ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 11ης Ιουνίου 1991 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Οι προσφυγές ακυρώσεως που άσκησαν η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και η Ιταλική Δημοκρατία δίνουν στο Δικαστήριο την ευκαιρία να διευκρινίσει τις εξουσίες που διαθέτει η Επιτροπή ως προς τον έλεγχο των δαπανών που αναλαμβάνονται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (στο εξής: ΕΓΤΠΕ).
2.
Με τις δύο προσφυγές ζητείται η μερική ακύρωση της αποφάσεως Q 89)1525 της Επιτροπής, της 30ής Αυγούστου 1989, της σχετικής με προκαταβολή έναντι δαπανών χρηματοδοτούμενων από το Τμήμα Εγγυήσεων του ΕΓΤΠΕ.
3.
Η εξέλιξη των κανόνων βάσει των οποίων πραγματοποιείται η χρηματοδότηση των δαπανών του ΕΓΤΠΕ προσδιορίζει το αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης. Αρχικώς, ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 729/70 του Συμβουλίου ( 1 ) προέβλεπε τη διάθεση στα κράτη μέλη των αναγκαίων πιστώσεων για τις πληρωμές που πραγματοποιούν οι εθνικές υπηρεσίες και οργανισμοί για το ΕΓΤΠΕ ( 2 ). Λόγω των δυσχερειών χρηματοδοτήσεως του προϋπολογισμού της Κοινότητας που ανέκυψαν ως προς τη χρήση 1987, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3183/87 του Συμβουλίου ( 3 ) καθιέρωσε προσωρινώς το λεγόμενο σύστημα « έμμεσης χρηματοδότησης » από τα κράτη μέλη. Κατά το σύστημα αυτό τα χρηματοδοτικά μέσα που απαιτούνται για την κάλυψη των δαπανών του ΕΓΤΠΕ, Τμήμα Εγγυήσεων, διατίθενται από τα κράτη μέλη ανάλογα με τις ανάγκες των υπηρεσιών που έχουν ορισθεί να προβαίνουν στις πληρωμές ( 4 )· η Επιτροπή, έχοντας υπόψη τις πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν, προβαίνει σε « προκαταβολές », το αργότερο « την τρίτη εργάσιμη ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί τον μήνα που πραγματοποιήθηκε η δαπάνη από τους οργανισμούς πληρωμής » ( 5 ). Το προσωρινό αυτό σύστημα οριοτικοποιήθηκε αργότερα με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2048/88 του Συμβουλίου ( 6 ).
4.
Μετά την εγκατάλειψη του συστήματος της εκ των προτέρων πληρωμής των δαπανών του ΕΓΤΠΕ από την Κοινότητα, η Επιτροπή αναγκάστηκε να προσαρμόσει τους κανονισμούς εφαρμογής που είχε εκδώσει. Στο πλαίσιο αυτό ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3184/83 ( 7 ) αντικαταστάθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2776/88 ( 8 ). Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του τελευταίου αυτού κανονισμού « τα κράτη μέλη γνωστοποιούν με τηλεαντίγραφο στην Επιτροπή, το αργότερο τη δεύτερη εργάσιμη ημέρα κάθε εβδομάδας, το συνολικό ποσό των δαπανών που καταβλήθηκαν από την αρχή του μήνα μέχρι το τέλος της προηγούμενης εβδομάδας ». Κατά την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου κοινοποιούν, επίσης, «το αργότερο στις 10 κάθε μηνός, το συνολικό ποσό των δαπανών που έχουν καταβληθεί κατά τον προηγούμενο μήνα ». Βάσει αυτών των δεδομένων, δυνάμει του άρθρου 4, η Επιτροπή « αποφασίζει και καταβάλλει » τις μηνιαίες προκαταβολές. Έχει τη δυνατότητα να καθυστερήσει την καταβολή προς τα κράτη μέλη τα οποία κοινοποιούν με καθυστέρηση τα προαναφερθέντα στοιχεία ή εμφανίζουν στοιχεία που παρουσιάζουν διαφορές και απαιτούν την πραγματοποίηση συμπληρωματικών ελέγχων.
