρα ιταλού διακινουμένου εργαζομένου που εργάζεται εδώ και είκοσι πέντε έτη στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Σύμφωνα με το σκεπτικό της Διατάξεως περί παραπομπής, έχει την κύρια κατοικία της στο κράτος αυτό. Λαμβανομένων υπόψη των περιοριστικών όρων εισαγωγής που ίσχυαν την εποχή εκείνη για τις ιατρικές σπουδές στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η di Leo αποφάσισε να αρχίσει παρόμοιες σπουδές στην Ιταλία και ενεγράφη στο πανεπιστήμιο της Σιέννα για το ακαδημαϊκό έτος 1986/1987. Στις 15 Μαΐου 1987 ζήτησε να λάβει, για να συνεχίσει τις σπουδές αυτές, τις παροχές που προβλέπει ο ομοσπονδιακός γερμανικός νόμος περί προωθήσεως της εκπαιδεύσεως, ο αποκαλούμενος Bafög, για την περίοδο από 30ής Σεπτεμβρίου 1986 έως 1992. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, όπως και η ένσταση που άσκησε η ενδιαφερόμενη κατά της απορριπτικής αποφάσεως. Κατόπιν αυτού η di Leo άσκησε στις 18 Σεπτεμβρίου 1987, ενώπιον του Verwaltungsgericht Darmstadt, την προσφυγή που οδήγησε στην υποβολή των προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο.
3.
Ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου το Ομόσπονδο Κράτος του Βερολίνου, καθού της κύριας δίκης, ζήτησε την απόρριψη της προσφυγής, στηριζόμενο σε ορισμένες διατάξεις του Bafög. Ας επισημανθεί ότι ο νόμος αυτός τροποποιήθηκε στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της απορρίψεως της αιτήσεως της di Leo για χορήγηση παροχών και του χρόνου που το Verwaltungsgericht Darmstadt αποφάσισε την προδικαστική παραπομπή. Ο νόμος ο οποίος ίσχυε μέχρι τις 30 Ιουνίου 1988 προέβλεπε ότι οι σπουδαστικές ενισχύσεις για τις σπουδές που πραγματοποιούνται στην Ευρώπη, αλλά εκτός του γερμανικού εδάφους, οι οποίες παρέχονται, σύμφωνα με τον νόμο, αν οι υποψήφιοι δεν μπορούν να ακολουθήσουν τις σπουδές αυτές στο γερμανικό έδαφος — όπως σε περίπτωση numerus clausus — και διαθέτουν τις αναγκαίες γλωσσικές γνώσεις, χορηγούνται μόνο στους Γερμανούς κατά την έννοια του Θεμελιώδους Νόμου ( Συντάγματος ) και τους απάτριδες ή τους λαβόντες πολιτικό άσυλο ή τους πρόσφυγες. Οι αλλοδαποί υπήκοοι της ΕΟΚ δεν μπορούσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις του Bafög που εφαρμοζόταν τότε, να λάβουν σπουδαστική ενίσχυση δυνάμει του νόμου αυτού για να σπουδάσουν στο εξωτερικό. Κατόπιν τροποποιήσεως που ισχύει από 1ης Ιουλίου 1988, η ενίσχυση χορηγείται πλέον και στους « υποψηφίους που σύμφωνα με τον νόμο περί διαμονής κοινοτικών υπηκόων έχουν, ως τέκνα, δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας ή δικαίωμα διαμονής» ( 2 ). Εντούτοις, ο εθνικός νόμος περιορίζει τη διεύρυνση αυτή αποκλείοντας από την ενίσχυση τους υπηκόους της ΕΟΚ που αναφέρθηκαν προηγουμένως όταν η εκπαίδευση « πραγματοποιείται σ' ένα κράτος του οποίου την ιθαγένεια έχει ο εκπαιδευόμενος » ( 3 ).
4.
Όπως προκύπτει, η αίτηση της di Leo δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις που θέτει ο Bafög, ούτε όπως ίσχυε μέχρι τις 30 Ιουνίου 1988 ούτε όπως ισχύει μεταγενέστερα ( 4 ). Το εθνικό δικαστήριο διερωτήθηκε εντούτοις αν το κοινοτικό δίκαιο υποχρεώνει ένα κράτος μέλος, η νομοθεσία του οποίου προβλέπει σπουδαστική ενίσχυση για σπουδές στο εξωτερικό, να χορηγεί την ενίσχυση αυτή στα πρόσωπα που βρίσκονται στην κατάσταση της di Leo. Αναφέρθηκε, σχετικά, ειδικότερα στο άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68.
5.
Ας υπενθυμιστεί ότι η διάταξη αυτή προβλέπει ότι « τα τέκνα του υπηκόου κράτους μέλους που απασχολείται ή έχει απασχοληθεί κατά το παρελθόν στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους γίνονται δεκτά στα μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, μαθητείας και επαγγελματικής εκπαιδεύσεως υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους αυτού του κράτους, εφόσον τα τέκνα αυτά διαμένουν στην επικράτεια του ». Κατά πάγια νομολογία, την οποία υπενθύμισε τελευταία το Δικαστήριο στην απόφαση της 15ης Μαρτίου 1989 επί των υποθέσεων Echternach και Moritz, το προαναφερθέν άρθρο 12:
« αφορά όχι μόνο τους κανόνες για την κατά κυριολεξία πρόσβαση στην εκπαίδευση, αλλά και τα γενικά μέτρα για τη διευκόλυνση της φοιτήσεως » ( 5 ).
Με την ίδια απόφαση το Δικαστήριο, απαντώντας σε ερώτημα που αφορούσε το αν η χρηματοδότηση των σπουδών που προβλέπεται σε ολλανδικό νόμο του 1986 εμπίπτει στα πλεονεκτήματα που αναφέρονται στο άρθρο 12, αποφάνθηκε ότι:
«οι ενισχύσεις που χορηγούνται για την κάλυψη των εξόδων εκπαιδεύσεως και διατροφής του σπουδαστή πρέπει να θεωρούνται ως κοινωνικά πλεονεκτήματα, τα οποία δικαιούνται τα τέκνα των κοινοτικών εργαζομένων υπό τους ίδιους όρους υπό τους οποίους χορηγούνται τα πλεονεκτήματα αυτά στους ημεδαπούς» ( 6 ).
6.
Στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης δεν αμφισβείται ότι η σπουδαστική ενίσχυση για σπουδές στο εξωτερικό, που καθιερώνει ο Bafög, αποτελεί ενίσχυση χορηγούμενη για την κάλυψη των εξόδων εκπαιδεύσεως και διατροφής των δικαιούχων κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου. Η ερμηνευτική δυσχέρεια ανακύπτει όσον αφορά ενδεχόμενο εδαφικό περιορισμό του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 12. Η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, στηριζόμενη ιδίως στο τελευταίο τμήμα φράσεως του πρώτου εδαφίου της διατάξεως αυτής, « εφόσον τα τέκνα αυτά διαμένουν ( *2 ) στην επικράτεια του », καθώς και στους στόχους που επιδιώκει ο κοινοτικός νομοθέτης με τον κανονισμό 1612/68, υποστήριξε ότι ένα κράτος μέλος δεν υπέχει την υποχρέωση να παρέχει στα τέκνα υπηκόου άλλου κράτους μέλους που απασχολείται ή έχει απασχοληθεί κατά το παρελθόν στην επικράτεια του πρώτου κράτους τους ίδιους όρους εγγραφής στην εκπαίδευση με αυτούς που ισχύουν για τους υπηκόους του, αν τα τέκνα του διακινουμένου εργαζομένου φύγουν για να παρακολουθήσουν σπουδές στο εξωτερικό. Η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών υποστήριξε τα ίδια με τις παρατηρήσεις που ανέπτυξε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, ανέπτυξε την αντίθετη άποψη, σύμφωνα με την οποία έπρεπε να θεωρηθεί, στο πλαίσιο μιας μη περιοριστικής ερμηνείας του άρθρου 12, ότι το κράτος μέλος υποδοχής πρέπει να παρέχει στα τέκνα των διακινουμένων εργαζομένων τα ίδια πλεονεκτήματα, όσον αφορά τις σπουδαστικές ενισχύσεις για σπουδές στο εξωτερικό, με αυτά που παρέχει στους υπηκόους του. Στο πλαίσιο της προφορικής διαδικασίας ο εκπρόσωπος της di Leo ανέπτυξε παρατηρήσεις υπέρ μιας τέτοιας ερμηνείας.
