ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN MISCHO
της 12ης Δεκεμβρίου 1990 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Ο Di Pinto, κατηγορούμενος της κύριας δίκης ενώπιον του cour d'appel de Paris, είναι διαχειριστής της SARL « Groupement de ľ immobilier et du fonds de commerce» (στο εξής: GNDIIC), που διανέμει περιοδική επιθεώρηση στην οποία καταχωρούνται αγγελίες πωλήσεως επιχειρήσεων. Έπειτα από μία πρώτη τηλεφωνική επαφή η εταιρία αυτή αποστέλλει αντιπρόσωπο της στους εμπόρους που επιθυμούν να πωλήσουν την επιχείρηση τους. Οι « εντολές για δημοσίευση αγγελίας » στην επιθεώρηση, που λαμβάνονται υπό προϋποθέσεις στην εξέταση των οποίων θα επανέλθω, πρέπει να συνοδεύονται από την άμεση εξόφληση του αντιτίμου της υπηρεσίας, που κυμαίνεται μεταξύ 3000 και 30000 γαλλικών φράγκων ( FF ), ανάλογα με τις διαστάσεις της αγγελίας.
2.
Οι ποινικές διώξεις που ασκήθηκαν κατά του Di Pinto στηρίζονται στον γαλλικό νόμο 72-1137, της 22ας Δεκεμβρίου 1972, περί της προστασίας των καταναλωτών στην περίπτωση πωλήσεων κατ' οίκον [ JORF ( Επίσημη Εφημερίδα της Γαλλικής Δημοκρατίας) της 23.12.1972, σ. 13348, στο εξής: γαλλικός νόμος περί των πωλήσεων κατ' οίκον ].
3.
Ο νόμος αυτός προβλέπει μεταξύ άλλων ότι οι συμβάσεις που συνάπτονται κατά κατ' οίκον επίσκεψη πρέπει να αναφέρουν τη δυνατότητα του πελάτη να υπαναχωρήσει εντός προθεσμίας ωρίμου σκέψεως επτά ημερών και απαγορεύει στον επισκεπτόμενο τον πελάτη να εισπράξει άμεσα ή έμμεσα οποιοδήποτε αντίτιμο πριν την πάροδο αυτής της προθεσμίας ωρίμου σκέψεως.
4.
Ο Di Pinto, που καταδικάστηκε ερήμην από το cour d'appel de Paris λόγω παραβάσεως των διατάξεων αυτών, προσέβαλε την απόφαση αυτή ζητώντας τη μη εκτέλεση της, και στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής το cour d' appel υπέβαλε τα δύο ερωτήματα που θα εξετάσω κατωτέρω.
Ως προς το πρώτο ερώτημα
5.
Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα έχει ως εξής:
«Τυγχάνει της προστασίας του καταναλωτή, που προβλέπει η οδηγία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 20ής Δεκεμβρίου 1985, ο έμπορος ο οποίος, προκειμένου να πωλήσει την επιχείρηση του, δέχεται στην κατοικία του την επίσκεψη άλλου εμπόρου; »
6.
Το cour d'appel αναφέρεται στην οδηγία 85/577/ΕΟΚ που φέρει τον τίτλο « οδηγία για την προστασία των καταναλωτών κατά τη σύναψη συμβάσεων εκτός εμπορικού καταστήματος» (ΕΕ L 372, σ. 31, στο εξής: οδηγία).
7.
Η Γαλλική Κυβέρνηση, στις παρατηρήσεις της, αναφέρει ότι το ερώτημα « αφορά μόνο τις επισκέψεις κατ' οίκον με σκοπό την- πώληση, χωρίς να διευκρινίζει την ακριβή φύση του αντικειμένου της προτεινομένης συμβάσεως. » Η παρατήρηση αυτή με οδήγησε να συμβουλευθώ τα έγγραφα της εθνικής δικογραφίας που τέθηκε στη διάθεση του Δικαστηρίου και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι κατά πάσα πιθανότητα το γαλλικό δικαστήριο για πολύ συγκεκριμένους λόγους, που αφορούν τον τρόπο ενέργειας της GNDIIC, διατύπωσε το ερώτημα του κατά πολύ γενικό τρόπο, δηλαδή χωρίς να αναφερθεί στις κατ' οίκον επισκέψεις με σκοπό μόνον τη συλλογή αγγελιών. Το ερώτημα μπορεί να αφορά έτσι και τις επισκέψεις κατ' οίκον με τις οποίες ένα μεσιτικό γραφείο επιδιώκει να αποκτήσει το αποκλειστικό ή όχι δικαίωμα πωλήσεως επιχειρήσεως ή εκτιμήσεως της αξίας της έναντι αμοιβής.