5.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή αρνήθηκε να καταβάλει, στο πλαίσιο των μηνιαίων προκαταβολών για το μήνα Ιούλιο 1989, τα ποσά που αντιστοιχούν στις δηλώσεις που υπέβαλαν τα κράτη μέλη και προέβη σχετικώς σε διάφορες μειώσεις. Σε μεταγενέστερο ενημερωτικό σημείωμα ( 9 ) εξήγησε ότι η Επιτροπή διαχειρίσεως του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων εξέτασε τα στοιχεία που διαβίβασαν τα κράτη μέλη ως προς την εφαρμογή του συστήματος της συμπληρωματικής εισφοράς γάλακτος για την περίοδο από 1ης Απριλίου 1988 μέχρι 31ης Μαρτίου 1989. Βάσει των στοιχείων αυτών οι υπηρεσίες της Επιτροπής υπολόγισαν το συνολικό ποσό της συμπληρωματικής εισφοράς για την εν λόγω περίοδο σε 500 εκατομμύρια ECU. Αφού προηγουμένως μείωσε το ποσό αυτό, « προκειμένου να διατηρήσει ένα σημαντικό περιθώριο ασφαλείας », σε 220 εκατομμύρια ECU, η Επιτροπή το κατένειμε μεταξύ των κρατών μελών αναλόγως των ποσών που τα κράτη κατέβαλαν για να εξοφλήσουν την υπολογισθείσα εισφορά. Στην περίπτωση της Ιταλικής Δημοκρατίας οι μηνιαίες καταβολές μειώθηκαν κατά 47164000000 ιταλικές λίρες ( LIT ), στην δε περίπτωση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας κατά 34236729,47 γερμανικά μάρκα ( DM ). Πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά τα στοιχεία που υπέβαλαν οι εκπρόσωποι της γερμανικής και ιταλικής κυβερνήσεως κατά την προφορική διαδικασία, δεν είχαν ακόμα ολοκληρωθεί οι έλεγχοι για την εκκαθάριση των λογαριασμών χρήσεως 1989.
6.
Η Ιταλική Δημοκρατία και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι συντρέχει παραβίαση του κανονισμού 729/70. Η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει, εξάλλου, έναν δεύτερο ισχυρισμό που αναφέρεται στην έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως. Θα εξετάσω διαδοχικά τους ισχυρισμούς αυτούς.
7.
Κατά τον πρώτο ισχυρισμό, η Επιτροπή δεν έχει την εξουσία να προβαίνει σε μείωση των μηνιαίων προκαταβολών, είναι δε υποχρεωμένη να καταβάλλει τα ποσά που αναφέρουν στις δηλώσεις τους τα κράτη μέλη. Δεν υπάρχει διάταξη, ούτε στον κανονισμό 729/70 ούτε στην κοινοτική νομοθεσία γενικώς, που να επιτρέπει την αναγνώριση τέτοιας εξουσίας στην Επιτροπή.
8.
Η Επιτροπή φρονεί ότι η δυνατότητά της να προβαίνει σε μείωση των μηνιαίων προκαταβολών προκύπτει τόσο από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία το ΕΓΤΠΕ μπορεί να βαρύνεται μόνο με δαπάνες που έχουν πραγματοποιηθεί σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία ( 10 ), όσο και από τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού 729/70, κατά τα οποία η χρηματοδότηση των επιστροφών κατά την εξαγωγή και των παρεμβάσεων εξαρτάται από την τήρηση της κοινοτικής νομοθεσίας. Προς στήριξη της απόψεώς της η Επιτροπή επικαλείται, επίσης, το άρθρο 6 της αποφάσεως 88/377/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1988, της σχετικής με τη δημοσιονομική πειθαρχία ( 11 ), καθώς και το άρθρο 97 του δημοσιονομικού κανονισμού, της 21ης Δεκεμβρίου 1977, που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( 12 ) ( στο εξής: δημοσιονομικός κανονισμός ).
9.
Εφαρμογή του άρθρου 97 του δημοσιονομικού κανονισμού πρέπει ευθύς εξαρχής να αποκλεισθεί. Πράγματι, το άρθρο αυτό ορίζει ότι « οι δαπάνες που ενεργούνται από τις υπηρεσίες και οργανισμούς κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) αριθ. 729/70 καθίστανται αντικείμενο αναλήψεως κατά κεφάλαιο, άρθρο και θέση, καθώς και καταλογισμού πληρωμής, μετά την εξέταση των καταστάσεων που έχουν διαβιβασθεί από τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τις διατάξεις που θεσπίζονται κατ' εφαρμογή τον άρθρον 5, παράγραφος 3, τον εν λόγω κανονισμού (... ) » ( 13 ). Παραπέμπει δηλαδή στις διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού 729/70 και, κατά συνέπεια, στον κανονισμό 2776/88.
10.
Κατά τον ίδιο τρόπο μπορεί να κριθεί ως άστοχη η προβολή του άρθρου 6 της αποφάσεως 87/377 του Συμβουλίου. Προκειμένου να τηρηθεί « η κατευθυντήρια γεωργική γραμμή » ( 14 ), το άρθρο αυτό προβλέπει σύστημα προειδοποιήσεως ως προς την εξέλιξη των δαπανών του ΕΓΤΠΕ. Κατά τη διάταξη αυτή, « όταν ο ρυθμός εξέλιξης των δαπανών υπερβαίνει τον αναμενόμενο ή υπάρχει κίνδυνος να τον υπερβεί, η Επιτροπή χρησιμοποιεί τα διαχειριατικά μέσα πον διαθέτει, συμπεριλαμβανομένων των μέσων που διαθέτει βάσει των σταθεροποιητικών μέτρων, για να επανορθώσει την κατάσταση. Αν τα μέτρα αυτά δεν επαρκούν, η Επιτροπή εξετάζει τη λειτουγία τον γεωργικών σταθεροποιητών στον οικείο τομέα και, αν χρειάζεται, υποβάλλει προτάσεις στο Συμβούλιο για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητάς τους » ( 15 ). Αρκεί να τονιστεί ότι η διάταξη αυτή δεν παρέχει νέες διαχειριστικές εξουσίες στην Επιτροπή, αλλά απλώς της υποδεικνύει να χρησιμοποιήσει στον τομέα του προϋπολογισμού τις εξουσίες που ήδη διαθέτει.