7.
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68 θεσπίζει ρήτρα διαμονής, υπό την έννοια ότι το κράτος μέλος υποδοχής πρέπει να εξασφαλίζει τους ίδιους όρους, όπως προβλέπει η διάταξη αυτή, στα τέκνα των διακινουμένων εργαζομένων, εφόαον αυτά οιαμέ-νουν οτψ επικράτεια τον. Εξάλλου, η υποχρέωση του κράτους αυτού να δέχεται τα τέκνα των διακινουμένων εργαζομένων « στα μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, μαθητείας και επαγγελματικής εκπαιδεύσεως » υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του δεν μπορεί, εξ ορισμού, να αφορά παρά μόνο τους όρους αποδοχής στην εκπαίδευση που καθορίζει το κράτος υποδοχής, πράγμα που θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η εκπαίδευση εκτός της επικρατείας του κράτους αυτού εξέρχεται σε κάθε περίπτωση του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 12. Εντούτοις, η ίδια η διατύπωση της διατάξεως δεν είναι τόσο προφανής ώστε να πρέπει να συναχθεί με βεβαιότητα ότι τα τέκνα διακινουμένων εργαζομένων που παρακολουθούν εκπαίδευση εκτός του κράτους υποδοχής δεν μπορούν, στηριζόμενα στη διάταξη αυτή, να επικαλεστούν to πλεονέκτημα των σπουδαστικών ενισχύσεων για σπουδές στο εξωτερικό που χορηγεί το κράτος αυτό στα τέκνα των υπηκόων του. Μέχρι στιγμής το Δικαστήριο δεν έχει αποφανθεί ως προς το αν το άρθρο 12, έτσι όπως είναι διατυπωμένο, αποκλείει το να λαμβάνονται υπόψη τα πλεονεκτήματα που συνδέονται με εκπαίδευση που παρέχεται εκτός του κράτους υποδοχής. Επ' ευκαιρία της παρούσας υπόθεσης πρέπει επομένως το Δικαστήριο να διευκρινίσει σχετικά την ερμηνεία της διατάξεως αυτής.
8.
Η ίδια η διατύπωση της ρήτρας διαμονής του άρθρου 12 επιβάλλει μία προκαταρκτική παρατήρηση. Τα τέκνα των διακινουμένων εργαζομένων πρέπει να γίνονται δεκτά στην εκπαίδευση υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του κράτους υποδοχής, εφόσον τα τέκνα αυτά διαμένουν στην επικράτεια του εν λόγω κράτους. Πρέπει να σημειωθεί ότι σημασία έχει ο τόπος οιαμονής του τέκνου, και όχι ο τόπος όπου παρέχεται η εκπαίδευση. Είναι δυνατόν να νοηθεί περίπτωση στην οποία ένα κράτος μέλος παρέχει στα τέκνα των υπηκόων του που κατοικούν σε παραμεθώριο ζώνη ενίσχυση για την εκπαίδευση που παρακολουθούν πέρα από τα σύνορα, συνεχίζοντας να διαμένουν εντός των συνόρων. Αυτό το κράτος μέλος θα μπορούσε να αρνηθεί το πλεονέκτημα της εν λόγω ενισχύσεως στα τέκνα διακινουμένων εργαζομένων που κατοικούν στην ίδια παραμεθώριο ζώνη, και παρακολουθούν επίσης εκπαίδευση πέρα από τα σύνορα, χωρίς να μεταβάλουν τον τόπο διαμονής τους; Δύσκολα νομίζω θα μπορούσε να επικαλεστεί τη ρήτρα διαμονής του άρθρου 12 και να αρνηθεί ίδια μεταχείριση στο μέτρο που, στην εξεταζόμενη περίπτωση, τα τέκνα του διακινουμένου εργαζομένου θα συνέχιζαν να διαμένουν στο κράτος υποδοχής και θα πληρούσαν, πιθανώς, τις προϋποθέσεις που θέτει η ρήτρα αυτή. Αυτό σημαίνει ότι το γεγονός ότι η εκπαίδευση παρέχεται στο εξωτερικό, εκτός του κράτους υποδοχής, δεν ισοδυναμεί απόλυτα με έλλειψη διαμονής στην επικράτεια του κράτους αυτού. Επομένως η έκταση εφαρμογής του άρθρου 12 γεννά αμφιβολίες τόσο σχετικά με τον εντοπισμό της εκπαιδεύσεως που αφορά όσο και σχετικά με την προϋπόθεση διαμονής που θέτει.
9.
Προς υποστήριξη της απόψεως ότι το άρθρο 12 πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρά, η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ισχυρίστηκε ιδίως ότι η ενίσχυση που χορηγείται σε τέκνο διακινουμένου εργαζομένου για σπουδές που πραγματοποιεί εκτός του κράτους υποδοχής δεν συνδέεται με το σκοπό που επιδιώκει ο κανονισμός 1612/68, δηλαδή την εξασφάλιση της ενσωματώσεως του εργαζομένου αυτού και της οικογένειας του. Το επιχείρημα αυτό οδηγεί στην προσπάθεια να οριοθετηθεί με ακρίβεια, υπό το πρίσμα της νομολογίας του Δικαστηρίου, ο εν λόγω σκοπός ενσωματώσεως.
10.
Στην τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1612/68 αναφέρεται ότι «η ελεύθερη κυκλοφορία συνιστά για τους εργαζομένους και τις οικογένειες τους θεμελιώδες δικαίωμα» και στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη προστίθεται ότι το δικαίωμα αυτό απαιτεί, « για να μπορεί να ασκείται υπό αντικειμενικές συνθήκες ελευθερίας και αξιοπρέπειας, να εξασφαλιστεί πραγματικά και νομικά η ισότητα μεταχειρίσεως ως προς την άσκηση μισθωτής δραστηριότητας και την ανεύρεση στέγης, και επίσης να καταργηθούν τα εμπόδια στην κινητικότητα των εργαζομένων, ιδίως όσον αφορά το δικαίωμα του εργαζομένου να συνοδεύεται από την οικογένεια του και τις προϋποθέσεις της ενσωματώσεως της οικογενείας αυτής στη χώρα υποδοχής ».
11.
Το Δικαστήριο χρειάστηκε, με τη νομολογία του, να διευκρινίσει τη σχέση μεταξύ των μέτρων που προβλέπει ο κανονισμός 1612/68 περί ίσης μεταχειρίσεως και της εννοίας της ενσωματώσεως. Δεν θα αναφέρω τις παλαιότερες αποφάσεις του Δικαστηρίου, η διατύπωση των οποίων είναι σήμερα κλασική, και βα περιοριστώ να υπενθυμίσω τη σημαντική διατύπωση της προαναφερθείσας αποφάσεως επί των υποθέσεων Echternach και Moritz. Στην απόφαση αυτή το Δικαστήριο πράγματι υπογραμμίζει ότι:
« το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι ενός κράτους μέλους που απασχολούνται σε άλλο κράτος μέλος τυγχάνουν ίσης μεταχειρίσεως προς τους ημεδαπούς εργαζομένους, όσον αφορά τα οφέλη που χορηγούνται στα μέλη των οικογενειών τους, συμβάλλει στην ένταξη των εργαζομένων αυτών στην κοινωνική ζωή της χώρας υποδοχής σύμφωνα με τους σκοπούς της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων » ( 7 ).
