ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
F. G. JACOBS
της 7ης Φεβρουαρίου 1991 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαονές,
1.
Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται από την Corte suprema di cassazione να αποφανθεί προδικαστικώς ως προς την ερμηνεία του άρθρου 35 του κανονισμού (ΕΟΚ) 222/77 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/003, σ. 3), όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση του το 1981. Η αίτηση προς το Δικαστήριο υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ μιας ελβετικής εταιρίας, της Berner Allgemeine Versicherungsgesellschaft (στο εξής: Berner), και της ιταλικής Amministrazione delle finanze dello Stato, σχετικά με την καταβολή δυνάμει εγγυήσεως, την οποία είχε συστήσει η Berner το 1978 σύμφωνα με το άρθρο 27 του κανονισμού 222/77. Η υπόθεση φαίνεται να παρουσιάζει ιστορικό μάλλον ενδιαφέρον, εφόσον το ζήτημα αυτό επιλύθηκε, με την τροποποίηση του 1981, όσον αφορά τις υποθέσεις που ανέκυψαν μετά την έναρξη της ισχύος της τροποποιήσεως. Ωστόσο, όπως ελέχθη κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, από την απάντηση που θα δώσει το Δικαστήριο στο ερώτημα που του έχει υποβληθεί στην παρούσα διαδικασία εξαρτάται η έκβαση σειράς υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιον των ιταλικών δικαστηρίων.
2.
Ο κανονισμός 222/77 καθιερώνει κοινοτικό καθεστώς διαμετακομίσεως, το οποία ισχύει για τα εμπορεύματα που μεταφέρονται μεταξύ δύο σημείων κειμένων εντός της Κοινότητας. Σύμφωνα με την τέταρτη αιτιολογική σκέψη, σκοπός του καθεστώτος αυτού είναι να « διευκολύνει τη μεταφορά τους στο εσωτερικό της Κοινότητος » και να « απλοποιήσει ιδίως τις διατυπώσεις που πρέπει να τηρούνται κατά την διέλευση των εσωτερικών συνόρων». Δυνάμει του άρθρου 1 της Συμφωνίας μεταξύ της Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, η οποία υπεγράφη το 1972 [βλ. κανονισμό 2812/72 (ΕΟΚ) του Συμβουλίου, της 21ης Νοεμβρίου 1972 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/001, σ. 158)], οι κανονισμοί περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως εφαρμόζονταν, κατά τον κρίσιμο για την παρούσα υπόθεση χρόνο, επί της μεταφοράς εμπορευμάτων μεταξύ δύο σημείων κειμένων εντός της Κοινότητας μέσω ελβετικού εδάφους, καθώς και επί κάθε άλλης εμπορευματικής μεταφοράς μεταξύ του εδάφους της Κοινότητας και του εδάφους της Ελβετικής Συνομοσπονδίας.
3.
Το κοινοτικό καθεστώς διαμετακομίσεως εμφανίζει δύο παραλλαγές, μία για την εξωτερική και μία για την εσωτερική κοινοτική διαμετακόμιση (βλ. άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 222/77). Υπό κρίση στην παρούσα υπόθεση είναι η πρώτη, δεδομένου ότι τα μεταφερόμενα εμπορεύματα δεν τελούσαν σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των κρατών μελών (βλ. άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο α ).
4.
Για να υπαχθεί στο καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται να παράσχει εγγύηση, σύμφωνα με το άρθρο 27 του κανονισμού. Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, εγγύηση παρέχεται:
« για να εξασφαλισθεί η είσπραξη των δασμών και των άλλων επιβαρύνσεων, που κράτος μέλος θα εδικαιούτο να απαιτήσει για τα εμπορεύματα τα οποία διέρχονται από το έδαφός του κατά τη διάρκεια της κοινοτικής διαμετακομίσεως (... ) ».
Η παρούσα υπόθεση αφορά τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η αναληφθείσα δυνάμει της διατάξεως αυτής υποχρέωση του εγγυητή μπορεί να καταστεί ενεργή.
5.
