ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN MISCHO
της 22ας Ιανουαρίου 1991 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Στο πλαίσιο της διαφοράς που υφίσταται μεταξύ της Organisationen Danske Slagterier, επαγγελματικής ενώσεως δανικών σφαγείων (στο εξής: ODS), ενεργούσας κατ' εντολήν της εταιρίας Jydske Andelsslagteriers Konservesfabrik Amb Α (στο εξής: Jaka), και του δανικού Υπουργείου Γεωργίας, το Østre Landsret υπέβαλε στο Δικαστήριο τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία των άρθρων 36 και 37 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3183/80 της Επιτροπής, της 3ης Δεκεμβρίου 1980, περί κοινών τρόπων εφαρμογής του καθεστώτος πιστοποιητικών εισαγωγής, εξαγωγής και προκαθορισμού για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/022, σ. 66). Τα ερωτήματα αυτά έχουν σχέση, αφενός, με το ζήτημα αν, και υπό ποιες προϋποθέσεις, μια άσχετη με μια επιχείρηση απεργία, η οποία είχε ως συνέπεια τη διακοπή του εφοδιασμού της σε πρώτες ύλες, μπορεί να αποτελέσει, όσον αφορά την επιχείρηση αυτή, περίπτωση ανωτέρας βίας κατά την έννοια του κανονισμού αυτού, ικανή να την αποδεσμεύσει από την υποχρέωση της προς εξαγωγή καθόλη τη διάρκεια ισχύος του πιστοποιητικού εξαγωγής με προκαθορισμό των επιστροφών του οποίου είναι κάτοχος και, αφετέρου, σε περίπτωση που κάτι τέτοιο συμβαίνει, ποια είναι τα κριτήρια στα οποία πρέπει να στηριχθεί ο αρμόδιος εθνικός οργανισμός προκειμένου να αποφασίσει αν πρέπει να ακυρώσει το εν λόγω πιστοποιητικό ή να παρατείνει τον χρόνο ισχύος του.
2.
Όσον αφορά την ακριβή διατύπωση των προδικαστικών ερωτημάτων, τη λεπτομερή έκθεση των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης και τις γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, θέματα με τα οποία δεν πρόκειται να ασχοληθώ παρά μόνο κατά το μέτρο που είναι κατά την κρίση μου αναγκαίο, παραπέμπω στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
1. Επί της εννοίας της ανωτέρας βίας ( πρώτο ερώτημα )
3.
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ( 1 ),
« δεδομένου ότι η έννοια της ανωτέρας βίας δεν έχει ταυτότσημο περιεχόμενο στους διαφόρους κλάδους του δικαίου και τους διαφόρους τομείς εφαρμογής, αυτή η έννοια πρέπει να καθορίζεται σε συνάρτηση με το νομικό πλαίσιο στο οποίο προορίζεται να παραγάγει τα αποτελεσματά της ».
4.
Με την απόφαση του της 27ης Οκτωβρίου 1987, 109/86, Θεοδωράκης, (Συλλογή 1987, σ. 4319, σκέψη 7), το Δικαστήριο αποφάνθηκε, όσον αφορά ακριβώς τα άρθρα 36 και 37 του κανονισμού 3183/80, ότι:
« ακόμη και αν η έννοια της ανωτέρας βίας δεν προϋποθέτει απόλυτη αδυναμία, απαιτεί ωστόσο η μη επέλευση του οικείου γεγονότος να οφείλεται σε περιστάσεις άσχετες προς εκείνον που επικαλείται το γεγονός, ασυνήθεις και απρόβλεπτες, των οποίων οι συνέπειες παρίστανται αναπόφευκτες έστω και αν καταβληθεί κάθε δυνατή επιμέλεια ».
5.
Θα ήθελα εξαρχής να παρατηρήσω ότι ο ορισμός αυτός, με το να μην περιορίζει την έννοια της ανωτέρας βίας στο απολύτως αδύνατον και με το να λαμβάνει υπόψη τις σχετικές ενέργειες των οικείων επιχειρηματιών, συνεπάγεται, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου,
« ότι η έννοια αυτή είναι αρκετά ελαστική όσον αφορά, όχι μόνο τη φύση του γεγονότος που επικαλείται, αλλά ακόμη και την επιμέλεια που θα έπρεπε να καταβάλει ο εξαγωγέας για να αντιμετωπίσει και την έκταση των θυσιών τις οποίες θα έπρεπε, για το σκοπό αυτό, να αποδεχθεί» (βλ. την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1970, 11/70, Internationale Handelsgesellschaft, Rec. 1970, σ. 1125, σκέψη 23, την οποία επικαλείται η ODS ( 2 ) ).
Μπορεί να θεωρηθεί ότι ενόψει του ορισμού αυτού ot απαιτήσεις που απορρέουν ενδεχομένως από την αρχή της αναλογικότητας, περί της οποίας έκανε μνεία η ODS ( βλ. τις σελίδες 16 Kat 17 του δακτυλογραφημένου κειμένου της εκθέσεως για την επ' ακροατηρίου συζήτηση ), έχουν ήδη πλήρως ληφθεί υπόψη.
6.
Ας μου επιτραπεί τώρα να εξετάσω αν η κατ' αυτόν τον τρόπο καθοριζόμενη έννοια της ανωτέρας βίας μπορεί να καλύψει μια πραγματική κατάσταση όπως αυτή που περιγράφεται από το αιτούν δικαστήριο στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα.
7.
Ουδεμία υφίσταται αμφιβολία ότι μια απεργία που αφορά άλλες, εκτός αυτής που επικαλείται την ανωτέρα βία, επιχειρήσεις μπορεί να χαρακτηρισθεί ως γεγονός άσχετο προς την επιχείρηση που την επικαλείται. Πράγματι, πρέπει να θεωρηθεί ότι κάθε παράβαση συμβατικής υποχρεώσεως ενός αντισυμβαλλομένου η οποία δεν οφείλεται στη συμπεριφορά του κατόχου πιστοποιητικού εξαγωγής αποτελεί γεγονός άσχετο προς τον τελευταίο. Αυτό εν πάση περιπτώσει προκύπτει από τη σκέψη 8 της προαναφερθείσας αποφάσεως Θεοδωράκης, όπως αυτή έχει επιβεβαιωθεί με τη σκέψη 34 της αποφάσεως της 10ης Ιουλίου 1990, C-334/87, Ελλάς κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1990, σ. I-2849).
8.
Συνεπώς, απομένει να εξεταστεί αν η παράβαση συμβατικής υποχρεώσεως ενός αντισυμβαλλομένου αποτελεί ασύνηθες και απρόβλεπτο γεγονός του οποίου οι συνέπειες δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν παρ' όλη την επιδειχθείσα επιμέλεια. Με βάση τις δύο ανωτέρω σκέψεις των προαναφερθεισών αποφάσεων, νομίζω ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση. Πράγματι, το Δικαστήριο έχει εν προκειμένω αποφανθεί ότι
« παρόμοιο γεγονός αποτελεί συνήθη εμπορικό κίνδυνο στο πλαίσιο των εμπορικών συναλλαγών Kat εναπόκειται στον κάτοχο του πιστοποιητικού ( ο οποίος είναι εξάλλου απολύτως ελεύθερος να επιλέγει τους εμπορικούς του εταίρους αναλόγως του συμφέροντος που αυτός μπορεί να προσδοκά) να λαμβάνει τις κατάλληλες προφυλάξεις είτε περιλαμβάνοντας στην ( εν λόγω ) ( 3 ) σύμβαση αντίστοιχες ρήτρες είτε συνάπτοντας ειδική ασφάλιση ».
