ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
GIUSEPPE TESAURO
της 6ης Φεβρουαρίου 1991 ( *1 )
Κνριε Πρόεορε,
Κύριοι δικαονές,
1.
Τα ερωτήματα που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης αφορούν την ερμηνεία και το κύρος του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν απαιτήθηκαν από τον υπόχρεο για διασαφηθέντα εμπορεύματα ( 1 ), καθώς και την ερμηνεία του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1573/80 της Επιτροπής, της 20ής Ιουνίου 1980 ( 2 ), κανονισμού με τον οποίο καθορίστηκαν οι διατάξεις εφαρμογής του προαναφερθέντος άρθρου 5, παράγραφος 2.
Παραπέμποντας στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου για τις λεπτομέρειες, συνοψίζω εν συντομία τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία ανέκυψε η διαφορά της κύριας δίκης.
2.
Η εταιρία Mecanarte — Metalúrgica da Lagoa Lda. (στο εξής: Mecanarte) εισήγαγε στην Πορτογαλία μια παρτίδα από 42 δέσμες λαμαρινών χάλυβα ελασματοποιηθεισών εν θερμώ, την οποία είχε αγοράσει από τον προμηθευτή της στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, και προσκόμισε πιστοποιητικό κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, το οποίο είχαν εκδώσει οι αρμόδιες αρχές του Düsseldorf και το οποίο βεβαίωνε ότι τα εμπορεύματα ήσαν καταγωγής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας. Κατά συνέπεια, αυτά εισήχθησαν αδασμολόγητα, σύμφωνα με το ισχύον γι' αυτά κοινοτικό δασμολογικό καθεστώς.
Αφού αργότερα τους γνωστοποιήθηκε από τις αρμόδιες γερμανικές αρχές ότι το πιο πάνω πιστοποιητικό ήταν ανίσχυρο, διότι τα επίδικα εμπορεύματα ήσαν καταγωγής Γερμανικής Λαϊκής Δημοκρατίας, οι πορτογαλικές τελωνειακές αρχές προέβησαν στην εκ των υστέρων εκκαθάριση των δασμών για τα εν λόγω εμπορεύματα.
Η Mecanarte, επικαλούμενη το εφαρμοστέο κοινοτικό δίκαιο, αμφισβήτησε τη νομιμότητα αυτής της αποφάσεως περί εισπράξεως ενώπιον του Tribunal Fiscal Aduaneiro do Porto αυτό το τελευταίο υπέβαλε στο Δικαστήριο οκτώ ερωτήματα, τα οποία συνοψίζω και ομαδοποιώ ως εξής:
—
Παρέχει το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1697/79 στις αρμόδιες αρχές τη διακριτική ευχέρεια να προβαίνουν ή όχι στην εκ των υστέρων είσπραξη δασμών; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, είναι η διάταξη αυτή έγκυρη υπό το πρίσμα των θεμελιωδών αρχών που κατοχυρώνει η Συνθήκη; ( πρώτο και δεύτερο ερώτημα )
—
Σε σχέση προς το άρθρο 5, παράγραφος 2: ο όρος « λάθος » αναφέρεται μόνο σε απλά σφάλματα υπολογισμού ή αντιγραφής ή και σε σφάλματα που προκαλούνται από τον υπόχρεο; Ως « αρμόδιες αρχές » υπεύθυνες για το σφάλμα πρέπει να νοούνται μόνο οι αρχές οι αρμόδιες για την είσπραξη ή και οι αρχές του κράτους εξαγωγής; Ο υπόχρεος που παρέχει καλοπίστως ανακριβή ή ελλιπή φορολογικά στοιχεία τηρεί, παρ' όλα αυτά, « όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία όσον αφορά την κατάθεση της τελωνειακής διασαφήσεως»; (τρίτο, τέταρτο και πέμπτο ερώτημα )
—
Κατά το άρθρο 4 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1573/80 της Επιτροπής, η Επιτροπή είναι αρμόδια να αποφασίζει μόνο ότι δεν θα προβεί στην είσπραξη ποσών ίσων ή ανωτέρων των 2000 ECU, ή και ότι θα προβεί; Στην περίπτωση που ο υπόχρεος υποβάλλει αιτιολογημένη αίτηση κατά αποφάσεως περί εισπράξεως, την οποία έχουν εκδώσει οι εθνικές αρχές, αρμόδιες να αποφανθούν επί της αιτήσεως αυτής είναι οι αρχές αυτές ή η Επιτροπή; ( έκτο και όγδοο ερώτημα )
—
Τέλος, δεδομένου ότι η πορτογαλική συνταγματική έννομη τάξη προβλέπει την υπεροχή του διεθνούς δικαίου επί του εσωτερικού, συνιστά η παράβαση του κοινοτικού δικαίου από κανόνα του εσωτερικού δικαίου περίπτωση αντισυνταγματικότητας ούτως, ώστε να καθίσταται περιττή η άμεση προδικαστική παραπομπή (έβδομο ερώτημα);
3.
