ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
GIUSEPPE TESAURO
της 24ης Ιανουαρίου 1991 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Ο Stoeckel, ο οποίος διώκεται από την Εισαγγελική Αρχή λόγω παραβάσεως του άρθρου L 213-1 του γαλλικού κώδικα εργατικού δικαίου, ο οποίος απαγορεύει, με ορισμένες εξαιρέσεις, τη νυχτερινή εργασία των γυναικών, υποστήριξε ενώπιον του tribunal de police d'IIlkirch ( Γαλλία ) ότι η εν λόγω διάταξη είναι αντίθετη προς το άρθρο 5 της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας ( 1 ) (στο εξής: οδηγία).
Με Διάταξη της 4ης Οκτωβρίου 1989, το δικάζον εθνικό δικαστήριο ανέστειλε την ενώπιον του διαδικασία και υπέβαλε στο δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα σχετικά με το ζήτημα αν το άρθρο 5 της οδηγίας είναι αρκούντως σαφές ώστε να δημιουργεί σε βάρος των κρατών μελών την υποχρέωση να μην καθιερώνουν νομοθετικώς την απαγόρευση της νυχτερινής εργασίας των γυναικών, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο L 213-1 του γαλλικού κώδικα εργατικού δικαίου.
2.
Όπως είναι γνωστό, και όπως άλλωστε προκύπτει από τον ίδιο της τον τίτλο, η οδηγία αποσκοπεί στην εφαρμογή εντός των κρατών μελών της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, συμπεριλαμβανομένης και της επαγγελματικής προωθήσεως, και την επαγγελματική εκπαίδευση καθώς και τις συνθήκες εργασίας ( άρθρο 1 ). Δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, η αρχή αυτή συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό, ιδίως, με την οικογενειακή κατάσταση. Μεταξύ των εξαιρέσεων που προβλέπονται από τις επόμενες παραγράφους του ίδιου άρθρου, είναι σκόπιμο να υπομνησθεί εδώ η διάταξη της παραγράφου 3, κατά την οποία η οδηγία δεν θίγει τις διατάξεις που αφορούν την προστασία της γυναίκας ιδίως όσον αφορά την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα.
Δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 1, η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά τους όρους εργασίας συνεπάγεται την εξασφάλιση σε άνδρες και γυναίκες των αυτών όρων χωρίς διάκριση βασιζόμενη στο φύλο. Για τον σκοπό αυτό τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να καταργηθούν οι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως διατάξεις ( στοιχείο α ) και να αναθεωρηθούν οι αντίθετες προς την αρχή αυτή διατάξεις όταν δεν υφίστανται πλέον οι λόγοι προστασίας που τις δικαιολογούν (στοιχείο γ).
Δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας, η προθεσμία για τη θέσπιση από τα κράτη μέλη των αναγκαίων μέτρων ορίζεται σε τριάντα μήνες από την κοινοποίηση της οδηγίας. Πάντως, όσον αφορά ειδικότερα το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ, ο εν λόγω κανόνας επιβάλλει στις εθνικές αρχές να προβούν σε μια πρώτη εξέταση και μια πρώτη ενδεχομένως αναθεώρηση των σχετικών διατάξεων εντός προθεσμίας τεσσάρων ετών.
3.