9.
Ωστόσο, από μια προσεκτικότερη εξέταση προκύπτει ότι σε καμιά από τις δυο περιπτώσεις το Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με τους λόγους που αποτελούσαν την αιτία της μη εκπληρώσεως των συμβατικών υποχρεώσεων του αντισυμβαλλομένου. Στην υπόθεση Θεοδωράκης, ο κοινοτικός επιχειρηματίας δεν μπόρεσε να προβεί στην εξαγωγή και υποχρεώθηκε να ακυρώσει τη σύμβαση πωλήσεως επειδή ο αντισυμβαλλόμενός του, μια πολωνική επιχείρηση, δεν παρέλαβε το εμπόρευμα που αυτή είχε αγοράσει. Στην υπόθεση C-334/87, η εξαγωγή δεν πραγματοποιήθηκε εντός των ορισθεισών προθεσμιών επειδή ο κοινοτικός επιχειρηματίας, λόγω « μη εκπληρώσεως συμβατικών υποχρεώσεων » εκ μέρους της Σουδανικής Κυβερνήσεως, δεν είχε πετύχει το άνοιγμα εμπορικής πιστώσεως.
10.
Ωστόσο, στην υπό κρίση υπόθεση, το ζήτημα δεν είναι αν αυτή καθαυτή η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων του αντισυμβαλλομένου συνιστά « συνήθη εμπορικό κίνδυνο » : αν επρόκειτο περί ανωτέρας βίας, αυτή θα αναγόταν στις περιστάσεις που προκάλεσαν αυτή τη μη εκπλήρωση. Πρόκειται επομένως για το ζήτημα αν οι περιστάσεις αυτές συνιστούν ένα τέτοιο « συνήθη εμπορικό κίνδυνο » ή αν,. αντιθέτως, ήταν ασυνήθεις και απρόβλεπτες σε σημείο ώστε οι συνέπειες τους να μην κατέστη δυνατό να αποφευχθούν παρ' όλην την επιμέλεια που επέδειξε όχι αυτός που δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις αλλά αυτός που επικαλείται τις περιστάσεις αυτές.
11.
Συνεπώς, δεν μπορεί εν προκειμένω να αποκλειστεί εκ των προτέρων ότι η απεργία μπορεί να αποτελέσει ασύνηθες και απρόβλεπτο περιστατικό.
12.
Στις γραπτές της παρατηρήσεις, η αιτούσα της κύριας δίκης αναφέρεται ιδίως στον κανονισμό 473/67/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 21ης Αυγούστου 1967, σχετικά με τα πιστοποιητικά εισαγωγής και εξαγωγής για τα σιτηρά, τα μεταποιημένα με βάση τα σιτηρά προϊόντα, το ρύζι, τα θραύσματα και τα μεταποιημένα με βάση το ρύζι προϊόντα (JO 1967, 204, σ. 16), του οποίου το άρθρο 9, παράγραφος 2, περιλαμβάνει ρητώς την απεργία μεταξύ των περιστατικών που πρέπει να θεωρούνται ως περίπτωση ανωτέρας βίας (βλ. το σημείο f).
13.
Ο κανονισμός αυτός, όπως ακριβώς και ο κανονισμός 102/64/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 1964, που φέρει τον ίδιο τίτλο (JO 126, σ. 2125), αποτέλεσε τον πρόδρομο, όσον αφορά τα εν λόγω γεωργικά προϊόντα, των κανονισμών που περιλαμβάνουν τις κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του συστήματος πιστοποιητικών εισαγωγής, εξαγωγής και προκαθορισμού όσον αφορά τα γεωργικά προϊόντα στο σύνολό τους, όπως ο κανονισμός 3183/80, που εφαρμόζεται εν προκειμένω, καθώς και οι προηγούμενοι κανονισμοί (ΕΟΚ) 1373/70, της 10ης Ιουλίου 1970 (JO L 158, σ. 1), και (ΕΟΚ) 193/75, της 17ης Ιανουαρίου 1975 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/011, σ. 161 ). Ωστόσο, οι τελευταίοι αυτοί κανονισμοί δεν περιελάμβαναν πίνακα απαριθμούντα τις περιπτώσεις ανωτέρας βίας. Εντούτοις, στις γραπτές της παρατηρήσεις, η αιτούσα της κύριας δίκης επισύναψε ένα έγγραφο εργασίας της Επιτροπής το οποίο είχε καταρτιστεί κατ' εφαρμογήν του άρθρου 20, παράγραφος 3, του κανονισμού 193/75 και του οποίου απότοκο είναι το άρθρο 37, παράγραφος 5, του κανονισμού 3183/80, εξού προκύπτει ότι οι αρμόδιοι οργανισμοί όλων σχεδόν των κρατών μελών έχουν ήδη αναγνωρίσει ότι η απεργία, ασχέτως του αν αυτή οφείλεται σε λιμενεργάτες, σε ταχυδρομικές υπηρεσίες ή σε σιδηροδρόμους ή ακόμα και στους ίδιους τους υπαλλήλους του εξαγωγέα, αποτελεί περίπτωση ανωτέρας βίας δικαιολογούσας είτε την ακύρωση του εν λόγω πιστοποιητικού είτε την παράταση του χρόνου ισχύος του.
14.
Νομίζω ότι με την απόφαση του της 17ης Σεπτεμβρίου 1987, 70/86, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1987, σ. 3545), το Δικαστήριο έχει επίσης αναγνωρίσει, ή τουλάχιστον δεν έχει αποκλείσει, ότι η απεργία μπορεί να αποτελεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, περίπτωση ανωτέρας βίας. Στην υπόθεση εκείνη, η Ελληνική Κυβέρνηση, προκειμένου να δικαιολογήσει καθυστέρηση δύο ημερών στην εγγραφή των χρηματικών συνεισφορών για τον Ιούνιο του 1983 ( η εγγραφή αυτή έγινε στις 3 αντί την 1η Ιουνίου ), επικαλέστηκε μια γενική απεργία των υπαλλήλων των τραπεζών η οποία έγινε την 1η και 2α Ιουνίου. Το Δικαστήριο δέχθηκε, στη σκέψη 9 της αποφάσεώς του, ότι δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις ανωτέρας βίας δεδομένου ότι η εν λόγω απεργία ήταν προβλέψιμη και, επομένως, η καθυστέρηση εγγραφής των εν λόγω οικονομικών συνεισφορών μπορούσε να αποφευχθεί. Προηγουμένως, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι
« τουλάχιστον από τις 25 Μαΐου είχαν ανακοινωθεί από τον Τύπο για την 26 και 27 Μαΐου απεργίες που αφορούσαν περισσότερες επαγγελματικές κατηγορίες, μεταξύ των οποίων και οι υπάλληλοι των τραπεζών »
και ότι
« στις 29 Μαΐου ο Τύπος προέβλεψε τη συνέχιση της κινητοποίησης των εργαζομένων και ανέγραψε ότι από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις είχε δοθεί εντολή απεργίας για την 1η και 2α Ιουνίου ».