Σχετικά με το πρώτο ερώτημα, υπενθυμίζω κατ' αρχάς ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1697/79 εξαρτά την απόφαση των αρμοδίων αρχών να μη προβούν στην εκ των υστέρων είσπραξη του ποσού των οφειλομένων δασμών από τη σωρευτική συνδρομή τριών προϋποθέσεων: πρέπει, δηλαδή, οι δασμοί αυτοί να μην εισπράχθηκαν « συνεπεία λάθους αυτών των ιδίων των αρμόδιων αρχών που λογικά δεν ηδύνατο να ανακαλυφθεί από τον φορολογούμενο ο οποίος, από μέρους του, ενήργησε καλοπίστως και τήρησε όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία, όσον αφορά την κατάθεση της τελωνειακής διασαφήσεως ».
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο κανόνας αυτός « πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι, εφόσον συντρέχουν όλες αυτές οι προϋποθέσεις, ο υπόχρεος έχει δικαίωμα να μην πραγματοποιηθεί η είσπραξη των δασμών » ( 3 ).
Αυτό προφανώς σημαίνει ότι οι αρμόδιες αρχές δεσμεύονται, για να εκδώσουν την απόφαση τους, από τη συνδρομή των προϋποθέσεων που απαιτούνται για να μη προβούν στην είσπραξη' άπαξ διαπιστωθεί ότι οι προϋποθέσεις αυτές πληρούνται, οι εθνικές αρχές υποχρεούνται να μη προβούν στην είσπραξη.
Από τα προηγηθέντα συνάγεται ότι πρέπει να θεωρηθεί άνευ αντικειμένου το ερώτημα περί του κύρους του εν λόγω κανόνα εφόσον ο κανόνας αυτός δεν απονέμει στις αρμόδιες αρχές διακριτική ευχέρεια, αλλά δεσμία αρμοδιότητα, δεν τελεί σε αντίθεση προς τις θεμελιώδεις αρχές τις οποίες κατοχυρώνει η Συνθήκη, όπως η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων.
4.
Με το τρίτο, το τέταρτο και το πέμπτο ερώτημα, ο παραπέμπων δικαστής ζητεί, στην ουσία, ορισμένες διευκρινίσεις σχετικά με τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται προκειμένου να μη γίνει είσπραξη, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79.
Τα ερωτήματα αυτά αφορούν πράγματι τα εξής ζητήματα:
—
ποια έννοια πρέπει να αποδοθεί στον όρο « λάθος » των αρμοδίων αρχών·
—
ποιες είναι οι « αρμόδιες αρχές » ·
—
αν ο υπόχρεος παράσχει, καλή τη πίστει, στοιχεία ανακριβή ή ελλιπή, έχει, παρ' όλα αυτά, τηρήσει « όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία όσον αφορά την κατάθεση της τελωνειακής διασαφήσεως » ;
Για μεθοδολογικούς απλώς λόγους και λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενο της διαφοράς, αρχίζω με την εξέταση του τελευταίου σκέλους του ερωτήματος.
Δεχόμενος ότι η καλή πίστη και η τήρηση των οικείων διατάξεων αποτελούν δύο αυτοτελείς προϋποθέσεις που πρέπει να εξετάζονται χωριστά, επισημαίνω ευθύς αμέσως ότι η προϋπόθεση της συμμόρφωσης προς όλες τις εν ισχύι διατάξεις, που αφορούν την τελωνειακή διασάφηση, πρέπει να θεωρείται ότι τηρήθηκε από τον υπόχρεω, έστω και αν αυτός — καλοπίστως βέβαια — παρέσχε στις αρμόδιες αρχές ανακριβή ή ελλιπή στοιχεία.