12.
Με την ίδια απόφαση το Δικαστήριο επισήμανε τη σχέση μεταξύ του δικαιώματος των τέκνων των διακινουμένων εργαζομένων να λαμβάνουν κρατικές σπουδαστικές ενισχύσεις και της ενσωματώσεως των τέκνων αυτών παρατηρώντας ότι:
«η ιδιότητα του τέκνου κοινοτικού εργαζομένου, κατά την έννοια του κανονισμού 1612/68, σημαίνει κυρίως ότι το κοινοτικό δίκαιο αναγνωρίζει την ανάγκη να χορηγούνται τα κρατικά σπουδαστικά επιδόματα για να ενταχθούν τα τέκνα αυτά στην κοινωνική ζωή της χώρας υποδοχής » ( 8 ).
Ενόψει των διατυπώσεων αυτών νομίζω ότι το Δικαστήριο πρέπει να εκτιμήσει την έκταση εφαρμογής του άρθρου 12 του κανονισμού 1612/68 όσον αφορά, πρώτον, τον ενδεχόμενο εδαφικό περιορισμό των σπουδών τις οποίες αφορά και, δεύτερον, την προϋπόθεση διαμονής που θέτει, σε συνάρτηση με τους στόχους που συνήγαγε σχετικά με την ενσωμάτωση.
13.
Υπό το πρίσμα αυτό δεν θεωρώ πραγματικά πειστικό το επιχείρημα που αναφέρθηκε προηγουμένως ότι οι σπουδές που πραγματοποιεί το τέκνο διακινουμένου εργαζομένου εκτός της επικρατείας του κράτους μέλους υποδοχής δεν είναι δυνατό να συμβάλουν στην ενσωμάτωση του στο κράτος αυτό. Ειδικότερα, αν υποτεθεί ότι το κράτος αυτό αρνείται να χορηγήσει στο τέκνο διακινουμένου εργαζομένου τη σπουδαστική ενίσχυση για σπουδές στο εξωτερικό που παρέχει στους υπηκόους του, η ενσωμάτωση του τέκνου αυτού εμφανίζεται, αντίθετα, ελλιπής.
14.
Ας θεωρήσουμε την περίπτωση δύο νέων, ενός υπηκόου κράτους μέλους και ενός τέκνου διακινουμένου εργαζομένου που κατάγεται από άλλο κράτος μέλος, που παρακολούθησαν μαζί την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση και έγιναν δεκτοί για τις ίδιες πανεπιστημιακές σπουδές, από τους οποίους όμως μόνον ο πρώτος έλαβε κρατική ενίσχυση για την πραγματοποίηση των σπουδών αυτών στο εξωτερικό, ενώ οι αρχές αρνήθηκαν την ενίσχυση αυτή στον δεύτερο. Είναι δυνατό να πιστεύσει κανείς ότι ο νέος αυτός, κατά τη στιγμή που θα του γνωστοποιηθεί η άρνηση, θα αισθανθεί ότι έχει ενσωματωθεί στο κράτος μέλος υποδοχής, ότι το κράτος αυτό δεν τον μεταχειρίζεται διαφορετικά από τον συμμαθητή του, με τον οποίο δεν έχει την ίδια ιθαγένεια; Η ενσωμάτωση δεν είναι μόνο νομική έννοια· είναι επίσης κάτι που βιώνεται, κάτι που το αισθάνεται κανείς προσωπικά, ενδόμυχα. Επομένως δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η πραγματική δυνατότητα σπουδών εκτός του κράτους υποδοχής ενός τέκνου διακινουμένου εργαζομένου, που μπορεί να εξαρτάται από την παροχή κρατικής ενισχύσεως, είναι, a priori, ξένη προς το σκοπό ενσωματώσεως στο κράτος αυτό.
15.
Επομένως δεν νομίζω ότι η ερμηνεία ότι η ενίσχυση για τις σπουδές που πραγματοποιούνται εκτός της επικρατείας του κράτους υποδοχής αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 12 είναι η πιο συνεπής υπό το πρίσμα του γενικού σκοπού ενσωματώσεως στην κοινωνική ζωή του κράτους αυτού. Η διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ του τέκνου που είναι υπήκοος του κράτους αυτού και του τέκνου διακινουμένου εργαζομένου που θα ήταν απόρροια μιας τέτοιας ερμηνείας θα ήταν κατά μείζονα λόγο κατακριτέα, διότι οι συγκεκριμένες καταστάσεις των δύο τέκνων θα μπορούσαν στην πραγματικότητα να παρουσιάζουν μεγάλη ομοιότητα. Όταν κανείς έχει ζήσει από της γεννήσεως του ή τα πρώτα παιδικά του χρόνια σε συγκεκριμένο τόπο με την οικογένεια του, η αναχώρηση για σπουδές σε άλλο κράτος αποτελεί παρόμοια αλλαγή των υλικών και συναισθηματικών συνθηκών διαβιώσεως, είτε είναι κανείς υπήκοος του κράτους που αφήνει είτε όχι. Η ενίσχυση που λαμβάνει ή δεν λαμβάνει κανείς από το κράτος αυτό για να αντιμετωπίσει την αλλαγή αυτή δεν είναι οπωσδήποτε, και στην περίπτωση αυτή, άσχετη με το συναίσθημα ενσωματώσεως στο κράτος αυτό.
16.
Νομίζω επομένως ότι ο σκοπός ενσωματώσεως στην κοινωνική ζωή του κράτους μέλους υποδοχής δεν επιβάλλει καθόλου μία ερμηνεία του άρθρου 12 κατά την οποία το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται στις σπουδές εκτός του κράτους αυτού, αλλά μπορεί, αντίθετα, να δικαιολογήσει την εφαρμογή της ίσης μεταχειρίσεως που καθιερώνει η διάταξη αυτή και επί των σπουδών αυτών.
17.
Ας προστεθεί ότι η απόφαση Matteucci ( 9 ), της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, ενισχύει την άποψη αυτή. Ερμηνεύοντας το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, που προβλέπει ότι ο εργαζόμενος υπήκοος κράτους μέλους απολαύει, στο έδαφος των άλλων κρατών μελών, των ιδίων κοινωνικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η διάταξη αυτή
« θεσπίζει γενικό κανόνα που καθιστά κάθε κράτος μέλος υπεύθυνο στον κοινωνικό τομέα έναντι κάθε εργαζομένου που είναι υπήκοος άλλου κράτους μέλους και κατοικεί στο έδαφος του σε θέματα (σης μεταχείρισης με τους ημεδαπούς εργαζομένους »,
και ότι επομένως,
« αν ένα κράτος μέλος παρέχει στους ημεδαπούς εργαζομένους τη δυνατότητα παρακολουθήσεως μαθημάτων που δίνονται εντός άλλου κράτους μέλους, η δυνατότητα αυτή πρέπει να επεκταθεί και στους εργαζομένους υπηκόους άλλων κρατών μελών της Κοινότητας που κατοικούν στο έδαφος του » ( 10 ).
18.