15.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, προκειμένου να κριθεί αν μια απεργία που έχει κηρυχθεί σε επιχείρηση διαφορετική από αυτήν που την επικαλείται αποτελεί περίπτωση ανωτέρας βίας, απαιτείται η εκτίμηση τόσο του βαθμού προβλεψιμότητας όσο και των δυνατοτήτων που είχε αυτός που την επικαλείται να αποφύγει τις εξ αυτής συνέπειες.
16.
Εν προκειμένω, από τη Διάταξη περί παραπομπής (καθώς και από τις υποβληθείσες παρατηρήσεις ) προκύπτει ότι κατά τον χρόνο που η Jaka ζήτησε το επίμαχο πιστοποιητικό προκαθορισμού, δηλαδή στις 25 Φεβρουαρίου 1985, είχαν ήδη γίνει δύο προαναγγελίες απεργίας, στις 13 και 21 Φεβρουαρίου 1985 αντίστοιχα, και ότι οι κατ' αυτόν τον τρόπο αναγγελθείσες για τις 4 Μαρτίου 1985 απεργίες ήταν πανεθνικής κλίμακας και αφορούσαν τους ονομαστικώς προσδιοριζόμενους τομείς που αποτελούσαν το αντικείμενο συλλογικών συμβάσεων στις οποίες μετείχε η συντριπτική πλειονότητα των επαγγελματικών ομοσπονδιών που αποτελούσαν μέλη της κυρίας δανικής συνδικαλιστικής οργανώσεως που είχε προβεί στις προαναγγελίες. Φρονώ ότι, υπό παρόμοιες περιστάσεις, το γεγονός ότι η απεργία επρόκειτο τελικώς να κηρυχθεί και να θίξει τομείς, όπως οι μεταφορές, που μπορούσαν να επηρεάσουν τις δραστηριότητες της Jaka δεν αποτελούσε κάτι το απρόβλεπτο. Έστω και αν η ODS έχει δίκιο να υποστηρίζει ότι, λόγω του δανικού συστήματος συλλογικών συμβάσεων και της λειτουργίας του στην πράξη, η απεργία δεν είναι ούτε βέβαιη ούτε καν λίαν πιθανή κατά τον χρόνο των προαναγγελιών και ότι είναι αδύνατο να προβλεφθούν ποιες θα είναι οι επιχειρήσεις που θα θιγούν ή ακόμα και η ημερομηνία ενάρξεως και η διάρκεια της απεργίας ( βλ. το τέλος του πρώτου εδαφίου της σελίδας 14 του δακτυλογραφημένου κειμένου της εκθέσεως για την επ' ακροατηρίου συζήτηση ), αυτό δεν αρκεί για να καταστήσει την απεργία απρόβλεπτο γεγονός. Πράγματι, όταν πρόκειται να εκτιμηθεί αν συντρέχει περίπτωση ανωτέρας βίας, δεν αρκεί αυτός που την επικαλείται να αποδείξει ότι δεν ήταν βέβαιη η επέλευση του γεγονότος που τελικά συνέβη αλλά, αντιθέτως, πρέπει και να αποδείξει ότι ήταν, αν όχι βέβαιο, τουλάχιστον λίαν πιθανό ότι το εν λόγω γεγονός δεν επρόκειτο να συμβεί (ή ότι κάτι τέτοιο είναι ασύνηθες ).
17.
Ομοίως, το γεγονός και μόνο ότι, παρά την ύπαρξη προαναγγελίας για απεργία από την οποία φαινόταν ότι η απεργία επρόκειτο να αρχίσει κατά την περίοδο ισχύος του πιστοποιητικού προκαθορισμού, « ήταν δυνατό η απεργία να μην έχει επιπτώσεις στην εν λόγω επιχείρηση » ( βλ. το κείμενο του πρώτου ερωτήματος) δεν επιτρέπει να θεωρηθεί ότι η κήρυξη της ήταν ασυνήθης ή απρόβλεπτη. Αντιθέτως, για να έχει σε παρόμοιες περιστάσεις η πραγματοποίηση της απειλής απεργίας χαρακτήρα ασυνήθη ή απρόβλεπτο, πρέπει η απεργία αυτή να ήταν τόσο απίθανη ώστε ο συνετός και επιμελής επιχειρηματίας να θεωρούσε ότι ο κίνδυνος πραγματοποιήσεώς της ήταν αμελητέος ( 4 ).
18.
Η ODS αντιτείνει ότι η γνώση απλώς του ότι είναι δυνατό να κηρυχθεί μια απεργία δεν αρκεί για να αποκλειστεί η εφαρμογή των σχετικών με την ανωτέρα βία διατάξεων. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, οι Δανοί εξαγωγείς γεωργικών προϊόντων δεν θα μπορούσαν να επιτύχουν προκαθορισμούς επί μία περίοδο που θα εκτεινόταν από τον Δεκέμβριο του έτους που προηγείται της λήξεως των συλλογικών συμβάσεων μέχρι την 1η Μαρτίου ή, ανάλογα με τις περιστάσεις, μέχρι τον Ιούνιο του επομένου έτους.
19.
Ωστόσο, νομίζω ότι από τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως καταφαίνεται ότι ο μηχανισμός του προκαθορισμού δεν θα καθίστατο ανεφάρμοστος επί μια τόσο μακρά περίοδο.
20.
Πράγματι, η ίδια η αιτούσα της κύριας δίκης επισήμανε ότι η Jaka συνήθιζε να ζητεί πιστοποιητικό στις αρχές κάθε μήνα και είχε λάβει, στις 5 Φεβρουαρίου 1985, πιστοποιητικό για 1400000 χλγρ. κονσερβών κρέατος. Δεν υποστήριξε ότι η Jaka αδυνατούσε να εξαγάγει τη σημαντική αυτή ποσότητα κρέατος κατά τη διάρκεια ισχύος του πιστοποιητικού αυτού. Η διαφορά έχει απλώς σχέση με ένα συμπληρωματικό πιστοποιητικό το οποίο ζητήθηκε στις 25 Φεβρουαρίου 1985 και αφορούσε 700000 χλγρ. προϊόντων ζαμπόν. Ο λόγος της συμπληρωματικής αιτήσεως ήταν ότι κατά τον χρόνο εκείνο είχε αιφνιδίως φανεί ότι ήταν δυνατή η αύξηση των εξαγωγών προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.
21.
Ήδη στις 21 Φεβρουαρίου 1985, η σχετική συνδικαλιστική οργάνωση είχε προβεί στη δεύτερη και τελευταία προαναγγελία απεργίας. Δεν αμφισβητείται εξάλλου ότι κατά τα προηγούμενα έτη μετά τη δεύτερη προαναγγελία επακολούθησε απεργία σε τρεις περιπτώσεις επί δεκατριών. Υπό τις συνθήκες αυτές ο κίνδυνος πραγματοποιήσεως απεργίας δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως αμελητέος, καθώς αυτή δεν ήταν πλέον απρόβλεπτη.
22.