Τελικώς, όσον αφορά την τήρηση των υπό κρίση διατάξεων, δεν μπορεί να απαιτεί κανείς άλλο, πέρα από τα στοιχεία που ο δηλών μπορεί ευλόγως να γνωρίζει και να έχει εξεύρει.
5.
Όσον αφορά, έπειτα, την έννοια των « αρμοδίων αρχών », παρατηρώ κατ' αρχάς ότι, αν στεκόμασταν στο γράμμα του άρθρου 5, παράγραφος 2, θα έπρεπε να συμπεράνουμε ότι σημασία έχει μόνο το σφάλμα που διέπραξαν οι ίδιες οι αρχές οι αρμόδιες για την είσπραξη. Η Επιτροπή ωστόσο υποστηρίζει ότι η έκφραση αυτή πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι έχει σημασία και το σφάλμα του κράτους μέλους απ' όπου εξάγεται το εμπόρευμα και υπενθυμίζει σχετικώς το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ.) 2380/89 ( 4 ), ο οποίος αντικατέστησε τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 1573/80, με το οποίο διευκρινίζεται ρητά ότι μπορεί να πρόκειται και για την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου το σφάλμα διαπιστώθηκε.
Το γεγονός ότι η διευκρίνιση αυτή δεν περιεχόταν στις διατάξεις του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1573/80, που ίσχυε κατά τον χρόνο των επίδικων στην κύρια δίκη πραγματικών περιστατικών, αλλά θεσπίστηκε μόνο με νεώτερο κανονισμό, δεν μου φαίνεται αποφασιστικής σημασίας δέχομαι πράγματι αυτό που λέει η Επιτροπή, ότι δηλαδή αυτή δεν μετέβαλε το περιεχόμενο και την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, αλλ' απλώς το επιβεβαίωσε.
Από την άλλη πλευρά, είναι αλήθεια ότι ο ίδιος ο σκοπός του κανόνα θα εκφυλιζόταν, αν ερμηνευόταν συσταλτικά. Μια συσταλτική ερμηνεία θα κατέληγε, πράγματι, στη δημιουργία διακρίσεων, κατά το μέτρο που ένα και το αυτό σφάλμα θα είχε μεν σημασία, όταν το διέπραξαν οι εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες να προβούν ή μη στην είσπραξη, ενώ δεν θα είχε, αν οι ίδιες αρχές απλώς διαπίστωσαν, κατά την εκ των υστέρων είσπραξη, ένα σφάλμα που διαπράχθηκε από τις αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής.
6.
Και ερχόμαστε, τέλος, στο νόημα που πρέπει να αποδοθεί στον όρο « λάθος » των αρμοδίων αρχών.
Παρατηρώ, ευθύς εξ αρχής, ότι το σφάλμα δεν μπορεί να περιορίζεται σε απλά σφάλματα υπολογισμού ή αντιγραφής, αλλά περιλαμβάνει κάθε είδος σφάλματος που συντελείται από τις ίδιες τις αρμόδιες αρχές, άρα και σφάλματα περί την ερμηνεία και την εφαρμογή της οικείας ρυθμίσεως.
Αντιθέτως, όταν το σφάλμα προκλήθηκε — καλοπίστως ή όχι — από τον ίδιο τον υπόχρεο ή από τρίτους, αν δηλαδή οι αρμόδιες αρχές ενεβλήθησαν σε πλάνη, δεν νομίζω, κατ' αρχήν, πως το σφάλμα αυτό μπορεί να ληφθεί υπόψη για να μη γίνει η είσπραξη.
Στην περίπτωση που μας απασχολεί εδώ, τα πιστοποιητικά καταγωγής των εισαγομένων εμπορευμάτων, τα οποία προσκόμισε η Mecanarte και τα οποία είχαν εκδώσει οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής, αποδείχτηκαν στη συνέχεια ανίσχυρα.
Ένα τέτοιο σφάλμα δεν μπορεί να καταλογιστεί στις εθνικές αρχές, ούτε τις γερμανικές ούτε τις πορτογαλικές, δεδομένου ότι αυτές δεν υποχρεούνται να ελέγχουν την ακρίβεια των στοιχείων, ούτε τη γνησιότητα των παραστατικών που επισυνάπτει ο υπόχρεος, κατά τη στιγμή που τα παραλαμβάνουν. Είναι αδιαμφισβήτητο, πράγματι, ότι οι τελωνειακές αρχές έχουν την ευχέρεια να προβαίνουν σε μεταγενεστέρους ελέγχους, όπως ρητά ορίζει το άρθρο 10 της οδηγίας 79/695/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί εναρμονίσεως των διαδικασιών θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων ( 5 ).
