ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
WALTER VAN GERVEN
της 14ης Νοεμβρίου 1990 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Το Tribunal de commerce de Paris (στο εξής: παραπέμπον δικαστήριο ) σας υπέβαλε το προδικαστικό ερώτημα αν συμβιβάζεται με ορισμένες διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ η γαλλική νομολογία δυνάμει της οποίας ο κατασκευαστής ή ο πωλητής δεν δικαιούται να περιορίσει την ευθύνη του λόγω κεκρυμμένου ελαττώματος του πράγματος που πωλεί.
Το προδικαστικό ερώτημα είναι το ακόλουθο:
« Έχουν τα άρθρα 2 και 3, στοιχείο στ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 85, παράγραφος 1, και 34 της Συνθήκης της Ρώμης, την έννοια ότι απαγορεύουν την εφαρμογή της νομολογίας κράτους μέλους, η οποία δεν επιτρέπει στον έμπορο να αποδείξει ότι δεν γνώριζε το ελάττωμα του πωλουμένου πράγματος κατά τον χρόνο της παραδόσεως του και έχει ως αποτέλεσμα ότι τον εμποδίζει να επικαλεστεί τις διατάξεις του άρθρου 1643 του γαλλικού Αστικού Κώδικα, το οποίο του επιτρέπει να περιορίσει την ευθύνη του στην περίπτωση που δεν γνώριζε το ελάττωμα, υπό τους ίδιους όρους που μπορούν να το πράξουν οι ανταγωνιστές του των άλλων κρατών μελών κατά το οικείο εθνικό δίκαιο; »
Τα πραγματικά περιστατικά
2.
Για την ορθή κατανόηση του προδικαστικού ερωτήματος θα εκθέσω χωρίς πολλά λόγια το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης και τα νομικά ζητήματα που ανακύπτουν.
Η εταιρία Alsthom ( στο εξής: Alsthom ), ενάγουσα στην κύρια δίκη παρέδωσε το 1983 και το 1984 δύο επιβατικά σκάφη σε μια ολλανδική επιχείρηση. Η Alsthom είχε αγοράσει τους κινητήρες των σκαφών από την εταιρία C. C. Μ. Sulzer, πρώτη των εναγομένων στην κύρια δίκη (στο εξής: Sulzer). Κατά την παράδοση των δύο σκαφών ο ολλανδός αγοραστής διατύπωσε επιφυλάξεις για ορισμένο αριθμό ελαττωμάτων των σκαφών, μεταξύ άλλων για κακή λειτουργία των κινητήρων ( που παρέδωσε η Sulzer ). Η επιφύλαξη αυτή το ολλανδού αγοραστή αποτέλεσε την αφορμή μιας διαδικασίας διαιτησίας κατά της Alsthom. Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η Alsthom αντέταξε στο αίτημα του ολλανδού αγοραστή ορισμένες συμβατικές ρήτρες με τις οποίες περιορίζεται η ευθύνη της. Από τη δικογραφία προκύπτει επίσης ότι το διαιτητικό δικαστήριο θα εκτιμήσει το αίτημα του ολλανδού αγοραστή κατά της Alsthom και το κύρος των περιοριστικών της ευθύνης ρητρών βάσει του γαλλικού δικαίου το οποίο είναι το δίκαιο που διέπει τη σύμβαση πωλήσεως.
Στην κύρια δίκη η Alsthom ζητεί από το Tribunal de commerce να καταδικάσει τη Sulzer, λόγω παραδόσεως ελαττωματικού πράγματος, να καταβάλει στην Alsthom όλα τα έξοδα επισκευών στα οποία υποβλήθηκε καθώς και κάθε αποζημίωση που θα υποχρεωνόταν η Alsthom να καταβάλει στον ολλανδό αγοραστή των πλοίων δυνάμει της αποφάσεως του διαιτητικού δικαστηρίου. Η Sulzer προσεπικάλεσε την ασφαλιστική εταιρία της Union des assurances de Paris (στο εξής: U AP) για όλα τα ποσά που θα υποχρεωθεί ενδεχομένως να καταβάλει στην Alsthom.