Κατά συνέπεια, στην εταιρία Jaka εναπέ-κειτο να λάβει όλα τα μέτρα που ήταν ικανά να την προστατεύσουν έναντι των συνεπειών μιας απεργίας.
23.
Εφόσον δεν μπορούσε ούτε να προσθέσει τις κατάλληλες ρήτρες στις συμβάσεις που είχε συνάψει με τους προμηθευτές ή τους πελάτες της ούτε να συνάψει ασφάλιση έναντι της ενδεχομένης απώλειας της κατατεθείσας εγγυήσεως ή της απωλείας των πλεονεκτημάτων που προκύπτουν από τον προκαθορισμό, η Jaka δεν έπρεπε να ζητήσει προκαθορισμό επιστροφών όσον αφορά τη συμπληρωματική ποσότητα των 700000 χλγρ. καθώς επίσης και, ενδεχομένως, όσον αφορά την ποσότητα για την οποία είχε ζητηθεί προκαθορισμός στις αρχές Μαρτίου.
24.
Πράγματι, αφ' ης στιγμής το ενδεχόμενο της απεργίας δεν μπορούσε να αποκλεισθεί, η εν λόγω εταιρία όφειλε, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, να επιδείξει « κάθε επιμέλεια » ώστε να αποφευχθούν τα αποτελέσματα που η απεργία μπορούσε να συνεπάγεται. Το να αρνηθεί να ζητήσει προκαθορισμό και να αρκεστεί, κατά τον χρόνο της εξαγωγής, στην επιστροφή που θα ίσχυε την ημέρα εκείνη δεν αποτελούσε « υπερβολική θυσία » ( 5 ). Πράγματι, η επιστροφή που ισχύει την ημέρα της εξαγωγής θεωρείται ότι αντικατοπτρίζει με ακρίβεια τη διαφορά μεταξύ των τιμών στην παγκόσμια αγορά και της τιμής κατωφλίου της Κοινότητας.
25.
Κατόπιν των ανωτέρω, φρονώ ότι στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί απάντηση σύμφωνη προς τις θέσεις που υποστηρίζουν η Δανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, δηλαδή ότι:
« Τα άρθρα 36 και 37 του κανονισμού 3183/80 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν συντρέχει περίπτωση ανωτέρας βίας όταν ο εφοδιασμός σε πρώτες ύλες μιας επιχειρήσεως, η οποία έχει λάβει πιστοποιητικό προκαθορισμού, παύει λόγω νόμιμης σε άλλες επιχειρήσεις απεργίας εάν, υπό περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, από την αναγγελία της απεργίας που είχε ήδη γίνει κατά τον χρόνο της υποβολής της αιτήσεως για πιστοποιητικό καταφαινόταν ότι η απεργία θα κηρυσσόταν κατά τη διάρκεια της ισχύος του πιστοποιητικού, έστω και αν ήταν εν προκειμένω δυνατό να μη γίνει η απεργία ή να μην έχει αυτή επιπτώσεις για την εν λόγω επιχείρηση. »
26.
Ενόψει της απαντήσεως αυτής, έχω τη γνώμη ότι τα τρία επόμενα ερωτήματα καθίστανται άνευ αντικειμένου. Ως εκ τούτου, δεν πρόκειται να τα εξετάσω παρά δευτερευόντως.
2. Επί των συνεπειών της ανωτέρας βίας ( δεύτερο, τρίτο και τέταρτο ερώτημα )
27.
Το δεύτερο ερώνημα έχει ως εξής:
« Συνεπάγονται τα άρθρα 36 και 37 περιορισμό του χρόνου διαρκείας των αποτελεσμάτων μιας απεργίας η οποία μπορεί να εξομοιωθεί προς ανωτέρα βία, μετά την άρση της διενέξεως, σε περίπτωση όπου η παραγωγική ικανότητα της επιχειρήσεως έχει πλήρως χρησιμοποιηθεί τόσο κατά τον χρόνο ενάρξεως της απεργίας όσο και στη συνέχεια, όπου δεν είναι δυνατή η προσφυγή σε τρίτους για την αγορά των πρώτων υλών που είναι αναγκαίες για την παραγωγή της επιχειρήσεως κατά τη διάρκεια της περιόδου της απεργίας και όπου ούτε η πώληση τελικών προϊόντων σε τρίτους είναι πλέον δυνατή τόσο κατά τη διάρκεια της απεργίας όσο και μετά τη λήξη αυτής; »
28.
Προς καλύτερη κατανόηση του περιεχομένου του ερωτήματος αυτού, νομίζω ότι πρέπει να υπομνησθούν ορισμένα περιστατικά της υποθέσεως της κυρίας δίκης, όπως αυτά προκύπτουν από τη Διάταξη περί παραπομπής.
29.
Αφενός, είναι αναμφισβήτητο ότι οι αρμόδιες δανικές αρχές ναι μεν είχαν δεχθεί να παραταθεί η διάρκεια ισχύος των περισσοτέρων πιστοποιητικών προκαθορισμού που είχε λήξει κατά τα τέλη Μαρτίου του 1985, καθώς και ορισμένων πιστοποιητικών που είχε λήξει κατά τα τέλη Απριλίου, πλην όμως είχαν απορρίψει την αίτηση της Jaka για παράταση μέχρι τις 12 Ιουλίου 1985 της ισχύος του επιμάχου πιστοποιητικού για τον λόγο ότι
«τα αποτελέσματα της απεργίας που είχε κηρυχθεί δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ότι διάρκεσαν επί τόσο πολύ χρόνο ».
Αργότερα, στο πλαίσιο της κύριας δίκης, το δανικό Υπουργείο Γεωργίας έκρινε ακόμη ότι
« μια απεργία βραχείας διαρκείας, περίπου οκτώ έως δέκα ημερών, δεν μπορεί να αποτελέσει περίπτωση ανωτέρας βίας όσον αφορά το επίμαχο πιστοποιητικό προκαθορισμού »
και ότι,
«εν πάση περιπτώσει, μια απεργία τόσο βραχείας διάρκειας δεν μπορεί να εξομοιωθεί με περίπτωση ανωτέρας βίας για περίοδο τεσσάρων περίπου μηνών, από την 1η Απριλίου 1985 έως τις 26 Ιουλίου 1985» ( βλ. τις σελίδες 5 και 7 της Διατάξεως περί παραπομπής ).
30.
Αφετέρου, το εθνικό δικαστήριο ρητώς διαπιστώνει, στη Διάταξη του περί παραπομπής (σελίδα 4), ότι λόγω της απεργίας αυτής, η οποία έληξε νομίμως την 1η Απριλίου 1985, η Jaka, η οποία είχε αναγκαστεί να διακόψει την παραγωγή της από την ίδια εκείνη ημερομηνία, δεν μπόρεσε να την επαναλάβει παρά στις 15 Απριλίου 1985 και μάλιστα σταδιακώς καθώς επανήρχιζαν οι εργασίες εντός των σφαγείων. Η Jaka, που είχε πλήρως χρησιμοποιήσει τις ικανότητες της παραγωγής έως ότου της έλλειψαν οι πρώτες ύλες, δεν μπορούσε να καλύψει την καθυστέρηση και να παραγάγει τις ποσότητες που ήταν αναγκαίες για την εκπλήρωση εντός των προθεσμιών, δηλαδή μέχρι τις 31 Μαΐου 1985, των υποχρεώσεων εξαγωγής που απέρρεαν από το επίμαχο πιστοποιητικό εξαγωγής, οπότε ζήτησε παράταση του χρόνου ισχύος του, κατ' αρχάς μέχρι τις 12 Ιουλίου και αργότερα μέχρι τις 26 Ιουλίου.
