ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΊΑ
MARCO DARMON
της 14ης Νοεμβρίου 1990 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Το Tribunale Civile di Genova υπέβαλε στο Δικαστήριο δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία και το κύρος του άρθρου 16 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1562/78 του Συμβουλίου ( 1 ) ή, ακριβέστερα, του κανονισμού 136/66/ΕΟΚ του Συμβουλίου ( 2 ), όπως τροποποιήθηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό. Το άρθρο αυτό αφορά τον προσδιορισμό με διαγωνισμό του ύψους των εισφορών κατά την εισαγωγή ελαιολάδου προελεύσεως Ελλάδος για τα έτη 1979 και 1980.
2.
Τα πραγματικά περιστατικά είναι πολύ απλά. Στις 18 Δεκεμβρίου 1981, η Società Agricola Fattoria Alimentare (στο εξής: SAFA) ενήγαγε ενώπιον του δικαστηρίου a quo το Ιταλικό Υπουργείο Οικονομικών ζητώντας να της αποδοθούν οι εισφορές λόγω εισαγωγής τις οποίες είχε καταβάλει κατόπιν εισαγωγών που πραγματοποίησε το 1979 και το 1980 εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου προελεύσεως Ελλάδος. Ενώπιον του δικαστηρίου αυτού η SAFA υποστήριξε κυρίως ότι μόνο σε ειδικές περιπτώσεις μπορούσε να καθοριστεί το ύψος των εισφορών κατά την εισαγωγή με διαγωνισμό καθόσον, στην αντίθετη περίπτωση, θίγονταν τα αναγνωριζόμενα από την κοινοτική έννομη τάξη θεμελιώδη δικαιώματα. Κατά συνέπεια, το Tribunale Civile di Genova υπέβαλε στο Δικαστήριο δύο προδικαστικά ερωτήματα.
3.
Το πρώτο ερώτημα αφορά την ερμηνεία του άρθρου 16 του κανονισμού 136/66, όπως τροποποιήθηκε. Ωστόσο, όπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή με τις γραπτές της παρατηρήσεις, ο κανονισμός αυτός αφορά τις εισαγωγές ελαιολάδου προελεύσεως τρίτων χωρών γενικά και όχι ειδικά προελεύσεως Ελλάδος. Οι τελευταίες αυτές εισαγωγές ρυθμίζονται με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2749/78 του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1978, περί των συναλλαγών λιπαρών ουσιών μεταξύ της Κοινότητος και της Ελλάδος ( 3 ). Πάντως, οι διατάξεις του άρθρου 5 του τελευταίου αυτού κανονισμού είναι καθόλα παρόμοιες με τις διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου 16, πλην του ότι στο μεν πρώτο γίνεται αναφορά στη « διεθνή αγορά» και στο δεύτερο γίνεται αναφορά στην « ελληνική αγορά ». Το κριτήριο κατανομής μεταξύ των δύο αυτών κανονισμών περιλαμβάνεται στο άρθρο 10 του κανονισμού 2749/78, κατά το οποίο « όταν τα εισαγόμενα στην Κοινότητα προϊόντα δεν έχουν καθ' ολοκληρίαν παραχθεί στην Ελλάδα ή δεν μεταφέρονται κατευθείαν από τη χώρα αυτή στην Κοινότητα, τα άρθρα 14, 15, 16, 17 και 20β του βασικού κανονισμού εφαρμόζονται » ( 4 ).
4.
Ο προσδιορισμός του κανονισμού ο οποίος έχει εφαρμογή στην πραγματική κατάσταση της οποίας επελήφθη ο δικαστής a quo δεν μπορεί να γίνει από το Δικαστήριο. Πράγματι, δεν χρειάζεται να υπομνηστεί η πάγια ήδη νομολογία του Δικαστηρίου στον τομέα της προδικαστικής παραπομπής, νομολογία κατά την οποία
« το ζήτημα αν οι διατάξεις ή οι έννοιες κοινοτικού δικαίου των οποίων ζητείται η ερμηνεία έχουν πράγματι εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση εκφεύγει από την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου και εμπίπτει στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου » ( 5 ).
Το πολύ μπορεί μόνο να αναφερθεί ότι η ερμηνεία που δόθηκε στο άρθρο 16 του κανονισμού 136/66, όπως τροποποιήθηκε, ισχύει επίσης για το άρθρο 5 του κανονισμού 2749/78, δεδομένου ότι οι διατάξεις τους είναι παρόμοιες.
5.