3.
Ας δούμε τώρα εν συντομία τη νομολογία στον τομέα τον οποίο αφορά το προδικαστικό ερώτημα. Η νομολογία αυτή αναφέρεται στα άρθρα 1641 και 1643 του γαλλικού Αστικού Κώδικα που ρυθμίζουν τα της ευθύνης του πωλητή λόγω ελαττώματος του πωλουμένου πράγματος. Το άρθρο 1643 του Αστικού Κώδικα επιτρέπει στον πωλητή να απαλλαγεί από την ευθύνη για « κεκρυμμένα ελαττώματα » ( 1 ), τουλάχιστον στην περίπτωση όπου δεν τα γνώριζε. Κατά τη γαλλική νομολογία όμως, πάγια από μεγάλο χρονικό διάστημα, οι κατασκευαστές ή οι έμποροι δεν έχουν τη δυνατότητα απαλλαγής από την ευθύνη. Η γαλλική νομολογία δέχεται ότι υπάρχει εις βάρος τους αμάχητο τεκμήριο ότι γνωρίζουν τα ελαττώματα του πράγματος που πωλούν. Οι ρήτρες με τις οποίες περιορίζουν την ευθύνη τους θεωρούνται συστηματικά ως άκυρες εκτός αν πρόκειται για σύμβαση μεταξύ δύο επιχειρήσεων της ίδιας ειδικότητας.
Δεδομένου ότι η σύμβαση μεταξύ της Alsthom και της ολλανδικής εταιρίας που αγόρασε τα επιβατικά σκάφη διέπεται από το γαλλικό δίκαιο, η Alsthom δεν μπορεί να επικαλεστεί την περιεχόμενη στη σύμβαση πωλήσεως ρήτρα που περιορίζει την ευθύνη της. Επομένως, δεν αποκλείεται καθόλου να υποχρεωθεί η Alsthom να καταβάλει τις δαπάνες επισκευής και/ή αποζημίωση στην ολλανδική εταιρία που αγόρασε τα σκάφη. Η έννομη σχέση μεταξύ Alsthom και Sulzer είναι λιγότερο σαφής διότι, όπως αναφέρει η Διάταξη περί παραπομπής, η Sulzer υποστηρίζει ότι η ίδια και η Alsthom είναι της ίδιας ειδικότητας ( 2 ), οπότε οι περιοριστικές της ευθύνης ρήτρες είναι έγκυρες μεταξύ τους.
Η Sulzer υποστηρίζει ενώπιον το αιτούντος δικαστηρίου ότι σε κανένα άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας δεν υπάρχει τέτοια νομολογία και, επομένως, υποστηρίζει, υπάρχει διάκριση εκ των πραγμάτων εις βάρος των εταιριών που διέπονται από το γαλλικό δίκαιο, διάκριση που είναι ικανή να στρεβλώσει τον ανταγωνισμό κατά παράβαση των άρθρων 30 και 34 της Συνθήκης ΕΟΚ. Κατά τη Sulzer η νομολογία αυτή έχει ειδικότερα σοβαρότατες επιπτώσεις για τα γαλλικά ναυπηγεία, τα οποία όπως και οι μετ' αυτών συμβαλλόμενοι υπεργολάβοι βρίσκονται σε πολύ δυσμενέστερη θέση από τους αλλοδαπούς αντισυμβαλλομένους τους. Το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι η διαφορά απαιτεί βαθύτερο έλεγχο και αποφάσισε να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο.
4.
