ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
J. MISCHO
της 15ης Ιανουαρίου 1991 ( *1 ).
Κύριε Πρόεορε,
Κύριοι οικαονες,
1.
Ο Siegfried Rauh ανέλαβε από 1ης Ιανουαρίου 1985, ως μελλοντικός κληρονόμος, βάσει συμβάσεως παραχωρήσεως της χρήσεως που συνήψε με τους γονείς του, την γεωργική εκμετάλλευση των γονέων του.
2.
Στο πλαίσιο του συστήματος που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1078/77 ( 1 ) οι γονείς ανέλαβαν την υποχρέωση, έναντι καταβολής πριμοδοτήσεως μη εμπορίας, να μη διαθέσουν στο εμπόριο γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα κατά τη διάρκεια πενταετούς περιόδου η οποία έληξε στις 21 Δεκεμβρίου 1984.
3.
Κατά τη λήξη της περιόδου μη εμπορίας, δηλαδή κατά τον χρόνο μεταβιβάσεως του αγροκτήματος, οι μόσχοι είχαν ήδη επαρκώς αναπτυχθεί ώστε να είναι δυνατή η άμεση επανάληψη της γαλακτοπαραγωγής.
4.
Το 1985 απερρίφθη μια πρώτη αίτηση του Rauh για χορήγηση ποσότητας αναφοράς γάλακτος, για τον λόγο ότι η εκμετάλλευση του δεν μπορούσε να παρουσιάσει γαλακτοκομική παραγωγή κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς 1983 και ότι καμία άλλη διάταξη δεν προέβλεπε τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς βάσει άλλης αιτίας σε περίπτωση επαναλήψεως της γαλακτοκομικής παραγωγής μετά τη λήξη της περιόδου μη εμπορίας.
5.
Ωστόσο, στις αποφάσεις της 28ης Απριλίου 1988, Mulder ( 2 ) και Von Deetzen ( 3 ), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι
« ο κανονισμός 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, όπως συμπληρώθηκε με τον κανονισμό 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μαίου 1984, είναι ανίσχυρος καθόσον δεν προβλέπει τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς στους παραγωγούς οι οποίοι, κατ' εφαρμογή δεσμεύσεως που ανελήφθη βάσει του κανονισμού 1078/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, δεν παρέδωσαν γάλα κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς που επέλεξε το οικείο κράτος μέλος ».
6.
Προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις αποφάσεις αυτές, το Συμβούλιο τροποποίησε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 857/84 ( 4 ) προσθέτοντας το άρθρο 3α το οποίο επιτρέπει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς στους εν λόγω παραγωγούς.
7.
Στην παράγραφο 1 του προαναφερθέντος άρθρου 3α ορίζεται ότι:
« Ο παραγωγός που αναφέρεται στο άρθρο 12, στοιχείο γ, τρίτο εδάφιο:
—
του οποίου η περίοδος μη εμπορίας ή μετατροπής, κατ' εκτέλεση της δέσμευσης που αναλαμβάνει δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1078/77, λήγει μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1983 ή μετά τις 30 Σεπτεμβρίου 1983 στα κράτη μέλη στα οποία η συλλογή γάλακτος των μηνών από τον Απρίλιο έως τον Σεπτέμβριο είναι τουλάχιστον διπλάσια από τη συλλογή των μηνών από τον Οκτώβριο έως τον Μάρτιο του επόμενου έτους,
—
που δεν έλαβε ποσότητα αναφοράς υπό τις συνθήκες που ορίζονται δυνάμει των άρθρων 5, παράγραφος 4, στοιχείο β, ή/και του άρθρου 9, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88 ή/και εφόσον πρόκειται για εκείνον στον οποίο εκχωρείται η πριμοδότηση, δυνάμει του άρθρου 2 του παρόντος κανονισμού,
λαμβάνει προσωρινά, κατόπιν αιτήσεως του που υποβάλλει εντός προθεσμία τριών μηνών από τις 29 Μαρτίου 1989, ειδική ποσότητα αναφοράς υπό τον όρο ότι ο παραγωγός αυτός:
α)
δεν έχει παύσει τη δραστηριότητα του στα πλαίσια του άρθρου 2, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1078/77 ή εκχωρήσει ολόκληρη τη γαλακτοκομική του εκμετάλλευση πριν τη λήξη της περιόδου μη εμπορίας ή μετατροπής·
β)
δεν έχει αποδείξει, προς υποστήριξη της αιτήσεως του και κατά τρόπο που να ικανοποιεί την αρμόδια αρχή, ότι δύναται να παράγει στην εκμετάλλευση του ποσότητα που φθάνει μέχρι την αιτηθείσα ποσότητα αναφοράς·
γ)
αναλαμβάνει τη δέσμευση να πωλεί γάλα ή άλλα προϊόντα απευθείας στον καταναλωτή ή/και να παραδίδει γάλα σ' έναν αγοραστή·
δ)
αναλαμβάνει τη δέσμευση, όσον αφορά την ειδική ποσότητα αναφοράς, να μη ζητήσει να υπαχθεί σε οποιοδήποτε πρόγραμμα εγκατάλειψης ποσοτήτων αναφοράς μέχρι το τέλος του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς. »
8.