8.
Από τη δικογραφία εξάλλου προκύπτει ότι η έκφραση « στην κατοικία », που χρησιμοποιείται στο προδικαστικό ερώτημα, έχει ευρεία έννοια, συμπεριλαμβάνοντας τον τόπο που ο έμπορος ασκεί το επάγγελμα του.
9.
Μετά την κατά τον τρόπο αυτό διευκρίνιση του περιεχομένου του πρώτου ερωτήματος, πρέπει τώρα να καθορίσω ποιες είναι οι διατάξεις της οδηγίας που είναι κρίσιμες για την απάντηση στο ερώτημα αυτό.
10.
Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας, η οδηγία
«εφαρμόζεται στις συμβάσεις παροχής αγαθών ή υπηρεσιών από έναν έμπορο προς έναν καταναλωτή, οι οποίες συνάπτονται:
—
κατά τη διάρκεια εκδρομής που οργανώνεται από τον έμπορο εκτός του εμπορικού του καταστήματος
ή
—
κατά τη διάρκεια επίσκεψης του εμπόρου:
i)
στο σπίτι του ίδιου ή άλλου καταναλωτή,
ii)
στον τόπο εργασίας του καταναλωτή,
όταν η επίσκεψη δεν γίνεται μετά από ρητή αίτηση του καταναλωτή ».
11.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν έχει σημασία αν η επίσκεψη γίνεται στην ιδιωτική κατοικία ή στον τόπο εργασίας του ενδιαφερομένου.
12.
Όσον αφορά την προϋπόθεση να μην έγινε η επίσκεψη μετά ρητή αίτηση του καταναλωτή, αυτή πληρούται στη διαφορά της κύριας δίκης, διότι δεν αμφισβητείται ότι την πρωτοβουλία της επισκέψεως είχαν, κάθε φορά, οι αντιπρόσωποι της εταιρίας του Di Pinto. Επικοινώνησαν πράγματι τηλεφωνικώς με τους εμπόρους για να τους ρωτήσουν αν σκόπευαν να πωλήσουν την επιχείρηση τους και για να λάβουν την άδεια να τους επισκεφθούν. Το γεγονός ότι οι έμποροι συμφώνησαν για την επίσκεψη δεν είναι αρκετό, νομίζω, για να συναχθεί ότι η επίσκεψη έγινε « μετά ρητή αίτηση του καταναλωτή ».
13.
Κατά το άρθρο 2 της οδηγίας:
« —
“ καταναλωτής ” είναι το φυσικό πρόσωπο το οποίο, με τις συναλλαγές που καλύπτει η παρούσα οδηγία, επιδιώκει σκοπούς που μπορούν να θεωρηθούν άσχετοι με την επαγγελματική του δραστηριότητα·
—
“ έμπορος ” είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, κατά τις ανωτέρω συναλλαγές, ενεργεί με την εμπορική ή επαγγελματική του ιδιότητα, καθώς και κάθε πρόσωπο που ενεργεί εξ ονόματος ή για λογαριασμό ενός εμπόρου ».
14.
Κατ' ουσίαν τα άρθρα 4 και 5 της οδηγίας προβλέπουν ότι ο έμπορος είναι υποχρεωμένος να πληροφορεί εγγράφως τον καταναλωτή σχετικά με το δικαίωμα του να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση εντός προθεσμίας τουλάχιστον επτά ημερών.
15.
Το άρθρο 7 προβλέπει ότι, « σε περίπτωση ασκήσεως του δικαιώματος υπαναχωρήσεως εκ μέρους του καταναλωτή, οι έννομες συνέπειες της υπαναχωρήσεως διέπονται από τα εθνικά δίκαια, ιδίως όσον αφορά την απόδοση πληρωμών για αγαθά ή υπηρεσίες που έχουν παρασχεθεί και την επιστροφή αγαθών που έχουν παραληφθεί ».
16.