Όσον αφορά τη γαλλική νομοθεσία, το προαναφερθέν άρθρο L 213-1 του γαλλικού κώδικα εργατικού δικαίου καθιερώνει την αρχή της απαγορεύσεως της νυχτερινής εργασίας των γυναικών προβλέποντας ειδικότερα ότι « απαγορεύεται η απασχόληση γυναικών σε οποιαδήποτε νυχτερινή εργασία σε εργοστάσια, μεταλλεία και λατομεία, εργοτάξια, εργαστήρια καθώς και στους βοηθητικούς τους χώρους οποιασδήποτε φύσεως και αν είναι αυτά, δημόσια ή ιδιωτικά, λαϊκά ή θρησκευτικά, ακόμα και όταν αυτά παρέχουν επαγγελματική εκπαίδευση ή είναι φιλανθρωπικού χαρακτήρα καθώς και στις δημόσιες υπηρεσίες και στα υπουργεία, στα ελευθέρια επαγγέλματα, στις αστικές εταιρίες, στις συνδικαλιστικές οργανώσεις και στα σωματεία οποιασδήποτε φύσεως». Στην επόμενη παράγραφο προβλέπονται ορισμένες εξαιρέσεις όσον αφορά τις γυναίκες που εργάζονται σε θέσεις διευθυντικές ή τεχνικού χαρακτήρα συνεπαγόμενες ευθύνες και τις γυναίκες που απασχολούνται στις υπηρεσίες υγιεινής και άλλες σχετικές υπηρεσίες και οι οποίες συνήθως δεν εργάζονται χειρωνακτικώς. Το τρίτο εδάφιο αίρει επίσης την απαγόρευση όταν αυτό απαιτείται από το εθνικό συμφέρον λόγω ιδιαιτέρως σοβαρών περιστάσεων και όσον αφορά τους μισθωτούς που εργάζονται καθ' ομάδες με βάρδιες. Σε μια τέτοια περίπτωση επιβάλλεται, κατόπιν αδείας του επιθεωρητή εργασίας, η έκδοση υπουργικής αποφάσεως για την επέκταση της σχετικής συλλογικής συμβάσεως όσον αφορά τον οικείο κλάδο και η σύναψη ειδικής συμφωνίας μεταξύ της συγκεκριμένης επιχειρήσεως και του προσωπικού της. Η μη τήρηση των κανόνων αυτών κολάζεται με πρόστιμο.
Η γαλλική νομοθεσία θεσπίστηκε προς εφαρμογή της Συμβάσεως 89, της 9ης Ιουνίου 1948, της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας (στο εξής: ΔΟΕ), που έχει επικυρωθεί από τη Γαλλία με τον νόμο 53-603, της 7ης Ιουλίου 1953, ο οποίος απαγορεύει, εκτός ορισμένων εξαιρέσεων, τη νυχτερινή εργασία των γυναικών.
4.
Ας μου επιτραπεί να υπενθυμίσω εν τάχει το ιστορικό της νομοθεσίας αυτής ( 2 ). Η απαγόρευση της νυχτερινής εργασίας στις γυναίκες αποτέλεσε κατά το παρελθόν νομοθετική κατάκτηση των εργα',ομένων αποσκοπούσα ειδικότερα στην προστασία των γυναικών και των παιδιών, δηλαδή του τμήματος εκείνου του πληθυσμού που θεωρείται ως το πλέον αδύναμο και εκτεθειμένο σε κινδύνους.
Η βρετανική νομοθεσία είχε προβλέψει μια τέτοια απαγόρευση ήδη από τα μέσα του περασμένου αιώνα ( 1844 ). Στη συνέχεια, η Ελβετία θέσπισε, το 1877, ανάλογη νομοθεσία την οποία, στη συνέχεια, αντέγραψαν και άλλα κράτη όπως η Αυστρία ( 1885 ), οι Κάτω Χώρες (1889) και η Γαλλία περί τα τέλη του περασμένου αιώνα ( 1892).
Έχοντας υπόψη το γεγονός ότι κατά την εποχή εκείνη οι γυναίκες απασχολούνταν κυρίως στη βιομηχανία, η σχετική νομοθεσία αφορούσε καταρχάς τον βιομηχανικό τομέα, αργότερα δε επεκτάθηκε, προοδευτικώς, ανάλογα με τις διάφορες ανάγκες, σε άλλους τομείς.
Στο πρώτο διεθνές συνέδριο για την προστασία των εργαζομένων που πραγματοποιήθηκε στο Βερολίνο το 1890 υιοθετήθηκε ψήφισμα με το οποίο καταδικάστηκε η νυχτερινή εργασία των γυναικών στη βιομηχανία. Το 1906 δεκατρία κράτη υπέγραψαν τη Σύμβαση της Βέρνης με την οποία επικυρώθηκε η απαγόρευση μόνον όσον αφορά τις βιομηχανικές επιχειρήσεις που απασχολούσαν άνω των δέκα εργαζομένων. Οι διατάξεις αυτές αποτέλεσαν τον πρόδρομο της απαγορεύσεως που προβλέφθηκε το 1919 από τη ΔΟΕ· πράγματι, μια από τις πρώτες συμβάσεις που κατάρτισε η οργάνωση αυτή, η Σύμβαση υπ' αριθ. 4, απαγόρευε την απασχόληση σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις γυναικείου προσωπικού τη νύχτα, με εξαίρεση τις οικογενειακές επιχειρήσεις.