Αυτό επιβεβαιώνεται από την απόφαση Van Gend en Loos της 13ης Νοεμβρίου 1984 ( 6 ), που αφορούσε τη διαγραφή εισαγωγικών δασμών, στην οποία η προσφεύγουσα είχε αμφισβητήσει τη νομιμότητα της άρνησης διαγραφής, καταλογίζοντας, μεταξύ άλλων, στις εθνικές αρχές αμέλεια, διότι είχαν παραλείψει να ελέγξουν την ακρίβεια των πιστοποιητικών καταγωγής, τα οποία αποδείχτηκαν στη συνέχεια πλαστά, και είχαν δημιουργήσει έτσι στους ενδιαφερομένους δικαιολογημένη εμπιστοσύνη. Το Δικαστήριο έκρινε σχετικώς ότι « ο ρόλος των υπηρεσιών αυτών στο πλαίσιο της προκαταρκτικής αποδοχής των διασαφήσεων δεν αποτελεί με κανένα τρόπο εμπόδιο για τη διενέργεια μεταγενέστερων ελέγχων από τις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών, ούτε για τις συνέπειες που ενδέχεται να ανακύψουν από αυτό [ορθότερο: αυτήν], όπως προκύπτει ιδίως από το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 79/695 του Συμβουλίου », οδηγίας που — υπενθυμίζω — έχει εφαρμογή στην υπό κρίση περίπτωση.
Από τις προηγηθείσες παρατηρήσεις προκύπτει, επομένως, ότι δεν υπήρξε κανένα σφάλμα καταλογιστό στις αρμόδιες αρχές κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79. Ελλείπει, άρα, μία από τις τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να έχει ο υπόχρεως δικαίωμα να μην πραγματοποιηθεί εις βάρος του η είσπραξη.
7.
Το έκτο και το όγδοο ερώτημα αφορούν το περιεχόμενο των εξουσιών της Επιτροπής βάσει του άρθρου 4 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1573/80 της Επιτροπής, και ειδικότερα το αν αυτή είναι αρμόδια να εκδίδει όλες τις αποφάσεις που αφορούν ποσά ίσα ή ανώτερα των 2000 ECU, είτε αποφασίζει την είσπραξη είτε τη μη είσπραξη, ή αν είναι αρμόδια να εκδίδει μόνο τις αποφάσεις να μην προβεί σε είσπραξη.
Δεδομένου ότι το γράμμα του άρθρου αυτού δεν περιέχει κανένα στοιχείο, από το οποίο να συνάγεται ότι η αρμοδιότητα της Επιτροπής περιορίζεται στις αποφάσεις περί μη εισπράξεως, επισημαίνω, παρ' όλα αυτά, ότι η τρέχουσα πρακτική στα κράτη μέλη είναι να υποβάλλονται στην Επιτροπή μόνον αυτού του είδους οι αποφάσεις, όταν — εννοείται — το ποσό των εισπρακτέων δασμών είναι ίσο ή ανώτερο των 2000 ECU.
Η πρακτική αυτή είναι σύμφωνη με μια ερμηνεία του εν λόγω κανόνα που ανάγεται στον σκοπό της εξουσίας λήψεως αποφάσεων που έχει ανατεθεί στην Επιτροπή' υπ' αυτήν ακριβώς την έννοια αποφάνθηκε και το Δικαστήριο με πρόσφατη απόφαση του ( 7 ). Το Δικαστήριο δέχτηκε πράγματι ότι το άρθρο 4 δεν αφορά την περίπτωση κατά την οποία οι εθνικές αρχές δεν θεωρούν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1697/79, όταν δηλαδή κρίνουν ότι πρέπει να προβούν στην είσπραξη. Και τούτο, όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο, κυρίως λόγω του σκοπού του εν λόγω κανόνα, που είναι « να εξασφαλίζει την ενιαία εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου », σκοπού που καθιστά αναγκαίο τον έλεγχο της Επιτροπής μόνο για τις αποφάσεις περί μη πραγματοποιήσεως της εκ των υστέρων εισπράξεως.