Πριν επιχειρήσω την απάντηση στο ερώτημα αυτό θα ήθελα να θίξω ακόμα ένα σημείο. Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι η απόφαση του να ζητήσει την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως από το Δικαστήριο οφείλεται επίσης στο στοιχείο ότι η διαφορά μεταξύ της Alsthom και του ολλανδού αγοραστή ήχθη σε διαιτητικό δικαστήριο, η δε Alsthom δεν μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο αυτό να υποβάλει αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως διότι τα διαιτητικά δικαστήρια δεν μπορούν να υποβάλλουν τέτοιες αιτήσεις. Το αιτούν δικαστήριο φρονεί ότι η Sulzer αντιθέτως μπορεί, στο πλαίσιο της δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του, να ζητήσει την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο ( 3 ). Στη συνέχεια η Διάταξη περί παραπομπής διευκρινίζει ότι η Alsthom δήλωσε ρητά ότι συντάσσεται με το αίτημα της Sulzer ( 4 ). Στο σχετικό χωρίο της Διατάξεως παραπομπής σημειώνεται ο ισχυρισμός της Sulzer, ότι δηλαδή η ίδια και η Alsthom είναι επιχειρήσεις της ίδιας ειδικότητας οπότε, όπως προαναφέρθηκε, ισχύει στις μεταξύ τους σχέσεις η περιοριστική της ευθύνης ρήτρα.
Θα μπορούσαμε να συναγάγομε από όλα αυτά τα στοχεία ότι το προδικαστικό ερώτημα δεν είναι σημαντικό για τη συμβατική σχέση μεταξύ Alsthom και Sulzer και ότι το παραπέμπον δικαστήριο απευθύνεται στο Δικαστήριο μόνο και μόνο προκειμένου να στηρίξει τη θέση της Alsthom στη διαδικασία διαιτησίας. Εξακολουθεί άραγε να τίθεται ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου το προδικαστικό ερώτημα, όπως απαιτεί το άρθρο 177 της Συνθήκης; Το Δικαστήριο έκρινε προσφάτως με την απόφαση Pardini ( 5 ) ότι η δυνατότητα υποβολής προδικαστικού ερωτήματος παρέχεται στα εθνικά δικαστήρια αποκλειστικά και μόνο για να τους επιτρέψει να επιλύσουν τις ενώπιον τους εκκρεμείς διαφορές ( 6 ) και ότι τόσο από το κείμενο όσο και από την οικονομία του άρθρου 177 προκύπτει ότι μόνο το δικαιοδοτικό όργανο που κρίνει ότι του είναι αναγκαία μια απόφαση για την έκδοση της δικής τους αποφάσεως, έχει τη δυνατότητα να αποταθεί στο Δικαστήριο ( 7 ).
Ο εκπρόσωπος της Sulzer δήλωσε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι η Sulzer έχει διαφορετική ειδικότητα από την Alsthom, οπότε δεν μπορεί να επικαλεστεί την περιοριστική της ευθύνης ρήτρα έναντι της Alsthom, επομένως δε υφίσταται ζημία από την επίδικη νομολογία. Ο εκπρόσωπος της Sulzer δήλωσε επίσης κατά τη συνεδρίαση ότι η Alsthom και ο ολλανδός αγοραστής τερμάτισαν τη διαδικασία διαιτησίας με συναλλαγή που προβλέπει μεταξύ άλλων ότι όλα τα αιτήματα που μπορεί να προβάλει έναντι της Alsthom ο ολλανδός αγοραστής εκχωρούνται στην Alsthom η οποία μπορεί ενδεχομένως να τα προβάλλει έναντι της Sulzer. Υπό τις συνθήκες αυτές δεν πρέπει να αμφισβητείται η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα.
5.