Για να αποφευχθούν τα μειονεκτήματα μιας λίαν γενικευμένης απαγορεύσεως καταρτίστηκε, το 1934, πάντα από τη ΔΟΕ, μια δεύτερη σύμβαση, η υπ' αριθ. 41. Από το πεδίο εφαρμογής της συμβάσεως αυτής αποκλείονταν ιδίως οι γυναίκες που κατείχαν θέσεις διευθυντικές ή τεχνικού χαρακτήρα συνεπαγόμενες ευθύνες.
Το τρίτο σχετικό κείμενο, που καταρτίστηκε το 1948 προκειμένου να καταστούν δυνατές και άλλες εξαιρέσεις, είναι ακριβώς η Σύμβαση υπ' αριθ. 89, η οποία, όπως προείπα, αποτελεί τη βάση της ισχύουσας σήμερα σχετικής γαλλικής νομοθεσίας.
5.
Τα κύρια επιχειρήματα που είχαν προβληθεί υπέρ αυτού του τύπου νομοθεσίας, κατά την εποχή που ψηφίστηκε, ήταν ιατρικής, κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής φύσεως. Είχε υποστηριχθεί τότε ότι η γυναίκα, δεδομένου ότι εστερείτο αστικών και πολιτικών δικαιωμάτων, π. χ. δικαιώματος ψήφου, θα ήταν περισσότερο εκτεθειμένη ελλείψει νομοθετικής προστασίας· επιπλέον, οι εργάτριες θεωρούνταν ως περισσότερο αδύναμες σωματικώς και επομένως περισσότερο ευάλωτες όσον αφορά ορισμένες συνέπειες της νυχτερινής εργασίας όπως η πιθανή εμφάνιση σωματικών ή ψυχικών διαταραχών εξάλλου, είχαν εκφραστεί ανησυχίες σχετικά με τους κινδύνους στους οποίους μπορούσαν να εκτίθενται οι γυναίκες μεταβαίνοντας τη νύχτα στον τόπο εργασίας και επιπλέον δεν θεωρούνταν και πολύ σωστό να εργάζονται οι γυναίκες τη νύχτα συντροφιά με συναδέλφους του ετέρου φύλου.
Περαιτέρω, ένα άλλο στοιχείο που συνηγορούσε υπέρ της απαγορεύσεως της νυχτερινής εργασίας των γυναικών στηριζόταν σε βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις σχετικά με τον κοινωνικό ρόλο της γυναίκας ως μητέρας και σημείο αναφοράς της οικογενειακής οργανώσεως: η θέση της γυναίκας ήταν κατά προτίμηση στο σπίτι για να ασχολείται με την οικογένεια. Επομένως, η νυχτερινή εργασία θεωρούνταν ως στοιχείο ιδιαίτερα διαταρακτικό για την οικογενειακή ζωή και βλαπτικό για την κοινωνία.
6.
Απ' όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για διατάξεις αποσκοπούσες, σύμφωνα με την πρόθεση του νομοθέτη, στην προστασία των γυναικών ως εργαζομένων. Επομένως, ενόψει μιας τέτοιας νομοθεσίας πρέπει, πρώτον, να ελεγχθεί αν η νομοθεσία αυτή εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 2, παράγραφος 3, της οδηγίας, όσον αφορά τις διατάξεις σχετικά με την προστασία της γυναίκας.
Εντούτοις, πρέπει συναφώς να υπογραμμιστεί ευθύς εξ αρχής ότι η εξαίρεση από μια αρχή τόσο σημαντική για τους ανθρώπους όπως αυτή της ίσης μεταχειρίσεως πρέπει να εκτιμάται βάσει αυστηρών κριτηρίων ( 3 ).