Το πρόβλημα που θέτει το πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου συνίσταται επομένως στο αν ένας έμπορος, ο οποίος δέχεται επίσκεψη στην κατοικία του ή στον τόπο εργασίας του και κατά την επίσκεψη αυτή συνάπτει οποιαδήποτε σύμβαση που έχει σχέση με την πώληση της επιχειρήσεως του, « επιδιώκει σκοπούς που μπορούν να θεωρηθούν άσχετοι με την επαγγελματική του δραστηριότητα » ( άρθρο 2, πρώτη περίπτωση ) ή αν, αντίθετα, «ενεργεί με την εμπορική του ιδιότητα » ( άρθρο 2, δεύτερη περίπτωση ).
17.
Ο Di Pinto και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζουν ότι στην περίπτωση αυτή ο έμπορος δεν επιδιώκει « σκοπούς που μπορούν να θεωρηθούν άσχετοι με την επαγγελματική του δραστηριότητα ».
18.
Κατά την άποψη του Di Pinto η επαγγελματική δραστηριότητα ενός εμπόρου πρέπει να θεωρηθεί ως ένα σύνολο, οπότε δεν επιτρέπεται να γίνονται διακρίσεις αναλόγως του τρόπου ασκήσεως της.
19.
Στην άποψη αυτή μπορεί εντούτοις να αντιταχθεί ότι κατά το άρθρο 2 της οδηγίας τα πρόσωπα τα οποία το άρθρο αφορά δεν καθορίζονται αφηρ7/μένα, αλλά ανάλογα με τις ονγκεκριμένες ενέργειες τους. Το ίδιο πρόσωπο μπορεί άλλοτε να είναι έμπορος και άλλοτε καταναλωτής.
20.
Από την πλευρά της η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου θεωρεί
«ότι θα αποτελούσε άσκοπη συστολή της έννοιας του “ καταναλωτή ” ( 1 ) η εξομοίωση των εμπορικών ή επαγγελματικών δραστηριοτήτων μόνον με τις καθημερινές, συνήθεις ή αναγκαίες δραστηριότητες στο οικείο εμπόριο ή επάγγελμα· ορισμένες ενέργειες που δεν είναι τόσο συνηθισμένες, “καθημερινές” ή αμέσως συνδεόμενες με την εν λόγω δραστηριότητα, όπως η διαφήμιση, η οικονομική αναδιοργάνωση και η πώληση ή αγορά ακινήτων, είναι δραστηριότητες που, σύμφωνα με την τρέχουσα εμπορική ορολογία, θεωρούνται ως επιχειρούμενες στο πλαίσιο εμπορικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας. Παρόλον ότι η πώληση επιχειρήσεως δεν αποτελεί ούτε “ καθημερινή ” ενέργεια, ούτε ενέργεια που συνδέεται ιδιαίτερα με ορισμένο είδος εμπορίου, είναι δύσκολο να νοηθεί πως θα μπορούσε να θεωρηθεί ως κάτι άλλο εκτός από ενέργεια επιχειρούμενη στο πλαίσιο εμπορικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας. Η ενέργεια αυτή αποτελεί ίσως δραστηριότητα κοινή σε κάθε είδος εμπορίου και μη συνδεόμενη με ιδιαίτερο είδος εμπορίου, αλλά οπωσδήποτε δεν αποτελεί δραστηριότητα κοινή στο σύνολο των καταναλωτών » ( σημείο 14 των παρατηρήσεων ).
21.
Θεωρώ εντούτοις ότι η ερμηνεία του Di Pinto και αυτή της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου καταλήγουν στο να αποδίδεται πολύ μικρή σημασία στις εκφράσεις « επαγγελματική τον δραστηριότητα » και « επαγγελματική τον ιδιότητα » που περιέχονται στην πρώτη και στη δεύτερη περίπτωση του άρθρου 2. Έχει έτσι, νομίζω, σημασία το ότι στο τέλος του προαναφερθέντος αποσπάσματος η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αναφέρεται σε « ενέργεια επιχειρούμενη στο πλαίσιο μιας οποιασδήποτε ( 2 ) εμπορικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας» («for the purpose of a trade or profession » ). Είναι πράγματι αδύνατο να υποστηριχθεί ότι, όταν ένας έμπορος αρχίζει τις προετοιμασίες για την πώληση της επιχειρήσεως του, εξακολουθεί να κινείται στο πλαίσιο της δραστηριότητας τον (ας κρεοπώλη, αρτοποιού ή ξενοδόχου. Και όμως χρησιμοποιείται η κτητική αντωνυμία.