11.
Εξάλλου, η δυνατότητα της Επιτροπής να περιορίσει τις μηνιαίες προκαταβολές δεν προβλέπεται ρητώς στον κανονισμό 729/70 ούτε στον εκτελεστικό κανονισμό 2776/88. Πράγματι, το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο α, του πρώτου κανονισμού ορίζει απλώς ότι « η Επιτροπή αποφασίζει μόνο τις μηνιαίες προκαταβολές βάσει της αναλήψεως δαπανών που έχουν πραγματοποιηθεί », το δε άρθρο 4, παράγραφος 1, του δεύτερου κανονισμού τονίζει ότι « η Επιτροπή, βάσει των δεδομένων που έχουν διαβιβαστεί σύμφωνα με το άρθρο 3 ( 16 ), αποφασίζει και καταβάλλει τις μηνιαίες προκαταβολές για την ανάληψη των δαπανών ». Δεν πρέπει, σχετικώς, να δοθεί ιδιαίτερο βάρος στην έκφραση « αποφασίζει και καταβάλλει »· η λέξη « αποφασίζει » αναφέρεται στην εξουσία που έχει η Επιτροπή, στο πλαίσιο του προϋπολογισμού, να διατάσσει τη δαπάνη, δεδομένου ότι στο κοινοτικό δίκαιο ισχύει η αρχή της διακρίσεως των διατακτών και των λογιστών ( 17 ). Όπως έχει ήδη τονιστεί, η μόνη εξουσία που ρητώς αναγνωρίζει στην Επιτροπή ο κανονισμός 2776/88 είναι η καθυστέρηση πληρωμής των μηνιαίων προκαταβολών σε περίπτωση παραλείψεως κράτους μέλους να διαβιβάσει πληροφορίες, και η πραγματοποίηση διορθώσεων σε περίπτωση που υπάρχουν διαφορές μεταξύ των δηλώσεων που υπέβαλε το συγκεκριμένο κράτος κατά τη διάρκεια του προηγουμένου μήνα.
12.
Κατά συνέπεια, νομίζω ότι η μόνη αρχή επί της οποίας η Επιτροπή θα μπορούσε να στηρίξει την εξουσία της να προβαίνει σε μειώσεις των προκαταβολών είναι η αρχή κατά την οποία το ΕΓΤΠΕ δεν χρηματοδοτεί ενέργειες αντίθετες προς τους κοινοτικούς κανόνες. Η αρχή αυτή, που συχνά έχει υπογραμμίσει το Δικαστήριο στη νομολογία του ( 18 ), περιλαμβάνεται στο άρθρο 2, παράγραφος του κανονισμού 729/70, αναφορικά με τις επιστροφές κατά την εξαγωγή, στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, αναφορικά με τις παρεμβάσεις, στο άρθρο 4, παράγραφος 2, αναφορικά με την διάθεση στα κράτη μέλη των αναγκαίων πιστώσεων. Συνεπώς, το κύριο πρόβλημα που πρέπει να επιλυθεί σήμερα είναι αν μπορεί να θεμελιωθεί επί της αρχής αυτής, ιδίως όπως αυτή προσδιορίζεται στις προαναφερθείσες διατάξεις, η εξουσία της Επιτροπής να προβαίνει σε μείωση των μηνιαίων προκαταβολών.
13.
Οι οικονομικές συνέπειες του ζητήματος αυτού δεν είναι αμελητέες. Παρέλκει να τονιστεί ότι στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής τα ποσά που διατίθενται είναι συχνά σημαντικά. Εξάλλου, παρ' ό,τι το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β, του κανονισμού 729/70 τάσσει προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να πραγματοποιηθεί η εκκαθάριση των λογαριασμών κατά το τέλος του επομένου έτους, το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί σχετικώς ότι,
« ελλείψει κυρώσεων για τη μη τήρηση της προθεσμίας αυτής, η εν λόγω προθεσμία δεν μπορεί να θεωρηθεί (... ) παρά ως προθεσμία τάξεως, υπό την επιφύλαξη της προσβολής συμφερόντων κράτους μέλους » ( 19 ).
Στην πράξη, η προθεσμία αυτή συχνά παραβιάζεται. Τέλος, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, η οποία νομικώς στηρίζεται στον κανονισμό 729/70, ο οποίος την εισάγει χωρίς όμως να ρυθμίζει τις λεπτομέρειες, δεν προβλέπεται η εφαρμογή συντελεστή επιτοκίου επί των ποσών που θα έπρεπε να είχαν καταβληθεί ως μηνιαίες προκαταβολές στο συγκεκριμένο κράτος μέλος ή, αντιθέτως, που θα έπρεπε να καταλογιστούν εις βάρος του ΕΓΤΠΕ. Κατά συνέπεια, η κυριότερη δυσκολία που ανακύπτει στο πλαίσιο των προκειμένων προσφυγών είναι να καθοριστεί αν πρέπει τα κράτη μέλη ή, αντιθέτως, η Κοινότητα να καταβάλουν ποσά τα οποία, εκ πρώτης όψεως, κρίνεται ότι αναλήφθηκαν κατά παράβαση των κοινοτικών κανόνων.