Το άρθρο 7, παράγραφος 2, είναι μία διάταξη που αναφέρεται με αρκετή ακρίβεια στην επικράτεια, υπό την έννοια ότι η ίση μεταχείριση που προβλέπεται στη διάταξη αυτή εξασφαλίζεται « στην επικράτεια » ενός κράτους μέλους υπέρ των εργαζομένων που είναι υπήκοοι άλλου κράτους μέλους. Όπως όμως είδαμε, το Δικαστήριο δέχθηκε μία ερμηνεία της εννοίας αυτής που δεν εμποδίζει τους κοινοτικούς διακινούμενους εργαζομένους που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφος ενός κράτους μέλους να απολαμβάνουν του πλεονεκτήματος που παρέχει το κράτος αυτό στους υπηκόους του για να εκπαιδευτούν εκτός της επικρατείας του. Τίποτα δεν εμποδίζει, νομίζω, την ανάλογη ερμηνεία της εννοίας της επικρατείας που περιέχεται σιωπηρώς στο άρθρο 12. Κατά συνέπεια, η απαίτηση της μεγαλύτερης δυνατής ενσωματώσεως στη κοινωνική ζωή του κράτους μέλους υποδοχής οδηγεί, νομίζω, στο να ερμηνεύεται πράγματι κατά τον τρόπο αυτό η διάταξη αυτή. Συμμερίζομαι επομένως την άποψη του γενικού εισαγγελέα Sir Gordon Slynn ο οποίος, στις προτάσεις του επί της υποθέσεως Matteucci, αναφέρει:
« Κατά τη γνώμη μου, είναι σαφές ότι αν ένα κράτος μέλος συμφωνήσει οι υπήκοοι του να παρακολουθούν μαθήματα σε άλλο κράτος μέλος, τα οποία, αν παρέχονταν στο πρώτο κράτος μέλος, θα αποτελούσαν είτε κοινωνικά πλεονεκτήματα ( άρθρο 7, παράγραφος 2 ), είτε φοίτηση σε επαγγελματικές σχολές ή επανεκπαίδευση ( άρθρο 7, παράγραφος 3 ), ή μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, μαθητείας ή επαγγελματικής εκπαιδεύσεως (άρθρο 12), τότε τα μαθήματα αυτά, σε άλλο κράτος μέλος, εμπίπτουν αντιστοίχως στο άρθρο 7, παράγραφοι 2 και 3 ή στο άρθρο 12. Πρέπει να θεωρηθούν ως μέρος του κρατικού εκπαιδευτικού συστήματος» ( 11 ).
19.
Ας παρατηρηθεί επιπλέον ότι από την πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου φαίνεται να προκύπτει μία αντίστοιχη ερμηνεία του άρθρου 12 και του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, όπως η ερμηνεία που προτείνει στο Δικαστήριο η Επιτροπή. Πράγματι, το Δικαστήριο υπογράμμισε τη σύμπτωση των δύο αυτών διατάξεων στην προαναφερθείσα απόφαση Echternach και Moritz επισημαίνοντας ότι,
« σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η ενίσχυση που χορηγείται για τη διατροφή και την εκπαίδευση για τη συνέχιση δευτοβάθμιων ή ανώτερων σπουδών πρέπει να θεωρείται ως κοινωνικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, το οποίο δικαιούνται οι διακινούμενοι εργαζόμενοι υπό τους ίδιους όρους με τους ημεδαπούς »,
και προσθέτοντας ότι
«η ίδια αρχή ισχύει και για τα τέκνα των εργαζομένων αυτών, όταν γίνονται δεκτά στην εκπαίδευση της χώρας υποδοχής δυνάμει του άρθρου 12 του κανονισμού αυτού, διάταξη που θα έχανε συχνά κάθε αποτελεσματικότητα, αν ερμηνευόταν διαφορετικά » ( 12 ).
20.
Το γεγονός ότι το Δικαστήριο εμπνέεται, για την ερμηνεία του άρθρου 12 του κανονισμού 1612/68, από το άρθρο 7, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, όπως αποδεικνύουν τα προηγούμενα αποσπάσματα, συνηγορεί, επομένως, λαμβανομένης υπόψη και της αποφάσεως Matteucci, υπέρ της απόψεως ότι η ίση μεταχείριση που προβλέπει η πρώτη διάταξη υπέρ των τέκνων των διακινουμένων εργαζομένων δεν αποκλείεται στην περίπτωση που το κράτος μέλος υποδοχής εφαρμόζει για τους υπηκόους του μέτρα που ευνοούν την πραγματοποίηση σπουδών εκτός της επικρατείας του.
21.
Πρέπει, εντούτοις, να εξεταστεί ακόμη αν η προϋπόθεση διαμονής του άρθρου 12 είναι αντίθετη προς την εφαρμογή της ίσης μεταχειρίσεως όταν το τέκνο διακινουμένου εργαζομένου φεύγει για να παρακολουθήσει σπουδές εκτός του κράτους υποδοχής και, για τις ανάγκες των σπουδών του, πρέπει να διαμένει στον τόπο αυτών. Η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών θεωρούν ότι το τέκνο του διακινουμένου εργαζομένου που φεύγει από το κράτος μέλος υποδοχής για να ζήσει, στην πραγματικότητα, στη χώρα που παρακολουθεί σπουδές, δεν πληροί πλέον την προαναφερθείσα προϋπόθεση διαμονής.
22.
Ας υπενθυμιστεί ότι το άρθρο 12 προβλέπει ότι το κράτος μέλος υποδοχής εξασφαλίζει ότι τα τέκνα του διακινουμένου εργαζομένου γίνονται δεκτά στα μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του « εφόσον τα τέκνα αυτά διαμένουν στην επικράτεια του ». Η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας επισήμανε ότι, στο γερμανικό κείμενο του κανονισμού 1612/68, το άρθρο 12 θέτει μία πιο συγκεκριμένη προϋπόθεση « κατοικίας » και όχι διαμονής. Είναι αλήθεια ότι το γερμανικό κείμενο της διατάξεως αυτής θέτει ως εξής την εν λόγω προϋπόθεση: «Wenn sie im Hoheitsgebiet dieses Mitgliedstaats wohnen». Αυτό μεταφράζεται ως εξής: « αν κατοικούν στην επικράτεια αυτού του κράτους μέλους». Το ολλανδικό κείμενο χρησιμοποιεί μία ανάλογη έκφραση: «indien zij aldaar woonachting zijn». Κατά λέξη, αυτό σημαίνει « αν είναι κάτοικοι του ». Το ιταλικό κείμενο πλησιάζει περισσότερο στο γαλλικό κείμενο, θέτοντας ως εξής την προϋπόθεση: «se i figli stessi vi risiedono», δηλαδή «αν τα ίδια τα τέκνα διαμένουν σ' αυτό ». Ας παρατηρηθεί, εντούτοις, ότι στα γερμανικά η λέξη wohnen μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο ως « κατοικώ » όσο και ως « διαμένω » και ότι στα ολλανδικά η λέξη woonachtig μπορεί να μεταφραστεί τόσο όσο ως « κάτοικος » όσο και ως « διαμένων ». Επομένως η χρήση της εκφράσεως αυτής είναι διφορούμενη, και δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι το γερμανικό και το ολλανδικό κείμενο αφορούν τη συγκεκριμένη « κατοικία » και όχι τη « διαμονή » που μπορεί να είναι πιο αφηρημένη. Γι' αυτό στη συνέχεια θα εξακολουθήσω να αναφέρομαι στην προϋπόθεση « διαμονής ».
23.