Πράγματι, το Δικαστήριο, αφού ρητώς επιβεβαίωσε ότι ο εν λόγω κανόνας πρέπει να ερμηνεύεται στενώς, προσέθεσε στη συνέχεια ότι από τη ρητή μνεία της εγκυμοσύνης και της μητρότητας προκύπτει ότι η οδηγία επιδιώκει, αφενός, την προστασία της βιολογικής καταστάσεως της γυναίκας και, αφετέρου, τις ιδιαίτερες σχέσεις μεταξύ της μητέρας και του τέκνου της· επομένως η διάταξη αυτή δεν επιτρέπει να αποκλείονται οι γυναίκες από μια απασχόληση με την αιτιολογία ότι η κοινή γνώμη απαιτεί να τυγχάνουν μεγαλύτερης προστασίας απ' ό,τι οι άνδρες έναντι των κινδύνων που αφορούν εξίσου άνδρες και γυναίκες και διακρίνονται από τις ειδικές ανάγκες προστασίας της γυναίκας όπως αυτές ρητώς μνημονεύονται ( 4 ).
Πρέπει ακόμα να διευκρινιστεί ότι, όπως προκύπτει ιδίως από την απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984, 184/83, Hoffmann (Συλλογή 1984, σ. 3047 ), με τον σχετικό κανόνα σκοπείται όχι η προστασία του ιδιαίτερου δεσμού που υφίσταται μεταξύ της μητέρας και του τέκνου της κατά τρόπο αφηρημένο και γενικό, ενθαρρύνοντας ή προστατεύοντας κάποιο παραδοσιακό ρόλο της γυναίκας στην οργάνωση της οικογενείας, αλλά, στοχεύεται, κατά τρόπο περισσότερο περιοριστικό, η προστασία του ειδικού δεσμού που υφίσταται μεταξύ της μητέρας και του τέκνου της κατά τη διάρκεια της κυήσεως και του χρόνου που ακολουθεί αμέσως μετά τον τοκετό ( 5 ).
7.
Επομένως, εφόσον, από όσα προανέφερα, απορρέει ότι, για να μπορεί να δικαιολογηθεί, βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 2, μια νομοθεσία που αποβλέπει στην προστασία της γυναίκας, πρέπει να προστατεύει τους εργαζομένους του γυναικείου φύλου ενόψει των χαρακτηριστικών που τους προσιδιάζουν ( 6 ), επιβάλλεται να εξακριβωθεί αν η νυχτερινή εργασία πράγματι συνεπάγεται πρόσθετους κινδύνους για τις γυναίκες.
Όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα έκθεση σχετικά με τη νυχτερινή εργασία, που δημοσιεύθηκε το 1989 από τη Διεθνή Διάσκεψη Εργασίας, η νυχτερινή εργασία μπορεί, από ιατρική άποψη, να προκαλεί ιδίως διαταραχές στον ύπνο και δυσλειτουργία του πεπτικού συστήματος, προβλήματα που ενίοτε επιδεινώνονται από την τάση προς υπερβολική λήψη διεγερτικών, όπως ο καφές και το τσιγάρο, κατά τις νυχτερινές ώρες καθώς και υπνωτικών προς διευκόλυνση της αναπαύσεως κατά την ημέρα. Περαιτέρω, τα αποτελέσματα της νυχτερινής εργασίας επί της υγείας είναι δυνατό να ποικίλλουν σημαντικά ανάλογα με την ηλικία και την οικογενειακή και οικονομική κατάσταση των εργαζομένων.
Καίτοι δεν έχει μελετηθεί σε βάθος το θέμα των συγκεκριμένων ασθενειών που προσβάλλουν τις εργαζόμενες γυναίκες, από τις υφιστάμενες έρευνες φαίνεται να προκύπτει ότι, πέραν της ανάγκης ιδιαίτερης προστασίας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης λόγω των κινδύνων στους οποίους θα μπορούσε να εκτεθεί το έμβρυο, δεν υφίστανται στην πραγματικότητα πρόσθετες και ειδικές αντενδείξεις όσον αφορά τη νυχτερινή εργασία γυναικών.
Με άλλα λόγια, καίτοι είναι αληθές ότι η νυχτερινή εργασία μπορεί να έχει επιβλαβείς συνέπειες για την ψυχοσωματική υγεία των εργαζομένων και ότι επομένως θα έπρεπε να περιορίζεται στο απολύτως αναγκαίο και να ρυθμίζεται οπωσδήποτε νομοθετικώς, εξίσου αληθές είναι ότι δεν υφίστανται σημαντικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι οι γυναίκες απειλούνται από κάποιον συγκεκριμένο κίνδυνο ο οποίος είναι μεγαλύτερος απ' αυτόν που αντιμετωπίζουν οι άνδρες.