Η ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου διαφορά ανέκυψε ως εξής: κατά το 1978, το ελβετικό Τελωνείο του Locarno-Cadenazzo ( το « τελωνείο αναχωρήσεως » κατά την έννοια του άρθρου 11, στοιχείο γ, του κανονισμού) εξέδωσε δύο δηλώσεις Τ1 εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, γνωστές ως Τ1, για την αποστολή εμπορευμάτων, τα οποία επί-στευε ότι θα ετίθεντο στην αγορά του Βελγίου. Σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού, τάχθηκε προθεσμία, εντός της οποίας τα επίδικα εμπορεύματα έπρεπε να προσκομιστούν στο τελωνείο της χώρας προορισμού. Η Berner εγγυήθηκε για τα εμπορεύματα αυτά.
6.
Αν η διαδικασία είχε εξελιχθεί ομαλώς, το τελωνείο προορισμού θα επέστρεφε, όταν θα έφταναν εκεί τα εμπορεύματα, αντίτυπα των δηλώσεων Τ1 στο τελωνείο αναχωρήσεως και τότε τα παραστατικά θα εξοφλούνταν, η δε εγγυήτρια θα απαλλασσόταν από τις υποχρεώσεις της. Τα εμπορεύματα όμως τέθηκαν παρανόμως στην αγορά της Ιταλίας και δεν έφτασαν ποτέ στο Βέλγιο. Κατά τον Ιούλιο 1979, οι ελβετικές τελωνειακές αρχές ειδοποίησαν την Berner ότι τα παραστατικά Τ1 δεν είχαν εξοφληθεί εντός της καθορισθείσας προθεσμίας. Κατά τον Ιανουάριο 1982, το Τελωνείο του Como στην Ιταλία εξέδωσε κατά της Berner διαταγή περί πληρωμής του ποσού των 6250000 LIT (ιταλικών λιρών) δυνάμει της εγγυήσεως.
7.
Η Berner προσέβαλε τη διαταγή αυτή επικαλούμενη, μεταξύ άλλων, το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 35 του κανονισμού, το οποίο, κατά τον κρίσιμο χρόνο, είχε ως εξής:
« Όταν ο εγγυητής, εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία καταχωρήσεως της δηλώσεως ΤΙ, δεν έχει ειδοποιηθεί από το τελωνείο αναχωρήσεως σχετικά με τη μη εξόφληση του παραστατικού Τ1, απαλλάσσεται επίσης των υποχρεώσεων του. »
Η Berner ειδοποιήθηκε για τη μη εξόφληση των επιδίκων παραστατικών Τ1 όχι από το τελωνείο αναχωρήσεως, αλλά από την ελβετική Γενική Διεύθυνση Τελωνείων. Ισχυρίζεται ότι, γι' αυτό το λόγο, δεν μπορεί να της απαιτηθεί καταβολή βάσει της εγγυήσεως.
8.
Η διαφορά έφτασε στην Corte suprema di cassazione, η οποία υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
« Πρέπει το άρθρο 35 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 222/77 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως — το οποίο, στην αρχική του μορφή, προέβλεπε ότι ο εγγυητής απαλλάσσεται των υποχρεώσεων του όταν, εντός 12 μηνών από την ημερομηνία καταχωρίσεως της δηλώσεως Τ1, δεν έχει ειδοποιηθεί από το τελωνείο αναχωρήσεως σχετικά με τη μη εξόφληση του παραστατικού Τ1 — να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποκλειστικώς αρμόδιο για την αποστολή της εν λόγω ειδοποιήσεως είναι το τελωνείο αναχωρήσεως ή μήπως είναι επίσης αρμόδιο το τελωνείο που, κατά την εθνική διοικητική οργάνωση, προΐσταται ιεραρχικώς του τελωνείου αναχωρήσεως και μπορεί να το υποκαταστήσει στην εκτέλεση αυτού του καθήκοντος; »
9.
Η Berner και η Επιτροπή επιχειρηματολογούν ότι, σύμφωνα με το κείμενο του άρθρου 35, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, η ευθύνη του εγγυητή γεννάται μόνον όταν ειδοποιηθεί για τη μη εξόφληση από το τελωνείο αναχωρήσεως. Η έκφραση αυτή — υποστηρίζουν — χρησιμοποιείται στον κανονισμό 222/77 υπό την ακριβή έννοια την οποία ορίζει το άρθρο 11, στοιχείο γ, σύμφωνα με την οποία σημαίνει « το τελωνείο όπου αρχίζει η πράξη κοινοτικής διαμετακομίσεως». Η Berner και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος για να ερμηνευθεί η έκφραση αυτή διαφορετικά ειδικά όσον αφορά το άρθρο 35, όπου είναι σαφές ότι χρησιμοποιείται με τη στενή έννοια που ορίζεται στο άρθρο 11, στοιχείο γ.