Η προϋπόθεση αυτή επιδέχεται πολλές ερμηνείες όσον αφορά την περίπτωση του τέκνου που φεύγει για να παρακολουθήσει σπουδές εκτός του κράτους υποδοχής και ζει καθημερινώς στον τόπο όπου σπουδάζει. Πρέπει πράγματι να γίνει δεκτό ότι στην περίπτωση αυτή καταλήγει κανείς σε διαφορετικά αποτελέσματα αναλόγως του αν απαιτεί να διαμένει πράγματι ο σπουδαστής στο κράτος υποδοχής Kara vi) όιάρκεια των σπουδών, για τις οποίες ζητείται ίση μεταχείριση ως προς τους όρους αποδοχής, ή μόνον κατά τη στιγμή που λαμβάνει την απόφαση να παρακολουθήσει τις σπουδές αυτές στο εξωτερικό. Κατά την άποψη μου η επιλογή δεν μπορεί να γίνει ανεξάρτητα από τον γενικό σκοπό πολλών από τις διατάξεις του κανονισμού 1612/68, μεταξύ των οποίων και του άρθρου 12, δηλαδή από τον σκοπό να ευνοηθεί η ενσωμάτωση της οικογένειας του διακινουμένου εργαζομένου στην κοινωνική ζωή του κράτους μέλους υποδοχής. Λαμβανομένων όμως υπόψη όσων εξέθεσα προηγουμένως σχετικά με τις αναμφισβήτητα καταστροφικές συνέπειες που έχει, για την ενσωμάτωση του τέκνου διακινουμένου εργαζομένου, η άρνηση του κράτους υποδοχής να του χορηγήσει σπουδαστική ενίσχυση για σπουδές στο εξωτερικό την οποία χορηγεί κατά το ίδιο χρονικό διάστημα στον συμμαθητή του, που είναι υπήκοος του κράτους αυτού, νομίζω ότι μία προϋπόθεση της διαμονής που θα κατέληγε σε παρόμοια άρνηση λόγω του ότι το εν λόγω τέκνο γευματίζει, κοιμάται και αναπαύεται στον τόπο που σπουδάζει, ενώ, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, η ενίσχυση εξακολουθεί να παρέχεται στον υπήκοο του κράτους υποδοχής που ασκεί τις ίδιες δραστηριότητες στον τόπο των σπουδών του, δεν εξυπηρετεί το σκοπό που επιδιώκει ο κανονισμός 1612/68 για την πλήρη επίτευξη της ελεύθερης -κυκλοφορίας των εργαζομένων.
24.
Κατά συνέπεια θεωρώ ότι μία ερμηνεία της προϋποθέσεως της διαμονής, σύμφωνα με την οποία η προϋπόθεση αυτή δεν πληρούται από το τέκνο που έφυγε για να σπουδάσει στο εξωτερικό και ζει, κατά τη διάρκεια των σπουδών του, στον τόπο όπου οι σπουδές αυτές λαμβάνουν χώρα, δεν μπορεί να γίνει δεκτή, και πρέπει να θεωρηθεί ότι το άρθρο 12 εξαρτά το πλεονέκτημα της ίσης μεταχειρίσεως που προβλέπει από την πραγματική διαμονή ^ κατά τη στιγμή κατά την οποία Ααμβάνεται απόφαση να ακολουθηθούν στο εξωτερικό οι σπουδές δυνάμει των οποίων γίνεται^ επίκληση του πλεονεκτήματος αυτού. Συμμερίζομαι και στο σημείο αυτό την άποψη του Sir Gordon Slynn ο οποίος, στις προαναφερθείσες προτάσεις του επί της υποθέσεως Matteucci, είχε υπογραμμίσει, όσον αφορά τις σπουδές εκτός του κράτους μέλους υποδοχής, ότι:
« το επιχείρημα ότι το άρθρο 12 δεν μπορεί να εφαρμοστεί επειδή το τέκνο δεν θα εξακολουθήσει να κατοικεί στο κράτος είναι αβάσιμο. Η κατοικία στο κράτος μέλος είναι προϋπόθεση για να γίνει κανείς δεκτός στα μαθήματα και όχι για να τα παρακολουθήσει » ( 13 ).
25.
Ας προστεθεί ακόμη ότι δεν είναι αδιανόητο να θεωρηθεί, όπως προτείνει η Επιτροπή, ότι το γεγονός ότι ο σπουδαστής φεύγει για να σπουδάσει στο εξωτερικό και, κατά συνέπεια, να ζήσει στον τόπο όπου σπουδάζει, δεν επιφέρει την απώλεια της διαμονής του στο κράτος μέλος υποδοχής, όπου παρέμεινε η οικογένεια του. Με βάση την έννοια της διαμονής όπως την ερμήνευσε το Δικαστήριο στο πλαίσιο του κανονισμού αριθ. 3 περί κοινωνικής ασφαλίσεως των διακινουμένων εργαζομένων ( 14 ), μπορεί να θεωρηθεί ότι ο σπουδαστής διατήρησε το μόνιμο κέντρο των συμφερόντων του στο κράτος μέλος όπου κατοικεί η οικογένεια του και επομένως εξακολουθεί να διαμένει στο κράτος αυτό. Ας επισημανθεί, υπό το ίδιο πρίσμα, ότι για την ερμηνεία της εννοίας της « συνήθους διαμνονής» σ' ένα κράτος μέλος, την οποία εφαρμόζει η οδηγία 83/182/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 28ης Μαρτίου 1983 ( 15 ) ως προς το πλεονέκτημα των ατελειών στον τομέα των προσωρινών εισαγωγών οχημάτων, το άρθρο 7 του κειμένου αυτού αναφέρει ότι « η φοίτηση σε πανεπιστήμιο ή άλλη σχολή δεν συνεπάγεται τη μεταφορά της συνήθους κατοικίας ». Στο ίδιο πλαίσιο ας σημειωθεί ότι όσον αφορά το δικαίωμα επιδόματος αποδημίας που προβλέπει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Κοινοτήτων, το Δικαστήριο θεώρησε ότι το γεγονός ότι ένας λουξεμβουργιανός υπήκοος σπούδασε για ορισμένο διάστημα στο Στρασβούργο δεν απέκλειε τη διατήρηση του μονίμου κέντρου των συμφερόντων του στο Λουξεμβούργο ( 16 ).
26.
Δεν είναι, νομίζω, εντούτοις βέβαιο ότι δικαιολογείται, όσον αφορά το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68, μία ερμηνεία της εννοίας της διαμονής σύμφωνα με την οποία ο σπουδαστής που έφυγε για να παρακολουθήσει σπουδές στο εξωτερικό συνεχίζει να διαμένει στο κράτος μέλος υποδοχής όταν διατηρείται εκεί το μόνιμο κέντρο συμφερόντων του. Η ερμηνεία αυτή θα είχε, στην πραγματικότητα, ως αποτέλεσμα να ανατίθεται στο εθνικό δικαστήριο η μέριμνα να εκτιμά σε ποιο μέτρο ο σπουδαστής διατηρεί το μόνιμο κέντρο των συμφερόντων του στο κράτος υποδοχής της οικογένειας του και θα κατέληγε έτσι σε δυσεφάρμοστο σύστημα. Πράγματι, πόσα ταξίδια μεταξύ του κράτους σπουδών και του κράτους υποδοχής θα ήταν αναγκαία για να θεωρηθεί ότι ο σπουδαστής διατηρεί στο κράτος υποδοχής το μόνιμο κέντρο των συμφερόντων του; Θα έπρεπε να γίνει διάκριση ανάλογα με τη διάρκεια παραμονής του σπουδαστή στην οικογένεια του; Είναι προφανές ότι ο πειρασμός συλλογισμών κατ' αναλογία λύσεων που δόθηκαν σε άλλους τομείς θα οδηγούσε σε λεπτές, και, τελικά, πολύπλοκες αναλύσεις. Είναι επομένως, νομίζω, προτιμότερο να περιοριστεί κανείς στον συλλογισμό που πρότεινα αρχικά στο Δικαστήριο και να ληφθεί υπόψη η πραγματική διαμονή του τέκνου διακινουμένου εργαζομένου κατά τη στιγμή που αποφασίζει να παρακολουθήσει σπουδές στο εξωτερικό και όχι η κατά κάποιο τρόπο πλασματική διαμονή στο κράτος υποδοχής κατά τη διάρκεια των σπουδών.
27.