8.
Ομοίως, δεν νομίζω ότι η αντίρρηση σχετικά με τους προσθέτους κινδύνους επιθέσεως στους οποίους φέρονται ως εκτεθειμένες οι γυναίκες κατά τις νυχτερινές ώρες μπορεί ενδεχομένως να δικαιολογήσει τον περιορισμό ενός ουσιώδους δικαιώματος όπως το δικαίωμα της ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά τους όρους εργασίας.
Ο κίνδυνος αυτός θα μπορούσε ενδεχομένως να αντιμετωπιστεί με την πρόβλεψη των καταλλήλων μέτρων, όπως, π.χ., η οργάνωση ειδικών μέσων μεταφοράς, ενώ, εξάλλου, η αρχή της απαγορεύσεως της νυχτερινής εργασίας των γυναικών που επιβάλλεται από τη γαλλική νομοθεσία εμπεριέχει τόσο σημαντικές και τόσο πολλές εξαιρέσεις ώστε είναι λίαν δυσχερές να θεωρηθεί ότι στηρίζεται σε αντικειμενικούς λόγους και δεν αποτελεί μάλλον ιστορικό κατάλοιπο αυτού που αποτελούσε, κατά το παρελθόν, μέτρο προστασίας του τότε θεωρούμενου ως πλέον ευάλωτου τμήματος της εργατικής τάξεως.
Πράγματι, όπως προκύπτει από έρευνα που διενήργησε το 1984η υπηρεσία μελετών του γαλλικού Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών και Απασχολήσεως, παρατηρήθηκε, ήδη μεταξύ 1978 και 1984, αισθητή αύξηση του αριθμού των εργαζομένων τη νύχτα γυναικών ειδικότερα, κατά το 1984. Επί ενός και πλέον εκατομμυρίου μισθωτών που εργάζονταν συνήθως τη νύχτα, οι γυναίκες υπολογίζονταν σε 170000 περίπου ( 7 ).
Εξάλλου, αν ληφθεί υπόψη ότι, αφενός, σύμφωνα με την εγκύκλιο της 30ής Ιουνίου 1987 του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών και Απασχολήσεως, ο νόμος δεν απαγορεύει τη νυχτερινή εργασία γυναικών στις βιομηχανίες όσον αφορά τα μη βιομηχανικού χαρακτήρα καθήκοντα, όπως στην περίπτωση των χειριστριών συσκευών πληροφορικής ή εποπτριών και, αφετέρου, σύμφωνα με ορισμένες συλλογικές επαγγελματικές συμβάσεις προβλέπεται η δυνατότητα νυχτερινής εργασίας για τις εργαζόμενες που απασχολούνται καθ' ομάδες με βάρδιες, είναι ακόμη πιο δύσκολο να γίνει δεκτή μια τέτοια δικαιολογία, εφόσον δεν μπορώ να αντιληφθώ για ποιο λόγο μια εργαζόμενη στην πληροφορική ή μια εργαζόμενη στον τομέα της σιδηρουργίας είναι λιγότερο εκτεθειμένη σε επιθέσεις απ' ό,τι, π.χ., μια γυναίκα που απασχολείται στη χημική βιομηχανία.
Τέλος, δεν είναι δυνατόν να μην επισημάνω ότι η ύπαρξη στη γαλλική νομοθεσία γενικής απαγορεύσεως της νυχτερινής εργασίας γυναικών, ως προς την οποία υφίστανται τόσο πολλές εξαιρέσεις ώστε να καθίσταται δυνατή η εφαρμογή διαφορετικών καθεστώτων ακόμα και σε γυναίκες που εκτελούν ανάλογες εργασίες, μπορεί να δημιουργήσει και άλλη μία αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση μεταξύ των εργαζομένων γυναικών.
9.