Αντιθέτως, όταν οι εθνικές αρχές προβαίνουν στην είσπραξη, η επιταγή αυτή χάνει το νόημα της. Το Δικαστήριο δέχτηκε σχετικώς, με την ίδια απόφαση, ότι « ο ενδιαφερόμενος μπορεί τότε να προσβάλει την απόφαση αυτή ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο θα μπορεί να εξασφαλίσει την ενότητα του κοινοτικού δικαίου στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ».
Οι προεκτεθείσες κρίσεις του Δικαστηρίου επιτρέπουν έτσι να δοθεί στα ερωτήματα του παραπέμποντος δικαστή αναλυτική απάντηση ως προς το ζήτημα αυτό: οι αρμόδιες αρχές υποχρεούνται να υποβάλλουν την περίπτωση προς εξέταση στην Επιτροπή, μόνον όταν αποφασίζουν να μη προβούν σε είσπραξη. Ομοίως, και όταν ακόμη έχει υποβληθεί αιτιολογημένη αίτηση του αιτούντος κατά της αποφάσεως των εθνικών αρχών να προβούν στην είσπραξη, δεν υφίσταται καμία υποχρέωση των αρμοδίων αρχών να διαβιβάσουν στην Επιτροπή την αμφισβητούμενη περίπτωση και τούτο διότι, σ' αυτήν την περίπτωση, την ενιαία εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου μπορούν να εξασφαλίσουν τα κοινοτικά δικαστήρια ενδεχομένως μέσω προδικαστικής παραπομπής στο Δικαστήριο.
8.
Και ερχόμαστε, τέλος, στο έβδομο ερώτημα του παραπέμποντος δικαστή: αν σε μια συνταγματική έννομη τάξη, σαν την πορτογαλική, που αξιώνει την υπεροχή του διεθνούς δικαίου επί του εσωτερικού, η παράβαση του παραγώγου κοινοτικού δικαίου από κανόνα του εσωτερικού δικαίου συνιστά περίπτωση αντισυνταγματικότητας, απαλλάσσουσα τον δικαστή από την υποχρέωση άμεσης προδικαστικής παραπομπής προς ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου.
Το ερώτημα προκύπτει από τη διαπίστωση του εθνικού δικαστή ότι υπάρχει « προφανής αντίφαση μεταξύ του πορτογαλικού δασμολογικού δικαίου και του κοινοτικού δασμολογικού δικαίου », κατά το μέτρο που το μεν πρώτο απονέμει στην εθνική αρχή την εξουσία να αποφασίζει για την είσπραξη, το δε δεύτερο απονέμει την αρμοδιότητα αυτή στην Επιτροπή. Σε μια τέτοια κατάσταση, που τελεί σε αντίθεση προς την αρχή της υπεροχής, την οποία κατοχυρώνει το Πορτογαλικό Σύνταγμα, ο δικαστής υποστηρίζει ότι υπόκειται στην υποχρέωση παραπομπής, προς αναγνώριση της αντισυνταγματικότητας του κανόνα, στο Συνταγματικό Δικαστήριο και ότι μόνο αυτό το τελευταίο είναι αρμόδιο να προβεί σε προδικαστική παραπομπή, πράγμα ίσως αντίθετο προς το άρθρο 177, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης.
Για να είμαι ειλικρινής, τρέφω κάποια αμφιβολία για το αν το ερώτημα ασκεί επιρροή και αν είναι πρόσφορα διατυπωμένο καθώς επίσης — γιατί να μην το πω — για το αν υφίσταται « προφανής αντίφαση » μεταξύ του εν λόγω εθνικού κανόνα και του κοινοτικού κανονισμού που μας ενδιαφέρει. Παρ' όλα αυτά, συμφωνώ με την Επιτροπή ότι το πρόβλημα που έθεσε ο Πορτογάλος δικαστής χρήζει εν πάση περιπτώσει μιας απαντήσεως του Δικαστηρίου, προσαρμοσμένης όμως περισσότερο στο πρόβλημα, παρά στο ερώτημα, έτσι όπως είναι διατυπωμένο.