Πρέπει να κάνω μία τελευταία παρατήρηση σχετικά με την προϋπόθεση της διαμονής του άρθρου 12. Νομίζω ότι τα επιχειρήματα των Κυβερνήσεων της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και των Κάτω Χωρών τοποθέτησαν την προϋπόθεση αυτή σ' ένα πλαίσιο που της είναι ξένο. Ο κύριος επιδιωκόμενος, διά της ρήτρας της διαμονής σκοπός φαίνεται πως είναι να αποφεύγεται η επίκληση του πλεονεκτήματος της ίσης μεταχειρίσεως του άρθρου 12 υπέρ των τέκνων που ουδέποτε συνόδευσαν τον διακινούμενο εργαζόμενο στην επικράτεια του κράτους μέλους όπου εγκαταστάθηκε. Αυτό δεν έχει σχέση με την εφαρμογή στον σπουδαστή που ενσωματώνεται στην κοινωνική ζωή του κράτους μέλους όπου ένας από τους γονείς του έχει έρθει να εργαστεί μιας μεταχειρίσεως λιγότερο ευνοϊκής από αυτήν της οποίας τυγχάνει ο σπουδαστής που είναι υπήκοος του κράτους αυτού, όσον αφορά τις ενισχύσεις για σπουδές στο εξωτερικό.
28.
Κατά συνέπεια το άρθρο 12 δεν αποκλείει από το πλεονέκτημα της ίσης μεταχειρίσεως που προβλέπει ούτε αυτές καθεαυτές τις σπουδές εκτός της επικράτειας του κράτους μέλους υποδοχής, ούτε την πραγματική κατάσταση που συνίσταται στο γεγονός ότι το τέκνο ζει εκτός της επικράτειας αυτής λόγω των σπουδών που πραγματοποιεί στο εξωτερικό.
29.
Πρέπει εντούτοις να γίνει δεκτό ότι η περίπτωση κατά την οποία το τέκνο διακινουμένου εργαζομένου φεύγει για να σπουδάσει στο κράτος μέλος του οποίου τψ ιθαγένεια έχει δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 12; Το ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου αναφέρεται ρητά σε μία τέτοια περίπτωση. Πράγματι, ο Bafög αποκλείει, από 1ης Ιουλίου 1988, του πλεονεκτήματος των σπουδαστικών ενισχύσεων για σπουδές στο εξωτερικό μόνο τους σπουδαστές που φεύγουν για να σπουδάσουν στο κράτος μέλος του οποίου είναι υπήκοοι. Ας παρατηρηθεί σχετικά ότι η διάκριση στην οποία προβαίνει η εθνική νομοθεσία δεν αναφέρεται, αντίθετα, ρητά στο άρθρο 12, όπως το ερμήνευσα σχετικά με ενδεχόμενο εδαφικό περιορισμό και με την προϋπόθεση της διαμονής. Όπως ανέφερα, η διάταξη αυτή δεν αποκλείει ούτε τις σπουδές που γίνονται εκτός της επικρατείας του κράτους υποδοχής ούτε τους σπουδαστές που διαβιούν, λογώ των σπουδών αυτών, στο εξωτερικό. Δεν περιέχει ειδική ρύθμιση για τις σπουδές που λαμβάνουν χώρα στο κράτος μέλος την ιθαγένεια του οποίου έχει ο σπουδαστής.
30.
Επομένως η διάκριση στην οποία αναφέρεται το ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου απουσιάζει από τη διατύπωση του άρθρου 12 και δεν φαίνεται, εξάλλου, να υπονοείται από τη διατύπωση του άρθρου αυτού. Αυτό θα έπρεπε να είναι αρκετό για να αποκλειστεί η διάκριση αυτή, εφόσον πρόκειται για διάταξη της οποίας η ένταξη σε κανονισμό που « είναι δευσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος » ( 17 ) δικαιολογεί οπωσδήποτε την εφαρμογή του γνωστού ρητού σύμφωνα με το οποίο « δε χωρεί διάκριση εκεί όπου ο νόμος δε διακρίνει ».
31.
Ας προστεθεί, εντούτοις, ότι δεν βλέπω ούτε λόγους σκοπιμότητας για την εισαγωγή της διακρίσεως αυτής. Όπως ανέφερα, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ως γενικός κανόνας ότι ο σπουδαστής που έζησε περισσότερο από είκοσι χρόνια με τους γονείς του σ' ένα κράτος μέλος του οποίου δεν είναι υπήκοος, δεν θα συναντήσει, εγκαταλείποντας τη χώρα υποδοχής και την οικογένεια του για να παρακολουθήσει σπουδές σε άλλο κράτος, έστω και αν είναι υπήκοος του κράτους αυτού, δυσκολίες τουλάχιστον ανάλογες με αυτές που θα συναντήσει ο σπουδαστής που είναι υπήκοος της χώρας υποδοχής. Οι Κυβερνήσεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και των Κάτω Χωρών αναφέρθηκαν στην αφηρημένη μορφή του σπουδαστή που επανέρχεται στη μητέρα πατρίδα και εγκλιματίζεται στην κοινωνία και τον πολιτισμό της όπως το ψάρι στο νερό. Υπάρχουν όμως και πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις τέκνων που γεννήθηκαν σε άλλο κράτος μέλος, διαφορετικό από αυτό του οποίου είναι υπήκοοι, ή ήρθαν σε αυτό σε πολύ μικρή ηλικία, πήγαν εκεί σχολείο, συνήψαν φιλίες με ημεδαπούς, και επέστρεψαν στη χώρα καταγωγής τους μόνο για λιγότερο ή περισσότερο σύντομες περιόδους διακοπών.
32.
Λέγεται συχνά ότι οι « μετανάστες δεύτερης γενεάς » έχουν το συναίσθημα ότι δεν ανήκουν πλήρως ούτε στην κοινότητας της χώρας υποδοχής ούτε στην κοινότητα της χώρας καταγωγής. Ίσως στην περίπτωση μετακινήσεων από ένα κράτος μέλος της ΕΟΚ σε ένα άλλο το αίσθημα αυτό είναι λιγότερο έντονο απ' ό,τι στην περίπτωση που οι δύο κοινότητες ανήκουν σε διαφορετικές ηπείρους. Δεν νομίζω όμως ότι είναι δυνατόν να συμφωνήσει κανείς με την κατά κάποιον τρόπο ειδυλλιακή εικόνα που παρουσιάζουν οι δύο προαναφερθείσες κυβερνήσεις. Η αναχώρηση του τέκνου διακινουμένου εργαζομένου για σπουδές στη χώρα της οποίας είναι υπήκοος δεν αποκλείει, σε κάθε περίπτωση, το ξερρί-ζωμα από το σπιτικό που αφήνει. Ούτε είναι βέβαιο ότι το τέκνο αυτό θα βρεθεί σε περιβάλλον που θα του είναι απ' όλες τις πλευρές οικείο. Από την άποψη αυτή, δεν νομίζω επομένως ότι δικαιολογείται η εισαγωγή στο άρθρο 12 ενός αποκλεισμού εις βάρος των τέκνων που φεύγουν για να σπουδάσουν στο κράτος μέλος του οποίου είναι υπήκοοι. Λαμβανομένης υπόψη της ποικιλίας των συγκεκριμένων καταστάσεων που μπορεί να παρουσιαστούν, όσον αφορά τις μεγαλύτερες ή μικρότερες δυσκολίες που συναντά το τέκνο διακινουμένου εργαζομένου που φεύγει για να σπουδάσει στο κράτος μέλος του οποίου είναι υπήκοος, δεν νομίζω ότι διάκριση σαν αυτή που μόλις ανέφερα έχει θέση σε διάταξη από τη διατύπωση της οποίας, το επαναλαμβάνω, η διάκριση αυτή απουσιάζει.
33.