Νομίζω ότι μια τέτοια νομοθεσία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε από το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ, της οδηγίας, δυνάμει του οποίου, όπως προανέφερα, τα κράτη μέλη πρέπει να λάβουν στην εσωτερική τους έννομη τάξη τα μέτρα που είναι αναγκαία προκειμένου να αναθεωρηθούν οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και που διαπνέονταν αρχικώς από λόγους προστασίας που δεν δικαιολογούνται πλέον.
Πράγματι, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3, παράγραφος 2, περίπτωση γ, το οποίο αφορά τους όρους προσβάσεως στην εργασία, του οποίου όμως η διατύπωση είναι πανομοιότυπη προς αυτήν του προαναφερθέντος άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ, καθορίζεται από το άρθρο 2, παράγραφος 3 ( 8 ).
Κατά συνέπεια, έστω και αν κατά το παρελθόν τα επίμαχα μέτρα δικαιολογούνταν λόγω, π.χ., της αποστολής των γυναικών στο πλαίσιο της οικογενείας, τα εν λόγω μέτρα απαγορεύονται σήμερα από την οδηγία λόγω του ότι δεν εμπίπτουν, όπως προελέχθη, στην εξαίρεση του άρθρου 2, παράγραφος 3. Πράγματι, όπως ορθώς υπογράμμισε η Επιτροπή, η επιβαλλόμενη από τον Γάλλο νομοθέτη απαγόρευση δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται σε κάποιο σκοπό ειδικής προστασίας της βιολογικής καταστάσεως της γυναίκας, αλλά μάλλον ερείδεται σε θεωρήσεις κοινωνικού χαρακτήρα που έχουν πλέον σαφώς ξεπεραστεί, ενώ η εν λόγω απαγόρευση μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες για την απασχόληση των γυναικών.
10.
Όσον αφορά το ερώτημα σχετικά με το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 5 της οδηγίας, το ερώτημα αυτό έχει — όπως νομίζω — επιλυθεί κατά τρόπο καταφατικό από τη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία το άρθρο 5 ουδόλως παρέχει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να εξαρτούν από όρους ή να περιορίζουν την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως σε θέματα που εμπίπτουν στο ίδιο το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας· εξάλλου, η διάταξη αυτή είναι αρκούντως σαφής και ανεπιφύλακτη ώστε να μπορούν οι ιδιώτες να την επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων για να αποκλείουν την εφαρμογή κάθε εθνικής διατάξεως που αντιβαίνει στο εν λόγω άρθρο 5, παράγραφος 1 ( 9 ).
Επομένως, η υποχρέωση απαγορεύσεως των διακρίσεων που επιβάλλεται από την πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού δεν εξαρτάται από την άλλη ειδική υποχρέωση θεσπίσεως των μέτρων που επιβάλλει στα κράτη μέλη η παράγραφος 2.
11.
Τέλος, δεν νομίζω ότι το γεγονός ότι η Γαλλία αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος της Συμβάσεως υπ' αριθ. 89 της ΔΟΕ μπορεί να μεταβάλει το συμπέρασμα στο οποίο έχω καταλήξει.
Πράγματι, καίτοι είναι αληθές ότι, δυνάμει του άρθρου 234 της Συνθήκης ΕΟΚ, οι διατάξεις της Συνθήκης δεν επηρεάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβάσεις που έχουν συναφθεί προ της ενάρξεως της ισχύος της, μεταξύ ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών αφενός και ενός ή περισσοτέρων τρίτων χωρών αφετέρου, εξίσου αληθές είναι ότι το περιεχόμενο της οδηγίας δεν μπορεί, αυτό καθαυτό, να καταστήσει την τήρηση της ασυμβίβαστη με τις απορρέουσες από τη σύμβαση υποχρεώσεις. Συγκεκριμένα, η κοινοτική νομοθεσία δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη να επιτρέπουν οπωσδήποτε τη νυχτερινή εργασία του γυναικείου προσωπικού, πράγμα που θα ήταν ασυμβίβαστο με τη σύμβαση, αλλά περιορίζεται στην καθιέρωση της υποχρεώσεως της απαγορεύσεως των διακρίσεων μεταξύ των δύο φύλων όσον αφορά τους όρους εργασίας.