22.
Το κύριο στοιχείο είναι νομίζω το γεγονός ότι οι διάφορες αποφάσεις που προηγούνται της πωλήσεως της επιχειρήσεως δεν αποτελούν πράξεις ως προς τις οποίες ο μέσος έμπορος έχει πείρα ή γνώσεις που τον διακρίνουν από τους μη εμπόρους. Υπάρχουν βέβαια έμποροι που είναι ιδιοκτήτες πολλών παντοπωλείων ή καφενείων και έχουν επομένως πολλές φορές προβεί σε αγορά επιχειρήσεως και έχουν αποκτήσει έτσι κάποια πείρα. Αυτοί όμως έχουν περισσότερες πιθανότητες να αποφασίσουν την πώληση μιας από τις επιχειρήσεις τους κατόπιν ωρίμου σκέψεως και παίρνοντας οι ίδιοι την πρωτοβουλία να απευθυνθούν σε μεσιτικό γραφείο ή σε ειδική περιοδική επιθεώρηση.
23.
Η οδηγία αποσκοπεί προφανώς στην προστασία του μέσου καταναλωτή και επομένως και του εμπόρου ο οποίος βρίσκεται αίφνης στην κατάσταση του καταναλωτή, διότι υποχρεούται να προβεί σε μία πράξη που, τις περισσότερες φορές, δεν θα διενεργήσει παρά μία φορά στη ζωή του.
24.
Σύμφωνα με τη διατύπωση της τετάρτης αιτιολογικής σκέψεως της οδηγίας, το πρόσωπο αυτό μπορεί να « καταληφθεί εξ απίνης», διότι είναι «τελείως απροετοίμαστο ». Συχνά δεν είναι ούτε « σε θέση να συγκρίνει την ποιότητα και την τιμή της προσφοράς με άλλες προσφορές ». Πράγματι, ακόμη και αν ένας έμπορος έχει ενίοτε διαφημίσει την επιχείρηση του σε τοπική εφημερίδα ή σε εορταστικό έντυπο εκδιδόμενο από τοπική ένωση, δεν τελεί αναγκαστικά εν γνώσει της τιμής που μπορεί να απαιτηθεί για να περιληφθεί η αγγελία πωλήσεως επιχειρήσεως σε περιοδικό εθνικής κυκλοφορίας.
25.
Μπορεί κυρίως να μετανοήσει διότι ασπάστηκε την ιδέα της αγγελίας αφού κατόπιν ώριρμης σκέψης δεν επιθυμεί πλέον την πώληση. Εάν παρ' όλα αυτά η αγγελία κυκλοφορήσει, μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η επιχείρηση δεν πηγαίνει πλέον πολύ καλά, πράγμα που μπορεί να καταστήσει τους προμηθευτές καχύποπτους. Είναι επίσης δυνατόν ο έμπορος να αντιληφθεί ότι η τιμή της αγγελίας είναι πολύ χαμηλή. Τέλος, μπορεί να υπάρχουν αμφιβολίες ως προς την ακριβή φύση της επεμβάσεως του εμπόρου που κάνει τις κατ' οίκον επισκέψεις ή ακόμη ο έμπορος μπορεί να πλανάται ως προς το αντικείμενο της συμβάσεως που υπέγραψε.
26.
Όσον αφορά το επιχείρημα της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, σύμφωνα με το οποίο η πώληση επιχειρήσεως « οπωσδήποτε δεν αποτελεί δραστηριότητα κοινή στο σύνολο των καταναλωτών », ας μου επιτραπεί να παρατηρήσω ότι ούτε η αγορά μεριδίου συνιδιοκτησίας σε διαμέρισμα διακοπών δεν αποτελεί τέτοια δραστηριότητα, πράγμα που δεν εμποδίζει τον καταναλωτή να απολαύει της προστασίας της οδηγίας όταν δέχεται επισκέψεις κατ' οίκον για την αγορά αυτή.
27.
Συμφωνώ βέβαια με την Επιτροπή ότι ο έμπορος που έχει ως επάγγελμα την πώληση επιχειρήσεων, και ο οποίος θα δεχόταν επισκέψεις κατ' οίκον για την πώληση της επιχειρήσεως του, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως καταναλωτής κατά την έννοια της οδηγίας. Η περίπτωση αυτή είναι όμως τόσο απίθανη ώστε δεν θεωρώ αναγκαία τη σχετική επιφύλαξη στην προτεινόμενη απάντηση.