10.
Το ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε η έκφραση αυτή — στο πλαίσιο του άρθρου 35 — να έχει το ίδιο νόημα που του αποδίδει και το άρθρο 11, στοιχείο γ, επιβεβαιώνεται, κατά την Berner και την Επιτροπή, από την τροποποίηση που επήλθε στο άρθρο 35 κατά το 1981, μετά τα επίδικα πραγματικά περιστατικά. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3813/81 του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1981 ( ΕΕ 1981, L 383, σ. 28 ), αντικατέστησε την έκφραση « το τελωνείο αναχωρήσεως » στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 35 του κανονισμού 222/77 με την έκφραση « οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αναχωρήσεως ». Κατά την άποψη της Berner και της Επιτροπής, η τροποποίηση αυτή παρέχει πρόσθετη επιβεβαίωση του ότι το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 35 στην αρχική του μορφή είχε στενότερη έννοια.
11.
Η Ιταλική Κυβέρνηση επιχειρηματολογεί ότι ο σκοπός του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 35 είναι να αποφεύγεται η γένεση της ευθύνης του εγγυητή, σε περίπτωση που δεν ειδοποιήθηκε ότι το παραστατικό Τ1 δεν εξοφλήθηκε εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Μια τέτοια ειδοποίηση δεν είναι αναγκαίο να προέρχεται από το τελωνείο αναχωρήσεως, αλλ' αρκεί να ενημερωθεί ο εγγυητής για τη μη εξόφληση. Η μεσολαβήσασα το 1981 τροποποίηση του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 35 έγινε, κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, απλώς για να αποσαφηνισθούν τα πράγματα και δεν επέφερε καμία μεταβολή ουσίας.
12.
Φρονώ ότι η ορθή άποψη είναι η της Berner και της Επιτροπής. Η διατύπωση της αμφισβητουμένης διατάξεως είναι από την άποψη αυτή σαφέστατη.
13.
Αν έβρισκα έστω και κάποιο στοιχείο αμφισημίας στη διάταξη αυτή, θα υποστήριζα την άποψη ότι οι αρχές κράτους μέλους δεν θα εδικαιούντο να απαιτούν καταβολή δυνάμει εγγυήσεως αναληφθείσας βάσει του άρθρου 27 του κανονισμού, εκτός εάν συνέτρεχαν σαφώς καθοριζόμενες προϋποθέσεις. 'Οπως επισημαίνει η Επιτροπή, μια επιχείρηση — που συχνά είναι τράπεζα ή, όπως συμβαίνει εδώ, ασφαλιστική εταιρία —, η οποία καθίσταται εγγυήτρια σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ενδέχεται να μην ασκεί κανένα έλεγχο στο τι πράγματι γίνεται με τη διαμετακόμιση των οικείων εμπορευμάτων. Κατά την άποψη μου, δικαιούται, επομένως, να γνωρίζει την πραγματική έκταση της ενδεχομένης ευθύνης της, όταν μάλιστα η υποχρέωση της να καταβάλει μπορεί να γίνει αντιληπτή ως μορφή κυρώσεως. Όπως έχει τονίσει δε το Δικαστήριο, στην υπόθεση 117/83, Könecke (Συλλογή 1984, σ. 3291, σκέψη 11 ), « μια κύρωση, έστω και αν δεν έχει ποινικό χαρακτήρα, μπορεί να επιβληθεί μόνο αν θεμελιώνεται σε σαφή και μη διφορούμενη νομική βάση ».
14.
Το άρθρο 35 του κανονισμού είναι σύμφωνο προς την αρχή αυτή, διότι, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο σχετικά με την προϊσχύ-σασα αυτής διάταξη, «αποσκοπεί στο να παρασχεθεί νομική ασφάλεια στα πρόσωπα, τα οποία προσφέρονται ως εγγυητές των πράξεων διαμετακομίσεως (... ) » ( βλ. υπόθεση 277/80, SIC κατά Amministrazione delle finanze dello Stato, Συλλογή 1982, σ. 629, σκέψη 13 ). Η ανάγκη ασφάλειας του δικαίου είναι πρόδηλη στο πεδίο του τελωνειακού δικαίου. Επί πλέον, ενδεχόμενη αβεβαιότητα σχετικά με τις επίδικες εδώ διατάξεις θα μπορούσε να αυξήσει το κόστος της παροχής ασφαλείας και θα έπληττε έτσι τους σκοπούς του καθεστώτος διαμετακομίσεως.