Επικαλούμενος αυτή τη διάταξη ο Rauh υπέβαλε νέα αίτηση, αλλά η αρμόδια γερμανική υπηρεσία, με απόφαση της 24ης Αυγούστου 1989, αρνήθηκε και πάλι να του χορηγήσει ποσότητα αναφοράς, επειδή ανέλαβε την εκμετάλλευση μετά νη λή§7] της περιόδου μη εμπορίας.
9.
Το Finanzgericht München, ενώπιον του οποίου προσέφυγε ο Rauh, εκφράζοντας σοβαρές αμφιβολίες για τη νομιμότητα της απορριπτικής αποφάσεως των οικείων γερμανικών αρχών, υπέβαλε στο Δικαστήριο δύο ερωτήματα τα οποία θα εξετάσω διαδοχικά.
Επί του πρώτου ερωτήματος
10.
Το πρώτο ερώτημα είναι το ακόλουθο:
« Οι παραγωγοί οι οποίοι ανέλαβαν τη γαλακτοκομική εκμετάλλευση μετά τη λήξη της υποχρεώσεως μη εμπορίας λαμβάνουν, επίσης, ειδική ποσότητα αναφοράς, βάσει του άρθρου 3α του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 764/89 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1989, σε περιπτώσεις κληρονομικής ή άλλης παρόμοιας διαδοχής στην εκμετάλλευση; »
11.
Ο προσφεύγων της κύριας δίκης, το Finanzgericht München και το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων θεωρούν ότι η απάντηση στο πρώτο ερώτημα πρέπει να είναι καταφατική.
12.
Αντιθέτως, η Επιτροπή θεωρεί ότι η χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς είναι δυνατή μόνο εφόσον έχει ήδη χορηγηθεί ειδική ποσότητα αναφοράς στη γεωργική εκμετάλλευση ή εφόσον ο δικαιοπάροχος προσκόμισε την απόδειξη ότι είχε πράγματι την πρόθεση και τη δυνατότητα να επαναλάβει τη γαλακτοκομική παραγωγή.
13.
Ως προς τις λεπτομέρειες των απόψεων που διατυπώθηκαν παραπέμπω στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
14.
Δεν αμφισβητείται, ούτε μπορεί να αμφισβητηθεί, ότι το άρθρο 3α, παράγραφος 1, αναφέρει ρητώς δύο κατηγορίες δικαιούχων που μπορούν να ζητήσουν τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς, συγκεκριμένα:
—
τους παραγωγούς οι οποίοι υπήχθησαν, αρχικώς, στο σύστημα μη εμπορίας και οι οποίοι δεν είχαν τη δυνατότητα, μετά τη λήξη της υποχρεώσεως μη εμπορίας στις 31 Δεκεμβρίου 1983, να επαναλάβουν τη γαλακτοκομική παραγωγή ελλείψει ρητής διατάξεως που να επιτρέπει τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς·
—
τους παραγωγούς που ανέλαβαν πλήρως ή μερικώς τη γαλακτοκομική εκμετάλλευση από τους αρχικούς δικαιούχους κατά τη διάρκεια της περιόδου μη εμπορίας αναλαμβάνοντας, επίσης, την υποχρέωση μη εμπορίας.
15.
Ο κληρονόμος ο οποίος ανέλαβε την εκμετάλλευση πριν από τη λήξη της υποχρεώσεως μη εμπορίας εμπίπτει στη δεύτερη από τις προαναφερθείσες κατηγορίες· κατά συνέπεια, μπορεί να λάβει ειδική ποσότητα αναφοράς.
16.