Με τις παρατηρήσεις της επί του προδικαστικού ερωτήματος η Επιτροπή εξετάζει χωριστά το ζήτημα της ερμηνείας του άρθρου 2 της Συνθήκης ΕΟΚ. Δεν θα ακολουθήσω τη μέθοδο αυτή, δεδομένου ότι από το προδικαστικό ερώτημα συνάγεται ότι το αιτούν δικαστήριο δεν ερωτά το Δικαστήριο ως προς τα άρθρα 2 και 3 χωριστά αλλά σε συνδυασμό με τα άρθρα 34 και 85 της Συνθήκης ΕΟΚ. Κατά τα λοιπά, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τα άρθρα 2 και 3 της Συνθήκης περιγράφουν ορισμένους στόχους — και δη με γενικότητες — oι οποίοι εξειδικεύονται με άλλες διατάξεις της Συνθήκης. Οι στόχοι που μνημονεύουν τα άρθρα αυτά είναι δυνατό να περιέχουν σημαντικές κατευθυντήριες γραμμές για την ερμηνεία των άλλων αυτών διατάξεων της Συνθήκης ( 8 ), οπότε είναι προτιμότερο να εξεταστούν μαζί με τις διατάξεις αυτές.
Η ερμηνεία του άρθρου 34 της Συνθήκης ΕΟΚ
6.
Το άρθρο 34 της Συνθήκης ΕΟΚ απαγορεύει τους ποσοτικούς περιορισμούς επί των εξαγωγών καθώς και τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος. Όπως και κάθε κανόνας της Συνθήκης το άρθρο 34 πρέπει να τηρείται από όλα τα όργανα των κρατών μελών περιλαμβανομένων και των δικαστικών αρχών ( 9 ). Επομένως, στην απαγόρευση του άρθρου 34 είναι δυνατό να εμπίπτει και κανόνας της νομολογίας.
Με την απόφαση Groenveld του 1979 ( 10 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 34 αφορά
«(...) τα εθνικά μέτρα που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα να περιορίζουν ειδικά τις εξαγωγές και να εισάγουν κατ' αυτόν τον τρόπο διαφορετική μεταχείριση μεταξύ του εσωτερικού εμπορίου ενός κράτους μέλους και του εξαγωγικού του εμπορίου έτσι ώστε να εξασφαλίζεται ιδιαίτερο πλεονέκτημα στην εγχώρια παραγωγή ή στην εσωτερική αγορά του συγκεκριμένου κράτους, εις βάρος της παραγωγής ή του εμπορίου άλλων κρατών μελών. Αυτό δεν συμβαίνει στην περίπτωση απαγορεύσεως (... ) που εφαρμόζεται αντικειμενικά στην παραγωγή προϊόντων ορισμένου τύπου χωρίς να κάνει διάκριση αναλόγως του αν τα προϊόντα προορίζονται για την εθνική αγορά ή για εξαγωγή » ( σκέψη 7 ) ( 11 ).
7.
Θα παρατηρήσω ότι τόσο το αιτούν δικαστήριο όσο και η Alsthom και η Sulzer φαίνεται ότι θεωρούν δεδομένο ότι μόνο στη Γαλλία περιορίζεται το κύρος των ρητρών περί περιορισμού της ευθύνης εις βάρος των κατασκευαστών και των εμπόρων. Εγώ δεν είμαι τόσο απόλυτος: η βελγική νομοθεσία χρησιμοποιεί ήδη από πολύ καιρό το ίδιο τεκμήριο ( καίτοι μαχητό σε εξαιρετικές περιπτώσεις ) ( 12 ), ενώ δεν αποκλείεται ότι και άλλα κράτη μέλη προβλέπουν παρόμοιους περιορισμούς τους οποίους υπαγορεύει η μέριμνα της προστασίας των καταναλωτών ( 13 ).