31.
Τέλος, από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκε στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης προκύπτει ότι
« οι δυνατότητες της Jaka θα επαρκούσαν για την παραγωγή που ήταν απαραίτητη προκειμένου να τηρηθεί το ( επίμαχο ) πιστοποιητικό προκαθορισμού καθώς και για να εκτελεστούν οι λοιπές εκ της πωλήσεως υποχρεώσεις που είχε αναλάβει δυνάμει των συμβάσεων που είχε συνάψει, αν δεν είχε γίνει η απεργία περί τα τέλη Μαρτίου 1985 »
και ότι
«αυτό σήμαινε γενικώς μια τελείως συνήθη χρησιμοποίηση της ικανότητας παραγωγής της Jaka ».
Εξάλλου, από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης καταδεικνύεται ότι λόγω της απεργίας και ενόψει των σχετικών με τις πωλήσεις υποχρεώσεων της Jaka καθώς και λόγω της αδυναμίας της εν λόγω εταιρίας να προμηθευτεί πρώτες ύλες ή τελικά προϊόντα από τρίτους,
« η πλήρης χρησιμοποίηση της ικανότητάς της παραγωγής θα επέτρεπε στη Jaka να έχει ολοκληρώσει στις 5 Ιουλίου 1985 την παραγωγή των ποσοτήτων κονσερβών κρέατος που αφορούσε το ( επίμαχο ) πιστοποιητικό προκαθορισμού » ( βλ. τις σελίδες 4 και 5 της Διατάξεως περί παραπομπής ).
32.
Ενόψει των γεγονότων αυτών καθώς επίσης των όσων εξέθεσα στο πλαίσιο της εξετάσεως του πρώτου ερωτήματος, νομίζω ότι η απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα μπορεί να είναι σχετικά σύντομη.
33.
Τα άρθρα 36 και 37 του κανονισμού 3183/80 προβλέπουν, σε περίπτωση ανωτέρας βίας, είτε την παράταση του χρόνου ισχύος του πιστοποιητικού είτε την ακύρωση του. Τα κριτήρια που πρέπει να ακολουθούνται για την επιλογή της μιας ή της άλλης από τις δύο αυτές λύσεις αποτελούν το αντικείμενο του τρίτου και τετάρτου ερωτήματος. Εφόσον όμως ο αρμόδιος οργανισμός του κράτους μέλους που εκδίδει το πιστοποιητικό αποφασίσει την παράταση του χρόνου ισχύος του εν λόγω πιστοποιητικού, πράττει κάτι τέτοιο, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 37, παράγραφος Ι, για όλο « το διάστημα που κρίνεται αναγκαίο λόγω της προβαλομένης περιστάσεως ». Εξ αυτού έπεται, όπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή, ότι
« οι αποφάσεις περί παρατάσεως της ισχύος των πιστοποιητικών προκαθορισμού που λαμβάνονται από τους εθνικούς οργανισμούς πρέπει να έχουν ως αποτέλεσμα να τίθενται οι επιχειρηματίες σε κατάσταση ανάλογη προς αυτή που θα υφίστατο αν δεν είχε ανακύψει κατάσταση ανωτέρας βίας »,
πράγμα που, στην περίπτωση μιας απεργίας, σημαίνει ότι
« η παράταση μπορεί να έχει διάρκεια μεγαλύτερη από αυτήν της απεργίας προκειμένου, εν ανάγκη, να ληφθούν υπόψη οι καθυστερήσεις που η απεργία μπορούσε να συνεπάγεται όσον αφορά την επανέναρξη της παραγωγής » ( βλ. το σημείο 7 των γραπτών παρατηρήσεων της Επιτροπής καθώς και τη σελίδα 26 του δακτυλογραφημένου κειμένου της εκθέσεως για την επ' ακροατηρίου συζήτηση ).
34.
Υπ' αυτήν ακριβώς την έννοια προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα σε περίπτωση που θα έκρινε ότι το ερώτημα αυτό δεν έχει καταστεί άνευ αντικειμένου.
35.
Όσον αφορά το πρόβλημα σχετικά με το αν ήταν ή όχι δυνατή η προσφυγή σε τρίτους για την αγορά των πρώτων υλών που είναι αναγκαίες για την παραγωγή της επιχειρήσεως κατά την περίοδο της απεργίας ή η προσφυγή σε τρίτους για την αγορά τελικών προϊόντων κατά την περίοδο της απεργίας και μέχρι τον χρόνο λήξεως της ισχύος του πιστοποιητικού, το πρόβλημα αυτό έχει σχέση, στην πραγματικότητα, με αυτήν ταύτην την ύπαρξη περιπτώσεως ανωτέρας βίας. Πράγματι, έστω και αν υποτεθεί ότι η απεργία ήταν απρόβλεπτη, περίπτωση ανωτέρας βίας θα μπορούσε να αναγνωριστεί μόνο αν ο επιχειρηματίας δεν είχε τη δυνατότητα να αποφύγει, μέσω τέτοιων αγορών, τις συνέπειες της απεργίας.
36.
Αυτός είναι ακριβώς και ο λόγος για τον οποίο δεν θα επαναλάβω αυτή την πτυχή του ερωτήματος στην απάντηση που θα προτείνω και η οποία είναι η ακόλουθη:
« Τα άρθρα 36 και 37 του κανονισμού 3183/80 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι τα αποτελέσματα μιας εξομοιώσιμης προς ανωτέρα βία απεργίας μπορούν να ληφθούν υπόψη μόνο για διάστημα αντίστοιχο προς αυτό της απεργίας, προσαυξημένο εν ανάγκη προκειμένου να συνυπολογιστούν οι καθυστερήσεις που η απεργία είχε ως αποτέλεσμα όσον αφορά την επανάληψη της παραγωγής, υπό τον όρο ότι έγινε πλήρης χρήση των παραγωγικών δυνατοτήτων της επιχειρήσεως τόσο κατά το χρόνο της ενάρξεως της απεργίας όσο και στη συνέχεια. »
37.
Με το τρίτο και τέταρτο προδικαστικό του ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ' ουσίαν να γνωρίσει ποια είνα τα κριτήρια που πρέπει να αποτελούν τον οδηγό του αρμοδίου οργανισμού του κράτους μέλους που έχει εκδώσει το πιστοποιητικό όταν το εν λόγω κράτος πρόκειται, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 37 του κανονισμού 3183/80, να αποφασίσει μεταξύ της ακυρώσεως του πιστοποιητικού εξαγωγής με προκαθορισμό επιστροφών και της παρατάσεως του χρόνου ισχύος του.
38.