Ο κληρονόμος ο οποίος αναλαμβάνει την εκμετάλλευση μετά τη λήξη της υποχρεώσεως μη εμπορίας και μετά τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς στον δικαιοπάροχο, μπορεί να επωφεληθεί από τη δυνατότητα μεταβιβάσεως της εν λόγω ποσοστώσεως, δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84, το οποίο ορίζει τα ακόλουθα:
« Σε περίπτωση πώλησης, εκμίσθωσης ή κληρονομικής μεταβίβασης μιας εκμετάλλευσης, η αντίστοιχη ποσότητα μεταφοράς μεταβιβάζεται εν όλω ή εν μέρει στον αγοραστή, τον μισθωτή ή τον κληρονόμο σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που θα καθοριστούν. »
17.
Στο άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής ( 5 ) ορίζεται, στο σημείο 3, ότι ο ανωτέρω κανόνας εφαρμόζεται,
« σύμφωνα με τις διάφορες εθνικές νομοθεσίες, κατ' αναλογία προς άλλες περιπτώσεις μεταβίβασης που περιλαμβάνουν συγκρίσιμα νομικά αποτελέσματα για τους παραγωγούς ».
18.
Τι συμβαίνει, όμως, με την περίπτωση κληρονόμου του οποίου η κατάσταση είναι όμοια με εκείνη του Rauh;
19.
Η Επιτροπή τονίζει κυρίως το γεγονός ότι και οι δύο κατηγορίες στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 3α αφορούν παραγωγούς οι οποίοι ανέλαβαν με σύμβαση την υποχρέωση μη εμπορίας γάλακτος κατά τη διάρκεια ορισμένης περιόδου. Δεδομένου ότι με τις προαναφερθείσες δύο αποφάσεις του το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι τα εν λόγω πρόσωπα μπορούν να προσδοκούν, δυνάμει της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, την επανάληψη της γαλακτοκομικής παραγωγής μετά τη λήξη της περιόδου μη εμπορίας, μπορούν επίσης, κατά συνέπεια, να ζητήσουν τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς. Συνεπώς, κατά την άποψη της Επιτροπής, το δικαίωμα για χορήγηση ποσότητας αναφοράς μπορεί να θεωρηθεί ως αντιστάθμισμα για την ανάληψη υποχρεώσεως μη εμπορίας. Ο προσφεύγων της κύριας δίκης, όμως, ουδέποτε ανέλαβε την υποχρέωση αυτή, δεδομένου ότι κατά το χρόνο κληρονομικής μεταβιβάσεως είχε ήδη λήξει η περίοδος μη εμπορίας και, επομένως, η αντίστοιχη υποχρέωση. Συνεπώς, κατά την Επιτροπή, δεν δικαιούται να ζητήσει τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς.
20.
Προς στήριξη της απόψεως της η Επιτροπή επικαλείται, επίσης, το άρθρο 7α του προαναφερθέντος κανονισμού 1546/88 το οποίο ορίζει τα ακόλουθα:
« Η ειδική ποσότητα αναφοράς που παρέχεται υπό τους όρους που καθορίζονται στο άρθρο 3α του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 857/84, σε περίπτωση μεταβίβασης της εκμετάλλευσης λόγω κληρονομιάς ή μέσω ανάλογης προς την κληρονομιά πράξης, μεταβιβάζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7, πρώτο και τρίτο εδάφιο, υπό τον όρο ότι ο παραγωγός που αναλαμβάνει την εκμετάλλευση, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, αναλαμβάνει γραπτώς την υποχρέωση να τηρεί τις δεσμεύσεις του προκατόχου του. Οι διατάξεις του άρθρου 3α, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 συνεχίζουν να εφαρμόζονται στην ειδική ποσότητα αναφοράς που μεταβιβάζεται κατ' αυτόν τον τρόπο (... ) »
21.
Επιβάλλεται να τονιστεί ότι οι υποχρεώσεις για τις οποίες γίνεται λόγος στην ανωτέρω διάταξη δεν μπορεί να είναι άλλες από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 3α, παράγραφος 1, σημεία β, γ και δ, και όχι η υποχρέωση μη εμπορίας.
22.
Έχω, ωστόσο, σοβαρές επιφυλάξεις ως προς την ορθότητα της απόψεως της Επιτροπής για τους εξής λόγους.
23.