Όπως προκύπτει από τη Διάταξη περί παραπομπής το αιτούν δικαστήριο θεωρεί επίσης δεδομένο ότι η προαναφερθείσα γαλλική νομολογία οδηγεί σε δυσμενή διάκριση εις βάρος των γαλλικών επιχειρήσεων σε σχέση με τις αλλοδαπές ανταγωνιστικές επιχειρήσεις. Όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα απόφαση Groenveld, το άρθρο 34 της Συνθήκης αφορά τα εθνικά μέτρα που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα να περιορίζουν ειδικά τις εξαγωγές εμπορευμάτων κατά τρόπο ώστε να ευνοείται η εγχώρια παραγωγή ή αγορά. Κατά συνέπεια, η εθνική ρύθμιση που επιβάλλει γενικώς υποχρεώσεις στους εμπόρους δεν εμπίπτει στο πεδίο του άρθρου 34 παρά μόνο αν αντιμετωπίζει ανομοιόμορφα το εξαγωγικό και το εσωτερικό εμπόριο σε ένα κράτος μέλος και κατ' αυτόν τον τρόπο παρέχει ιδιαίτερο πλεονέκτημα στην εγχώρια παραγωγή ή αγορά. Συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής, ότι δηλαδή η επίδικη γαλλική νομολογία δεν έχει ούτε ως αντικείμενο ούτε ως αποτέλεσμα να παρέχει τέτοιο πλεονέκτημα.
8.
Η νομολογία αυτή είναι φανερό ότι δεν έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία διαφορετικής μεταχείρισης μεταξύ του εξαγωγικού και του εσωτερικού εμπορίου. Αντιθέτως, όπως ορθά παρατηρεί η Επιτροπή, υπαγορεύεται από την ανάγκη μεγαλύτερης προστασίας των καταναλωτών όσον αφορά την αγορά ελαττωματικών προϊόντων και απαγορεύει τις περιοριστικές της ευθύνης ρήτρες που συνομολογούνται υπέρ των κατασκευαστών ή των εμπόρων ( 14 ).
Δεν μπορεί εξάλλου να υποστηριχθεί σοβαρά ότι η νομολογία αυτή έχει ως αποτέλεσμα ότι περιορίζει ειδικά το εξαγωγικό εμπόριο και ευνοεί κατ' αυτόν τον τρόπο την εγχώρια παραγωγή ή αγορά. Αυτό προκύπτει ήδη από το πεδίο εφαρμογής της νομολογίας: η νομολογία αυτή εφαρμόζεται σε όλες τις συμβατικές σχέσεις και αυτές που έχουν καθαρά εσωτερικό χαρακτήρα και αυτές που συνάπτονται σε διεθνές επίπεδο και διέπονται από το γαλλικό δίκαιο' οι επιπτώσεις της στο θέμα της ευθύνης του πωλητού λόγω κεκρυμμένων ελαττωμάτων αφορούν κατά τον ίδιο τρόπο και το εξωτερικό και το εσωτερικό εμπόριο.
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση οι εκπρόσωποι της UAP ασχολήθηκαν δια μακρών με τις δυσχέρειες που δημιουργεί η επίδικη νομολογία όσον αφορά την πώληση γαλλικών προϊόντων: υποστήριξαν ότι οι γάλλοι πωλητές βρίσκονται σε πολύ μειονεκτική θέση συγκριτικά με τους αλλοδαπούς ανταγωνιστές τους οι οποίοι δεν υπόκεινται στο ίδιο καθεστώς ευθύνης. Ο αντίλογος είναι απλώς ότι η απαγόρευση του άρθρου 34 αφορά τους περιορισμούς στο ενδοκοινοτικό εμπόριο που δημιουργούν δυσμενή διάκριση ειδικώς εις βάρος του εξωτερικού εμπορίου και υπέρ του εσωτερικού. Το γεγονός και μόνον ότι οι πωλητές που υπόκεινται στο γαλλικό δίκαιο, βρίσκονται σε μειονεκτική θέση λόγω ενός κανόνα γενικής εφαρμογής ( 15 ), που δεν παρέχει βεβαίως κανένα πλεονέκτημα για την εγχώρια παραγωγή ή την εσωτερική αγορά, δεν δικαιολογεί, στο παρόν στάδιο της εξελίξεως της νομολογίας, εφαρμογή του άρθρου 34.
Η ερμηνεία των άρθρων 3, στοιχείο στ, 5 και 85 της Συνθήκης
9.