Το ίδιο το άρθρο 37 σιωπά ως προς το θέμα αυτό. Η παράγραφός του 1 απλώς προβλέπει ότι,
« εφόσον η προβαλλόμενη περίσταση αποτελεί περίπτωση ανωτέρας βίας, ο αρμόδιος οργανισμός του κράτους μέλους που εκδίδει το πιστοποιητικό αποφασίζει, είτε ότι ακυρώνεται η υποχρέωση εισαγωγής ή εξαγωγής αποδεσμευομένης της ασφαλείας, είτε ότι η διάρκεια του πιστοποιητικού παρατείνεται κατά το διάστημα που κρίνεται αναγκαίο λόγω της προβαλλόμενης περιστάσεως (... ) »,
χωρίς ωστόσο να καθορίζει τα κριτήρια που πρέπει να πρυτανεύουν κατά την επιλογή του αρμοδίου οργανισμού. Ωστόσο, η ανάγκη ομοιόμορφης εφαρμογής από τους αρμοδίους οργανισμούς των διαφόρων κρατών μελών αντιτίθεται στο να είναι απεριόριστη η εξουσία εκτιμήσεως που τα εν λόγω κράτη προδήλως διαθέτουν εν προκειμένω. Ελλείψει σαφών κριτηρίων εκτιμήσεως, ενδεχόμενοι περιορισμοί μπορούν, κατά τη γνώμη μου, να απορρέουν μόνον από το νομοθετικό πλαίσιο εντός του οποίου οι εθνικοί οργανισμοί καλούνται να παρέμβουν και εντός του οποίου πρέπει να ασκηθεί η εξουσία τους εκτιμήσεως.
39.
Συναφώς, πρέπει κατ' αρχάς να γίνει δεκτό ότι οι αρμόδιοι οργανισμοί οφείλουν να αποφανθούν επί ρητής αιτήσεως του ενδιαφερομένου ο οποίος πρέπει όχι μόνο να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ανωτέρα βία, αλλά και να ζητήσει, σύμφωνα με το άρθρο 36, παράγραφος 1, του κανονισμού 3183/80, είτε την ακύρωση είτε την παράταση: επομένως, ο ενδιαφερόμενος οφείλει να εκφράσει την προτίμηση του και ο αρμόδιος οργανισμός πρέπει να αποφανθεί σε σχέση με την προτίμηση αυτή. Εξ αυτού συνάγω ότι ο τελευταίος πρέπει να περιλάβει, μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη, τα συμφέροντα του οικείου επιχειρηματία. Φρονώ ότι η δεύτερη φράση του άρθρου 37, παράγραφος 1, κατά την οποία « η απόφαση του αρμοδίου οργανισμού δύναται να είναι διάφορος από την απόφαση την οποία έχει ζητήσει ο δικαιούχος του πιστοποιητικού », επιβεβαιώνει τα ανωτέρω: αν τα συμφέροντα του επιχειρηματία δεν επρόκειτο να ληφθούν οπωσδήποτε υπόψη και αν η ζητηθείσα από αυτόν απόφαση δεν επρόκειτο να αποτελέσει ένα από τα κύρια στοιχεία που έπρεπε να ληφθούν υπόψη, η διευκρίνηση αυτή θα ήταν περιττή.
40.
Δεύτερον, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, σε περίπτωση που επιλεγεί η λύση της παρατάσεως, η λύση αυτή έχει ως αντικείμενο, όπως έχει δεχθεί το Δικαστήριο με την απόφαση του της 16ης Δεκεμβρίου 1982, 71/82, Bruggen ( Συλλογή 1982, σ. 4647, σκέψη 14), να καταστεί δυνατό στον κάτοχο του πιστοποιητικού
« να διενεργήσει την εξαγωγή βάσει συντελεστού επιστροφής που προκαθορίζεται σ' αυτήν την άδεια ανεξαρτήτως των εμποδίων που προκαλούνται από τα γεγονότα που συνιστούν ανωτέρα βία »,
ή, όπως η Επιτροπή έχει αναγνωρίσει στο πλαίσιο της εξετάσεως του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος, ότι
« οι αποφάσεις περί παρατάσεως της ισχύος ενός πιστοποιητικού προκαθορισμού των εθνικών οργανισμών πρέπει να έχουν ως αποτέλεσμα την θέση του επιχειρηματία σε κατάσταση παρόμοια προς αυτήν που θα υφίστατο αν η περίπτωση ανωτέρας βίας δεν είχε ανακόψει ».
Λόγω του ειδικού αυτού νομοθετικού πλαισίου, φρονώ ότι ο αρμόδιος οργανισμός που καλείται να αποφανθεί σχετικά με την τύχη πιστοποιητικού περιέχοντος προκαθορισμό οφείλει, όταν το ζητήσει ο κάτοχος, να λάβει στο μέτρο του δυνατού απόφαση που μπορεί να διασφαλίζει ότι η πράξη που το πιστοποιητικό αφορά θα εκτελεστεί με τον συντελεστή που είχε προκαθοριστεί.
41.
Είναι ωστόσο πρόδηλον ότι ο κάτοχος ενός τέτοιου πιστοποιητικού θα επιλέξει την ακύρωση ή την παράταση ανάλογα με το αν ο συντελεστής επιστροφής, μετά τον προκαθορισμό, έχει αυξηθεί ή μειωθεί: στην πρώτη περίπτωση, θα ζητήσει νέο πιστοποιητικό ώστε να μπορέσει να εξαγάγει με ευνοϊκότερο συντελεστή· στη δεύτερη περίπτωση θα ζητήσει την παράταση ώστε να μπορέσει να εξαγάγει με τον ευνοϊκότερο συντελεστή που είχε εκ των προτέρων καθοριστεί. “ Οπως ακριβώς και ο αρμόδιος οργανισμός θα όφειλε, στην πρώτη περίπτωση, να αρνηθεί την ακύρωση και να αποφασίσει την παράταση ώστε ο εξαγωγέας να μην επωφεληθεί ευνοϊκοτερων συνθηκών λόγω της ανωτέρας βίας, πιστεύω ότι, κατ' αρχήν, θα έπρεπε, στη δεύτερη περίπτωση, να γίνει δεκτό το αίτημα παρατάσεως προκειμένου να διασφαλιστεί ότι ο εξαγωγέας μπορεί να διενεργήσει τη σχετική πράξη υπό τις συνθήκες που είχαν καθοριστεί πριν από την επέλευση του γεγονότος που συνιστά ανωτέρα βία.
42.
Φρονώ ότι για να μπορεί ακριβώς ο αρμόδιος οργανισμός να ενεργήσει κατά τον τρόπο που προανέφερα, το άρθρο 37, παράγραφος 1, προβλέπει ότι ο εν λόγω οργανισμός δεν οφείλει κατ' ανάγκη να λάβει την απόφαση που ζητεί ο κάτοχος του πιστοποιητικού. Η Επιτροπή, συντάκτης του κανονισμού 3183/80, φαίνεται να έχει επίσης την ίδια γνώμη όταν δηλώνει ότι
« οι διατάξεις του άρθρου 37 αποσκοπούν στο να αποφεύγεται όπως οι οργανισμοί που είναι αρμόδιοι για την έκδοση πιστοποιητικών μη λαμβάνουν αυστηματικώς αποφάσεις που να ευνοούν αποκλεικώς τους επιχειρηματίες που προβάλλουν περίπτωση ανωτέρας βίας» ( βλ. το τέλος της παραγράφου 8 των γραπτών της παρατηρήσεων ).