Αλλά ας εξετάσω το ίδιο το ερώτημα. Στο σύστημα των εισφορών κατά την εισαγωγή για το ελαιόλαδο, το Συμβούλιο καθορίζει κάθε έτος πριν από την 1η Οκτωβρίου για την περίοδο εμπορίας του επομένου έτους αντιπροσωπευτική τιμή αγοράς και τιμή κατωφλίου για το ελαιόλαδο ( 6 ). Κατά την εισαγωγή μη επεξεργασμένου ελαιολάδου προελεύσεως τρίτων χωρών και αν η τιμή κατωφλίου είναι υψηλότερη της τιμής cif ( « κόστος, ασφάλιση, ναύλος » ), επιβάλλεται εισφορά το ύψος της οποίας ισούται με τη διαφορά μεταξύ των δύο αυτών τιμών ( 7 ). Αυτή η τιμή cif προσδιορίζεται με βάση τις πλέον ευνοϊκές δυνατότητες αγοράς στη διεθνή αγορά. Ωστόσο, και αυτό είναι το αντικείμενο της πρώτης παραγράφου του άρθρου 16, « όταν η πραγματική τάση της διεθνούς αγοράς μη επεξεργασμένου ελαιολάδου δεν δύναται να προσδιορίζεται από τις προσφορές στην αγορά αυτή, η εισφορά κατά την εισαγωγή (... ) καθορίζεται κατόπιν διαγωνισμού ». Προς τούτο, « η Επιτροπή καθορίζει περιοδικά το κατώτερο ύψος της εισφοράς, η κατακύρωση πραγματοποιείται υπέρ εκείνων οι οποίοι έχουν υποδείξει ύψος εισφοράς ίσο ή υψηλότερο του ελαχίστου επιπέδου, και οι οποίοι υποχρεούνται να εισάγουν την ποσότητα του προϊόντος που εμφαίνεται στην αίτηση τους, στο ύψος της εισφοράς που έχει υποδειχθεί από αυτούς» ( 8 ). Για να είμαι πλήρης, αναφέρω τέλος ότι « εισαγωγές για ποσότητες που δεν έχουν επίδραση στην κατάσταση της αγοράς, δεν υπόκεινται στην ανωτέρω διαδικασία διαγωνισμού. Στην περίπτωση αυτή, η προς είσπραξη εισφορά είναι η τελευταία ελάχιστη εισφορά που καθορίζεται προ της εισαγωγής » ( 9 ).
6.
Από την ανάγνωση των διατάξεων του άρθρου αυτού προκύπτει ότι, εκτός της ειδικής περιπτώσεως εισαγωγών μικρής ποσότητας χωρίς επίπτωση επί της αγοράς, ο καθορισμός της εισφοράς με διαγωνισμό είναι δυνατός όταν — δηλαδή, κατά τη γνώμη μου, καθόσον χρόνον — οι προσφορές στη διεθνή αγορά δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό της πραγματικής τάσεως της αγοράς αυτής.
7.
Με τις γραπτές της παρατηρήσεις ( 10 ) η Επιτροπή ανέφερε ότι το 1979 και 1980 δεν υπήρχε διεθνής τιμή του μη επεξεργασμένου ελαιολάδου, κατάσταση η οποία άλλωστε είναι αμετάβλητη έως σήμερα. Το Μαρόκο και η Τουρκία αποσύρθηκαν σταδιακά από την εξαγωγική αγορά. 'Αλλα κράτη προτιμούσαν να πωλούν εξευγενισμένο ελαιόλαδο · οι εξαγωγές από την Τυνησία διενεργούνταν από κρατικό οργανισμό · τέλος, στην Ισπανία και την Ελλάδα, κράτη τα οποία δεν ήταν ακόμη μέλη της Κοινότητας, οι επιχειρηματίες ήταν ελάχιστοι και είχαν δημιουργήσει μεταξύ τους σύμπραξη.
8.
Εφόσον η δομή της αγοράς αυτής διαρκούσε επί πολλά έτη, τίποτε στο γράμμα του άρθρου 16 του κανονισμού 136/66, όπως τροποποιήθηκε, δεν εμποδίζει τον καθορισμό της εισφοράς με διαγωνισμό καθόλη αυτή την περίοδο. Προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο πρώτο ερώτημα υπό το πνεύμα αυτό.
9.