Όπως προανέφερα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η συγκεκριμένη νομολογία προκαλεί στρέβλωση του ανταγωνισμού μεταξύ των γαλλικών επιχειρήσεων και άλλων επιχειρήσεων της Κοινότητας. Όμως, τα άρθρα 3, στοιχείο στ, και 85 δεν αφορούν τέτοιου είδους στρέβλωση του ανταγωνισμού: οι διατάξεις αυτές αφορούν μεν τη διατήρηση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς, πλην όμως πρόκειται για απαγόρευση που σκοπεί τις συμφωνίες και τις εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ επιχειρήσεων που στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό. Η υπόθεση που εκκρεμεί στο αιτούν δικαστήριο δεν έχει καμιά σχέση με τέτοιου είδους συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές.
Βεβαίως, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι από τις διατάξεις των άρθρων 3, στοιχείο στ, 5 και 85 της Συνθήκης ΕΟΚ προκύπτει ότι τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να τηρούν επίσης τις αρχές του άρθρου 85. Συγκεκριμένα έχει διατυπώσει τον κανόνα ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να μη λαμβάνουν ή να μη διατηρούν σε ισχύ μέτρα ικανά να εξουδετερώσουν την πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 85 ( 16 ). Αυτό συμβαίνει ιδίως στην περίπτωση όπου ένα κράτος μέλος ευνοεί τις συμπράξεις που απαγορεύονται από το άρθρο 85 ή ενισχύει τα αποτελέσματα τους ( 17 ). Η νομολογία αυτή δεν αποκλείει ότι είναι δυνατό να στοιχειοθετείται παράβαση των άρθρων 3, στοιχείο στ, 5 και 85 της Συνθήκης ΕΟΚ, από τις δικαστικές αρχές ενός κράτους μέλους υπό τον όρο όμως ότι ευνοούνται συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές μεναξν επιχειρήσεων. Αυτό όμως δεν συμβαίνει στην υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
Πρόταση
10.
Βάσει των ανωτέρω προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο προδικαστιό ερώτημα: οι διατάξεις των άρθρων 2, 3, στοιχείο στ, 85, παράγραφος 1, και 34 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν εμποδίζουν την εφαρμογή της νομολογίας ενός κράτους μέλους βάσει της οποίας οι έμποροι δεν μπορούν να αποδείξουν ότι δεν γνώριζαν το ελάττωμα του πράγματος που πώλησαν, οπότε αδυνατούν να περιορίσουν την ευθύνη τους λόγω αυτού του ελαττώματος.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
( 1 ) Υπάρχουν τα « κεκρυμμένα ελαττώματα » και τα « εμφανή ελαττώματα », που είναι ορατά ελαττώματα, τα οποία μπορεί να διαπιστώσει ο επιμελής αγοραστής ( βλ. άρθρο 1642 του Αστικού Κώδικα).
( 2 ) Βλ. σ. 14, προτελευταία παράγραφος της Διατάξεως παραπομπής.
( 3 ) Βλ. σ. 15 της Διατάξεως περί παραπομπής.
( 4 ) Ibidem.
( 5 ) Απόφαση της 21ης Απριλίου 1988 (338/85, Συλλογή 1988, σ. 2041 ).
( 6 ) Βλ. σκέψη 9 της αποφάσεως.
( 7 ) Βλ. σκέψη 10 της αποφάσεως. Στην υπόθεση Pardini εξετάστηκε το ζήτημα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου διότι υποβλήθηκαν προδικαστικά ερωτήματα από έναν Ιταλό pretore στο πλαίσιο διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, τη στιγμή που από ορισμένα στοιχεία προέκυπτε ότι η απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα δεν είχε πλέον ενδιαφέρον για τη διαφορά, της οποίας είχε επιληφθεί άλλο δικαστήριο ( βλ. σκέψεις 7, 12 και 13 της Διατάξεως περί παραπομπής ).