28.
Ας σημειωθεί τέλος ότι μια καταφατική απάντηση του Δικαστηρίου στο πρώτο ερώτημα ουδόλως θα κατέληγε να καταστήσει αδύνατες δραστηριότητες σαν αυτές που ασκεί ο Di Pinto. Πράγματι, οι συμβάσεις δεν θα έπαυαν να υπογράφονται αμέσως.
29.
Η μόνη διαφορά θα ήταν η υποχρέωση των εν λόγω εταιριών να περιμένουν την πάροδο της επταημέρου προθεσμίας υπαναχωρήσεως, προτού έλθουν σε επαφή με ενδεχομένους αγοραστές ή τοποθετήσουν αγγελία στη βιτρίνα τους, αν ενεργούν ως μεσίτες, ή να στείλουν την αγγελία στο τυπογραφείο, αν εκδίδουν περιοδικό.
30.
Για τους λόγους αυτούς και δεχόμενος τα επιχειρήματα που προέβαλαν, υποστηρίζοντας την ίδια άποψη, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, και τα οποία δεν επαναλαμβάνω, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο πρώτο ερώτημα:
« Ο έμπορος ο οποίος δέχεται κατ' οίκον ή στον τόπο εργασίας του την επίσκεψη άλλου εμπόρου με σκοπό την πώληση της επιχειρήσεως του απολαύει της προστασίας που παρέχεται στους καταναλωτές με την οδηγία 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985.»
Ως προς το δεύτερο ερώτημα
31.
Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα έχει ως εξής:
« Συμβιβάζεται το άρθρο 8, Ι, στοιχείο e, του νόμου της 22ας Δεκεμβρίου 1972 με την προαναφερθείσα οδηγία και τις λοιπές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου περί της προστασίας των καταναλωτών που δέχονται κατ' οίκον την επίσκεψη εμπόρων; »
Το άρθρο 8,1, στοιχείο e, του γαλλικού νόμου περί πωλήσεων κατ' οίκον ορίζει ότι δεν υπάγονται στις διατάξεις των άρθρων 1 ώς 5 του νόμου αυτού, που καθορίζουν την προστασία που παρέχεται στους καταναλωτές,
« οι πωλήσεις, μισθώσεις, ή πωλήσεις-μισθώσεις εμπορευμάτων ή αντικειμένων ή παροχές υπηρεσιών που προτείνονται για τις ανάγκες γεωργικής, βιομηχανικής ή εμπορικής εκμεταλλεύσεως ή επαγγελματικής δραστηριότητας ».
32.
Πρέπει να σημειωθεί ότι, στο πλαίσιο άλλης ποινικής διώξεως κατά του Di Pinto, το ποινικό τμήμα του γαλλικού Cour de cassation αποφάνθηκε ότι
« οι παρεχόμενες από την εταιρία “ GNDIĪC ” υπηρεσίες ήταν υπηρεσίες ενδιαμέσων προσώπων μεταξύ κυρίων και ενδεχομένων αγοραστών εμπορικών εκμεταλλεύσεων, κάι αφορούσαν πράξεις εκ φύσεως ξένες προς τις ανάγκες των εκμεταλλεύσεων αυτών» (απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1989 ).
33.
Δεν γνωρίζω κανένα κοινοτικό κείμενο πλην της οδηγίας 85/577 που να προστατεύει τους καταναλωτές που δέχονται επισκέψεις κατ' οίκον πωλητών στην κατοικία τους ή στον τόπο εργασίας τους. Στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει επομένως να δοθεί απάντηση αποκλειστικώς και μόνον υπό το πρίσμα της οδηγίας αυτής. Με το δεύτερο ερώτημα, όπως αυτό αναδιατυπώνεται για να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 177 το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφαίνεται ρητά επί του αν συμβιβάζεται μία εθνική νομοθετική διάταξη με το κοινοτικό δίκαιο ( 3 ), ερωτάται κατ' ουσίαν αν η οδηγία 85/577 έχει την έννοια ότι ένα κράτος μέλος εμποδίζεται να χρησιμοποιεί την έννοια της « παροχής υπηρεσιών που προσφέρονται για τις ανάγκες εμπορικής εκμεταλλεύσεως» ως κριτήριο οριοθετήσεως όταν πρόκειται να κριθεί αν ένας έμπορος συνομολογεί υποχρέωση ως έμπορος ή ως καταναλωτής, δεδομένου ότι η νομολογία του εν λόγω κράτους μέλους ερμηνεύει την έννοια αυτή όπως προαναφέρθηκε.