Κατ' αρχάς, επισημαίνω ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να κρίνει αν μια σύγκρουση μεταξύ κοινοτικού και εσωτερικού κανόνα συνιστά περίπτωση αντισυνταγματικότητας: πράγματι, δεν αμφισβητείται ότι πρόκειται για πρόβλημα κατ' εξοχήν εσωτερικό. Εκείνο που έχει περισσότερη σημασία να τονιστεί, και που επίσης δεν αμφισβητείται, είναι ότι η ενδεχόμενη υποχρέωση του εθνικού δικαστή να προκαλέσει, σε μια τέτοια περίπτωση, διαδικασία δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας του εσωτερικού κανόνα δεν δικαιολογεί σε καμμία περίπτωση καθυστέρηση της εφαρμογής του κοινοτικού κανόνα αμέσου αποτελέσματος και, κατά συνέπεια, δυνάμει της αρχής της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου, της κήρυξης του ανεφάρμοστου του εθνικού κανόνα που θεωρείται ότι συγκρούεται με αυτόν.
Υπενθυμίζω σχετικώς τη γνωστή απόφαση Simmenthai ( 8 ), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι « δεν συμβιβάζεται με τις συμφυείς προς το κοινοτικό δίκαιο επιταγές κάθε διάταξη που ανήκει στην έννομη τάξη ενός κράτους μέλους ή οποιαδήποτε νομοθετική, διοικητική ή δικαστική πρακτική, που άγει σε μείωση της αποτελεσματικότητας του κοινοτικού δικαίου με το να αφαιρεί από τον — αρμόδιο για την εφαρμογή αυτού του δικαίου — δικαστή την εξουσία να πράττει, κατά την εφαρμογή αυτή, παν ό,τι απαιτείται για να καταστήσει ανενεργές τις νομοθετικές διατάξεις που ενδεχομένως παρακωλύουν την πλήρη παραγωγή των αποτελεσμάτων των κοινοτικών κανόνων ».
Αυτό σημαίνει, για να είμαστε απολύτως σαφείς, ότι ένας κανόνας ή μια εθνική πρακτική που τυχόν θα ανέβαλλε την εφαρμογή του κοινοτικού κανόνα μέχρι να αναγνωριστεί η αντισυνταγματικότητα του εθνικού κανόνα, για τον οποίο υπάρχει υπόνοια ότι αντιβαίνει προς τον κοινοτικό, θα ήταν ασυμβίβαστος προς το κοινοτικό δίκαιο.
Μέχρι εδώ, επομένως, το πρόβλημα της προδικαστικής παραπομπής στο Δικαστήριο κατά το άρθρο 177 δεν τίθεται καν, διότι εν προκειμένω ο εθνικός δικαστής, με την αρμοδιότητά του ως κοινού δικαστή του κοινοτικού δικαίου, επισήμανε ο ίδιος μια « προφανή αντίφαση » μεταξύ εσωτερικού και κοινοτικού κανόνα, και χωρίς να χρειστεί την προδικαστική ερμηνεία του Δικαστηρίου. Προσθέτω, στο σημείο αυτό, ότι παρόμοια περίπτωση μπορεί να ανακύψει, για τα δικαστήρια τελευταίου βαθμού, μόνον όταν, όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο στην υπόθεση Cilfit ( 9 ), « η ορθή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου παρίσταται τόσο προφανής, ώστε να μη αφήνει περιθώριο για καμμία εύλογη αμφιβολία- η συνδρομή μιας τέτοιας περιπτώσεως πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κοινοτικού δικαίου, τις ιδιάζουσες δυσκολίες που παρουσιάζει η ερμηνεία του και τον κίνδυνο διαστάσεως στη νομολογία εντός της Κοινότητος ».
Όλως διαφορετική είναι, αντιθέτως, η περίπτωση στην οποία ο δικαστής δεν είναι βέβαιος ότι υπάρχει σύγκρουση, αλλά τρέφει σχετικώς υπόνοιες, λόγω αβεβαιότητας περί την ερμηνεία του κοινοτικού κανόνα. Σ' αυτήν, και μόνο σ' αυτήν, ακριβώς την περίπτωση αναφέρεται το άρθρο 177, απονέμοντας στον εθνικό δικαστή την ευχέρεια — και, αν πρόκειται για δικαστήριο τελευταίου βαθμού, την υποχρέωση — της προδικαστικής παραπομπής προς το Δικαστήριο. Στην περίπτωση αυτήν, προφανώς, η αρχή της υπεροχής έχει εφαρμογή μόνον αν από την ερμηνεία του Δικαστηρίου προκύπτει το ασυμβίβαστο του εθνικού κανόνα και όχι όταν προκύπτει η συμφωνία του προς το εθνικό δίκαιο.