( 8 ) Βλ. π.χ. απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1973, Europemballage και Continental Can κατά Επιτροπής ( 6/72, Rec. 1973, σ. 215) — σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 86 της Συνθήκης — και τις αποφάσεις της 5ης Μάϊου 1982, Schul ( 15/81, Συλλογή 1982, σ. 1409), και της 25ης Φεβρουαρίου 1988, Ποινική δίωξη κατά Rainer Drexl (299/86, Συλλογή 1988, σ. 1213) — σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 95 της Συνθήκης.
( 9 ) Βλ. απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 1981, Dansk Supermarked (58/80, Συλλογή 1981, σ. 181), που επιβεβαίωσε την αρχή αυτή για την εφαρμογή του άρθρου 30 της Συνθήκης.
( 10 ) Απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1979 ( 15/79, Rec. 1979, σ. 3409 ).
( 11 ) Το Δικαστήριο επανέλαβε πολλές φορές το χωρίο αυτό της αποφάσεως Groenveld. Βλ. π.χ. την απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1984, Jongeneel Kaas, σκέψη 22 ( 237/82, Συλλογή 1984, σ. 483 ). Αντίθετα με όσα υποστήριξαν οι εκπρόσωποι της Sulzer και της UAP κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο κανόνας της αποφάσεως Groenveld επιβεβαιώθηκε και με την απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1985, Επιτροπή κατά Γαλλίας ( 173/83, Συλλογή 1985, σ. 491 ). Η υπόθεση εκείνη αφορούσε την απαγόρευση εξαγωγής επεξεργασμένου ελαιολάδου που προέκυπτε σιωπηρώς (αλλά αναμφισβήτητα ) από τη γαλλική νομοθεσία.
( 12 ) Βλ. για το Βέλγιο, την απόφαση του βελγικού Cour de cassation της 13ης Νοεμβρίου 1959, Pasicrisie 1960, I, σ. 313, και την απόφαση της 6ης Μαΐου 1977, Pasicrisie 1977. Ι, σ. 907, για το δε Λουξεμβούργο, Hammelman, P., et Ravarani, G.: « La responsabilité civile du fait des produits défectueux », στο Mélanges dédiés à Michel Delveaux, Λουξεμβούργο, 1990, σ. 51, συγκεκριμένα σ. 83 έως 88.
( 13 ) Για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. Miller, C. J.: « Comparative Product Liability », στο UK Comparative Law Series, τόμ. 6, Λονδίνο, 1986, Schmidt-Salzer, J., και Hollman, Η.: Kommentar EG-Produkthaftung, τόμ. 2, Χαϊδελβέργη, 1990' Stone, F. F.: « Liability for Damage Caused by Things », στο International Encyclopedia of Comparative Law, τόμ. XI, Torts, Tübingen, 1983, και Joerges, C, κ.ά.: Die Sicherheit von Konsumgütern und die Entwicklung der Europäischen Gemeinschaft, Baden-Baden, 1988.
( 14 ) Η Επιτροπή διαπιστώνει συγκεκριμένα σύγκλιση μεταξύ των σκοπών της νομολογίας αυτής και των στόχων της οδηγίας 85/374/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1985, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων. των κρατών μελών στον τομέα της ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων ( ΕΕ L 210, σ. 29). Πάντως η οδηγία αυτή δεν είχε ακόμα τεθεί σε ισχύ κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας διαφοράς.
( 15 ) Δεν ασκεί επιρροή σχετικώς το αν ο εν λόγω κανόνας δικαίου εφαρμόζεται υποχρεωτικά στη συγκεκριμένη έννομη σχέση ή αν, στην περίπτωση διεθνών συμβάσεων, οι συμβαλλόμενοι τον επέλεξαν για να διέπει τις έννομες σχέσεις τους.
( 16 ) Βλ. απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1985, Cullet κατά Leclerc, σκέψεις 15 και 16 (231/83, Συλλογή 1985, σ. 305 ).
( 17 ) Βλ., π.χ., την απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 1987, Vereniging van Vlaamse Reisbureaus, σκέψεις 9 και 10 (311/85, Συλλογή 1987, σ. 3801).
Full & Egal Universal Law Academy