14.
Επιθυμώ να υπογραμμίσω χωρίς περιστροφές ότι στο βαθμό που προφανείς παραβιάσεις της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως που αφορά την κοινή αγροτική πολιτική συνεπάγονται, σε περίπτωση που προτιμηθεί συσταλτική ερμηνεία των άρθρων 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 729/70 και 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2776/88, την υποχρέωση της Κοινότητας να χρηματοδοτεί για περίοδο που συχνά ανέρχεται σε πολλά έτη παρεμβάσεις οι οποίες, σε καμία περίπτωση, δεν θα έπρεπε να επιβαρύνουν το ΕΓΤΠΕ, κρίνεται σύμφωνο προς τη φιλοσοφία που διέπει τη νομολογία του Δικαστηρίου να αναγνωριστεί, στην περίπτωση αυτή, η ύπαρξη εξουσίας της Επιτροπής, εντός ορισμένων ορίων, να μην προβαίνει στην καταβολή του συνόλου των μηνιαίων προκαταβολών. Η εξουσία αυτή, στηριζόμενη τόσο στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, όπως την εξέθεσα ανωτέρω, όσο και στα άρθρα 2, παράγραφος 1, 3, παράγραφος 1, και 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 729/70, πρέπει να μπορεί να ασκείται από τη στιγμή που η Επιτροπή σχηματίζει την πεποίθηση, βάσει κυρίως των πληροφοριών που συλλέγει κατά τα άρθρα 8 και 9 ( 20 ) του ίδιου κανονισμού, ότι συντρέχει παραβίαση των κοινοτικών κανόνων. Δεδομένου ότι πρόκειται για μέτρο προσωρινό, καθόσον δεν προδικάζει τις αποφάσεις που θα ληφθούν κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών, η παραβίαση πρέπει, κατά την άποψη μου, να είναι πρόδηλη. Συνεπώς, οι τυχόν νέες ερμηνείες που δίνει η Επιτροπή σε παλαιά κανονιστική ρύθμιση δεν μπορεί, για παράδειγμα, να δικαιολογήσει τη λήψη τέτοιων αποφάσεων οι οποίες θα μπορούσαν να προσβάλουν τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των κρατών μελών ( 21 ).
15.
Θα μπορούσε, κατά συνέπεια, να υποστηριχθεί ότι έχουμε μια νέα εφαρμογή της αρχής « fraus omnia corrumpit ». Μολονότι δεχόμεθα ότι τα κράτη μέλη δεν είναι υπεύθυνα για τις παραβιάσεις που διαπράττονται στο έδαφός τους, ωστόσο δεν μπορεί να γίνει αντιληπτός ο λόγος για τον οποίο η Κοινότητα θα μπορούσε να φέρει επί σειρά ίσως ετών το χρηματικό βάρος που συνεπάγονται τέτοιες παραβιάσεις. Μια τέτοια ασυνέπεια θα ήταν αντίθετη προς την αρχή της ισότητας των παραγόντων της οικονομικής ζωής. Στην απόφαση του επί της υποθέσεως Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής ( 22 ), το Δικαστήριο αφού προηγουμένως υπογράμμισε τη σημασία της αρχής κατά την οποία τα άρθρα 1, 2 και 3 του κανονισμού 729/70
« επιτρέπουν στην Επιτροπή να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ μόνο με τα ποσά που έχουν καταβληθεί σύμφωνα με τους κανόνες που έχουν θεσπισθεί στους διάφορους τομείς των γεωργικών προϊόντων, αφήνοντας τα κράτη μέλη να φέρουν κάθε άλλη δαπάνη, ιδίως τα ποσά που οι εθνικές αρχές κακώς έκριναν ότι μπορούσαν να καταβάλουν στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως αγοράς »,
τόνισε ότι
« η στενή αυτή ερμηνεία των προϋποθέσεων αναδοχής των δαπανών από το ΕΓΤΠΕ είναι εξάλλου επιβεβλημένη και λόγω του σκοπού του κανονισμού 729/70. Πράγματι, η διαχείριση της κοινής γεωργικής πολιτικής, υπό συνθήκες ισότητας μεταξύ των συναλλασσομένων των κρατών μελών εμποδίζει τις αρχές κράτους μέλους να ευνοούν, μέσω μιας ευρείας ερμηνείας ορισμένης διατάξεως τους συναλλασσομένους αυτού του κράτους εις βάρος των συναλλασσομένων άλλων κρατών, όπου επικρατεί στενότερη ερμηνεία » ( 23 ).
16.