Θα εξετάσω τώρα το δεύτερο ερώτημα το οποίο αναφέρεται στο κύρος'του άρθρου 16. Η SAFA ισχυρίζεται ότι το άρθρο αυτό αντιβαίνει προς τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζονται από την κοινοτική έννομη τάξη. Ελλείψει γραπτών παρατηρήσεων της SAFA, επιβάλλεται να αναφερθώ στην αιτιολογία της Διατάξεως της προδικαστικής παραπομπής και στις διευκρινίσεις που δόθηκαν κατά την προφορική διαδικασία. Η εταιρία αυτή φαίνεται να επικαλείται ουσιαστικά δύο λόγους ακυρώσεως: ο πρώτος αντλείται από την ύπαρξη της πάρα πολύ ευρείας διακριτικής εξουσίας της Επιτροπής, ο δεύτερος βασίζεται στην παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
10.
Ο πρώτος λόγος φαίνεται να είναι αλυσιτελής αν ληφθεί υπόψη η νομολογία του Δικαστηρίου ( 11 ) ως προς την εκτελεστική αρμοδιότητα που αναγνωρίζεται στην Επιτροπή στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής. 'Ετσι, με την απόφαση της 11ης Μαρτίου 1987, Rau κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι,
« επειδή η Επιτροπή είναι η μόνη που είναι σε θέση να παρακολουθεί διαρκώς και με προσοχή την εξέλιξη των γεωργικών αγορών και να ενεργεί με την ταχύτητα που απαιτεί η κατάσταση, το Συμβούλιο μπορεί να οδηγηθεί να της αναθέσει στον τομέα αυτό ευρείες εξουσίες εκτιμήσεως και δράσεως. Στην περίπτωση αυτή τα όρια της αρμοδιότητας αυτής πρέπει να κριθούν ιδίως υπό το πρίσμα των ουσιωδών γενικών στόχων της οργανώσεως της αγοράς » ( 12 ).
11.
Σύμφωνα όμως με την ενάτη αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού, « για τη σταθεροποίηση της αγοράς της Κοινότητος στο επιθυμητό επίπεδο, ιδίως προς αποτροπή των επιπτώσεων των διακυμάνσεων της διεθνούς αγοράς στις τιμές που ισχύουν στο εσωτερικό της Κοινότητος, πρέπει να προβλεφθεί η επιβολή εισφοράς κατά την εισαγωγή της οποίας το ύψος να αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ της τιμής κατωφλίου, η οποία προκύπτει από την ενδεικτική τιμή της αγοράς, και των τιμών που ισχύουν στη διεθνή αγορά».
12.
Επομένως, η εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής πρέπει να εξεταστεί ενόψει αυτού του ουσιώδους γενικού στόχου σταθερότητας της κοινοτικής αγοράς. Κατά το μέτρο που η δομή της διεθνούς αγοράς μη επεξεργασμένου ελαιολάδου δεν. επιτρέπει τον καθορισμό τιμής αγοράς, η χρησιμοποίηση της τεχνικής του διαγωνισμού για τον καθορισμό του ύψους της εισφοράς κατά την εισαγωγή φαίνεται η μόνη ικανή να διασφαλίσει τη σταθερότητα της κοινοτικής αγοράς.
13.
Όπως ανέφερα, ο δεύτερος λόγος βασίζεται στην παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ειδικότερα της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Από την ανάγνωση της Διατάξεως περί προδικαστικής παραπομπής δύσκολα διακρίνεται γιατί η διαδικασία διαγωνισμού μπορεί να οδηγήσει στην παραβίαση της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ των επιχειρηματιών. Εφόσον η κατάσταση της διεθνούς αγοράς ελαιολάδου χαρακτηρίζεται από την έλλειψη τιμής αγοράς, κάθε επιχειρηματίας έχει τη δυνατότητα να αγοράζει ποσότητες ελαιολάδου σε τιμές πολύ διαφορετικές και, κατά συνέπεια, να προτείνει εισφορές διαφορετικού ύψους, λαμβάνοντας υπόψη τις αναγκαιότητες αποδοτικότητας της συναλλαγής. Καθορίζοντας ένα κατώτατο ποσό εισφοράς, η Επιτροπή διασφαλίζει έτσι τη διατήρηση των τιμών κατά την εισαγωγή σε ορισμένο επίπεδο, ώστε να μη διαταραχθεί η κοινοτική αγορά. Οι επιχειρηματίες των οποίων οι προτεινόμενες εισφορές είναι υψηλότερες ή ίσες προς το κατώτατο αυτό όριο μπορούν κάλλιστα να πραγματοποιηθούν το ίδιο κέρδος από εισαγωγές οι οποίες πραγματοποιούνται με εισφορές διαφορετικού ύψους. Επομένως, ο λόγος αυτός δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
14.