Πρώτον, έχω σοβαρές επιφυλάξεις ως προς την ορθότητα συλλογισμού βάσει του οποίου, για την ερμηνεία ιεραρχικώς υπερκείμενου κανόνα, του κανονισμού του Συμβουλίου, λαμβάνεται υπ' όψη κανόνας ιεραρχικώς κατώτερος, το άρθρο 7α του κανονισμού της Επιτροπής, που αποτελεί διάταξη εφαρμογής του κανονισμού του Συμβουλίου.
24.
Δεύτερον, το άρθρο 7α αναφέρεται στις ποσότητες αναφοράς που έχουν ήδη χορηγηθεί, ενώ το ζήτημα που τίθεται στην παρούσα υπόθεση είναι το ποια λύση πρέπει να επιλεγεί, ενόψει της σιωπής της κανονιστικής ρυθμίσεως, στην περίπτωση που δεν είχε χορηγηθεί ποσότητα αναφοράς πριν από την κληρονομική μεταβίβαση ή τη σύναψη άλλης αναλόγου πράξεως.
25.
Τέλος, η άποψη της Επιτροπής έχει ως συνέπεια τη διαχρονική παράταση των συνεπειών που έχει για τον παραγωγό ( στη συγκεκριμένη περίπτωση για τον πατέρα του Rauh ) η εκ μέρους του ανάληψη υποχρεώσεως μη εμπορίας. Πράγματι, του στερεί την δυνατότητα να μεταβιβάσει το δικαίωμα του για χορήγηση ποσοτήτων αναφοράς μετά τη λήξη της περιόδου μη εμπορίας, ενώ αν δεν είχε αναλάβει υποχρέωση μη εμπορίας, δεν θα αντιμετώπιζε καμία δυσχέρεια μεταβιβάσεως όλων του των δικαιωμάτων στον κληρονόμο του.
26.
Η θεμελιώδης αρχή επί της οποίας στηρίζεται η προαναφερθείσα νομολογία, προς συμμόρφωση με την οποία θεσπίστηκε το άρθρο 3α, είναι η αντίθετη ακριβώς άποψη, ότι δηλαδή ο παραγωγός ανέλαβε υποχρέωση μη εμπορίας για περιορισμένη χρονική περίοδο και δεν πρέπει να υφίσταται συνέπειες μετά τη λήξη της εν λόγω περιόδου.
27.
Στη σκέψη 24 της προαναφερθείσας απόφασης Mulder το Δικαστήριο τονίζει ότι
«επιχειρηματίας ο οποίος, όπως εν προκειμένω, ενθαρρύνθηκε με πράξη της Κοινότητας να αναστείλει την εμπορία για ορισμένη περίοδο, χάριν του γενικού συμφέροντος και αντί καταβολής πριμοδοτήσεως, μπορεί θεμιτώς να προσδοκά ότι δεν θα υποστεί, με τη Αή§η της υποχρεώσεως τον, περιορισμούς που θα τον θίγουν ιδιαιτέρως λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι έκανε χρήση τ:ων δυνατοτήτων που του παρέχει η κοινοτική ρύθμιση ».
28.
Η έκφραση « à la fin de son engagement », που χρησιμοποιείται στη γαλλική διατύπωση της αποφάσεως Mulder, δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια « πριν από το τέλος », δεδομένου ότι η διατύπωση στην ολλανδική γλώσσα, που ήταν γλώσσα διαδικασίας, χρησιμοποιεί την έκφραση « na afloop van zijn verbintenis », η οποία σημαίνει « μετά τη λήξη της υποχρεώσεως του ». Συνεπώς, ο παραγωγός εξακολουθεί να έχει δικαίωμα για χορήγηση ποσότητας αναφοράς μετά τη λήξη της περιόδου μη εμπορίας. Αυτό συνάγεται, επίσης, από την προϋπόθεση που τίθεται στην παράγραφο 1, σημείο α, του άρθρου 3α, κατά την οποία ο αιτών τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς δεν πρέπει να έχει παραχωρήσει πλήρως τη γαλακτοκομική του εκμετάλλευση πριν από τη λήξη της περιόδου μη εμπορίας. Η διάταξη αυτή συνεπάγεται, αναγκαστικά, ότι η χορήγηση ποσότητας αναφοράς δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μετά τη λήξη της περιόδου μη εμπορίας.
29.
Επειδή, όμως, το άρθρο 3α θεσπίστηκε μόλις το 1989, ο πατέρας του Rauh δεν είχε τη δυνατότητα να ζητήσει τη χορήγηση μιας τέτοιας ποσότητας πριν από τις 21 Δεκεμβρίου 1984, ημερομηνία λήξεως της υποχρεώσεως μη εμπορίας που είχε αναλάβει. Μπορούσε να υποβάλει τη σχετική αίτηση εντός προθεσμίας τριών μηνών από της ημερομηνίας δημοσιεύσεως του κανονισμού με τον οποίο προστέθηκε το άρθρο 3α ( όπως ρητώς προκύπτει από την εν λόγω διάταξη). Τότε, όμως, είχε ήδη μεταβιβάσει την εκμετάλλευση στον υιό του.
30.
Κατά τη γνώμη μου το ζήτημα που τίθεται είναι αν το δικαίωμα για χορήγηση ποσότητας αναφοράς περιλαμβανόταν στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που ο πατήρ Rauh μεταβίβασε στον υιό του στο πλαίσιο της ανάλογης προς την κληρονομική μεταβίβαση πράξεως.
31.
Προς στήριξη της απόψεως αυτής μπορεί, πρώτον, να προβληθεί η γενική αρχή κατά την οποία ο κληρονόμος αποτελεί συνέχεια του προσώπου του δικαιοπάροχου και αναλαμβάνει το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων του τελευταίου.
32.
Μπορεί, επίσης, να προβληθεί το προαναφερθέν άρθρο 7 του κανονισμού 857/84 στο οποίο χρησιμοποιείται η έκφραση «αντίστοιχη (προς την εκμετάλλευση) ποσότητα αναφοράς». Την παραμονή συνάψεως της ανάλογης προς την κληρονομιά πράξεως υφίστατο δυνητικώς « αντίστοιχη ( προς την εκμετάλλευση) ποσότητα αναφοράς», η οποία μεταβιβάστηκε στον κληρονόμο. Συνεπώς, η έκφραση « παραγωγός », που χρησιμοποιείται στο άρθρο 3α, πρώτη περίπτωση, πρέπει να ερμηνευθεί βάσει της προαναφερθείσας γενικής αρχής, το δε άρθρο 7 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια « ο παραγωγός ή ο κληρονόμος του ».
33.
Η επιχειρηματολογία μου διαφέρει, συνεπώς, από την επιχειρηματολογία του Συμβουλίου, το οποίο συνάγει το δικαίωμα του κληρονόμου από την δεύτερη περίπτωση της παραγράφου 1 του άρθρου 3α. Ωστόσο, το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουμε είναι το ίδιο. Όπως και το Συμβούλιο, δε νομίζω ότι συντρέχει αντικειμενικός λόγος διαφορετικής αντιμετωπίσεως της περιπτώσεως κληρονόμου ο οποίος ανέλαβε την εκμετάλλευση μετά τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς στον δικαιοπάροχο, από την παρόμοια περίπτωση του κληρονόμου ο οποίος ανέλαβε την εκμετάλλευση μετά τη λήξη της περιόδου μη εμπορίας, αλλά πριν τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς στον δικαιοπάροχο.
34.
Απομένει να αναφερθώ εν συντομία στις δύο παρατηρήσεις που διατύπωσε η Επιτροπή. Καταρχάς, θεωρώ ότι ο αναφερόμενος στους σκοπούς της κανονιστικής ρυθμίσεως λόγος που προβάλλει η Επιτροπή προς στήριξη της απόψεως της, δηλαδή η ανάγκη αποκλεισμού της δυνατότητας των παραγωγών να ζητούν ποσότητα αναφοράς με μοναδικό σκοπό την αύξηση της εμπορικής αξίας της εκμεταλλεύσεως που επιθυμούν να μεταβιβάσουν, δεν επηρεάζει την περίπτωση κληρονομικής μεταβιβάσεως.
35.
Εξάλλου, επειδή κατά τη γνώμη μου ο κληρονόμος δικαιούται ποσότητα αναφοράς, θεωρώ ότι δεν είναι απαραίτητο να εξεταστεί, όπως προτείνει η Επιτροπή υπό μορφή υπαναχωρήσεως από την αρχική της θέση, αν ο δικαιοπάροχος είχε πράγματι την πρόθεση και τη δυνατότητα να επαναλάβει τη γαλακτοκομική παραγωγή. Πρέπει πάντως να τονιστεί, για κάθε ενδεχόμενο, ότι στην περίπτωση της διαφοράς της κύριας δίκης ο δικαιοπάροχος μεταβίβασε την εκμετάλλευση σε τέτοια κατάσταση ώστε ο υιός του να μπορεί, χωρίς δυσκολία, να επαναλάβει ευθύς αμέσως την παραγωγή, πράγμα που καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα.