Εξάλλου, φαίνεται ότι το Δικαστήριο έχει ήδη δεχθεί ότι η υποχρέωση της Επιτροπής να απορρίπτει την ανάληψη από τον ΕΓΤΠΕ δαπανών που έχουν παραγματοποιηθεί κατά παράβαση των κοινοτικών κανόνων υπήρχε ήδη πριν από την έναρξη της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών. Στην απόφαση επί της υποθέσεως Δανία κατά Επιτροπής ( 24 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι
« (... ) είναι δυνατό να αποκαλυφθούν πλημμέλειες πολύ καιρό μετά τα γενεσιουργά γεγονότα. Εφόσον οι λογαριασμοί δεν έχονν δεόντως εκκαθαριστεί, η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη δυνάμει του άρθρου 2 του κανονισμού 729/70, να μη χρεώσει το ΕΓΤΠΕ με επιστροφές μη χορηγηθείσες σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες. Η υποχρέωση αυτή δεν αίρεται από το γεγονός και μόνο ότι η εκκαθάριση των λογαριασμών έγινε μετά την εκπνοή της προβλεπόμενης με το άρθρο 5 του ίδιου κανονισμού προθεσμίας » ( 25 ).
17.
Θεωρώ επιβεβλημένες δύο διευκρινίσεις. Αφενός μεν, κατά την άσκηση αυτής της εξουσίας της η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη σέβεται τα δικαιώματα της υπερασπίσεως. Βεβαίως, όπως παρατήρησε η Επιτροπή οι αποφάσεις αυτές λαμβάνονται κατόπιν διαβουλεύσεως με την Επιτροπή ΕΓΤΠΕ. Ωστόσο, η γνωμοδότηση αυτή της Επιτροπής δεν μπορεί να συγκριθεί με την πολύ περισσότερο ικανοποιητική από της απόψεως αυτής διαδικασία που ακολουθείται κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών. Στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθαρίσεως κοινοποιούνται στο κράτος μέλος όλες οι πλημμέλειες που διαπιστώθηκαν, αυτό δε έχει τη δυνατότητα να διατυπώνει τη γνώμη του, ατομικώς, προς τις υπηρεσίες της Επιτροπής. Κοινοποιείται, επίσης, στο συγκεκριμένο κράτος το σχέδιο της αποφάσεως που το αφορά. Βεβαίως, ο μηχανισμός αυτός δεν μπορεί να εφαρμοστεί πλήρως στο πλαίσιο της διαδικασίας λήψεως των αποφάσεων περί μειώσεως των μηνιαίων προκαταβολών. Πράγματι, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 2776/88, «η χορήγηση των προκαταβολών για την ανάληψη των δαπανών πραγματοποιείται το αργότερο την τρίτη ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί τον μήνα κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκαν οι δαπάνες από τις υπηρεσίες ή τους οργανισμούς πληρωμής », ενώ τα απαιτούμενα πληροφοριακά στοιχεία διαβιβάζονται στην Επιτροπή το αργότερο στις 20 του μήνα που ακολουθεί εκείνον κατά τη διάρκεια του οποίου πραγματοποιήθηκαν οι δαπάνες ( 26 ). Κατά συνέπεια, η Επιτροπή υποχρεούται να ενεργήσει εντός συντόμου σχετικώς προθεσμίας. Εξάλλου, ο απαιτούμενος πρόδηλος χαρακτήρας της παραβιάσεως των κοινοτικών κανόνων καθιστά λιγότερο επιτακτική την ανάγκη επισταμένης διαβουλεύσεως με τις αρμόδιες υπηρεσίες του συγκεκριμένου κράτους μέλους. Κατά συνέπεια, η αίτηση της γνώμης της Επιτροπής ΕΓΤΠΕ, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω επιτροπή θα έχει υπόψη της το σχέδιο αποφάσεως της Επιτροπής και τα πληροφοριακά στοιχεία βάσει των οποίων σχεδιάζει να προβεί στη μείωση των προκαταβολών, κρίνεται ως όρος επαρκής για τον σεβασμό των δικαιωμάτων της υπερασπίσεως.
18.
Εξάλλου, η απόφαση αυτή, η οποία, όπως προανέφερα, αποτελεί προσωρινό μέτρο δεν μπορεί, αυτή καθεαυτή, να θίξει τα συμφέροντα κράτους μέλους στην περίπτωση κατά την οποία, κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών, διαπιστωθεί ότι δεν έπρεπε να γίνει καμία μείωση προκαταβολών. Σε μια τέτοια περίπτωση νομίζω ότι εναπόκειται στην Επιτροπή να αποκαταστήσει το συγκεκριμένο κράτος μέλος στην κατάσταση που θα βρισκόταν εάν η Επιτροπή δεν είχε χρησιμοποιήσει πεπλανημένως τη διακριτική της εξουσία. Θα πρέπει τότε, κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών, όχι μόνο να γίνει « θετική διόρθωση» υπέρ του συγκεκριμένου κράτους μέλους, αλλά θα πρέπει να του επιστραφεί και ποσό ισοδύναμο προς την οικονομική επιβάρυνση που αντικανονικώς υπέστη ο προϋπολογισμός του λόγω των περικοπών. Θα πρέπει δηλαδή η Επιτροπή να πιστώσει με τα αντίστοιχα ποσά τον λογαριασμό του κράτους μέλους αναλαμβάνοντας η ίδια τους αντίστοιχους τόκους σύμφωνα με μέθοδο που εναπόκειται στην ίδια να θεσπίσει. Ας μου επιτραπεί επίσης να σημειώσω ότι, κατά τη γνώμη μου, παρόμοιες περιπτώσεις, δεδομένου ότι απαιτείται η ύπαρξη πρόδηλης παραβάσεως, σπανίως θα εμφανίζονται.
19.
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές νομίζω ότι μπορεί να αναγνωριστεί, βάσει της αρχής ότι το ΕΓΤΠΕ δεν μπορεί να χρηματοδοτεί μέτρα αντίθετα προς τους κοινοτικούς κανόνες, η εξουσία της Επιτροπής να προβαίνει σε περικοπές των μηνιαίων προκαταβολών.
20.
Θα εξετάσω τώρα αν οι προϋποθέσεις αυτές τηρήθηκαν στην περίπτωση της προσβαλλόμενης απόφασης, διευκρινίζοντας, βεβαίως, ότι τα προσφεύγοντα κράτη αμφισβητούν κατ' ουσία την ίδια την εξουσία της Επιτροπής να προβαίνει σε περικοπές των προκαταβολών και όχι το βάσιμο της περικοπής στη συγκεκριμένη περίπτωση.
21.
Όπως τονίζεται στο υπηρεσιακό σημείωμα της Επιτροπής, της 12ης Οκτωβρίου 1989, από τα πληροφοριακά στοιχεία που συνέλεξε η επιτροπή διαχειρίσεως του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων διαπιστώθηκε υπέρβαση των ποσοστώσεων κατά 1,6 εκατομμύρια τόνους. Βάσει των στοιχείων αυτών η Επιτροπή υπολόγισε το συνολικό ποσό των συμπληρωματικών εισφορών που επρόκειτο να εισπραχθούν κατά την περίοδο 1988/1989 σε 500 εκατομμύρια ECU περίπου. Ωστόσο, οι εγγραφές που πραγματοποίησαν τα κράτη μέλη στον λογαριασμό του ΕΓΤΠΕ, αναφορικά με την εν λόγω εισφορά, υπήρξαν σημαντικά μικρότερες. Πρέπει να τονιστεί ότι η Επιτροπή περιόρισε το υπολογισθέν ποσό σε 220 εκατομμύρια ECU και το κατένειμε μεταξύ των κρατών μελών. Οι διαφορές μεταξύ των ποσών που δηλώθηκαν και των ποσών που υπολογίστηκαν κατά τον τρόπο αυτό καταλογίστηκαν στις προκαταβολές του μηνός Ιουλίου 1989. Λαμβάνοντας υπόψη της τα στατιστικά στοιχεία που διέθετε ως προς το ύψος της κοινοτικής παραγωγής γάλακτος και τις σημαντικές διαφορές που υπήρχαν στις δηλώσεις των κρατών μελών αναφορικά με τη συμπληρωματική εισφορά, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι συντρέχει πρόδηλη παραβίαση των κοινοτικών κανόνων. Τα προσφεύγοντα κράτη, τα οποία φέρουν το βάρος της αποδείξεως, δεν προσκόμισαν στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορούσε να αμφισβητηθεί η ανάλυση της Επιτροπής.
22.
Ως προς τον σεβασμό των δικαιωμάτων της υπερασπίσεως, επιβάλλεται κατ' αρχάς να διαπιστωθεί ότι τα κράτη μέλη εκπροσωπούνται στην επιτροπή διαχειρίσεως γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων και, επομένως, έλαβαν γνώση των πληροφοριών που συνέλεξε η εν λόγω επιτροπή, και ότι εξάλλου ζητήθηκε γραπτώς από το ΕΓΤΠΕ να διατυπώσει τη γνώμη του, η δε Επιτροπή απέστειλε σχετικώς στα κράτη μέλη, με τηλεαντίγραφο της 14ης Αυγούστου 1989, τρεις πίνακες που εμφάνιζαν τις δηλωθείσες δαπάνες και τις προτεινόμενες περικοπές ( 27 ).
23.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο λόγος που αναφέρεται στην παραβίαση του κανονισμού 729/70. Μπορώ λοιπόν ήδη να προτείνω την απόρριψη της προσφυγής της Ιταλικής Δημοκρατίας.
24.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προβάλλει, προς στήριξη της αιτήσεως της, ένα δεύτερο λόγο που αναφέρεται στην έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης. Επικαλείται τη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία η υποχρέωση αιτιολογίας των κοινοτικών αποφάσεων
« δεν αποσκοπεί μόνο στην προστασία των πολιτών, αλλά έχει επίσης ως σκοπό της να παράσχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να ασκήσει πλήρως τον δικαστικό έλεγχο που του έχει αναθέσει η Συνθήκη » ( 28 ).