Προς υποστήριξη της απόψεως αυτής μπορεί εξάλλου να προστεθεί ότι οι σπουδές του σπουδαστή στη χώρα της οποίας είναι υπήκοος, αλλά στην οποία δεν έχει ζήσει ή έχει ζήσει πολύ λίγο, δεν αποκλείουν τη δυνατότητα πνευματικού πλουτισμού, στόχου που, κατά την άποψη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, επιδιώκει ένα εθνικό σύστημα ενισχύσεων για σπουδές στο εξωτερικό όπως αυτό του Bafög. Ας παρατηρηθεί τέλος ότι η παροχή στους υπηκόους της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ενισχύσεως για να παρακολουθήσουν, στο εξωτερικό, σπουδές ιατρικής στις οποίες είναι πολύ δύσκολο ή αδύνατο να έχουν πρόσβαση στο εθνικό έδαφος, λόγω του κλειστού αριθμού των θέσεων, φαίνεται ότι ανταποκρίνεται ď έναν σκοπό που δεν είναι μόνο αυτός της διευρύνσεως του πολιτιστικού τους ορίζοντα.
34.
Μπορεί επίσης να παρατηρηθεί ότι η αναχώρηση για σπουδές στο κράτος του οποίου είναι κανείς υπήκοος δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι θα ακολουθήσει εγκατάσταση στο έδαφος του κράτους αυτού. Δεν είναι απίθανο να επιστρέψει κανείς στο κράτος υποδοχής όπου πέρασε τα παιδικά του χρόνια με την οικογένεια του και όπου ενδεχομένως η οικογένεια αυτή εξακολουθεί να κατοικεί. Από την άποψη αυτή, η ενίσχυση που παρέχει το κράτος υποδοχής για τις σπουδές στο εξωτερικό, ακόμη και στο κράτος του οποίου υπήκοος είναι ο σπουδαστής, μπορεί να αποδειχθεί σημαντικός παράγων ενσωματώσεως του σπουδαστή στο κράτος υποδοχής.
35.
Ας σημειωθεί τέλος ότι, όσον αφορά τον κίνδυνο σωρεύσεως παροχών υπέρ του σπουδαστή που λαμβάνει συγχρόνως ενίσχυση από το κράτος υποδοχής και υποτροφία από το κράτος του οποίου είναι υπήκοος και στο οποίο πραγματοποιεί τις σπουδές του, μπορεί να παρατηρηθεί ότι ο κανονισμός 1612/68 δεν εμποδίζει τις εθνικές νομοθεσίες να λαμβάνουν υπόψη, για τη γένεση του δικαιώματος σπουδαστικής ενισχύσεως ή για τον υπολογισμό του ύψους της, ανάλογη παροχή που καταβάλλεται πράγματι εντός άλλου κράτους μέλους. Αυτό εξάλλου προβλέπεται από ορισμένες διατάξεις του Bafög. Βέβαια, οι κανόνες που προβλέπουν σχετικά οι εθνικές νομοθεσίες θα πρέπει να εφαρμόζονται πανομοιότυπα στους σπουδαστές που είναι υπήκοοι του οικείου κράτους μέλους και σ' αυτούς που ανήκουν στην οικογένεια διακινουμένων εργαζομένων εγκατεστημένων στο έδαφος του κράτους αυτού. Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τις ενισχύσεις που καταβάλλονται, στο εξωτερικό, στο τέκνο διακινουμένου εργαζομένου που απομακρύνθηκε από την οικογένεια του για να πραγματοποιήσει σπουδές και, συγχρόνως, να μη λαμβάνουν υπόψη τις ίδιες ενισχύσεις που καταβάλλονται στους υπηκόους τους που έφυγαν για να πραγματοποιήσουν όμοιες σπουδές. Τέλος, μόνος ο κίνδυνος ατομικών παραβάσεων των διατάξεων που απαγορεύουν τη σώρευση παροχών, παραβάσεων για τις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν ενδεχομένως να προβλέψουν κυρώσεις, δεν μπορεί να οδηγήσει σε περιοριστική ερμηνεία του άρθρου 12 του κανονισμού 1612/68.
36.
Θεωρώ επομένως ότι το άρθρο αυτό δεν αποκλείει από το πεδίο εφαρμογής του τις σπουδές που πραγματοποιεί ο σπουδαστής στο κράτος μέλος του οποίου είναι υπήκοος.
37.
Προτού τελειώσω τις προτάσεις μου είναι οπωσδήποτε χρήσιμο να αναφερθώ σε ορισμένες πλευρές μιας ερμηνείας του άρθρου 12 που είναι πιο περιοριστική από αυτήν που προτείνω να δεχθεί το Δικαστήριο.
38.
Ας παρατηρηθεί καταρχάς ότι μια στενή ερμηνεία της εννοίας της επικρατείας ή της προϋποθέσεως της διαμονής θα οδηγούσε σε διαφορετική μεταχείριση που θα έμοιαζε πάρα πολύ με οιάκριοη Aóyco ιθαγενείας. Πράγματι, ο σπουδαστής που είναι υπήκοος του κράτους υποδοχής έχει και αυτός την πραγματική διαμονή του εκτός του κράτους αυτού λόγω των σπουδών του στο εξωτερικό, αντίθετα όμως προς το τέκνο του εγκατεστημένου στο ίδιο κράτος διακινουμένου εργαζομένου, δεν θα στερείται για τον λόγο αυτό του δικαιώματος ενισχύσεως. Το να γίνει δεκτή η διάκριση αυτή μου φαίνεται απαράδεκτο διότι, όπως ανέφερα, αυτό είναι αντίθετο προς τον σκοπό της ενσωματώσεως.
39.
Ας επισημανθεί, στη συνέχεια, ότι η ερμηνεία που προτείνουν οι Κυβερνήσεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και των Κάτω Χωρών θα κατέληγε στο να απομακρυνθεί το Δικαστήριο από την άποψη που εξέφρασε στην απόφαση Echternach και Moritz όσον αφορά τη σχέση που υπάρχει μεταξύ της εκτάσεως εφαρμογής του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 και αυτής του άρθρου 12 του ίδιου κανονισμού. Το Δικαστήριο, δεχόμενο μία ερμηνεία του άρθρου 12, η οποία, διακρινόμενη από αυτήν του άρθρου 7, παράγραφος 2, θα είχε ως αποτέλεσμα ένα κοινωνικό πλεονέκτημα στον τομέα των σπουδαστικών ενισχύσεων, που οφείλεται από το κράτος μέλος στον διακινούμενο εργαζόμενο που είναι εγκατεστημένος στην επικράτεια του, μολονότι πρόκειται για εκπαίδευση που παρέχεται εντός άλλου κράτους μέλους, να μην οφείλεται στο τέκνο του επειδή πρόκειται για εκπαίδευση που παρέχεται εντός άλλου κράτους μέλους, θα αφί-στατο οπωσδήποτε από το πνεύμα των αποφάσεων επί των υποθέσεων Echternach και Moritz. Η μέριμνα του Δικαστηρίου να αντλεί, για την ερμηνεία του άρθρου 12, επιχειρήματα από^ το άρθρο 7, παράγραφος 2, εκφράστηκε νομίζω πολύ σαφώς στο πέμπτο σημείο του διατακτικού της αποφάσεως που ήδη ανέφερα ( 18 ). Πράγματι, η αναφορά του διατακτικού στην έννοια των κοινωνικών πλεονεκτημάτων εμπνέεται προφανώς περισσότερο από το άρθρο 7, παράγραφος 2, όπου η έννοια αυτή αναφέρεται ρητά, παρά από τη διατύπωση του άρθρου 12, απ' όπου απουσιάζει. Παρατηρώ επομένως ότι, συγκρίνοντας τις δύο διατάξεις, το Δικαστήριο καταλήγει, με μία συνδυασμένη κατά κάποιο τρόπο ερμηνεία, σε μία διατύπωση της απαντήσεως βάσει της οποίας μπορεί να θεωρηθεί ότι το τέκνο διακινουμένου εργαζομένου δικαιούται να λάβει από το κράτος υποδοχής ενίσχυση για τις σπουδές του στο εξωτερικό αν το κράτος υποδοχής χορηγεί τέτοια ενίσχυση στους υπηκόους του. Δεν είναι βέβαια δυνατό να παραβλεφθεί η διατύπωση του άρθρου 12 του κανονισμού 1612/68 και της προϋπόθεσης της διαμονής που θέτει, πρέπει όμως να ληφθούν υπόψη η γενικότητα και το ανεπιφύλακτο της εν λόγω απαντήσεως σε ερώτημα που αφορούσε ρητά το άρθρο 12. Δεν βλέπω τους λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο θα μπορούσε να ακολουθήσει νέο προσανατολισμό και να δεχθεί πλέον διαφορετική ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 2, έναντι του άρθρου 12.