9.
Υπό το φως των παραπάνω σκέψεων, καταλήγω προτείνοντας στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα του Tribunal Fiscal Aduaneiro do Porto ως εξής:
«α)
Το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ.) 1697/79 του Συμβουλίου έχει την έννοια ότι στις αρμόδιες εθνικές αρχές απονέμεται δεσμία αποφασιστική αρμοδιότητα εξαρτώμενη από την πιστοποίηση της συνδρομής των προϋποθέσεων που ορίζονται για τη μη πραγματοποίηση της εισπράξεως.
β)
Ο όρος “ λάθος ”, ο οποίος περιέχεται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού, καταλαμβάνει κάθε είδους σφάλμα των αρμοδίων αρχών, εξαιρουμένων των περιπτώσεων στις οποίες αυτές εμβάλλονται σε πλάνη από ανακριβείς δηλώσεις, έστω και καλόπιστες, του υπόχρεου κατά την ίδια διάταξη, ως “ αρμόδιες αρχές ” ευθυνόμενες για το σφάλμα πρέπει να θεωρούνται τόσο οι αρχές οι αρμόδιες για την είσπραξη όσο και οι αρχές του κράτους μέλους από το οποίο εξήχθησαν τα εμπορεύματα η προϋπόθεση της τηρήσεως όλων των ισχυουσών διατάξεων, όσον αφορά την τελωνειακή διασάφηση, πρέπει να θεωρείται ότι πληρούται στην περίπτωση που ο υπόχρεος παρέσχε — καλοπίστως πάντως — στις αρμόδιες αρχές ανακριβή ή ελλιπή στοιχεία.
γ)
Κατά το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1573/80 της Επιτροπής, οι εθνικές αρχές υποχρεούνται να υποβάλλουν στην Επιτροπή μόνο τις αποφάσεις τους να μη προβούν στην είσπραξη ποσών ίσων ή ανωτέρων των 2000 ECU έστω και αν υπάρχει αιτιολογημένη αίτηση του υπόχρεου αμφισβητούσα την απόφαση των αρμοδίων αρχών να προβούν στην είσπραξη, δεν υπάρχει καμία υποχρέωση υποβολής στην Επιτροπή της αμφισβητούμενης περιπτώσεως.
δ)
Ο εθνικός δικαστής υποχρεούται να εξασφαλίζει την πλήρη και άμεση εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων αμέσου αποτελέσματος, καθιστώντας — αν χρειαστεί — ανενεργή μια εθνική διάταξη, ακόμη και συνταγματικού χαρακτήρα, η οποία ενδεχομένως εξαρτά την εφαρμογή του κοινοτικού κανόνα από την έκβαση μιας εσωτερικού δικαίου διαδικασίας ελέγχου της συνταγματικότητας. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
( 1 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254.
( 2 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 11/020, σ. 243.
( 3 ) Απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1987, υπόθεση 314/85, Foto-Frost (Συλλογή 1987, σ. 4199, σκέψη 22). Βλ. επίσης απόφαση της 23ης Μαΐου 1989, υπόθεση 378/87, Top Hit (Συλλογή 1989, σ. 1359, σκέψη 18), και απόφαση της 12ης Ιουλίου 1989, υπόθεση 161/88 Binder ( Συλλογή 1989, σ. 2415, σκέψη 16).
( 4 ) ΕΕ 1989, L 225, σ. 30.
( 5 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 262.
( 6 ) Συνεκδικασθείσες υπόθεσες 98 και 230/83 ( Συλλογή 1984, σ. 3763, σκέψη 20).
( 7 ) Απόφαση της 26ης Ιουνίου 1990, υπόθεση C-64/89, Deutsche Femsprecher ( Συλλογή 1990, σ. Ι-2535, σκέψεις 12 και 13).
( 8 ) Απόφαση της 9ης Μαρτίου 1978, υπόθεση 106/77, Simmenthal ( Race. 1978, σ. 629, σκέψη 22 ).
( 9 ) Απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982, υπόθεση 283/81, Cilfit ( Συλλογή 1982, σ. 3415, σκέψη 21 ).
Full & Egal Universal Law Academy