Κατά την προφορική διαδικασία, ο εκπρόσωπος της SAFA ανέπτυξε επιχειρήματα στηριζόμενα στη διακριτική χρήση από την Επιτροπή μιας εξουσίας η οποία είναι ήδη καθαυτό διακριτική, λόγω του ότι το κοινοτικό αυτό όργανο μπορεί να εμποδίσει κάθε εισαγωγή παρθένου ελαιολάδου προελεύσεως Ελλάδος καθορίζοντας την κατώτατη εισφορά σε ποσό εξαιρετικά υψηλό.
15.
Επί του σημείου αυτού αρκεί η διαπίστωση ότι ο δικαστής a quo ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του κύρους του άρθρον 16 τον κανονισμού 136/66, όπως τροποποιήθηκε, καθόσον με αυτό παρέχονται στην Επιτροπή ορισμένες εξουσίες και όχι επί του κύρους μιας αποφάσεως, η οποία ελήφθη κατ' εφαρμογή της διατάξεως αυτής, λόγω του επικριτέου ενδεχομένως τρόπον με τον οποίο εφαρμόστηκε η διάταξη αυτή. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο δεν πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο, μη προβαλλόμενο από το παραπέμπον δικαστήριο, προφανούς πλάνης περί την εκτίμηση, καταχρήσεως εξουσίας ή προφανούς υπερβάσεως των ορίων της διακριτικής εξουσίας της ( 13 ) που διέπραξε η Επιτροπή κατά την εφαρμογή της επίδικης διατάξεως.
16.
Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι:
« 1)
Το άρθρο 16 του κανονισμού 136/66/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1966, περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1562/78/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1978, έχει την έννοια ότι επιτρέπει τον μέσω διαγωνισμού καθορισμό του ύψους της εισφοράς λόγω εισαγωγής μη επεξεργασμένου ελαιολάδου για τα έτη 1979 και 1980.
2)
Από την εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του άρθρου 16 του προαναφερθέντος κανονισμού. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Κανονισμός της 29ης Ιουνίου 1978, περί τροποποιήσεως του κανονισμού 136/66/ΕΟΚ περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/021, σ. 248).
( 2 ) Κανονισμός της 22ας ΣεπτεμΡρίου 1966, περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/002, σ. 33 ).
( 3 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 03/023, σ. 59.
( 4 ) Ως « ρασικός κανονισμός » νοείται ο κανονισμός 136/66, όπως τροποποιήθηκε.
( 5 ) Απόφαση της 9ης Ιουλίου 1969, υποθ. 10/69, Portelange (Rec. 1969, σ. 309, σκέψη 6)· βλ. επίσης απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 1968, υποθ. 13/68, Salgoil ( Rec. 1968, σ. 661 )· απόφαση της 7ης Μαΐου 1969, υποθ. 28/68, Torrekens, (Rec. 1969, σ. 125, σκέψεις 7 και 8)· απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1976, υποθ. 35/76, Simmenthal (Rec. 1976, σ. 1871, σκέψη 8)· απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1977, υποθ. 5/77, Tedeschi (Rec. 1977, σ. 19).
( 6 ) 'Αρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1562/78.
( 7 ) 'Αρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 1562/78.
( 8 ) Άρθρο 16, παράγραφος 2, του κανονισμού 136/66, όπως τροποποιήθηκε.
( 9 ) Άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού 136/66, όπως τροποποιήθηκε.
( 10 ) Σελίδα 9 της γαλλικής μεταφράσεως.
( 11 ) Απόφαση της 30ής Οκτωβρίου 1975, υποθ. 23/75, Rey Soda (Rec. 1975, σ. 1279, σκέψη 11)· απόφαση της 11ης Μαρτίου 1987, συνεκδικασΟεΙσες υποθέσεις 279/84, 280/84, 285/84 και 286/84, Rau κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 1069, σκέψη 14)· απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1990, υποθ. C-350/88, Société française des biscuits Dclacre και λοιποί κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1990, σ. I-395, σκέψη 2 ).
( 12 ) ΣυνεκδικασΟείσες υποθέσεις 279/84,280/84,285/84 και 286/84, που παρατέθηκε ήδη, σκέψη 14.
( 13 ) Απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 1977, υποθ. 29/77, Roquette (Rec. 1977, σ. 1835, σκέψη 20)· απόφαση της 25ης Μαΐου 1978, υποθ. 136/77, Račke ( Rec. 1978, σ. 1245, σκέψη 4).
Full & Egal Universal Law Academy