Με άλλα λόγια, σε μια κατάσταση όπως η υπό κρίση, ένα.κράτος μέλος δεν θα μπορούσε να επικαλεστεί το άρθρο 234 για να απαλλαγεί από την υποχρέωση της απαγορεύσεως των διακρίσεων που επιβάλλει η οδηγία 76/207, εφόσον θα του ήταν οπωσδήποτε δυνατό να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από το κοινοτικό δίκαιο χωρίς να παραβιάσει τη σύμβαση, επεκτείνοντας, π. χ., την απαγόρευση της νυχτερινής εργασίας και στους εργαζομένους του άλλου φύλου.
Είναι εξάλλου προφανές ότι, σε περίπτωση όπου πρακτικές δυσχέρειες δεν θα επέτρεπαν κάτι τέτοιο, το ενδιαφερόμενο κράτος θα έπρεπε να καταγγείλει τη σύμβαση απαλλασσόμενο έτσι από τις εξ αυτής δεσμεύσεις.
Συναφώς, αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι ορισμένα υπογράψαντα τη σύμβαση κράτη μέλη, όπως οι Κάτω Χώρες, η Ιρλανδία και το Λουξεμβούργο, την έχουν ήδη καταγγείλει ( 10 ) και ότι το ιταλικό Συνταγματικό Δικαστήριο έχει κηρύξει μερικώς αντισυνταγματικό τον νόμο με τον οποίο αυτή έχει τεθεί σε εφαρμογή ( 11 ).
12.
Υπό το φως των όσων ανέπτυξα ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο υποβληθέν από το tribunal de police d'Illkirch προδικαστικό ερώτημα ως εξής:
« Είναι αντίθετη προς το άρθρο 5 της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ μια εθνική διάταξη που θέτει ως νομοθετική αρχή την απαγόρευση της νυχτερινής εργασίας μόνον όσον αφορά τις γυναίκες. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
( 1 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70.
( 2 ) Βλ. την έκθεση V, Ι, περί της νυχτερινής εργασίας, που δημοσιεύθηκε από τη Διεθνή Διάσκεψη Εργασίας, 76η Σύνοδος, 1989, BIT, Γενεύη, και Peniti, « Le travail de nuit des femmes. Aspects nationaux et internationaux », Droit social, 1988, σ. 302.
( 3 ) Βλ. την απόφαση της 20ής Μαρτίου 1984, συνεκδικα-σθεΙσες υποθέσεις 75/82 και 117/82, Razzouk ( Συλλογή 1984, σ. 1509, σκέψη 16)· την απόφαση της 15ης Ιουνίου 1978, 149/77, Defrcnne ( Rec. 1978, σ. 1365, σκέψεις 26 και 27 ).
( 4 ) Βλ. την απόφαση της 15ης Μαΐου 1986, 222/84, Johnston ( Συλλογή 1986, σ. 1651, σκέψη 44).
( 5 ) Βλ. την απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984, 184/83 (Συλλογή σ. 3047, σκέψη 25)· την απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 1983, 163/82, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1983, σ. 3273, σκέψη 16 ).
( 6 ) Απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1988, 312/86, Επιτροπή κατά Γαλλίας ( Συλλογή 1988, σ. 6315, σκέψη 14 ).
( 7 ) Βλ. το προαναφερθέν έργο του Pettiti, σ. 303.
( 8 ) Βλ. την προαναφερθείσα απόφαση της 15ης Μαίου 1986, σκέφη 44.
( 9 ) Βλ. την απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1986, 152/84, Marshall (Συλλογή 1986, σ. 723, σκέψη 55) την απόφαση της 12ης Ιουλίου 1990, C-188/89, Foster (σ. I-3313, σκέψη 21).
( 10 ) Βλ. τις παρατηρήσεις της Επιτροπής, παράρτημα 1. Δυνάμει του άρθρου της 15, η Σύμβαση υπ' αριθ. 89 μπορεί να καταγγέλλεται, ύστερα από προειδοποίηση ενός έτους, κάθε δέκα έτη, από τις 27 Φεβρουαρίου 1961, και εντός των δώδεκα επομένων μηνών.
( 11 ) Απόφαση υπ' αριθ. 210 της 9ης Ιουλίου 1986, Gazzetta ufficiale della Republica italiana, της 1ης Αυγούστου 1986, αριθ. 38, σ. 17.
Full & Egal Universal Law Academy