36.
Για τους λόγους αυτούς προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο πρώτο ερώτημα:
«Το άρθρο 3α του κανονισμού 857/84 του Συμβουλίου πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει, επίσης, υπό τις προϋποθέσεις που θέτει, τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς στον κληρονόμο ο οποίος ανέλαβε την γαλακτοκομική εκμετάλλευση του δικαιοπάροχου μετά τη λήξη της υποχρεώσεως μη εμπορίας που είχε αναλάβει ο τελευταίος. »
Eni του δευτέρου ερωτήματος
37.
Το δεύτερο ερώτημα είναι το ακόλουθο:
« Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο ερώτημα 1, είναι έγκυρος ο κανονισμός (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 764/89 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1989, κατά το μέτρο που οι παραγωγοί, οι οποίοι ανέλαβαν την εκμετάλλευση μόνο μετά τη λήξη της υποχρεώσεως μη εμπορίας, δεν λαμβάνουν ειδικές ποσότητες αναφοράς, σε περιπτώσεις κληρονομικής ή άλλης παρόμοιας διαδοχής στην εκμετάλλευση; »
38.
Αν το Δικαστήριο κρίνει ότι ο κανονισμός 857/84 δεν πρέπει να ερμηνευθεί υπό ευρεία έννοια, όπως προτείνω πιο πάνω, θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα να είναι καταφατική.
39.
Πράγματι, στις προαναφερθείσες αποφάσεις της 28ης Απριλίου 1988, Mulder και Von Deetzen, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι παραγωγός που ενθαρρύνθηκε με πράξη της Κοινότητας να αναστείλει την εμπορία για ορισμένη περίοδο, χάριν του γενικού συμφέροντος και αντί καταβολής πριμοδοτήσεως, μπορεί θεμιτώς να προσδοκά ότι δεν θα υποστεί, με τη λήξη της υποχρεώσεως του, περιορισμούς που θα τον θίγουν ιδιαιτέρως λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι έκανε χρήση των δυνατοτήτων που του παρέχει η κοινοτική ρύθμιση (απόφαση Mulder σκέψη 24· απόφαση Von Deezten, σκέψη 13 ).
40.
Ομοίως, ο ίδιος παραγωγός μπορεί θεμιτώς να προσδοκά ότι μπορεί να μεταβιβάσει στον κληρονόμο του γεωργική εκμετάλλευση ικανή να διαθέτει και πάλι γάλα στο εμπόριο. Η στέρηση της δυνατότητας αυτής συνιστά προσβολή της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
41.
Επειδή, ωστόσο, θεωρώ ότι είναι δυνατόν, έστω με το τίμημα μιας ιδιαίτερης ερμηνευτικής προσπάθειας, να δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι το δεύτερο ερώτημα στερείται αντικειμένου.
Πρόταση
42.
Για τους προαναφερθέντες λόγους προτείνω να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις στα ερωτήματα που υπέβαλε το Finanzgericht München:
« 1)
Το άρθρο 3α του κανονισμού 857/84 του Συμβουλίου έχει την έννοια ότι επιτρέπει, επίσης, υπό τις προϋποθέσεις που θέτει, τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς στον κληρονόμο ο οποίος ανέλαβε τη γαλακτοκομική εκμετάλλευση του δικαιοπάροχου μετά τη λήξη της υποχρεώσεως μη εμπορίας που είχε αναλάβει ο τελευταίος.
2)
Ενόψει της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, το δεύτερο ερώτημα καθίσταται άνευ αντικειμένου. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 1078/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί θεσπίσεως συστήματος πριμοδοτήσεων για τη μη εμπορία γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων και για τη μετατροπή του ζωικού κεφαλαίου βοοειδών γαλακτοκομικής κατευθύνσεως (JO L 131, σ. 1).
( 2 ) Υπόθεση 120/86, Συλλογή 1988, σ. 2321.
( 3 ) Υπόθεση 170/86, Συλλογή 1988, σ. 2355.
( 4 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 764/89 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1989, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 84, σ. 2.)
( 5 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής της 3ης Ιουνίου 1988, σχετικά με τονκαθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 (ΕΕ L 139, σ. 12).
Full & Egal Universal Law Academy