34.
Θεωρώ όμως ότι το άρθρο 8 του γαλλικού νόμου, που αποκλείει της παρεχομένης στους καταναλωτές προστασίας τις « παροχές υπηρεσιών (...) που προτείνονται για τις ανάγκες εμπορικής (...) εκμεταλλεύσεως», έχει, κατ' ουσίαν, την ίδια έννοια με το άρθρο 2 της οδηγίας, που θεωρεί ως έμπορο και όχι ως καταναλωτή το πρόσωπο το οποίο « ενεργεί με την εμπορική του ιδιότητα ».
35.
Εξάλλου, ακόμη και αν γινόταν δεκτό, όπως δέχτηκε ο εκπρόσωπος της Γαλλικής Κυβερνήσεως, ότι το άρθρο 8, Ι, στοιχείο e, του γαλλικού νόμου παρέχει στους καταναλωτές ευρύτερη προστασία απ' ό,τι η οδηγία, θα έπρεπε επίσης να συναχθεί το συμπέρασμα που συνήγαγε ο εκπρόσωπος της Γαλλικής Κυβερνήσεως, ότι δηλαδή τα δύο κείμενα δεν είναι ασυμβίβαστα, διότι το άρθρο 8 της οδηγίας ορίζει ότι
«η παρούσα οδηγία δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ ευνοϊκότερες διατάξεις για την προστασία των καταναλωτών στο πεδίο που καλύπτει η παρούσα οδηγία ».
36.
Υπό τις συνθήκες αυτές μπορεί επομένως να γίνει δεκτό ότι η οδηγία 85/577 έχει την έννοια ότι δεν εμποδίζει τη χρήση του προαναφερθέντος κριτηρίου οριοθετήσεως.
37.
Ορθώς η Επιτροπή παρατήρησε επίσης ότι τα κράτη μέλη δεν ήταν υποχρεωμένα να συμμορφωθούν προς την οδηγία 85/577 παρά μόνον από τις 23 Δεκεμβρίου 1987 και ότι τα γεγονότα για τα οποία κατηγορείται ο Di Pinto έλαβαν χώρα κατά τον Ιούλιο του 1985 και κατά τη διάρκεια των ετών 1986 και 1987. Συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής ότι, για τον λόγο αυτό, δεν μπορεί να γίνει επίκληση της οδηγίας στη διαφορά της κύριας δίκης. Το εθνικό δικαστήριο μπορεί, βέβαια, να ερμηνεύσει τον εθνικό του νόμο υπό το πρίσμα της οδηγίας, ακόμη και αν η τήρηση της δεν είχε καταστεί ακόμα υποχρεωτική κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, είδαμε όμως ότι στην προκειμένη περίπτωση η οδηγία δεν βοηθεί καθόλου τον κατηγορούμενο της κύριας δίκης.
Πρόταση
38.
Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στα ερωτήματα του cour d'appel de Paris:
« 1)
Ο έμπορος ο οποίος δέχεται κατ' οίκον ή στον τόπο εργασίας του την επίσκεψη άλλου εμπόρου με σκοπό την πώληση της επιχειρήσεως του απολαύει της προστασίας που παρέχεται στους καταναλωτές με την οδηγία 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985.
2)
Δεν αντιβαίνει προς τις διατάξεις της οδηγίας αυτής η διάταξη εθνικού δικαίου που παρέχει την υπέρ των καταναλωτών προβλεπομένη προστασία και στους εμπόρους που δέχονται κατ' οίκον ή στον τόπο εργασίας τους την επίσκεψη άλλου εμπόρου, εφόσον η πρόταση παροχής υπηρεσιών που τους γίνεται δεν αφορά τις “ ανάγκες ” της εμπορικής εκμεταλλεύσεως περί της οποίας πρόκειται. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Εννοείται προφανώς: του « εμπόρου ».
( 2 ) Χωρίς υπογράμμιση στο πρωτότυπο.
( 3 ) Βλ. τελευταία την απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 1990, C-196/89, Nespoli (Συλλογή 1990, σ. I-3647, σκέψη 8).
Full & Egal Universal Law Academy