43.
Εξάλλου, νομίζω ότι η αντίληψη αυτή είναι σύμφωνη με το πνεύμα της τρίτης φράσεως της παραγράφου 1 του άρθρου 37, η οποία έχει ως εξής:
« Στην περίπτωση κατά την οποία υποβάλλεται αίτηση ακυρώσεως πιστοποιητικού που φέρει εκ των προτέρων καθορισμό και η οποία έχει κατατεθεί μετά από περισσότερες από τριάντα ημέρες από της λήξεως ισχύος του πιστοποιητικού, ο αρμόδιος οργανισμός δύναται να αποφασίσει, αντί της ακυρώσεως, την παράταση της διάρκειας ισχύος του πιστοποιητικού, εάν το ποσοστό που καθορίζεται εκ των προτέρων, περιλαμβανομένων και των πιθανών προσαρμογών, είναι κατώτερο από το ποσοστό της ημέρας στην περίπτωση καταβολής του ποσού ή ανώτερο από το ποσοστό της ημέρας στην περίπτωση εισπράξεως του ποσού. »
44.
Η διάταξη αυτή αποτελεί προδήλως εξαίρεση στο άρθρο 36, παράγραφος 2, του κανονισμού 3183/80, το οποίο προβλέπει ότι
« αίτηση παρατάσεως του χρόνου ισχύος του πιστοποιητικού, που έχει κατατεθεί μετά περισσότερες από τριάντα ημέρες από της λήξεως της προθεσμίας ισχύος του πιστοποιητικού, δεν γίνεται δεκτή [δεν είναι παραδεκτή ] ».
45.
Η εν λόγω διάταξη αποσκοπεί στο να εξασφαλίζεται ότι ο αρμόδιος οργανισμός θα μπορεί να παρατείνει το χρόνο ισχύος του πιστοποιητικού παρά την εκπνοή της προθεσμίας των τριάντα ημερών και θα μπορεί, επομένως, να ωθεί τον κάτοχο στη διενέργεια της πράξης που προβλέπεται στις αρχικώς καθορισθείσες συνθήκες. Πράγματι, αν δεν υφίστατο η εν λόγω διάταξη, ο κάτοχος του πιστοποιητικού θα μπορούσε να αποφύγει την παράταση και, κατά συνέπεια, να επωφεληθεί από συνθήκες διαφορετικές — περισσότερο ευνοϊκές — από αυτές που είχαν αρχικώς προβλεφθεί, αναμένοντας απλώς την εκπνοή της προθεσμίας των 30ημερών μετά την οποία, κατ' αρχήν, μόνο η ακύρωση είναι δυνατή.
46.
Πρέπει επίσης, στην αλληλουχία αυτή, να γίνει αναφορά στην απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Δεκεμβρίου 1970, 36/70, Getreide-Import (Rec. 1970, σ. 1107, σκέψη 13 ), κατά την οποία η ακύρωση και η παράταση
« δεδομένου ότι προβλέπονται μόνο για την εξομάλυνση των δυσχερειών που οι εισαγωγείς ή οι εξαγωγείς αντιμετωπίζουν κατά την εκπλήρωση της υποχρεώσεως τους για εισαγωγή ή εξαγωγή εντός της ταχθείσας προθεσμίας, θα ήταν αντίθετο προς τον σκοπό αυτό να καθίσταται δυνατό στον ενδιαφερόμενο, χάρις στις δυσχέρειες αυτές, να τίθεται σε θέση περισσότερο πλεονεκτική απ' ό,τι οι ανταγωνιστές του που δεν αντιμετώπισαν ανάλογες δυσχέρειες ».
Πρόκειται, επομένως, για τη σύγκριση της καταστάσεως του ενδιαφερομένου προς αυτήν των ανταγωνιστών του οι οποίοι δεν αντιμετώπισαν τις ίδιες με αυτόν δυσχέρειες, δηλαδή αυτών που είχαν λάβει πιστοποιητικό προκαθορισμού υπό τις ίδιες με αυτόν συνθήκες αλλά που, αντίθετα προς αυτόν, μπόρεσαν να κάνουν εισαγωγές ή εξαγωγές εντός των ταχθεισών προθεσμιών. Εξ αυτού έπεται ότι, αν ο συντελεστής της επιστροφής είχε μειωθεί μετά τον προκαθορισμό, όχι όμως και μετά την εκπνοή του αρχικού χρόνου ισχύος του πιστοποιητικού του προσώπου που επικαλείται την ανωτέρα βία, θα μπορούσε να χορηγηθεί παράταση διότι κάτι τέτοιο δεν παρέχει στον εν λόγω κάτοχο παρά τα συνήθη πλεονεκτήματα που είναι συμφυή με το ληφθέν πιστοποιητικό προκαθορισμού. Αντιθέτως, η παράταση θα του επέτρεπε να τεθεί σε θέση πλεονεκτικότερη από αυτήν των ανταγωνιστών του σε περίπτωση που οι επιστροφές θα μειώνονταν ή θα συνέχιζαν να μειώνονται μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής αλλά πριν από την ημερομηνία της πραγματικής εξαγωγής. Ωστόσο κάτι τέτοιο δεν συνέβη εν προκειμένω: ο συντελεστής επιστροφής, που είχε οριστεί σε 0,50 DKR ανά χλγρ. ζαμπόν, με ισχύ από τις 14 Μαΐου 1985, επομένως και κατά τη διάρκεια του αρχικού χρόνου ισχύος του επιμάχου πιστοποιητικού, εξακολουθούσε να εφαρμόζεται κατά τον χρόνο της πραγματικής εξαγωγής, στις 26 Ιουλίου 1985: Κατά συνέπεια, παράταση του χρόνου ισχύος του πιστοποιητικού δεν θα παρείχε στη Jaka πρόσθετο πλεονέκτημα πέραν αυτού του οποίου θα είχε τύχει, αν είχε μπορέσει να πραγματοποιήσει την εξαγωγή της εμπροθέσμως, δηλαδή πριν από τις 31 Μαΐου 1985.
47.