15.
Θεωρώ ότι η αξίωση της ασφάλειας του δικαίου ικανοποιείται, από την άποψη αυτή, με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 35 του κανονισμού, τόσο στην αρχική του όσο και στην τροποποιημένη του μορφή, ερμηνευόμενο σύμφωνα με το αβίαστο νόημα των χρησιμοποιουμένων λέξεων. Η αξίωση αυτή, κατά την άποψη μου, δεν θα ικανοποιούνταν, αν το άρθρο 35 υπό την αρχική του μορφή ερμηνευόταν κατά τον τρόπο τον οποίο υποστηρίζει η Ιταλική Κυβέρνηση.
16.
Η Ιταλική Κυβέρνηση επιχειρηματολογεί ότι η ασφάλεια του δικαίου δεν θα απειλούνταν από μια ελευθεριότερη ερμηνεία της αμφισβητουμενης διατάξεως, διότι ουδείς ισχυρίστηκε ότι η Berner αγνοούσε ότι τα παραστατικά ΤΙ δεν είχαν εξοφληθεί. Δεν μπορώ να δεχτώ το επιχείρημα αυτό. Αν το κρίσιμο ζήτημα ήταν όχι το ποιος ειδοποίησε τον εγγυητή για τη μη εξόφληση, αλλά απλώς το αν ο εγγυητής ήταν ή όχι εν γνώσει της μη εξοφλήσεως, ο εγγυητής θα βρισκόταν εκτεθειμένος στον κίνδυνο μια είδηση, ίσως αόριστη, από ανεπίσημη πηγή να θεωρηθεί στη συνέχεια ως προσήκουσα ειδοποίηση περί μη εξοφλήσεως του παραστατικού ΤΙ. Ίσως ακόμη να ανέκυπτε το ζήτημα αν θα μπορούσε να κληθεί να καταβάλει δυνάμει της ανειλημμένης εγγυήσεως ο εγγυητής, ο οποίος δεν εγνώριζε, αλλά όφειλε να γνωρίζει, τη μη εξόφληση.
17.
Η Ιταλική Κυβέρνηση δεν φτάνει, στην παρούσα υπόθεση, μέχρι αυτό το σημείο, αλλά ισχυρίζεται απλώς ότι οποιαδήποτε επίσημη ειδοποίηση περί μη εξοφλήσεως αρκεί. Ωστόσο, άλλες εθνικές αρχές ίσως να ήθελαν να προχωρήσουν πιο μακριά. Αν παραμεριζόταν η γραμματική διατύπωση της αμφισβητουμενης διατάξεως, θα ήταν ασαφές ποιες ακριβώς διατυπώσεις θα έπρεπε να έχουν τηρηθεί, πριν κληθεί να πληρώσει ο εγγυητής.
18.
Η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται επίσης ότι οι ελβετικές τελωνειακές αρχές εφήρμοζαν συχνά την πρακτική να εκδίδουν ειδοποιήσεις περί μη εξοφλήσεως κεντρικά. Η πρακτική αυτή επιτρεπόταν, κατά την άποψη της Ιταλικής Κυβερνήσεως, από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της προαναφερθείσας Συμφωνίας μεταξύ της Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας. Το πρώτο εδάφιο της διατάξεως αυτής αναφέρει: « Στα αρμόδια ελβετικά τελωνεία ανατίθενται καθήκοντα τελωνείων αναχωρήσεως, διελεύσεως, προορισμού και εγγυήσεως. »
19.
Κατά την άποψη μου, όμως, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της Συμφωνίας του 1972 εξουσιοδότησε απλώς τα αρμόδια ελβετικά τελωνεία, όταν εφαρμόζουν το καθεστώς της κοινοτικής διαμετακομίσεως, να ενεργούν όπως και τα τελωνεία των κρατών μελών. Δεν εξουσιοδότησε μία συγκεκριμένη ελβετική υπηρεσία να ασκεί καθήκοντα τα οποία, στα κράτη μέλη, είναι της αρμοδιότητας πλειόνων συγκεκριμένων τελωνείων.