40.
Αυτή η αναφορά του άρθρου 7, παράγραφος 2, οδηγεί, εξάλλου, στην επισήμανση ότι βάσει των στοιχείων που προσκομίστηκαν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση φαίνεται ότι η di Leo, όταν αποφάσισε να σπουδάσει ιατρική στη Σιέννα, ήταν συντηρούμενη από τον πατέρα της και ότι αυτός της εξασφαλίζει, σήμερα, τουλάχιστον ένα μέρος της διατροφής της για τις σπουδές της στην Ιταλία, δίνοντας της 800 μάρκα (DM) μηνιαίως. Υπό το πρίσμα των λύσεων που δέχτηκε το Δικαστήριο στην απόφαση της 18ης Ιουνίου 1987, Lebon ( 19 ), και στην προαναφερθείσα απόφαση Matteucci, θεωρώ ότι το πλεονέκτημα μιας ενισχύσεως για σπουδές στο εξωτερικό όπως αυτής που προβλέπει ο Balog αποτελεί, για τον διακινούμενο εργαζόμενο, κοινωνικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, στο μέτρο που εξακολουθεί να συμβάλλει στη συντήρηση του τέκνου του που φεύγει για σπουδές εκτός του κράτους μέλους υποδοχής. Επομένως, η di Leo, εάν της αμφισβητηθεί το άμεσο πλεονέκτημα της ίσης μεταχειρίσεως που προβλέπει το άρθρο 12, λόγίο περιοριστικής ερμηνείας του άρθρου αυτού, μπορεί εμμέσως να τύχει της ίσης μεταχειρίσεως που προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 2, υπέρ του πατέρα της. Εξάλλου, για s να απαντήσω σε αντίρρηση της Ομοσπονδιακής Κυβερνήσεως, επισημαίνω ότι μία ενίσχυση ή ένα επίδομα μπορεί να αποτελεί κοινωνικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, υπέρ του διακινουμένου εργαζομένου ακόμη και αν, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, δικαιούχοι είναι τα τέκνα και όχι οι γονείς τους. Νομίζω ότι το Δικαστήριο, με την προαναφερθείσα απόφαση Lebon, αποφάνθηκε σαφώς επί του σημείου αυτού.
41.
Τέλος, είμαι πεπεισμένος ότι η έννοια της ενσωματώσεως είναι στην περίπτωση αυτή καθοριστική. Μία ερμηνεία του άρθρου 12 του κανονισμού 1612/68 που θα κατέληγε στο να θεωρηθεί σύμφωνη με τον σκοπό της ενσωματώσεως στην κοινωνική ζωή του κράτους μέλους υποδοχής μία κατάσταση στην οποία οι σπουδές που πραγματοποιεί το τέκνο του εκτός του κράτους αυτού βαρύνουν, στην πραγματικότητα, τον διακινούμενο εργαζόμενο που είναι εγκατεστημένος στο κράτος αυτό με την οικογένεια του, ενώ παρόμοιες σπουδές αποτελούν αντικείμενο κρατικής ενισχύσεως εκ μέρους του ίδιου κράτους όταν οι σπουδαστές είναι υπήκοοι του, θα σήμαινε ότι το Δικαστήριο υιοθετεί μία ιδιαίτερα στενή έννοια της εν λόγω ενσωματώσεως. Για τον λόγο αυτόν, θεωρώ ότι το Δικαστήριο πρέπει να δεχθεί μία ερμηνεία του άρθρου 12 που να εκφράζει όλη την έκταση του σκοπού της ενσωματώσεως του διακινουμένου εργαζομένου και της οικογένειας του και να καθιστά περιττή την αναφορά στο άρθρο 7, παράγραφος 2. Εξάλλου, η βαθύτερη λογική του κανονισμού 1612/68 δεν είναι, στην πραγματικότητα, η λογική μιας ενιαίας έννοιας ενσωματώσεως στην κοινωνική ζωή της χώρας υποδοχής, το περιεχόμενο της οποίας δεν μπορεί να ποικίλλει αναλόγως του άρθρου και αναλόγως του αν πρόκειται για τον εργαζόμενο ή για το τέκνο που μετανάστευσε μαζί του;
42.
Προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
«Το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 έχει την έννοια ότι χρηματικές ενισχύσεις χορηγούμενες από κράτος μέλος προς πραγματοποίηση σπουδών στην αλλοδαπή πρέπει να θεωρούνται ως κοινωνικά πλεονεκτήματα στα οποία έχουν δικαίωμα τα τέκνα των κοινοτικών εργαζομένων υπό τις αυτές προϋποθέσεις με εκείνες που ισχύουν για τους ημεδαπούς, χωρίς να εξαιρούνται οι περιπτώσεις τέκνων που αναχωρούν για σπουδές στο κράτος μέλος του οποίου έχουν την ιθαγένεια. »
( *1 ) Γλώασα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33.
( 2 ) Άρθρο 8, παράγραφος 1, αριθ. 5, του Bafög.
( 3 ) Άρθρο 5, παράγραφος 2, εδάφιο 2, του Bafög.
( 4 ) Σύμφωνα με ακόμη πιο πρόσφατη τροποποίηση του Bafög, την οποία ανέφερε εκπρόσωπος της Κυβερνήσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η σπουδαστική ενίσχυση στο εξωτερικό περιορίζεται πλέον σε ένα έτος.
( 5 ) Απόφαση 389/87 και 390/87, σκέψη 33 ( Συλλογή 1989, σ. 723).
( 6 ) Απόφαση 389/87 και 390/87, που προαναφέρθηκε, σκέψη 36.
( *2 ) Σημείωση του μεταφραστή: ορ9ό Sa ήταν το ρήμα « κατοικούν» αντί «διαμένουν», πιο κάτω δε ο όρος «κατοικίας» αντί « διαμονή », όπως άλλωστε υπάρχει και στον κανονισμό 1408/71.
( 7 ) Απόφαση 389/87 και 390/87, που προαναφέρθηκε, σκέψη 20.
( 8 ) Σκέψη 35.
( 9 ) Απόφαση 235/87 ( Συλλογή 1988, σ. 5589 ).
( 10 ) Σκέψη 16.
( 11 ) Συλλογή 1988, σ. 5603.
( 12 ) Απόφαση 389/87 και 390/87, που προαναφέρθηκε, σκέψη 34.
( 13 ) Απόφαση 235/87, που προαναφέρθηκε (Συλλογή 1988, σ. 5603).
( 14 ) Απόφαση της 12ης Ιουλίου 1973, Angenieux, σκέψεις 23 έως 32 και σημείο 3 του διατακτικού ( 13/73, Rec. 1973, σ. 935 ).
( 15 ) Οδηγία για τις φορολογικές ατέλειες που εφαρμόζονται στο εσωτερικό της Κοινότητας στις προσωρινές εισαγωγές ορισμένων μεταφορικών μέσων (ΕΕ L 105, σ. 59).
( 16 ) Απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1986, Richter κατά Επιτροπής ( 330/85, Συλλογή 1986, σ. 3439 ).
( 17 ) Άρθρο 189, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ.
( 18 ) Βλ. σημείο 5 των προτάσεων.
( 19 ) Απόφαση 316/85 (Συλλογή 1987, σ. 2811 ).
Full & Egal Universal Law Academy