Υποστηρίζει ότι από την ανταλλαγή εγγράφων με την Επιτροπή δεν μπόρεσε να συναγάγει τις αναγκαίες διευκρινίσεις ως προς τους λόγους των περικοπών στις οποίες προέβη η Επιτροπή ( 29 ), το δε υπηρεσιακό σημείωμα της Επιτροπής στο οποίο εκτίθενται οι λόγοι οι οποίοι οδήγησαν στη λήψη της αποφάσεως, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη καθόσον εστάλη μετά την έκδοση της αποφάσεως ( 30 ).
25.
Επιβάλλεται να τονιστεί ότι μολονότι το Δικαστήριο παγίως επαναλαμβάνει τη νομολογία που επικαλείται η προσφεύγουσα, ωστόσο, δέχεται ότι η απαιτούμενη από το άρθρο 190 της Συνθήκης αιτιολογία δεν χρειάζεται να αφορά ειδικώς « όλα τα κρίσιμα πραγματικά και νομικά περιστατικά » αλλ' ότι
« πρέπει να εκτιμάται όχι μόνο βάσει του περιεχομένου της αλλά και της αλληλουχίας της καθώς και βάσει του συνόλου των νομικών κανόνων που διέπουν το συγκεκριμένο τομέα» ( 31 ).
26.
Όσον αφορά τη διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών το Δικαστήριο έχει ήδη τονίσει ότι οι Κυβερνήσεις συμπράττουν ενεργώς στη διαδικασία καταρτίσεως της αποφάσεως περί εκκαθαρίσεως και ότι, κατά συνέπεια, γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή κρίνει ότι δεν πρέπει να επιβαρυνθεί το ΕΓΤΠΕ με τα επίδικα ποσά ( 32 ). Η σχέση αυτή είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση λιγότερο έντονη· εκφράζεται απλώς με την παρουσία των εκπροσώπων των κρατών μελών στην Επιτροπή διαχειρίσεως του συγκεκριμένου προϊόντος και στην Επιτροπή ΕΓΤΠΕ. Ωστόσο, η παρουσία αυτή είναι αρκετή προκειμένου να ενημερωθούν τα ενδιαφερόμενα κράτη τόσο ως προς τα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν περικοπή των προκαταβολών όσο και ως προς τους νομικούς λόγους που δικαιολογούν την ίδια την αρχή μιας τέτοιας περικοπής. Από το « παράρτημα του δελτίου πληροφοριών “ εξουσιοδότηση” — ΕΓΤΠΕ — Εγγυήσεις προκαταβολές » συνάγεται ότι κατά την έγγραφη διαβούλευση με την Επιτροπή ΕΓΤΠΕ, η Ιταλία και η Γερμανία αμφισβήτησαν τη νομική βάση του σχεδίου αποφάσεως. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου προσδίδεται σημασία στο γεγονός ότι κράτος μέλος συνέπραξε στη διαδικασία καταρτίσεως της αποφάσεως μόνο κατά το μέτρο που η σύμπραξη αυτή του έδωσε τη δυνατότητα να λάβει γνώση των πραγματικών και νομικών περιστατικών που δικαιολογούν την απόφαση, ώστε να μπορέσει ενδεχομένως να ασκήσει το δικαίωμά του για προσφυγή. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι στην προκειμένη περίπτωση τα προσφεύγοντα κράτη εγνώριζαν πλήρως τους λόγους που επέβαλαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
27.
Παρέλκει, αντιθέτως, να ληφθεί υπόψη, όσον αφορά την αιτιολογία, το ενημερωτικό σημείωμα της Επιτροπής, της 12ης Οκτωβρίου 1989. Το σημείωμα αυτό περιορίζεται κυρίως στην τυπική διατύπωση της « θεωρίας » της Επιτροπής σχετικά με το θέμα που αμφισβήτησαν τα προσφεύγοντα κράτη κατά τη διαβούλευση με την Επιτροπή του ΕΓΤΠΕ, το θέμα δηλαδή που αφορά τη δυνατότητα της Επιτροπής να προβαίνει στη μείωση των μηνιαίων προκαταβολών. Είναι εξάλλου αμφίβολο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορούσε να λάβει υπόψη του το υπηρεσιακό αυτό σημείωμα δεδομένου ότι έχει ήδη αποφανθεί ότι
«η αιτιολογία πρέπει, κατ' αρχήν, να κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο ταυτόχρονα με την βλαπτική απόφαση » ( 33 ).
28.
Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος που προέβαλε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προς στήριξη της προσφυγής της.
29.
Προτείνω, κατά συνέπεια,
1)
να απορριφθεί η προσφυγή ακυρώσεως που άσκησαν η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και η Ιταλική Δημοκρατία κατά της αποφάσεως της Επιτροπής C( 89 )1525, της 30ής Αυγούστου 1989, που αφορούσε προκαταβολή έναντι αναλήψεως δαπανών χρηματοδοτούμενων από το Τμήμα Εγγυήσεων του ΕΓΤΠΕ,
2)
να καταδικαστούν τα προσφεύγοντα κράτη στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Κανονισμός της 21ης Απριλίου 1970 περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93 ).
( 2 ) 'Αρθρο 4, παράγραφος 2.
( 3 ) Κανονισμός της 19ης Οκτωβρίου 1987 που θέσπισε ιδιαίτερους κανόνες σχετικά με τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής ( ΕΕ L 304, σ. 1 ).
( 4 ) 'Αρθρο 4, παράγραφος 2, νέο εδάφιο, του κανονισμού 729/70, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο Ι του κανονισμού 3183/87.
( 5 ) 'Αρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο α, νέο εδάφιο, του κανονισμού 729/70, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 1 του κανονισμού 3183/87.
( 6 ) Κανονισμός της 24ης Ιουνίου 1988 για τροποποίηση του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 729/70 περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής ( ΕΕ L 185, σ. 1 ).
( 7 ) Κανονισμός της Επιτροπής της 31ης Οκτωβρίου 1983 περί του συστήματος των προκαταβολών για τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται από το Τμήμα Εγγυήσεων του Γεωργικού Ευρωπαϊκού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων ( ΕΓΤΠΕ ) | ΕΕ L 320, σ. Ι ).
( 8 ) Κανονισμός της Επιτροπής της 7ης Σεπτεμβρίου 1988 για τα στοιχεία που πρέπει να διαβιβάζουν τα κράτη μέλη για την ανάληψη των δαπανών που χρηματοδοτούνται στα πλαίσια του Τμήματος Εγγυήσεων του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων ( ΕΓΤΠΕ ) ( ΕΕ L 249, σ. 9 ).
( 9 ) VI/340/89, της 12ης Οκτωβρίου 1989, της Γενικής Διευθύνσεως Γεωργίας — ΕΓΤΠΕ.
( 10 ) Βλ. π.χ. τις αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1987, 326/85, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1987, σ. 5091, σκέψη 7), 332/85, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 5143, σκέψη 7), και την απόφαση της 24ης Μαρτίου 1988, 347/85, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1988, σ. 1749, σκέψη 11 ).
( 11 ) ΕΕ L 185, σ. 29.
( 12 ) JO L 356, σ. 1.
( 13 ) Οι υπογραμμίσεις δικές μου.
( 14 ) Δηλαδή το ανώτατο όριο αυξήσεως των δαπανών του ΕΓΤΠΕ.
( 15 ) Οι υπογραμμίσεις δικές μου.
( 16 ) Υπενθυμίζεται ότι πρόκειται για τις εβδομαδιαίες και μηνιαίες δηλώσεις των κρατών μελών σχετικά με τις δαπάνες που έχουν πληρωθεί.
( 17 ) 'ΛρΟρο 17 του δημοσιονομικού κανονισμού.
( 18 ) Βλ. ανωτέρω σημείωση 10.
( 19 ) Απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1988, 349/85, Δανία κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1988, σ. 169, σκέψη 19 ).
( 20 ) Τις οποίες η Επιτροπή, όπως το Δικαστήριο διευκρίνισε, μπορεί να χρησιμοποιήσει « ανά πάσα στιγμή » ( απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1989, 214/86, Ελλάδα κατά Επιτροπής, Συλλογή σ. 367, περίληψη 2 ).
( 21 ) Περίπτωση εφαρμογής της ίδιας αυτής αρχής κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών παρέχει η προαναφερθείσα απόφαση 349/85, σκέψη 16.
( 22 ) Απόφαση 326/85, προαναφερθείσα.
( 23 ) Σκέψη 7, η υπογράμμιση δική μου · |ίλ. επίσης την προαναφερθείσα απόφαση 332/85, σκέψη 7.
( 24 ) Απόφαση 349/85, προαναφερθείσα.
( 25 ) Σκέψη 19, οι υπογραμμίσεις δικές μου.
( 26 ) 'Αρθρο 3, παράγραφος 5, του κανονισμού 2776/88.
( 27 ) Προσφυγή της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, σ. 5 και παράρτημα V, στοιχεία α, β, και γ· παράρτημα III της προσφυγής της Ιταλικής Δημοκρατίας.
( 28 ) Απόφαση της 20ής Μαρτίου 1959, 18/57, Noid ( Rec. 1959, σ. 89, 114).
( 29 ) Προσφυγή, σημείο 6.5.2.
( 30 ) Προσφυγή, σημείο 6.5.3.
( 31 ) Απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1984, 185/83, Rijksuniversiteit te Groningen (Συλλογή 1984, σ. 3623, σκέψη 38).
( 32 ) Αποφάσεις της 14ης Ιανουαρίου 1981, 819/79, Γερμανία κατά Επιτροπής, (Συλλογή 1981, σ. 21, σκέψεις 20 και 21 ), και απόφαση της 347/85, προαναφερθείσα, σκέψη 60.
( 33 ) Απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 1981, 195/80, Michel κατά Κοινοβουλίου ( Συλλογή 1981, σ. 2861, σκέψη 22 ).
Full & Egal Universal Law Academy