Τέλος, ο αρμόδιος οργανισμός μπορεί επίσης να καταλήξει στην απόφαση να αρνηθεί την παράταση ισχύος του πιστοποιητικού ώστε να καταστεί δυνατή η εξαγωγή, σε περίπτωση που η παράταση αυτή επρόκειτο να αφορά μια σχετικώς μακρά περίοδο. Κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί όταν υπάρχει κίνδυνος οι περιστάσεις που συνιστούν περίπτωση ανωτέρας βίας ή τα αποτελέσματά τους να διαρκέσουν επί μακρόν και να εμποδίσουν την εξαγωγή εντός εύλογης προθεσμίας. Στους κανονισμούς 453/67 και 102/64, που έχω ήδη μνημονεύσει, η διάκριση που γινόταν μεταξύ των περιπτώσεων όπου είτε η ακύρωση είτε η παράταση ήταν ο κανόνας στηριζόταν σ' ένα τέτοιο κριτήριο σχετικό με τη φύση των επικαλουμένων περιστάσεων: κατ' αυτό τον τρόπο, προβλεπόταν κατ' αρχήν ακύρωση για τις περιπτώσεις πολέμου ή ταραχών, απαγορεύσεων από τα κράτη μέλη εξαγωγών ή εισαγωγών, εμποδίων στη ναυσιπλοΐα από κυριαρχικές πράξεις καθώς και ναυαγίου ενώ παράταση διδόταν σε περιπτώσεις αβαριών του πλοίου ή του φορτίου, απεργίας, διακοπής της ναυσιπλοΐας σε περίοδο παγετού ή πτώσεως της στάθμης των υδάτων και βλάβης της μηχανής. Εξάλλου, το άρθρο 37, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3719/88 (ΕΕ L 331, σ. 1), το οποίο αντικατέστησε τον επίμαχο εν προκειμένω κανονισμό 3183/80, ρητώς προβλέπει ότι η παράταση του χρόνου ισχύος του πιστοποιητικού δεν μπορεί να είναι ανώτερη των έξι μηνών, και αυτό « για να αποφευχθεί πιθανή διατάραξη κατά τη διαχείριση της αγοράς» (βλ. την πρώτη αιτιολογική σκέψη της σελίδας 3 της ΕΕ L 331 της 2.12.1988).
48.
Ενόψει όλων των προηγούμενων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο τρίτο και τέταρτο προδικαστικό ερώτημα ως εξής:
« Τα άρθρα 36 και 37 του κανονισμού 3183/80 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ο αρμόδιος οργανισμός του κράτους μέλους που εκδίδει το πιστοποιητικό, όταν αποφαίνεται επί της αιτήσεως του κατόχου πιστοποιητικού εξαγωγής με προκαθορισμό επιστροφών με το οποίο ζητείται είτε η ακύρωση του πιστοποιητικού είτε η παράταση του χρόνου ισχύος του, πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να μεριμνήσει ώστε η προβλεπόμενη εξαγωγή να πραγματοποιηθεί με τον συντελεστή επιστροφής που είχε αρχικώς προκαθοριστεί, εκτός εάν η ανάγκη αποφυγής στρεβλώσεων του ανταγωνισμού ή λόγοι συνδεόμενοι με τις ανάγκες μιας προβλέψιμης διαχειρίσεως της αγοράς συντελούν ώστε μια αντίθετη απόφαση να φαίνεται περισσότερο σκόπιμη. »
Συμπέρασμα
49.
Τελειώνοντας, προτείνω να δοθεί η εξής απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα του Østre Landsret:
« 1)
Τα άρθρα 36 και 37 του κανονισμού 3183/80 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν συντρέχει περίπτωση ανωτέρας βίας όταν ο εφοδιασμός σε πρώτες ύλες μιας επιχειρήσεως, η οποία έχει λάβει πιστοποιητικό προκαθορισμού, παύει λόγω νόμιμης σε άλλες επιχειρήσεις απεργίας εάν, υπό περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, από την προαναγγελία της απεργίας που είχε ήδη γίνει κατά τον χρόνο της υποβολής της αιτήσεως για πιστοποιητικό καταφαινόταν ότι η απεργία θα κηρυσσόταν κατά τη διάρκεια της ισχύος του πιστοποιητικού, έστω και αν ήταν εν προκειμένω δυνατό να μη γίνει η απεργία ή να μην έχει αυτή επιπτώσεις για την εν λόγω επιχείρηση. »
50.
Επικουρικώς, για την περίπτωση που το Δικαστήριο θα έκρινε ότι η απάντηση αυτή δεν καθιστά άνευ αντικειμένου τα λοιπά ερωτήματα του Østre Landsret, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής:
«2)
Τα άρθρα 36 και 37 του κανονισμού 3183/80 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι τα αποτελέσματα μιας εξομοιώσιμης προς ανωτέρα βία απεργίας μπορούν να ληφθούν υπόψη μόνο για διάστημα αντίστοιχο προς αυτό της απεργίας, προσαυξημένο εν ανάγκη προκειμένου να συνυπολογιστούν οι καθυστερήσεις που η απεργία είχε ως αποτέλεσμα όσον αφορά την επανάληψη της παραγωγής, υπό τον όρο ότι έγινε πλήρης χρήση των παραγωγικών δυνατοτήτων της επιχειρήσεως τόσο κατά το χρόνο της ενάρξεως της απεργίας όσο και στη συνέχεια.
3)
Τα άρθρα 36 και 37 του κανονισμού 3183/80 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ο αρμόδιος οργανισμός του κράτους μέλους πού εκδίδει το πιστοποιητικό, όταν αποφαίνεται επί της αιτήσεως του κατόχου πιστοποιητικού εξαγωγής με προκαθορισμό επιστροφών με το οποίο ζητείται είτε η ακύρωση του πιστοποιητικού είτε η παράταση του χρόνου ισχύος του, πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να μεριμνήσει ώστε η προβλεπόμενη εξαγωγή να πραγματοποιηθεί με τον συντελεστή επιστροφής που είχε αρχικώς προκαθοριστεί, εκτός εάν η ανάγκη αποφυγής στρεβλώσεων του ανταγωνισμού ή λόγοι συνδεόμενοι με τις ανάγκες μιας προβλέψιμης διαχειρίσεως της αγοράς συντελούν ώστε μια αντίθετη απόφαση να φαίνεται περισσότερο σκόπιμη. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Βλ. ιδίως την απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1974, 158/73, Kampffmeyer ( Rec. 1974, σ. 101, σκέψη 8 ).
( 2 ) Η απόφαση αυτή αναφέρεται στον κανονισμό 473/67/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 21ης Αυγούστου 1967, σχετικά με τα πιστοποιητικά εισαγωγής και εξαγωγής για τα σιτηρά, τα μεταποιημένα με βάση τα σιτηρά προϊόντα, το ρύζι, τα θραύσματα και τα μεταποιημένα με βάση το ρύζι προϊόντα (JO 1967, 204, σ. 16), περί της οποίας θα γίνει κατωτέρω λόγος.
( 3 ) Οι λέξεις εντός παρενθέσεων περιλαμβάνονται μόνο στην απόφαση Θεοδωράκης.
( 4 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, την απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 1968, 4/68, Schwarzwaldmilch ( Rec. 1968, σ. 549 και 563 ), απ' όπου προκύπτει ότι ως ασύνηθες θεωρείται το γεγονός το οποίο « θα έπρεπε να θεωρηθεί ως απίθανο από ένα συνετό και επιμελή έμπορο ». Βλ. επίσης, υπό την έννοια αυτή, την ανακοίνωση C(88) 1696 της Επιτροπής περί της «ανωτέρας βίας στο ευρωπαϊκό γεωργικό δίκαιο» (ΕΕ 1988, C 259, σ. 10, ειδικότερα σημείο 1.2. αϊ ).
( 5 ) Βλ., όσον αφορά την έννοια της « υπερβολικής Ουσίας», κυρίως την προαναφερθείσα απόφαση Schwarzwaldmilch, καθώς και την απόφαση της 17ης ΣεπτεμβρΙου 1970, 11/70, Internationale Handelsgesellschaft, ( Rec. 1970, σ. 1125, σκέψη 23 ).
Full & Egal Universal Law Academy