20.
Αυτή η ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 1, της Συμφωνίας του 1972 ενισχύεται από το γεγονός ότι το κείμενο της νομοθεσίας περί κοινοτικής διαμετακομίσεως, που παρατίθεται στο προσάρτημα Ι της Συμφωνίας, τροποποιήθηκε το 1982 σύμφωνα με την τροποποίηση που είχε γίνει κατά το προηγούμενο έτος στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 35 του κανονισμού 222/77. Κατά την άποψη μου, οι ελβετικές τελωνειακές αρχές δεσμεύονταν, επομένως, να ακολουθούν την ίδια διαδικασία ειδοποίησης των εγγυητών ότι τα παραστατικά ΤΙ δεν εξοφλήθηκαν εντός της τασσομένης προθεσμίας, την οποία ακολουθούν και οι τελωνειακές αρχές των κρατών μελών.
21.
Τέλος, κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, το ότι το Συμβούλιο δεν κάνει ρητή μνεία, στο προοίμιο του κανονισμού 3813/81, περί της τροποποιήσεως του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 35 του κανονισμού 222/77 σημαίνει ότι η τροποποίηση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επέφερε μεταβολή ουσίας. Διαφορετικά — υποστηρίζει —, ο κανονισμός 3813/81 δεν θα ήταν σύμφωνος με την επιταγή του άρθρου 190 της Συνθήκης, κατά την οποία οι κανονισμοί « πρέπει να αιτιολογούνται ».
22.
Ούτε αυτό το επιχείρημα με πείθει. Γίνεται παγίως δεκτό ότι η επιταγή του άρθρου 190 τηρείται, όταν το προοίμιο ενός κανονισμού εκθέτει σε αδρές γραμμές τους γενικούς σκοπούς του και εξηγεί την ουσία των λαμβανομένων μέτρων. Ρητή μνεία των λόγων που βρίσκονται πίσω από όλες τις λεπτομέρειες ενός κανονισμού δεν απαιτείται (βλ., π.χ., υπόθεση 166/78, Ιταλία κατά Συμβουλίου, ECR 1979, σ. 2575, σκέψη 8 ).
23.
Επί πλέον, η πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3813/81 αναφέρει ότι «η πολυετής εμπειρία εφαρμογής του καθεστώτος κοινοτικής διαμετακομίσεως (...) υποδεικνύει τη δυνατότητα απλουστεύσεως ορισμένων διαδικασιών σχετικών με το καθεστώς αυτό ». Κατά την άποψη μου, η σκέψη αυτή συνάδει απολύτως προς την άποψη ότι ο κανονισμός αυτός επέφερε ουσιαστική τροποποίηση του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 35 του κανονισμού 222/77 και ότι, επομένως, πριν επέλθει η τροποποίηση αυτή, έπρεπε να αποδίδεται στη διάταξη αυτή η στενότερη ερμηνεία, η οποία θεωρώ ότι ανταποκρίνεται προς το σαφές της νόημα.
24.
Επομένως, θα απαντούσα στο ερώτημα που υπέβαλε η Corte suprema di cassazione ως εξής:
«Το άρθρο 35 του κανονισμού (ΕΟΚ) 222/77, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, όπως είχε πριν τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3813/81 της 15ης Δεκεμβρίου 1981, έχει την έννοια ότι άρνηση απαλλαγής του εγγυητή χωρεί μόνον αφού ο εγγυητής ειδοποιηθεί για τη μη εξόφληση του παραστατικού ΤΙ από το τελωνείο απ' όπου ξεκίνησε η πράξη κοινοτικής διαμετακομίσεως. Άρνηση απαλλαγής του εγγυητή ελευθερώσεως δεν χωρεί, αν ο εγγυητής ειδοποιήθηκε για τη μη εξόφληση του παραστατικού ΤΙ από άλλη τελωνειακή αρχή του κράτους αναχωρήσεως, έστω και αν, κατά το δίκαιο του κράτους αυτού, η εν λόγω αρχή είναι ιεραρχικώς ανώτερη του προαναφερθέντος τελωνείου. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy