ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
WALTER VAN GERVEN
της 30ής Μαΐου 1991 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι οικαονές,
1.
Ο pretore di Milano ( στο εξής: αιτούν δικαστήριο) υπέβαλε στο Δικαστήριο δύο ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ( 1 ) (στο εξής: οδηγία).
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο μίας διαδικασίας που κίνησαν οι ενάγοντες της κύριας δίκης, δηλαδή ο Urso και άλλοι εργαζόμενοι της Ercole Marelli Elettromeccanica Generale SpA (στο εξής: EMG), κατά των εναγομένων της κύριας δίκης, δηλαδή της EMG και της Ercole Marelli Nuova Elettromeccanica Generale SpA (στο εξής: Nuova EMG), η οποία αργότερα διασπάστηκε στην ABB Tecnomasio SpA και την ABB Industria Sri.
2.
Με απόφαση της 26ης Μαΐου 1981, ο Υπουργός Βιομηχανίας υπέβαλε στην προβλεπόμενη από την ιταλική νομοθεσία διαδικασία προσωρινής διαχειρίσεως μεγάλων επιχειρήσεων που βρίσκονται σε κατάσταση κρίσεως (amministrazione straordinaria delle grandi imprese in crisi ) την EMG καθώς και άλλες εταιρίες του ομίλου Marelli. Η EMG έλαβε την άδεια να συνεχίσει τις δραστηριότητες της στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας.
Το 1985, όλες οι εταιρίες του ομίλου Marelli είχαν εξυγιανθεί εκτός από την EMG η οποία παρέμεινε υπό προσωρινή διαχείριση. Από το έτος αυτό — το ακριβές χρονικό σημείο δεν διευκρινίζεται στη Διάταξη περί παραπομπής — ανεστάλη η ισχύς της συμβάσεως εργασίας των εναγόντων της κύριας δίκης οι οποίοι και ελάμβαναν επιδόματα από την Cassa intergrazione guadagni straordinaria ( στο εξής: CIGS ) για την πλήρη διάρκεια του κανονικού τους ωραρίου ( 2 ).
Τον Σεπτέμβριο 1985 μεταβιβάστηκε το σύνολο της επιχειρήσεως ( il complesso aziendale) με έγκριση του Υπουργού στην ιδρυθείσα για τον σκοπό αυτό εταιρία Nuova EMG.
Κατ' εφαρμογή της συμβάσεως μεταβιβάσεως και σύμφωνα με τις συμφωνίες που είχαν συναφθεί με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, στις οποίες παραπέμπει η σύμβαση αυτή, περιήλθαν στην υπηρεσία της Nuova EMG 940 εργαζόμενοι της EMG. Πάντως 518 άλλοι εργαζόμενοι της EMG παρέμειναν στην υπηρεσία της. Μία από τις συμφωνίες με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις όριζε ότι οι εργαζόμενοι που δεν περιέρχονται στη Nuova EMG θα ελάμβαναν τα επιδόματα με την καταβολή των οποίων εβαρύνετο η CIGS. Η συμφωνία αυτή προέβλεπε περαιτέρω ορισμένες ρυθμίσεις για τη λύση του προβλήματος του πλεονάζοντος προσωπικού.
Οι ενάγοντες της κύριας δίκης περιλαμβάνονται στους εργαζομένους που παρέμειναν στην υπηρεσία της EMG η οποία τελεί υπό προσωρινή διαχείριση. Οι ενάγοντες ζήτησαν από το αιτούν δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η σχέση τους εργασίας, από το χρονικό σημείο της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως στην οποία απασχολούνταν, εξακολούθησε χωρίς να διακοπεί στη Nuova EMG Επικαλούνται συναφώς το άρθρο 2112, πρώτο εδάφιο, του ιταλικού Codice Civile (Αστικού Κώδικα) το οποίο έχει ως εξής:
« Σε περίπτωση μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως, αν ο μεταβιβάσας δεν καταγγείλει εγκαίρως τη σύμβαση εργασίας, η σύμβαση αυτή εξακολουθεί να ισχύει με τον νέο κύριο, ο δε εργαζόμενος διατηρεί τα δικαιώματα που απορρέουν από την αρχαιότητα που έχει κτηθεί πριν από τη μεταβίβαση. » ( 3 )' ( 4 )
Η διάταξη αυτή διασφαλίζει καταρχήν ότι τα δικαιώματα των εργαζομένων μιας μεταβιβαζόμενης επιχειρήσεως μεταβιβάζονται από τον μεταβιβάζοντα προς τον προς ον η μεταβίβαση. Από την αρχή αυτή υφίστανται πάντως ορισμένες εξαιρέσεις. Έτσι, οι εναγόμενες της κύριας δίκης επικαλούνται το άρθρο 3, του νομοθετικού διατάγματος 835 της 9ης Δεκεμβρίου 1986 ( 5 ), όπως τροποποιήθηκε και κυρώθηκε με τον νόμο 19 της 6ης Φεβρουαρίου 1987 ( 6 ), το οποίο έχει ως εξής:
« Σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρηματικής μονάδας ή κλάδου επιχειρηματικής μονάδας πραγματοποιούμενης σε εκτέλεση προγράμματος επιχειρήσεως τελούσας υπό προσωρινή διαχείριση (... ) δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 2112, πρώτη παράγραφος, ειδικά όσον αφορά το προσωπικό που δεν μεταβιβάζεται ταυτοχρόνως με την επιχείρηση (...)»
Η παράγραφος 3 του προαναφερθέντος άρθρου 3 ορίζει ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται στις διαδικασίες προσωρινής διαχειρίσεως οι οποίες — όπως στην περίπτωση της EMG — είχαν κινηθεί κατά το χρονικό σημείο της ενάρξεως ισχύος του νόμου με τον οποίο τροποποιήθηκε το νομοθετικό διάταγμα, αυτό δε αναδρομικά από την ημερομηνία ενάρξεως αυτών των διαδικασιών.
3.
Ο pretore di Milano θεωρεί ότι στην κύρια δίκη ανακύπτουν δύο ζητήματα σχετικά με την ερμηνεία της οδηγίας 77/187. Γιατί αυτό συμβαίνει — παραδείγματος χάρη επειδή κατ' αυτόν οι διάδικοι της κύριας δίκης μπορούν να επικαλεστούν ευθέως τις διατάξεις της οδηγίας ή επειδή η ιταλική νομοθεσία πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο σύμφωνο προς την οδηγία — δεν διευκρινίζεται στη Διάταξη περί παραπομπής. Επομένως, δεν θα επικεντρώσω την εξέταση μου στα αποτελέσματα της οδηγίας αλλά θα περιοριστώ να απαντήσω στα δύο επόμενα προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας την αυτόματη μεταβίβαση στον προς ον η μεταβίβαση των εργασιακών σχέσεων της μεταβιβαζομένης επιχειρήσεως, οι οποίες υφίστανται κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως της;
2)
Έχει εφαρμογή η προαναφερθείσα οδηγία επί μεταβιβάσεων επιχειρήσεων που πραγματοποιούνται από επιχειρήσεις τελούσες υπό προσωρινή διαχείριση; »
Όπως η Ιταλική Κυβέρνηση, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, θα εξετάσω πρώτα το δεύτερο ερώτημα.
Το δεύτερο ερώτημα: το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας
4.
Με το δεύτερο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η οδηγία 77/187 εφαρμόζεται ως προς τη μεταβίβαση επιχειρήσεως, όταν ο μεταβιβάζων υπήχθη στη διαδικασία της προσωρινής διαχειρίσεως που προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία. Για να δοθεί απάντηση σ' αυτό το ερώτημα δεν πρέπει να ερμηνευθεί το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας ενόψει αποκλειστικά μιας ειδικής διαδικασίας που υφίσταται στην έννομη τάξη ενός μόνου κράτους μέλους. Για τον λόγο αυτό, στην απάντηση που θα προτείνω να δοθεί, θα αναφέρω τα γενικά κριτήρια στα οποία πρέπει να ανταποκρίνεται μία διαδικασία του υπό εξέταση είδους, ώστε να εμπίπτει ή να μην εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας μία μεταβίβαση που πραγματοποιείται σ' αυτό το πλαίσιο. Θα εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξετάσει αν η ιταλική διαδικασία προσωρινής διαχειρίσεως ανταποκρίνεται στα κριτήρια αυτά. Προκειμένου η απάντηση που θα δοθεί να αντιστοιχεί πλήρως προς το συγκεκριμένο ερώτημα θα περιγράψω εντούτοις κατά πρώτο με συντομία την ιταλική διαδικασία προσωρινής διαχειρίσεως μεγάλων επιχειρήσεων που βρίσκονται σε κρίση, υπογραμμίζοντας τα κριτήρια τα οποία θα θεωρήσω στη συνέχεια ότι, ενόψει της νομολογία του Δικαστηρίου, έχουν αποφασιστική σημασία για τη δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας.
Η ιταλική όιαόικασία προσωρινής οιαχειρίοεως
5.
Η διαδικασία προσωρινής διαχειρίσεως μεγάλων επιχειρήσεων που βρίσκονται σε κρίση είναι μία από τις διαδικασίες που προβλέπονται στην ιταλική νομοθεσία για την περίπτωση κατά την οποία μία επιχείρηση δεν μπορεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της. Παράλληλα με αυτή τη διαδικασία υφίσταται επιπλέον η κατά κυριολεξία πτωχευτική διαδικασία ( fallimento ), η διοικητική αναγκαστική εκκαθάριση (liquidazione coatta amministrativa ) ( 7 ), ο προληπτικός συμβιβασμός ( concordato preventivo ) και η υπό έλεγχο διαχείριση ( amministrazione controllata ), ως προς τις οποίες ο εκπρόσωπος της Ιταλικής Κυβερνήσεως επιβεβαίωσε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι προσομοιάζει με μία διαδικασία του τύπου της « surséance van betaling » ( ολλανδική διαδικασία περί προσωρινής παύσεως πληρωμών ) ( 8 ).
Η διαδικασία της προσωρινής διαχειρίσεως θεσπίστηκε στο πλαίσιο της ιταλικής εννόμου τάξεως με το νομοθετικό διάταγμα 26 της 30ής Ιανουαρίου 1979 ( 9 ) το οποίο κυρώθηκε κατόπιν ορισμένων τροποποιήσεων με τον νόμο 95 της 3ης Απριλίου 1979 ( 10 ) ( στο εξής: νόμος 95/79 ) ο οποίος στη συνέχεια τροποποιήθηκε κατ' επανάληψη.
Κατά το άρθρο 1, του νόμου 95/79, η διαδικασία της προσωρινής διαχειρίσεως εφαρμόζεται στις μεγάλες επιχειρήσεις, δηλαδή σ' αυτές που επί ένα τουλάχιστον έτος απασχολούν περισσότερα από 300 πρόσωπα (στα οποία περιλαμβάνονται και οι εργαζόμενοι που μπορούν να προβάλλουν αξίωση καταβολής επιδόματος δυνάμει της ρυθμίσεως CIGS) και των οποίων οι οφειλές προς τα πιστοδοτικά ιδρύματα και τα ιδρύματα κοινωνικής ασφαλίσεως υπερβαίνουν ένα ελάχιστο ποσό στο πενταπλάσιο του κατατεθειμένου κεφαλαίου. Η διαδικασία προσωρινής διαχειρίσεως εφαρμόζεται ως προς τις επιχειρήσεις αυτές κατ' αποκλεισμό της πτωχευτικής διαδικασίας.
Η διαδικασία προσωρινής διαχειρίσεως κηρύσσεται με υπουργική απόφαση. Προηγουμένως, πάντως, πρέπει να έχει διαπιστωθεί δικαστικώς η κατάσταση αφερεγγυότητας της επιχειρήσεως ή της παύσεως πληρωμών μισθών τριών μηνών. Η διαπίστωση αυτή μπορεί να γίνει αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήσεως της ίδιας της επιχειρήσεως, ενός από τους πιστωτές της ή της εισαγγελικής αρχής.
Η διαδικασία διεξάγεται από έναν ή τρεις επιτρόπους που ορίζονται από τον Υπουργό Βιομηχανίας και ενεργούν υπό τον έλεγχο του.
Πλην αντίθετης διατάξεως του νόμου 95/79, η εξέλιξη της διαδικασίας ρυθμίζεται από τις διατάξεις της πτωχευτικής νομοθεσίας σχετικά με την αναγκαστική διοικητική διαχείριση ( 11 ). Από αυτό συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι παύουν τα καθήκοντα των οργάνων της επιχειρήσεως τα οποία χάνουν τις αρμοδιότητες τους σχετικά με τη διαχείριση και τη διάθεση της περιουσίας της επιχειρήσεως.
6.
Κατά το άρθρο 2 του νόμου 95/79, η υπουργική απόφαση με την οποία κηρύσσεται η διαδικασία μετά από τη δικαστική διαπίστωση της αδυναμίας ή της παύσεως πληρωμών μπορεί να επιτρέψει τη συνέχιση των δραστηριοτήτων της επιχειρήσεως υπό τη διεύθυνση του επιτρόπου για μέγιστη περίοδο δύο ετών η έγκριση αυτή μπορεί να παραταθεί δύο φορές για συνολική περίοδο όχι πλέον των δύο ετών.
Ο επίτροπος καταρτίζει ένα πρόγραμμα το οποίο πρέπει να εγκριθεί από την ελέγχουσα αρχή. Το πρόγραμμα αυτό περιέχει, στο μέτρο του δυνατού και λαμβανομένων υπόψη των συμφερόντων των πιστωτών, ένα σχέδιο εξυγιάνσεως το οποίο πρέπει να είναι εναρμονισμένο με τις βασικές γραμμές της βιομηχανικής πολιτικής. Στο σχέδιο αυτό αναφέρονται ειδικά οι εγκαταστάσεις που θα αρχίσουν να επαναλειτουργούν καθώς και οι εγκαταστάσεις που θα πρέπει να μεταβιβαστούν. Στο εν λόγω άρθρο 2 διευκρινίζεται ρητώς ότι, καθόσον είναι δυνατό, δεν θα πρέπει να θιγεί η ενότητα των λειτουργικών εγκαταστάσεων, ακόμη και αυτών που θα πρέπει να μεταβιβαστούν.
Κατά το άρθρο 2 bis του νόμου 95/79, το Δημόσιο μπορεί να εγγυηθεί για τα χρέη που έχουν συναφθεί με πιστοδοτικά ιδρύματα για τη χρηματοδότηση της τρέχουσας διαχειρίσεως ή για την επαναλειτουργία ορισμένων εγκατάσεων.
Στο άρθρο 3 ορίζεται ότι η διαδικασία μπορεί να επεκταθεί σε όλες τις εταιρίες του ομίλου στον οποίο ανήκει η επιχείρηση που έχει τεθεί υπό προσωρινή διαχείριση, περιλαμβανομένων εδώ της μητρικής, της θυγατρικής και της αδελφής εταιρίας, έστω και αν αυτές, θεωρούμενες ξεχωριστά, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως « μεγάλη » επιχείρηση.
Το άρθρο 5 bis του νόμου προβλέπει ένα φορολογικό πλεονέκτημα σε περίπτωση μεταβιβάσεως του συνόλου ή μέρους της επιχειρήσεως, ενώ με το άρθρο 6 bis παρέχεται στον επίτροπο η δυνατότητα, κατόπιν άδειας της ελέγχουσας αρχής και γνωμοδοτήσεως μιας επιτροπής επιτηρήσεως στην οποία συμμετέχουν εκπρόσωποι των πιστωτών, να παρεκκλίνει από την υποχρέωση μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως ή μερών της επιχειρήσεως μέσω της διενέργειας πλειστηριασμού.
7.
Οι απόψεις ως προς τον σκοπό της διαδικασίας προσωρινής διαχειρίσεως διίστανται. Στη Διάταξη περί παραπομπής, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι ο κύριος σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η εξυγίανση της επιχειρήσεως, ιδίως δε η διατήρηση της απασχολήσεως. Το ότι η διαδικασία αυτή αποσκοπεί στη « διατήρηση » προκύπτει, κατ' αυτό, από το ότι:
« 1)
Η αιτιολογική έκθεση του νομοθετικού διατάγματος 26/1979 διακηρύσσει σαφώς ότι σκοπός της διαδικασίας είναι η διάσωση των κατά βάσει υγιών τμημάτων της επιχείρησης ή του ομίλου επιχειρήσεων, με τη μεταβίβαση της κυριότητας από τον αφερέγγυο επιχειρηματία σε άλλον νέον, στον οποίον ωστόσο δεν μεταβιβάζονται τα χρέη·
2)
η υπό προσωρινή διαχείριση επιχείρηση μπορεί να λαμβάνει από τα πιστωτικά ιδρύματα χρηματικά ποσά, τα οποία θα αποδοθούν από το Δημόσιο, το οποίο και το εγγυάται, και συγκεκριμένα για
3)
την επανενεργοποίηση και συμπλήρωση βιομηχανικών εγκαταστάσεων, ακινήτων και εξοπλισμών ( άρθρο 2 bis του νόμου 95/79)·
4)
η προστασία των συμφερόντων των πιστωτών είναι πιο περιορισμένη απ' ό,τι σε άλλες διαδικασίες εκκαθαρίσεως: ειδικότερα, δεν τους επιτρέπεται καμία ανάμειξη στις αποφάσεις περί συνεχίσεως της λειτουργίας της επιχείρησης και, κυρίως, δεν τους παρέχεται καμία εγγύηση ότι, για να αποφασιστεί η συνέχιση αυτή, θα συνεκτιμώνται και τα δικά τους συμφέροντα·
5)
ευνοείται σε τέτοιο βαθμό η εκδοχή της συνέχισης της λειτουργίας της επιχείρησης, ώστε ο νόμος δεν αναπτύσσει την αντίθετη και θεωρητικά εξίσου πιθανή εκδοχή, ούτε εξετάζει τι γίνεται αν, αφού αποφασιστεί η συνέχιση, το πρόγραμμα εξυγιάνσεως αποδειχθεί ανεφάρμοστο. »
Η Επιτροπή, εξάλλου, υπογραμμίζει ότι η διαδικασία αποσκοπεί τόσο στη διασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών όσο και στη διασφάλιση της απασχολήσεως. Στην πράξη πάντως δεν είναι πάντοτε εύκολο να συμβιβάζονται οι δύο αυτοί σκοποί. Έτσι εξηγείται το ότι υφίστανται διισταμένες απόψεις στη νομική επιστήμη ως προς τη φύση της προσωρινής διαχειρίσεως: κατά τους μεν, πρόκειται για μία διαδικασία εκκαθαρίσεως που αποσκοπεί στη διασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών κατά τους δε, πρόκειται για μία διαδικασία εξυγιάνσεως συντηρητικής φύσεως. Η Επιτροπή έχει εντούτοις τη γνώμη ότι στη νομική επιστήμη και ιδίως στη νομολογία υπογραμμίζεται προεχόντως η εκκαθαριστική λειτουργία της διαδικασίας. Εν προκειμένω, αναφέρεται το γεγονός ότι οι διατάξεις της πτωχευτικής νομοθεσίας που ρυθμίζουν τα της διαδικασίας της αναγκαστικής διοικητικής εκκαθαρίσεως εφαρμόζονται καταρχήν στη διαδικασία της προσωρινής διαχειρίσεως, καθώς και το γεγονός ότι η διαδικασία της προσωρινής διαχειρίσεως δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση προσωρινών και θεραπεύσιμων δυσχερειών ως προς τη φερεγγυότητα.
Οι εναγόμενες της κύριας δίκης ισχυρίζονται χωρίς περιστροφές ότι η ερμηνεία στην οποία προβαίνει το αιτούν δικαστήριο είναι εσφαλμένη. Κατ' αυτές, στην ιταλική νομική επιστήμη γίνεται δεκτό ομοφώνως ότι η προσωρινή διαχείριση αποτελεί μία διαδικασία αναγγελίας πιστωτών που αποσκοπεί στην εκκαθάριση. Το γεγονός ότι η συγκεκριμένη επιχείρηση μπορεί επί δύο έως τρία έτη να συνεχίσει τις δραστηριότητες της δεν ασκεί εν προκειμένω επιρροή. Η περίοδος αυτή καθιστά δυνατή τη διενέργεια της εκκαθαρίσεως υπό προϋποθέσεις που επιτρέπουν τη διατήρηση των παραγωγικών μονάδων αλλά όχι αυτής της ίδιας της επιχειρήσεως.
Οι ενάγοντες της κύριας δίκης ισχυρίζονται ότι η δυνατότητα που προσφέρει η διαδικασία για τη μεταβίβαση σε τρίτους μιας επιχειρήσεως ή τμημάτων της που έχουν τεθεί υπό προσωρινή διαχείριση αποτελεί στην πραγματικότητα τον κατ' εξοχήν σκοπό της διαδικασίας.
Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, τέλος, με τη διαδικασία επιδιώκεται, στο μέτρο του δυνατού, η διάσωση των υγιών μερών των επιχειρήσεων μέσω μεταβιβάσεως σε νέους επιχειρηματίες, ώστε να περιοριστούν κατά τον καλύτερο τρόπο οι από οικονομικής και κοινωνικής απόψεως δυσμενείς συνέπειες που μπορούν να προκύψουν από την παύση των δραστηριοτήτων μεγάλων επιχειρήσεων.
8.
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Ιταλική Κυβέρνηση προσκόμισε αριθμητικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι η διαδικασία, στις 30 Απριλίου 1990, είχε κινηθεί ως προς 40 ομίλους επιχειρήσεων με συνολικά 300 επιχειρήσεις. Κατά το χρονικό αυτό σημείο, είχε επιτραπεί σε 7 επιχειρήσεις να συνεχίσουν τις δραστηριότητες τους, 273 βρίσκονταν στο στάδιο της εκκαθαρίσεως, για 20 δε επιχειρήσεις είχε περατωθεί η διαδικασία. 60000 εργαζόμενοι απασχολούνταν στις επιχειρήσεις, πριν κηρυχθεί η έναρξη της διαδικασίας ως προς αυτές. Η διαδικασία θα πρέπει να κατέστησε δυνατή τη μεταφορά 29000 εργαζομένων. 24400 εργαζόμενοι παραιτήθηκαν εθελουσίως ή απολύθηκαν. Στις 30 Απριλίου 1990, 7600 εργαζόμενοι απασχολούνταν ακόμη σε επιχειρήσεις που είχαν τεθεί υπό προσωρινή διαχείριση, από τους οποίους 6600 ελάμβαναν επιδόματα από το CIGS.
Η νομολογία τον Δικαστηρίου
9.
Το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 ορίζει το πεδίο της εφαρμογής ως εξής:
« 1.
Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται επί μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων σε άλλο επιχειρηματία, οι οποίες προκύπτουν από συμβατική εκχώρηση ή συγχώνευση. »
Στην απόφαση Spijkers ( 12 ), το Δικαστήριο προέβη στην ερμηνεία των όρων « μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων σε άλλο επιχειρηματία». Κατά το Δικαστήριο (βλ. σκέψεις 11 και 12 ), το αποφασιστικό κριτήριο για να υφίσταται ή για να μπορεί να γίνει λόγος για μεταβίβαση, κατά την έννοια της οδηγίας, συνίσταται στο ότι παραμένει άθικτη η ταυτότητα της επιχειρήσεως. Επομένως, δεν αρκεί η εκποίηση μόνο των στοιχείων του ενεργητικού. Αντιθέτως, πρέπει να πρόκειται για εκποίηση οικονομικής μονάοας πράγμα που μπορεί να προκύπτει ιδίως από το γεγονός ότι η εκμετάλλευση της συνεχίζεται ή αρχίζει εκ νέου από τον νέο επιχειρηματία με τις ίδιες ή με ανάλογες οικονομικές δραστηριότητες.
10.
Στην παρούσα υπόθεση πρόκειται κυρίως για άλλους όρους της οδηγίας, ειδικότερα δε γι' αυτούς κατά τους οποίους η οδηγία εφαρμόζεται μόνο επί μεταβιβάσεων που προκύπτουν από « συμβατική εκχώρηση ( μεταβίβαση ) ή — πράγμα για το οποίο δεν πρόκειται στην παρούσα υπόθεση — συγχώνευση ». Και αυτούς τους όρους επίσης έχει ερμηνεύσει ήδη το Δικαστήριο. Στην απόφαση ιδίως Abels ( 13 ) το Δικαστήριο εξέτασε αν μπορεί να συναχθεί εν προκειμένω ότι η οδηγία εφαρμόζεται στην περίπτωση εκποιήσεως επιχειρήσεως (συσταθείσα εν προκειμένω κατά το ολλανδικό δίκαιο) που έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως ή της έχει χορηγηθεί surséance van betaling ( προσωρινή παύση). Στην απόφαση αυτή το Δικαστήριο δέχθηκε:
«Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, δεν έχει εφαρμογή στη μεταβίβαση επιχειρήσεως, εγκαταστάσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως όταν ο εκχωρητής κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως, εξυπακουομένου ότι η επιχείρηση ή η εγκατάσταση για την οποία πρόκειται περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία, χωρίς πάντως να θίγεται η ευχέρεια των κρατών μελών να εφαρμόζουν στη μεταβίβαση αυτή, κατά τρόπο αυτόνομο, τις αρχές της οδηγίας. Πάντως, η οδηγία αυτή εφαρμόζεται στη μεταβίβαση επιχειρήσεως, εγκαταστάσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως σε άλλο επιχειρηματικό φορέα, όταν γίνεται στο πλαίσιο διαδικασίας παρόμοιας με τη διαδικασία της “ surséance van betaling ” προσωρινής παύσεως πληρωμών. »
Ενόψει της σημασίας που έχει η απόφαση αυτή για την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο υποβληθέν ερώτημα, θα εξετάσω λεπτομερέστερα το σκεπτικό της.
11.
Το Δικαστήριο διαπιστώνει καταρχάς ότι η διατύπωση του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας στις διάφορες γλώσσες διαφέρει. Σε ορισμένες γλώσσες αναφέρεται ότι μεταβιβάσεις που διενεργούνται βάσει διοικητικής ή δικαστικής αποφάσεως αποκλείονται, ενο') από το κείμενο της διατυπώσεως στις άλλες γλώσσες προκύπτει ευρύτερο πεδίο εφαρμογής. Επιπλέον, η έννοια « συμβατική εκχώρηση » έχει διαφορετικό περιεχόμενο στο πτωχευτικό δίκαιο των κρατών μελών. Σε ορισμένα κράτη μέλη η πώληση στο πλαίσιο πτωχεύσεως θεωρείται ως συνήθης συμβατική πώληση, καίτοι η πώληση αυτή απαιτεί την παρέμβαση του δικαστή σε άλλα κράτη μέλη, αντιθέτως, λαμβάνεται ως βάση ότι η πώληση πραγματοποιείται δυνάμει πράξεως της δημοσίας αρχής. Ενόψει αυτών των διαφορών, το Δικαστήριο θεωρεί ότι το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας δεν μπορεί να καθοριστεί μέσω γραμματικής ερμηνείας, αλλά πρέπει να εκτιμηθεί ενόψει, αφενός μεν, με τον σκοπό και τον στόχο της οδηγίας, αφετέρου δε, της θέσεως της οδηγίας στο σύστημα του κοινοτικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμοζόμενη επί της πτωχεύσεως νομοθεσία.
12.
Το πτωχευτικό δίκαιο, συνεχίζει το Δικαστήριο, χαρακτηρίζεται από ειδικές διαδικασίες που αποσκοπούν στην εξισορρόπηση των διαφόρων συμφερόντων, ιδίως των συμφερόντων των διαφόρων κατηγοριών πιστωτών. Προς τον σκοπό αυτό υφίστανται σε όλα τα κράτη μέλη ειδικές διατάξεις βάσει των οποίων είναι δυνατές παρεκκλίσεις από τις γενικές διατάξεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι διατάξεις του κοινωνικού δικαίου. Το κοινοτικό δίκαιο αναγνωρίζει επίσης τον ιδιόμορφο χαρακτήρα του πτωχευτικού δικαίου.
'Ετσι, η οδηγία 75/129/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν ομαδικές απολύσεις ( 14 ), δεν εφαρμόζεται ως προς τους εργαζομένους που θίγονται από τη διακοπή των δραστηριοτήτων της επιχειρήσεως « εφόσον αυτή επέρχεται κατόπιν δικαστικής αποφάσεως». Η ιδιομορφία του πτωχευτικού δικαίου επιβεβαιώνεται επίσης, κατά το Δικαστήριο, με την ήδη αναφερθείσα ( στην υποσημείωση 2) οδηγία 80/987 του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των πιστωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητος του εργοδότη. Προς εξασφάλιση μη ικανοποιηθεισών απαιτήσεων καταβολής μισθού των μισθωτών η οδηγία αυτή θεσπίζει πράγματι μία ρύθμιση η οποία ισχύει και για επιχειρήσεις που έχουν κηρυχθεί σε πτώχευση.
Η αναγνωριζόμενη τόσο στα εθνικά νομικά συστήματα όσο και στην κοινοτική έννομη τάξη ιδιομορφία του πτωχευτικού δικαίου, μαζί με το γεγονός ότι οι κανόνες που αφορούν την πτώχευση και ανάλογες διαδικασίες διαφέρουν κατά πολύ στα κράτη μέλη, ωθούν το Δικαστήριο να δεχθεί ( στη σκέψη 17 ) ότι,
« αν η οδηγία επρόκειτο να έχει εφαρμογή και στις μεταβιβάσεις επιχειρήσεων που γίνονται στο πλαίσιο παρόμοιων διαδικασιών, θα περιείχε ρητή σχετική διάταξη ».
13.
Το δεύτερο επιχείρημα προς στήριξη της νομολογίας του αντλεί το Δικαστήριο από τον σκοπό της οδηγίας. Αναφερόμενο στην αιτιολογία της, το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι με την οδηγία επιδιώκεται η προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεων υπό το πρίσμα της αναφερόμενης στο άρθρο 117 της Συνθήκης ΕΟΚ αναγκαιότητα « να προαγάγουν τη βελτίωση των όρων διαβιώσεως και εργασίας του εργατικού δυναμικού ».
Το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι τα μέρη που αφορούσε η υπόθεση Abels ήταν διχασμένα ως προς το ζήτημα αν η ενδεχόμενη εφαρμογή της οδηγίας στην περίπτωση πτωχεύσεως ή ανάλογης διαδικασίας θα έχει από κοινωνικοοικονομική άποψη ευεργετικά ή βλαπτικά αποτελέσματα για τα συμφέροντα των εργαζομένων. Σημειώνω εδώ ότι στην παρούσα υπόθεση υφίσταται μία παρόμοια διάσταση απόψεων μεταξύ των μερών ως προς το αποτέλεσμα της εφαρμογής ή όχι της οδηγίας, όταν η μεταβίβαση πραγματοποιείται στο πλαίσιο μιας διαδικασίας προσωρινής διαχειρίσεως.
Ορισμένα μέρη στην προαναφερθείσα υπόθεση Abels είχαν τη γνώμη ότι η οδηγία πρέπει να εφαρμόζεται σε περίπτωση πτωχεύσεως, επειδή ακριβώς οι μισθωτοί, των οποίων ο εργοδότης έχει κηρυχθεί σε πτώχευση, έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη προστασίας. Άλλα μέρη στην υπόθεση αυτή, μεταξύ των οποίων και η Επιτροπή, αναφέρθηκαν αντιθέτως σε ορισμένες δυσμενείς συνέπειες, αν η οδηγία θα εφαρμοζόταν σε μεταβιβάσεις που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο πτωχεύσεως ή surséance van betaling. Κατ' αυτά, κάτι τέτοιο θα μπορούσε να εμποδίσει τον ενδεχομένως ενδιαφερόμενο να αποκτήσει την επιχείρηση υπό τις προϋποθέσεις που θα δεχόταν η ομάδα των πιστωτών, πράγμα που θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια τη χωριστή πώληση των στοιχείων του ενεργητικού της επιχειρήσεως. Συνεπεία αυτού θα χάνονταν όλες οι θέσεις εργασίας στην επιχείρηση, πράγμα που θα μπορούσε να θίξει την πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας.
14.
Κατά το Δικαστήριο, από τις διαφορετικές αυτές εκτιμήσεις συνάγεται ότι υφίσταται μεγάλη αβεβαιότητα ως προς το ζήτημα των επιπτώσεων στην αγορά εργασίας που συνεπάγεται η μεταβίβαση μιας επιχειρήσεως σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη και ως προς το ποια είναι τα ορθά κριτήρια για τη διασφάλιση των συμφερόντων των εργαζομένων. Από αυτό συνάγει το Δικαστήριο ( στη σκέψη 23 ) τα ακόλουθα:
« Δεν είναι δυνατόν να αποκλειστεί ο κίνδυνος σοβαρής επιδεινώσεως, σε γενικό επίπεδο, των όρων διαβιώσεως και εργασίας του εργατικού δυναμικού κατ' αντίθεση προς τους κοινωνικούς στόχους της Συνθήκης. Επομένως, δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η οδηγία 77/187 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να επεκτείνουν τους κανόνες της οδηγίας στις μεταβιβάσεις επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων που γίνονται στο πλαίσιο πτωχευτικής διαδικασίας η οποία αποβλέπει στην εκκαθάριση, υπό τον έλεγχο της αρμόδιας δικαστικής αρχής, της περιουσίας του εκχωρητή. »
Το Δικαστήριο προσθέτει πάντως ότι, παρ' όλον που μία τέτοιου είδους μεταβίβαση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να εφαρμόσουν πλήρως ή εν μέρει τις αρχές της οδηγίας κατά την επιλογή τους και αποκλειστικά βάσει της εθνικής τους νομοθεσίας. Το άρθρο 7 ορίζει εντούτοις ότι η οδηγία « δεν θίγει την ευχέρεια των κρατών μελών να εισάγουν (... ) διατάξεις περισσότερο ευνοϊκές για τους εργαζομένους ».
Το Δικαστήριο καταλήγει έτσι στο ίδιο συμπέρασμα όπως ο γενικός εισαγγελέας Sir Gordon Slynn, ο οποίος στις προτάσεις του προειδοποίησε για το στρεβλό αποτέλεσμα από την εφαρμογή της οδηγίας το οποίο:
« Είναι τόσο αντίθετο προς τους σκοπούς της, ώστε, ελλείψει άλλων σαφών ενδείξεων, θεωρώ ότι δεν υπήρξε πρόθεση εφαρμογής των διατάξεων της οδηγίας στις υπό πτώχευση επιχειρήσεις. » ( 15 )
15.
Στην προαναφερθείσα υπόθεση Abels επρόκειτο επίσης για το ζήτημα αν μία μεταβίβαση στο πλαίσιο της ολλανδικής διαδικασίας surséance van betaling παραμένει εκτός του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 77/187. Κατά τον γενικό εισαγγελέα Sir Gordon Slynn, σε μία τέτοια περίπτωση είναι απλούστερο να θεωρηθεί η πώληση της επιχειρήσεως από τον ιδιοκτήτη της ως συμβατική μεταβίβαση.
Η παρατήρηση αυτή πρέπει να ενταχθεί στο πλαίσιο των διατάξεων του faillissementswet (ολλανδικού νόμου περί πτωχεύσεων) που αφορούν την surcéance van betaling ( 16 ). Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, το δικαστήριο χορηγεί καταρχάς προσωρινή αναστολή, πράγμα που δεν μπορεί πάντως να κάνει παρά μόνο κατόπιν αιτήσεως του ίδιου του οφειλέτη ο οποίος προβλέπει ότι δεν θα μπορέσει να συνεχίσει την εξόφληση των οφειλών του που καθίστανται απαιτητές (άρθρο 213 του faillissementswet ). Το δικαστήριο ορίζει τότε έναν ή περισσότερους διαχειριστές για τη διαχείριση από κοινού με τον οφειλέτη της επιχειρήσεως του. Το δικαστήριο αποφασίζει αργότερα για την οριστική αναστολή. Ο οφειλέτης πάντως ÔBV στερείται μετά την οριστική χορήγηση αναστολής τη διάθεση και τη διαχείριση της περιουσίας του, αλλά είναι απλώς ανίκανος να προβεί σε πράξεις που αφορούν την περιουσία του χωρίς τη σύμπραξη, έγκριση ή συνδρομή του ή των διαχειριστών (άρθρο 228, παράγραφος 1, του faillissementswet ). Η διαδικασία surséance αποσκοπεί προφανώς στην αποτροπή της πτωχεύσεως μέσω συμφωνίας που συνάπτεται με τους πιστωτές ( άρθρο 252 του προαναφερθέντος νόμου) και όχι στην αναγκαστική εκκαθάριση περιουσίας του οφειλέτη.
Παρά τον προφανή συμβατικό χαρακτήρα της πωλήσεως επιχειρήσεως που διενεργείται στο πλαίσιο της διαδικασίας surséance, ο γενικός εισαγγελέας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι και η μεταβίβαση στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας πρέπει να παραμείνει εκτός του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας, επειδή μπορούν να ανακύψουν τα ίδια προβλήματα όπως στην περίπτωση πτωχεύσεως, όταν κατά την εκποίηση της επιχειρήσεως πρέπει να αναληφθούν όλοι οι εργαζόμενοι.
16.
Το Δικαστήριο δεν ακολούθησε τον γενικό εισαγγελέα ως προς το σημείο αυτό. Μία διαδικασία του είδους της « surséance van betaling » έχει, κατά το Δικαστήριο, ασφαλώς ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά με την πτωχευτική διαδικασία, όπως ο δικαστικός χαρακτήρας της. Πάντως, διακρίνεται από αυτή:
« κατά το ότι ο ασκούμενος δικαστικός έλεγχος, τόσο κατά την κίνηση όσο και κατά την εξέλιξη της διαδικασίας, είναι περιορισμένης εκτάσεως. Εξάλλου, στόχος μιας τέτοιας διαδικασίας είναι πρωτίστως η διασφάλιση της περιουσίας και, ενδεχομένως, η συνέχιση της δραστηριότητας της επιχείρησης, κατόπιν παρατάσεως της προθεσμίας πληρωμής από την ομάδα των πιστωτών, προκειμένου να εξευρεθεί διακανονισμός που να επιτρέπει την εξασφάλιση της δραστηριότητας της επιχείρησης στο μέλλον. Ελλείψει τέτοιου διακανονισμού, διαδικασία του είδους αυτού μπορεί, όπως εν προκειμένω, να καταλήξει στην κήρυξη πτωχεύσεως του οφειλέτη » ( σκέψη 28 ).
Κατά συνέπεια, η οδηγία εφαρμόζεται, κατά το Δικαστήριο, ως προς τη μεταβίβαση επιχειρήσεων στο πλαίσιο διαδικασιών του είδους της surséance van betaling « η οποία εξελίχθη σε προηγούμενο στάδιο ».
17.
Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε την απόφαση του Abels σε τρεις άλλες αποφάσεις που εξέδωσε την ίδια ημέρα ( 17 ). Επίσης, στη μερικούς μήνες αργότερα εκδοθείσα απόφαση Mikkelsen ( 18 ), το Δικαστήριο αναφέρθηκε στην εν λόγω απόφαση. Στην απόφαση αυτή επρόκειτο πάντως για τη μεταβίβαση μιας επιχειρήσεως που πραγματοποιήθηκε, αφού η μεταβιβάσασα εταιρία είχε παύσει τις πληρωμές της, αλλά πριν κηρυχθεί σε πτώχευση. Κατά το Δικαστήριο, από την απόφαση Abels προκύπτει ότι
« το γεγονός και μόνο ότι η μεταβίβαση μιας επιχειρήσεως, εγκαταστάσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως επήλθε μετά την παύση των πληρωμών της μεταβιβάσασας εταιρίας δεν είναι αρκετό για να αποκλειστούν οι πιο πάνω πράξεις από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 77/187. Επομένως, η οδηγία αυτή εφαρμόζεται επί μεταβιβάσεως, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο της 1, παράγραφος 1, και η οποία πραγματοποιείται στο πλαίσιο διαδικασίας ή σε στάδιο προγενέστερο της έναρξης ενδεχόμενης διαδικασίας κηρύξεως πτωχεύσεως» (σκέψη 10).
Για να αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας η μεταβίβαση της επιχειρήσεως δεν αρκεί, όπως αντιλαμβάνομαι την παρατε-θείσα ανωτέρω σκέψη, να συντρέχουν ως προς τον μεταβιβάζοντα οι προϋποθέσεις της πτωχεύσεως' πρέπει και να έχει πράγματι κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως.
Η άποψη που υιοθετήθηκε με την απόφαση Abels αποτελεί επομένως παγιωμένη νομολογία. Έτσι, θα λάβω ως βάση την απόφαση
αυτή κατά την εξέταση του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος.
Ομοιότητες και διαφορές μεταξύ πτωχεύσεως και surséance
18.
Από την απόφαση Abels συνάγω ότι το Δικαστήριο δεν θέλησε να περιορίσει την κρίση του στις περιπτώσεις και μόνον κατά τις οποίες ο εκποιών έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως. Τόσο στη σκέψη 17 όσο και στη σκέψη 19 το Δικαστήριο κάνει ρητώς λόγο περί « πτωχευτικών και ανάλογων διαδικασιών» και καθιστά έτσι σαφές ότι και μία μεταβίβαση που πραγματοποιείται στο πλαίσιο μιας άλλης εκτός από την πτωχευτική διαδικασίας μπορεί να αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Μέχρι σήμερα, το Δικαστήριο μόνο ως προς τη μεταβίβαση που πραγματοποιείται στο πλαίσιο μιας διαδικασίας του είδους της « surséance van betaling » έχει αποφανθεί ότι, σε αντίθεση προς τη μεταβίβαση που πραγματοποιείται στο πλαίσιο πτωχευτικής διαδικασίας, δεν αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 77/187, αυτό δε λόγω προφανών διαφορών με την πτωχευτική διαδικασία και, επομένως, ελλείψεως « αναλογίας » με τη διαδικασία αυτή.
Το ζήτημα είναι τώρα ποια από τις άλλες διαδικασίες που ισχύουν στα κράτη μέλη για τις περιπτώσεις οικονομικής αδυναμίας ( 19 ), ως προς το αν εφαρμόζεται (ή όχι) η οδηγία 77/187, ομοιάζουν μάλλον προς την πτώχευση παρά προς τη surséance van betaling. Στην παρούσα υπόθεση το ζήτημα τίθεται μόνο ως προς μία διαδικασία του είδους της « προσωρινής διαχειρίσεως », όπως εκτίθεται ανωτέρω. Επομένως, η απάντηση πρέπει να δοθεί αποκλειστικά σε σχέση με αυτή τη διαδικασία ( 20 ).
19.
Η έκφραση « αναλόγων διαδικασιών ( με την πτώχευση ) » απαντά και σε άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Έτσι, στο άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, περίπτωση 2, της Σύμβασης της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής αυτής της συμβάσεως « οι πτωχεύσεις, οι πτωχευτικοί συμβιβασμοί και άλλες ανάλογες διαδικασίες » ( 21 ). Στην υπόθεση Gourdain ( 22 ) — στην οποία έπρεπε το Δικαστήριο να αποφανθεί αν μία απόφαση που έχει εκδοθεί από ένα γαλλικό δικαστήριο στο πλαίσιο μιας « action en comblement du passif social » ( αγωγή προς κάλυψη των εταιρικών οφειλών ) εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της προαναφερθείσας Συμβάσεως — το Δικαστήριο ( σκέψη 4 ) ερμήνευσε τους όρους που χρησιμοποιούνται στο άρθρο 1, δεχόμενο ότι αναφέρονται στις
« πτωχεύσεις, τους πτωχευτικούς συμβιβασμούς και τις άλλες ανάλογες διαδικασίες, οι οποίες είναι διαδικασίες στηριζόμενες, κατά τις διάφορες νομοθεσίες των συμβαλλομένων μερών, στην κατάσταση παύσεως πληρωμών, αφερεγγυότητος ή ελλείψεως πίστεως του οφειλέτου, λόγω της οποίας επεμβαίνει η δικαστική αρχή, με σκοπό την αναγκαστική και γενική ρευστοποίηση του ενεργητικού ή, τουλάχιστον, τον έλεγχο » ( 23 ).
Έτσι, μπορεί να αναφερθεί επίσης το σχέδιο συμβάσεως σχετικά με τις πτωχεύσεις, τους συμβιβασμούς και τις ανάλογες διαδικασίες ( 24 ) το οποίο αναφέρει σε ένα συνημμένο σ' αυτό πρωτόκολλο τις διαδικασίες — πτωχευτικές και άλλες διαδικασίες — ως προς τις οποίες θα πρέπει να εφαρμόζεται η σύμβαση.
20.
Στις αναφερόμενες στις προαναφερθείσες διατάξεις « ανάλογες διαδικασίες », σύμφωνα με τον ορισμό στο οποίο προέβη το Δικαστήριο στην υπόθεση Gourdain, εμπίπτει και η διαδικασία του είδους της « surséance van betaling ». Η διαδικασία « surséance van betaling» του ολλανδικού δικαίου αναφέρεται εξάλλου ρητώς στο συνημμένο στο σχέδιο συμβάσεως πτωχεύσεων πρωτόκολλο, και συγκεκριμένα στον κατάλογο των άλλων πλην της πτωχευτικής διαδικασιών προς τις οποίες θα πρέπει να εφαρμόζεται η σύμβαση.
Η έκφραση « ανάλογες διαδικασίες » κατά την έννοια της αποφάσεως Gourdain δεν μπορεί επομένως να μας βοηθήσει για την απάντηση στο ερώτημα ποιες διαδικασίες πρέπει να χαρακτηριστούν κατά την έννοια της αποφάσεως Abels, και επομένως από απόψεως δυνατότητας ή μη εφαρμογής της οδηγίας 77/187, ως ανάλογες προς την πτωχευτική διαδικασίες. Στην απόφαση αναφέρονται επίσης τα κριτήρια που είναι κοινά στην πτωχευτική διαδικασία και τη διαδικασία « surséance van betaling» (βλ. σημείο 21 κατωτέρω).
21.
Για να καθοριστεί αν μία διαδικασία του είδους της διαδικασίας « προσωρινής διαχειρίσεως » του ιταλικού δικαίου συγγενεύει προς την πτωχευτική διαδικασία που κατά την απόφαση Abels του Δικαστηρίου εξαιρείται του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 77/187 ή προς τις διαδικασίες του είδους της « surséance van betaling » την οποία το Δικαστήριο θεωρεί ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας ( 25 ) είναι αναγκαίο να εξεταστούν λεπτομερώς οι ομοιότητες και οι διαφορές μεταξύ πτωχεύσεως και surséance.
Κοινό στις δύο αυτές διαδικασίες είναι, κατά την ευρεία ερμηνεία στην οποία προέβη το Δικαστήριο στην απόφαση Gourdain σε σχέση με την έννοια « άλλες ανάλογες διαδικασίες » ( ανωτέρω, σημείο 19 ), ότι στηρίζονται « στην κατάσταση παύσεως πληρωμών, αφερεγγυότητος ή ελλείψεως πίστεως του οφειλέτου, λόγω της οποίας επεμβαίνει η δικαστική αρχή (... ) ». Πράγματι, και η διαδικασία surséance έχει, όπως υπογράμμισε το Δικαστήριο στην απόφαση Abels ( σκέψη 28 ), « δικαστικό χαρακτήρα». Το κοινό αυτό χαρακτηριστικό μπορεί να εξηγηθεί από το ότι η διαπίστωση καταστάσεως οικονομικής αδυναμίας, έστω και αν μπορεί να αποδοθεί σε προβλήματα είτε ταμειακής ρευστότητας είτε φερεγγυότητας, καθιστά επιτακτική τη δικαστική επέμβαση ενόψει του ότι πρόκειται για μία κατάσταση κατά την οποία ο οφειλέτης και οι πιστωτές του υποβάλλονται σε μία διαδικασία το αποτέλεσμα της οποίας θα είναι ούτως ή άλλως περιορισμός των δικαιωμάτων τους.
22.
Στην απόφαση Abels το Δικαστήριο κατέδειξε επίσης τις διαφορές μεταξύ πτωχεύσεως και surséance. Κατά τη γνώμη μου, οι διαφορές αυτές υφίστανται σε τρία σημεία.
Το πρώτο σημείο αφορά τον σκοπό των δύο αυτών διαδικασιών. Στη σκέψη που παρατέθηκε πιο πάνω ( σημείο 16 ) το Δικαστήριο εξέθεσε ότι ο σκοπός της διαδικασίας surséance είναι « πρωτίστως η διασφάλιση της περιουσίας και, ενδεχομένως, η συνέχιση της δραστηριότητας της επιχείρησης ». Ο σκοπός αυτός επιτυγχάνεται « κατόπιν παρατάσεως της προθεσμίας πληρωμής από την ομάδα των πιστωτών». Το χαρακτηριστικό αυτό είναι συμφυές προς τη φύση της διαδικασίας surséance με την οποία επιδιώκεται η αντιμετώπιση προσωρινών ταμειακών δυσχερειών ( 26 ) και δεν σκοπείται η εκκαθάριση της περιουσίας του οφειλέτη αλλ' αντιθέτως η αποτροπή της πτωχεύσεως. Η πτωχευτική διαδικασία είναι ουσιωδώς διαφορετική: αποσκοπεί ασφαλώς στην εκκαθάριση της περιουσίας μέσω της ρευστοποιήσεως των απομενόντων στοιχείων του ενεργητικού ενόψει της εξυγιάνσεως του παθητικού. Η ρευστοποίηση αυτή του ενεργητικού μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω πωλήσεως ( ή εισφοράς ) του συνόλου ή μέρους των στοιχείων του ενεργητικού ως στοιχείων « οικονομικής μονάδας που εξακολουθεί να υφίσταται» κατά την έννοια της προαναφερθείσας αποφάσεως Spijkers ( σημείο 9 ).
23.
Το δεύτερο σημείο συνίσταται στο ότι, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο στην απόφαση Abels (ανωτέρω σημείο 16), στην περίπτωση surséance « ο ασκούμενος δικαστικός έλεγχος, τόσο κατά την κίνηση όσο και κατά την εξέλιξη της διαδικασίας, είναι περιορισμένης εκτάσεως ».
Όσον αφορά την κίνηση της διαδικασίας, το Δικαστήριο είχε προ οφθαλμών την ολλανδική ρύθμιση κατά την οποία η surséance μπορεί να ασκηθεί αποκλειστικά από τον οφειλέτη ( και όχι από τους πιστωτές του ) και δεν μπορεί να διαταχθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο ( 27 ). Στην περίπτωση της πτωχεύσεως η κατάσταση είναι τελείως διαφορετική: η κήρυξη της πτωχεύσεως μπορεί να γίνει κατόπιν αιτήσεως του οφειλέτη, ενός ή περισσοτέρων πιστωτών ( ενδεχομένως της εισαγγελικής αρχής) ή αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Πέραν της κηρύξεως της πτωχεύσεως το δικαστήριο διατάζει εξάλλου και άλλα μέτρα, π.χ. σε σχέση με την αναδρομική ισχύ της κηρύξεως της πτωχεύσεως (ύποπτη περίοδος ).
Επίσης, όσον αφορά την εξέλιξη της διαδικασίας, ο έλεγχος του δικαστηρίου είναι στην περίπτωση της surséance σαφώς περισσότερο περιορισμένος απ' ό,τι στην περίπτωση πτωχεύσεως. Ενώ στην τελευταία αυτή περίπτωση προβλέπεται ορισμένη μορφή μόνιμης επιτροπείας υπό τον έλεγχο εξουσιοδοτημένου εν προκειμένω δικαστή, στην περίπτωση της surséance αυτό περιορίζεται στον έλεγχο ως προς την εκπλήρωση από τον οφειλέτη των αναληφθεισών υποχρεώσεων του σχετικά με την εξόφληση των οφειλών, ενδεχομένως δε των πράξεων που διενήργησε ο οφειλέτης με τη συμπαράσταση του επιτρόπου ή του διαχειριστή].
24.
Το τρίτο σημείο συνδέεται στενά με το προηγούμενο και συνίσταται στο ότι, όπως είπα παραπάνω, ο ευρύτερος έλεγχος του δικαστηρίου στην περίπτωση της πτωχεύσεως Ραίνει παράλληλα με την επιβολή μιας εντονότερης μορφής διαχειρίσεως ή επιτροπείας προκειμένου να εξακριβωθεί η πτωχευτική περιουσία και να ρευστοποιηθούν τα στοιχεία του ενεργητικού και να εξυγιανθεί το παθητικό, πράγμα που έχει αντιστοίχως ως συνέπεια τη θέση του οφειλέτη υπό αναγκαστική επιτροπεία, χωρίς να διαθέτει πλέον οποιαδήποτε εξουσία διαθέσεως και διαχειρίσεως. Και εδώ επίσης διαφέρει η κατάσταση σε σχέση με την surséance: υφίσταται το πολύ-πολύ διορισμός ενός ή περισσοτέρων επιτρόπων ή διαχειριστων οι οποίοι επιτηρούν τον οφειλέτη στον οποίο πρέπει να παρέχουν συνδρομή ή έγκριση για ορισμένες πράξεις, χωρίς όμως να αφαι-ρείται από αυτόν η εξουσία διαθέσεως ή διαχειρίσεως της περιουσίας του.
Στην απόφαση Abels το τρίτο αυτό σημείο δεν εξετάστηκε άμεσα. Βεβαίως, το Δικαστήριο τόνισε ( ανωτέρω, σημείο 11) ότι σε ορισμένα κράτη μέλη η πώληση στο πλαίσιο πτωχεύσεως, καίτοι απαιτείται εν προκειμένω η παρέμβαση του δικαστή (ή ακριβέστερα: η παρέμβαση του συνδίκου υπό την επιτήρηση ή κατόπιν εγκρίσεως του δικαστή ), θεωρείται ως κανονική πώληση βάσει συμβάσεως, ενώ σε άλλα κράτη μέλη θεωρείται ότι μία τέτοια πώληση διενεργείται δυνάμει πράξεως της δημοσίας αρχής. Κοινό και στις δύο αντιλήψεις είναι πάντως ότι η πώληση μπορεί να πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο πτωχεύσεως χωρίς τη συναίνεση ή τη σύμπραξη του πτωχεύσαντος και υπ' αυτή την έννοια συνιστά κατ' αυτόν « αναγκαστική » πώληση. Η κατάσταση είναι και πάλι διαφορετική ως προς τη surséance, ενόψει του ότι ο οφειλέτης διατηρεί την εξουσία του να προβαίνει σε πράξεις διαθέσεως, έστω και με τη συμπαράσταση, τη σύμπραξη ή την έγκριση του επιτρόπου ή του διαχειριστή.
Αδυναμία εφαρμογής της οδηγίας ως προς μεταβιβάσεις που διενεργούνται στο πΑαίοιο της διαδικασίας « προσωρινής διαχειρίσεως »
25.
Πού βρίσκεται τώρα, ενόψει των ομοιοτήτων και διαφορών που επισημάνθηκαν προηγουμένως, μία διαδικασία του είδους της « προσωρινής διαχειρίσεως » στην κλίμακα των ανάλογων διαδικασιών: εγγύτερα στην πτώχευση ή στη surséance;
Όσον αφορά τις ομοιότητες, είναι άνευ ετέρου σαφές ότι και η διαδικασία της προσωρινής διαχειρίσεως στηρίζεται σε μία, για να επαναλάβω τις λέξεις τις αποφάσεως Gourdain (σημείο 19) από τον δικαστή, διαπιστούμενη « κατάσταση παύσεως πληρωμών, αφερεγγυό-τητος ή ελλείψεως πίστεως του οφειλέτου ». Πράγματι, πριν η διαδικασία κινηθεί με υπουργική απόφαση, πρέπει να διαπιστωθεί δικαστικώς η ύπαρξη αδυναμίας ή παύσεως πληρωμών των μισθών ( ανωτέρω, σημείο 5 ).
26.
Όσον αφορά την πρώτη διαφορά, δηλα-δήτον σκοπό της διαδικασίας, οι γνώμες του αιτούντος δικαστηρίου και των μερών διίστανται ως προς το σημείο αν η διαδικασία της προσωρινής διαχειρίσεως αποσκοπεί στην εξυγίανση ή στην εκκαθάριση της επιχειρήσεως. Κατά τη γνώμη μου, η διάσταση αυτή απόψεων στηρίζεται σε μία παρανόηση, μάλιστα δε σε μία σύγχυση μεταξύ ( αναγκαστικής ) εκκαθαρίσεως της περιουσίας και της συνεχίσεως της μεταβιβασθείσας επιχειρήσεως.
Εν προκειμένω πρέπει να υπομνησθεί ότι η διαδικασία της προσωρινής διαχειρίσεως έχει ως σκοπό, κατά το αιτούν δικαστήριο που παραπέμπει στην αιτιολογική έκθεση του νόμου 95/79 (βλέπε ανωτέρω παράγραφο 7, σημείο 1 ), τη « διάσωση των κατά βάση υγιών τμημάτων της επιχείρησης ή του ομίλου επιχειρήσεων με τη μεταβίβαση της κυριότητας από τον αφερέγγυο επιχειρηματία σε άλλον νέον, στον οποίο ωστόσο δεν μεταβιβάζονται τα χρέη ». Επομένως πρόκειται για μεταβίβαση του ενεργητικού στο σύνολο του υπό τη μορφή « οικονομικής μονάδας που εξακολουθεί να υφίσταται » προς τον σκοπό εξυγιάνσεως του παθητικού το οποίο δεν μεταβιβάζεται και έτσι παραμένει στην περιουσία. Όπως προαναφέρθηκε ( παράγραφος 22 ), και η πτωχευτική διαδικασία αποσκοπεί στη ρευστοποίηση των στοιχείων του ενεργητικού προς τον σκοπό εξυγιάνσεως του παθητικού, όπου τα στοιχεία του ενεργητικού μπορούν πάντως να μεταβιβαστούν χωριστά ή συνολικά ως στοιχεία μιας « οικονομικής μονάδας που εξακολουθεί να υφίσταται ». Αυτό που διακρίνει τη διαδικασία της προσωρινής διαχειρίσεως από την πτωχευτική διαδικασία συνίσταται επομένως στο ότι η προτίμηση δίδεται, χάριν της προστασίας της απασχολήσεως, στον τελευταίο προαναφερθέντα τρόπο μεταβιβάσεως, δηλαδή της μεταβιβάσεως ( μέσω πωλήσεως ή εισφοράς ) των στοιχείων του ενεργητικού που αποτελούν από κοινού μία οικονομική μονάδα που εξακολουθεί να υφίσταται ( και όχι από χωριστά στοιχεία του ενεργητικού), πράγμα που επιτρέπει τη διατήρηση στο μέτρο του δυνατού των δραστηριοτήτων της επιχειρήσεως και της απασχολήσεως.
Αντιθέτως, στο πλαίσιο της διαδικασίας surséance δεν υπάρχει αναγκαστική εκκαθάριση ούτε ρευστοποίηση του ενεργητικού. Στη διαδικασία αυτή πρόκειται για την αντιμετώπιση δυσχερειών πληρωμής μέσω της παροχής παρατάσεως πληρωμής στον οφειλέτη από την ομάδα των πιστωτών με, ενδεχομένως, σύμφωνα με σχετική συμφωνία με τους πιστωτές, μερική και υπό όρους άφεση χρεών. Όταν όμως διενεργείται πώληση στοιχείων του ενεργητικού, αυτό δεν αποτελεί τη συνέπεια οποιασδήποτε αναγκαστικής εκκαθαρίσεως.
Τέλος ακόμη κάτι: ενόψει του ότι στο πλαίσιο της διαδικασίας της προσωρινής διαχειρίσεως — ακόμη περισσότερο απ' ό,τι στην περίπτωση πτωχεύσεως — το βάρος δίνεται στη διασφάλιση της απασχολήσεως, πρέπει ο κίνδυνος στρεβλών αποτελεσμάτων, ο οποίος ώθησε το Δικαστήριο να εξαιρέσει την πτωχευτική διαδικασία από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας (ανωτέρω, παράγραφος 14), να αποτελεί έναν επιπλέον λόγο για να αντιμετωπίζεται η διαδικασία της προσωρινής διαχειρίσεως, σε σχέση με την εφαρμογή της οδηγίας, κατ' ανάλογο τρόπο με τη διαδικασία πτωχεύσεως ( 28 ).
27.
Όσον αφορά τη δεύτερη διαφορά, δηλαδή την επιτήρηση από τον δικαστή κατά την έναρξη και την εξέλιξη της διαδικασίας, ανακύπτει μια ιδιομορφία. Ενώ στην περίπτωση πτωχεύσεως ο δικαστής είναι αυτός ο οποίος επιτηρεί την έναρξη και την εξέλιξη της διαδικασίας, στο πλαίσιο της διαδικασίας προσωρινής διαχειρίσεως η επιτήρηση αυτή μπορεί να ασκείται από μία διοικητική αρχή υπό την προϋπόθεση πάντως ότι, όπως ακριβώς και με την παρούσα ιταλική ρύθμιση (ανωτέρω, παράγραφος 5 ), παραμένει αναγκαία η εκ των προτέρων δικαστική επέμβαση, προκειμένου να διαπιστωθεί η κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, και ότι η διαπίστωση αυτή, όπως και στην περίπτωση της πτωχεύσεως, θα μπορεί να πραγματοποιηθεί όχι μόνο κατόπιν αιτήσεως του οφειλέτη αλλά και των πιστωτών, ενδεχομένως δε και της εισαγγελικής αρχής, ή αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Η ύπαρξη διοικητικής μάλλον αντί δικαστικής επιτηρήσεως της εξελίξεως της διαδικασίας — η διαφορά δεν πρέπει να υπερτιμάται, δεδομένου ότι και στις δύο περιπτώσεις η εξέλιξη βρίσκεται de facto στα χέρια επιτρόπων — δεν συνιστά κατά τη γνώμη μου κανένα λόγο για να θεωρηθεί ότι μία διαδικασία του είδους της προσωρινής διαχειρίσεως συγγενεύει μάλλον προς τη surséance παρά προς την πτώχευση. Εξάλλου, ακόμη και στην περίπτωση της surséance η εξέλιξη της διαδικασίας, όπως και στην περίπτωση της πτωχεύσεως, βρίσκεται υπό δικαστική επιτήρηση, ώστε η surséance να διαφέρει επίσης ως προς το σημείο αυτό από τη διαδικασία προσωρινής διαχειρίσεως. Ο λόγος για τον οποίο στην περίπτωση της προσωρινής διαχειρίσεως επιφορτισμένη με την επιτήρηση είναι η διοικητική αρχή συνίσταται προφανώς στο ότι οι αναδιαρθρώσεις που πραγματοποιούνται σ' αυτό το πλαίσιο προς τον σκοπό της μεταβιβάσεως του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού και τη διατήρηση της απασχολήσεως επιβάλλουν επιλογές διαχειριστικής φύσεως που δεν συμβιβάζονται απόλυτα με τη δικαστική λειτουργία.
Αυτός εξάλλου είναι και ο λόγος για τον οποίο σε πολλές χώρες ( 29 ) επιχειρήσεις που, όπως τα πιστοδοτικά και ασφαλιστικά ιδρύματα, έχουν ιδιαίτερη σημασία για την οικονομία και την αποταμίευση μιας χώρας δεν υπόκεινται σε εκκαθάριση βάσει των πτωχευτικών κανόνων του κοινού δικαίου αλλά βάσει ειδικών διοικητικών διαδικασιών ( 30 ).
28.
Όσον, τέλος, αφορά την τρίτη διαφορά, δηλαδή τις συνέπειες της επιβληθείσας διαχειρίσεως στην εξουσία διοικήσεως και διαθέσεως του οφειλέτη, είναι σαφές ότι και εδώ επίσης μία διαδικασία του είδους της προσωρινής διαχειρίσεως συγγενεύει προς την πτωχευτική διαδικασία. Αυτό είναι ακόμη σαφέστερο, δεδομένου ότι η ιταλική διαδικασία της προσωρινής διαχειρίσεως παραπέμπει, ως προς την εξέλιξη της διαδικασίας και εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, στους κανόνες της πτωχευτικής νομοθεσίας που διέπουν την αναγκαστική διοικητική εκκαθάριση. Αυτό σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι ο οφειλέτης — στην περίπτωση εταιρίας τα όργανα της εταιρίας — στερείται κάθε εξουσία διαχειρίσεως και διαθέσεως η οποία αναλαμβάνεται από τον επίτροπο (ή επιτρόπους) που ορίζει ο υπουργός βιομηχανίας ( ανωτέρω, παράγραφος 5 ). Αυτό συνεπάγεται ειδικότερα ότι, σε περίπτωση τόσο πτωχεύσεως όσο και προσωρινής διαχειρίσεως και σε αντίθεση προς τη surséance, συμφωνίες περί « μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων» κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας συνάπτονται από τους επιτρόπους ( υπό δικαστική ή διοικητική επιτήρηση) χωρίς τη σύμπραξη του οφειλέτη και, επομένως, δεν είναι συνέπεια συμφωνίας που συνομολογείται ελεύθερα από αυτόν. Το τελευταίο αυτό γεγονός νομίζω ότι έχει αποφασιστική σημασία, δεδομένου ότι συνεπάγεται ότι η αδυναμία εφαρμογής της οδηγίας σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεων στο πλαίσιο της προσωρινής διαχειρίσεως, όπως και στο πλαίσιο της πτωχεύσεως, οεν εξαρτάται από απόφαση των κυρίων της επιχειρήσεως.
29.
Από το σύνολο των προεκτεθέντων καταφαίνεται ότι μία διαδικασία του είδους της προσωρινής διαχειρίσεως που προβλέπεται στο ιταλικό δίκαιο πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να αντιμετωπιστεί, ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας, κατά τον ίδιο τρόπο όπως μία πτωχευτική διαδικασία, εξυπακοουμένου ότι, όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο στην απόφαση Mikkelsen (ανωτέρω, παράγραφος 17), η αδυναμία εφαρμογής της οδηγίας αρχίζει κατά το χρονικό σημείο που ο δικαστής διαπιστώνει την αδυναμία πληρωμών.
Αυτό σημαίνει ειδικότερα ότι δεν συμφωνώ με την άποψη που υποστήριξε εν προκειμένω η Επιτροπή ότι, καθόσον σε μία επιχείρηση που έχει τεθεί υπό προσωρινή διαχείριση έχει επιτραπεί να συνεχίσει τις δραστηριότητες της, οι πραγματοποιηθείσες μεταβιβάσεις εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, ενώ οι μεταβιβάσεις που πραγματοποιούνται μετά την ανάκληση της εγκρίσεως δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας ( 31 ). Τελικά η απόφαση αυτή έχει παρεπόμενο χαρακτήρα η οποία μπορεί εξάλλου να ληφθεί και στο πλαίσιο μιας κατά κυριολεξία πτωχευτικής διαδικασίας και η οποία, ανάλογα με τις περιστάσεις, αποβλέπει στην αξιολόγηση των στοιχείων του ενεργητικού εν αναμονή πωλήσεως τους. Η αποδοχή της δυνατότητας εφαρμογής της οδηγίας σε περίπτωση τέτοιας συνεχίσεως και όχι παύσεως των δραστηριοτήτων μπορεί εξάλλου να προκαλέσει την άμεση παύση των δραστηριοτήτων της επιχειρήσεως, παρόλο που αυτό θα είναι η ελάχιστα ευνοϊκή λύση από κοινωνικής απόψεως.
Δεν μπορώ να υιοθετήσω ούτε την αντίληψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως κατά την οποία μία μεταβίβαση που πραγματοποιείται στο πλαίσιο μιας διαδικασίας που προηγείται της κηρύξεως της πτωχεύσεως δεν εξέρχεται του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας. Η αντίληψη αυτή λαμβάνει ως δεδομένο ότι η πτωχευτική διαδικασία επέρχεται χρονολογικώς τελευταία, πράγμα που δεν συμβαίνει στην περίπτωση μιας διαδικασίας προσωρινής διαχειρίσεως που προβλέπεται σε αντικατάσταση μιας πτωχευτικής διαδικασίας.
30.
Ενόψει των ανωτέρω προτείνω να δοθεί στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση που αναφέρεται στο τέλος των προτάσεων μου, στην παράγραφο 37.
Το πρώτο ερώτημα: Αυτόματη μεταβίβαση δικαιωμάτων;
31.
Η προταθείσα απάντηση στο δεύτερο ερώτημα αφήνει ελεύθερο το αιτούν δικαστήριο να αποφασίσει αν η διαδικασία προσωρινής διαχειρίσεως ανταποκρίνεται στα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά ώστε να μπορεί να εξομοιωθεί προς μία πτωχευτική διαδικασία, οπότε μεταβιβάσεις επιχειρήσεως στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής πραγματοποιούνται χωρίς να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Στην περίπτωση κατά την οποία το αιτούν δικαστήριο θα αποφάσιζε, παρ' ελπίδα, ότι η εν λόγω διαδικασία δεν παρουσιάζει τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά, θα πρέπει ακόμη να δώσω απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα.
32.
Με το πρώτο ερώτημα ζητεί το αιτούν δικαστήριο ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας: Συνάγεται από τη διάταξη αυτή ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν για τον μεταβιβάζοντα κατά το χρονικό σημείο της μεταβιβάσεως από την υφιστάμενη σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβαίνουν αυτομάτως στον αποκτώντα;
Στη Διάταξη περί παραπομπής το ερώτημα αυτό αιτιολογείται ως εξής:
« Ερίζεται το ζήτημα αν, ενόψει αυτής της διατάξεως, η υφιστάμενη κατά τον χρόνο της μεταβίβασης σύμβαση εργασίας συνεχίζεται με τον προν ον η μεταβίβαση της επιχειρήσεως, χωρίς να απαιτείται ούτε να ασκεί επιρροή η δήλωση της βουλήσεως την οποία ενδεχομένως εκφράζουν σχετικώς τα μέρη, όταν συντελείται η μεταβίβαση. Με άλλα λόγια, έχει σημασία για το παραπέμπον δικαστήριο να γνωρίζει αν η κοινοτική οδηγία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 2112, πρώτη παράγραφος, του Codice civile, μάλιστα δε επιρρωννύοντάς την. »
Όπως ορθώς τονίζει η Επιτροπή, από το χωρίο αυτό καταφαίνεται ότι το αιτούν δικαστήριο δεν επιδιώκει να πληροφορηθεί αν η εν λόγω διάταξη της οδηγίας έχει άμεση εφαρμογή. Αντιθέτως, επιθυμεί να γνωρίζει αν η διάταξη αυτή συνεπάγεται ουσιαστικά το ότι τα απορρέοντα από τις υφιστάμενες σχέσεις εργασίας δικαιώματα και υποχρεώσεις μεταβαίνουν αυτοδικαίως από τον μεταβιβάζοντα στον αποκτώντα, έστω και αν τα μέρη δεν το είχαν αυτό θελήσει. Προφανώς υπαινίσσεται εν προκειμένω το γεγονός ότι ο μεταβιβάζων και ο αποκτών, βάσει των συμφωνιών που έχουν συναφθεί με τα συνδικάτα και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχει το άρθρο 3 του νομοθετικού διατάγματος 835 της 9ης Δεκεμβρίου 1986, έχουν ρυθμίσει ρητώς κατά το χρονικό σημείο της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως της EMG τα της συνεχίσεως της σχέσεως εργασίας, όχι όμως για όλους τους εργαζομένους της EMG, δεδομένου ότι μόνο ένα μέρος από αυτούς μεταφέρθηκε.
33.
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 77/187 ορίζει τα ακόλουθα:
« Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που δημιουργούνται για τον εκχωρητή από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση που υφίσταται κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, μεταβιβάζονται, εξαιτίας της μεταβιβάσεως αυτής, στον εκδοχέα. »
Στην απόφαση Berg ( 32 ) το Δικαστήριο υπογράμμισε (σκέψεις 11 και 13) ότι οι απορρέουσες από συμβάσεις εργασίας υποχρεώσεις του μεταβιβάζοντος μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στον αποκτώντα. Κατά συνέπεια, οι υποχρεώσεις μεταβιβάζονται στον αποκτώντα αφής στιγμής πραγματοποιείται μεταβίβαση επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας, έστω και αν τα μέρη ( δηλαδή ο μεταβιβάζων, ο αποκτών και ο ενδιαφερόμενος εργαζόμενος) δεν έχουν τίποτε συνομολογήσει εν προκειμένω.
Στην περίπτωση κατά την οποία ο αποκτών και ο μεταβιβάζων έχουν εντούτοις ρυθμίσει ρητώς στη σύμβαση μεταβιβάσεως την κατάσταση των εργαζομένων, δεν μπορούν πάντως να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις της οδηγίας. Το Δικαστήριο το δέχθηκε αυτό ρητώς στην απόφαση Daddy's Dance Hall ( 33 ):
«Όπως υπογραμμίστηκε πιο πάνω ακόμα η οδηγία 77/187/ΕΟΚ επιδιώκει να διασφαλιστεί, ως προς τους εργαζομένους που αφορά η μεταβίβαση επιχειρήσεως, η διατήρηση των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας. Δεδομένου ότι η προστασία αυτή είναι δημοσίας τάξεως και, επομένως, εξαιρείται από το πεδίο της δικαιο-πρακτικής ελευθερίας των μερών στον τομέα των συμβάσεων εργασίας, οι κανόνες της οδηγίας, ιδίως δε αυτοί που αφορούν την προστασία των εργαζομένων από απολύσεις συνεπεία της μεταβιβάσεως, πρέπει να θεωρηθούν ως επιτακτικού χαρακτήρα υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπεται δυσμενής για τους εργαζομένους παρέκκλιση από τους κανόνες αυτούς. » (σκέψη 14)
Όχι μόνο ο αποκτών και ο μεταβιβάζων αλλά και οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, που ενεργούν απευθείας ή μέσω των συνδικάτων τους, δεν μπορούν να αποποιηθούν την προστασία που παρέχει η οδηγία:
« Από τις προηγούμενες σκέψεις συνάγεται ότι οι εν λόγω εργαζόμενοι δεν έχουν την ευχέρεια να παραιτηθούν από τα δικαιώματα που τους παρέχει η οδηγία και ότι ο περιορισμός των δικαιωμάτων αυτών δεν επιτρέπεται ούτε και με τη συναίνεση τους. » ( σκέψη 15 )
34.
Η Ιταλική Κυβέρνηση και οι εναγόμενες -της κύριας δίκης ισχυρίζονται ότι πράγματι τα μέρη δεν μπορούν να παραιτηθούν από τα δικαιώματα που αναγνωρίζει η οδηγία στους μεταφερόμενους εργαζομένους' η οδηγία δεν επιβάλλει εντούτοις σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως την ανάληψη από τον αποκτώντα όλων των εργαζομένων που απασχολούνταν στην επιχείρηση.
Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να απορριφθεί. Από το ίδιο το κείμενο του άρθρου 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας συνάγεται ότι η παρεχόμενη προστασία εκτείνεται σε όλους τους εργαζομένους οι οποίοι κατά το χρονικό σημείο της μεταβιβάσεως είχαν συνάψει σύμβαση εργασίας με τον εκποιούντα ή βρίσκονται σε σχέση εργασίας με αυτόν. Η πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας θα ήταν εξάλλου εξαιρετικά περιορισμένη, αν τα μέρη μπορούσαν τα ίδια να καθορίσουν ποιοι εργαζόμενοι μεταφέρονται και κατ' αυτόν τον τρόπο θα μπορούσαν να προσδιορίσουν τα ίδια την έκταση των υποχρεώσεων που απορρέουν γι' αυτά από την οδηγία.
Εντούτοις, οι προεκτιθέμενες παρατηρήσεις καθιστούν αναγκαία μία διευκρίνιση για την περίπτωση κατά την οποία μεταβιβάζεται όχι όλη η επιχείρηση αλλά μόνο ένα τμήμα της. Όπως μπορεί να συναχθεί από την αναφερόμενη στην υποσημείωση 17 απόφαση Botzen (σκέψη 15), στην περίπτωση αυτή προστατεύονται μόνο οι εργαζόμενοι που έχουν προσληφθεί για την εκτέλεση ορισμένης εργασίας στο μεταβιβασΟέν τμήμα.
35.
Προς στήριξη του ισχυρισμού της η Ιταλική Κυβέρνηση αντλεί επίσης ένα επιχείρημα από το άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας, το οποίο έχει ως εξής:
« Η μεταβίβαση μιας επιχειρήσεως, εγκαταστάσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως δεν συνιστά αυτή καθεαυτή λόγο απολύσεως για τον εκχωρητή ή τον εκδοχέα. Αυτή η διάταξη δεν εμποδίζει απολύσεις που είναι δυνατό να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανώσεως που προϋποθέτουν μεταβολές στο επίπεδο της απασχολήσεως. »
Η Ιταλική Κυβέρνηση συνάγει από τη διάταξη αυτή ότι η οδηγία δεν αντιτάσσεται σε συλλογική απόλυση και, επομένως, ούτε σε εθνικές ρυθμίσεις που έχουν ευνοϊκότερα αποτελέσματα για τους εργαζομένους απ' ό,τι μία τέτοια απόλυση, επειδή καθιστούν δυνατή τη διάσωση ενός μέρους των θέσεων εργασίας.
Δεν συμφωνώ με την άποψη ότι η οδηγία επιτρέπει κάθε απόλυση για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανωτικούς. Η οδηγία απαγορεύει πράγματι ρητώς τέτοιου είδους απολύσεις, όταν προκαλούνται από τη μεταβίβαση της επιχειρήσεως. Μόνο όταν οι απολύσεις έχουν εν πάση περιπτώσει πραγματοποιηθεί, π. χ. όταν έχουν ήδη αποφασιστεί πριν τεθεί ζήτημα οποιασδήποτε μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως, εμπίπτουν στην προαναφερθείσα εξαίρεση ( 34 ). Το άρθρο 4 της οδηγίας δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως επιχείρημα για την απόλυση ενός μέρους των εργαζομένων συνεπεία της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως.
36.
Επομένως, προτείνω να δοθεί στο πρώτο ερώτημα η αμέσως κατωτέρω διατυπού-μενη απάντηση.
Προτεινόμενες απαντήσεις
37.
Στο οεύτερο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
«Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, δεν εφαρμόζεται ως προς τη μεταβίβαση επιχειρήσεως, εγκαταστάσεως ή τμήματος τους σε περιπτώσεις κατά τις οποίες το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο μεταβιβάζων έχει παύσει τις πληρωμές, έχει καταστεί αφερέγγυος ή δεν απολαύει πλέον πίστεως και εμπίπτει σε μία διαδικασία η οποία, κατ' αναλογία προς την πτωχευτική διαδικασία, παρουσιάζει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:
—
αποβλέπει στη ρευστοποίηση των στοιχείων του ενεργητικού της περιουσίας που έχει τεθεί υπό διαχείριση, έστω και αν διευκολύνει τη συνέχιση του συνόλου ή μέρους των δραστηριοτήτων της επιχειρήσεως, επιδιώκοντας πρωτίστως τη ρευστοποίηση του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού ως στοιχείων οικονομικής μονάδας που εξακολουθεί να υφίσταται·
—
εξελίσσεται από την αρχή μέχρι το τέλος ως αναγκαστική διαδικασία υπό την έννοια ότι μπορεί να κινηθεί και, παρά τη θέληση των οργάνων της επιχειρήσεως, ότι έχει ως αποτέλεσμα την αφαίρεση από τα όργανα αυτά της εξουσίας διαχειρίσεως και διαθέσεως της περιουσίας της επιχειρήσεως και την ανάθεση της σε ειδικούς διαχειριστές που ορίζονται για τον σκοπό αυτό από τη δημόσια αρχή και ότι η μεταβίβαση μπορεί να αποφασιστεί από τους διαχειριστές αυτούς χωρίς τη σύμπραξη των εν λόγω οργάνων. »
Στην περίπτωση κατά την οποία η απάντηση στο πρώτο ερώτημα ωθήσει το αιτούν δικαστήριο να θεωρήσει ότι η διαδικασία στην οποία αναφέρεται εμπίπτει πράγματι στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ, προτείνω να δοθεί στο υποβληθέν από αυτό πρώνο ερώτημα η ακόλουθη απάντηση:
« Το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ έχει την έννοια ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν για τον μεταβιβάζοντα από την υφιστάμενη κατά το χρονικό σημείο της μεταβιβάσεως σύμβαση εργασίας ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στον αποκτώντα. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
( 1 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 171.
( 2 ) Για περισσότερες λεπτομέρειες ως προς το C1GS παραπέμπω στα στοιχεία τΐ)ς δικογραφίας της υποθέσεως 22/87, (απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1989, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1989, σ. 143 ). Στην υπόθεση αυτή επρόκειτο για το ζήτημα αν η ιταλική ρύθμιση η οποία διασφαλίζει τις πληρωμές εκ μέρους του CIGS, αποτελεί σύστημα εγγυήσεων όπως προβλέπεται από την οδηγία 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητος του εργοδότη ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 23 ).
( 3 ) Το Δικαστήριο εξέτασε ήδη αυτί] τη διάταξη στο πλαίσιο της υποθέσεως 235/84, ( απόφαση της 10ης Ιουλίου 1986, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1986, σ. 2291 ). Στην υπόθεση αυτή επρόκειτο για το ζήτημα αν η διάταξη αυτή διασφαλίζει επαρκώς τα αναφερόμενα στο άρθρο 3, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 77/187 (ειδικότερα τα δικαιώματα για παροχές λόγω γήρατος τις οποίες λαμΡάνουν οι εργαζόμενοι και οι πρώην εργαζόμενοι βάσει συμπληρωματικών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως ). Το Δικαστήριο απέρριψε την αιτίαση της Επιτροπής ότι αυτό δεν συμβαίνει.
( 4 ) Το άρθρο 2112 του ιταλικού Codice civile τροποποιήθηκε τελευταία με τον νόμο 428 της 29ης Δεκεμβρίου 1990 (Suppl. ordinario GURI αριθ. 10 της 12.1.1991). Λεπτομερέστερα ως προς το σημείο αυτό στην υποσημείωση 31.
( 5 ) GURI αριθ. 286 της 10.12.1986.
( 6 ) GURI αριθ. 32 της 9.2.1987.
( 7 ) Λυτή είναι πράγματι μία ειδικότερη πτωχευτική διαδικασία η οποία κηρύσσεται (ή κινείται) από δικαστήριο, αλλά διεξάγεται υπό τον έλεγχο της διοικητικής αρχής, αυτό δε λόγω του ιδιαίτερου χαρακτήρα της συγκεκριμένης επιχειρήσεως ( όπως ιδίως εκθέτει η Επιτροπή στις γραπτές παρατηρήσεις της: τράπεζες και ασφαλιστικές εταιρίες, ορισμένες δημόσιες επιχειρήσεις' βλ. επίσης κατωτέρω, παράγραφος 27 και υποσημείωση 30). Η διαδικασία της αναγκαστικής διοικητικής εκκαθαρίσεως ρυθμίζεται από τα άρθρα 194 επ. του αναφερόμενου στην επόμενη υποσημείωση βασιλικού διατάγματος.
( 8 ) Ως προς όλες αυτές τις διαδικασίες βλ. το βασιλικό διάταγμα 267 της 16ης Μαρτίου 1942 (GURI αριθ. 81 της 6.4.1942 ), όπως τροποποιήθηκε κατ' επανάληψη.
( 9 ) GURI αριθ. 36 της 6.2.1979.
( 10 ) GURI αριθ. 94 της 4.4.1979.
( 11 ) Βλ. ανωτέρω υποσημείωση 7.
( 12 ) Απόφαση της 18ης Μαρτίου 1986, υπόθεση 24/85 (Συλλογή 1986, σ. 1119).
( 13 ) Απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1985, υπόθεση 135/83 ( Συλλογή 1985, σ. 469 ).
( 14 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 44.
( 15 ) Συλλογή 1985, σ. 475.
( 16 ) Επ' αυτού, Polak, Ν. J.: Faillissemenlsreclil. τρίτη αναθεωρημένη έκδοση, 1986, σ. 149 επ.
( 17 ) Απόφαση στην υπόθεση 19/83, Wendelboe ( Συλλογή 1985, σ. 457, σκέψη 10)' απόφαση στην υπόθεση 179/83, FNV (Συλλογή 1985, σ. 511 ) απόφαση στην υπόθεση 186/83, Botzen ( Συλλογή 1985, σ. 519 ).
( 18 ) Απόφαση τικ Ί'Κ Ιουλίου 1985, υπόθεση 105/84, Mikkelsen ( Συλλογή 1985, σ. 2639, σκέψη 9 ).
( 19 ) Ως προς την Ιταλία, βλ. ανωτέρω παράγραφος 5.
( 20 ) Θα μπορούσε εδώ να αρκεί η παρατήρηση ότι, γενικώς, μπορεί να γίνει διάκριση μεταξύ διαδικασιών οι οποίες, όπως η « surséance van betaling » και/ή ο « προληπτικός συμβιβασμός » αποσκοπούν στην αποτροπή της πτωχεύσεως και διαδικασιών οι οποίες, όπως η « πτώχευση » ή η « αναγκαστική διοικητική εκκαθάριση » αποβλέπουν στην κατανομή των απομενόντων ( και προφανώς ανεπαρκών) στοιχείων του ενεργητικού μεταξύ των πιστωτών. Ως προς τις πρώτες διαδικασίες πρόκειται για μία κατάσταση κατά την οποία ανακύπτουν μόνο προβλήματα ταμειακής ρευστότητας ή Οεραπεύσιμης αφερεγγυότητας, τα οποία μπορούν να αντιμετωπιστούν με τη χορήγηση γενικής αναστολής πληρωμών και/ή μερικής ( και υπό όρους ) άφεση χρεών. Ως προς τις δεύτερες διαδικασίες πρόκειται για σοβαρά και μη Οεραπεύσιμα προβλήματα φερεγγυότητας που καθιστούν φανερό ότι τα απομένοντα στοιχεία του ενεργητικού απειλούνται να εξαφανιστούν.
( 21 ) Βλ. επίσης τη Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις που έγινε στο Λουγκάνο στις 16 Σεπτεμβρίου 1988 (ΕΕ 1988, L 319, σ. 9) από την εφαρμογή της οποίας εξαιρούνται ομοίως « οι πτωχεύσεις, πτωχευτικοί συμβιβασμοί και άλλες ανάλογες διαδικασίες ».
( 22 ) Απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 1979, υπόθεση 133/78 ( Jurispr. 1979, σ. 733 ).
( 23 ) 0 ορισμός αυτός συμφωνεί κατά γράμμα με τον ορισμό στον οποίο προέβη ο Jenard ως προς τις εν λόγω έννοιες και περιέχεται στην έκθεση του για τη Σύμβαση εκτελέσεως ( ΕΕ 1986, C 298, σ. 29 ).
( 24 ) ádrío των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ου/ixÅ. VÍ7..
( 25 ) Όπως ήδη είπα, το Δικαστήριο έπρεπε να αποφανθεί, στο πλαίσιο της υποθέσεως Abels, επί της διαδικασίας της surséance, όπως ρυθμίζεται στο ολλανδικό δίκαιο, δηλαδή μιας διαδικασίας που αποσκοπεί στην αποτροπή της πτωχεύσεως και προσομοιάζει προς την ιταλική διαδικασία « amministrazione controllata » ( ανωτέρω, παράγραφος 5 ).
( 26 ) Σε ορισμένες χώρες η surséance συνοδεύεται με προληπτικό συμβιβασμό, οπότε έτσι αποσκοπεί και στην αντιμετώπιση Οεραπεύσιμων προβλημάτων φερεγγυότητας μέσω π.χ. μερικής αφέσεως χρεών. Σε άλλες χώρες υφίσταται ως προς την τελευταία αυτή περίπτωση μία ειδική διαδικασία προληπτικού συμβιβασμού. Βλ. επίσης υποσημείωση 20.
( 27 ) Ομοίως, η κατάσταση δεν είναι διαφορετική στην ιταλική διαδικασία της υπό έλεγχο διαχειρίσεως ( amministrazione controllata) (άρθρο 187 του βασιλικού διατάγματος 267 ) ή του προληπτικού συμβιβασμού ( concordato preventivo) άρθρο 160 και 161 του προαναφερθέντος διατάγματος.
( 28 ) Λν δεν συμβεί αυτό, τότε θα ανέκυπτε πράγματι ένας πρόσθετος κίνδυνος, δηλαδή ότι οι πιστωτές Du προσπαθούν να κινήσουν μια πτωχευτική διαδικασία, προκειμένου να αποφύγουν την εφαρμογή της οδηγίας, αντί μια διαδικασία προσωρινής διαχειρίσεως, παρόλο που η τελευταία αυτή διαδικασία μπορεί να παράσχει πλέον πρόσφορο πλαίσιο για την κατά το δυνατό διασφάλιση της απασχολήσεως.
( 29 ) Μεταξύ άλλων, στην Ιταλία, στην περίπτωση της ήδη προαναφερθείσας διαδικασίας της αναγκαστικής διοικητικής εκκαθαρίσεως: βλέπε ανωτέρω, παράγραφο 5 και υποσημείωση 7.
( 30 ) Βλέπε εξάλλου τον κατάλογο των διαδικασιών για πιστοδοτικά ιδρύματα που βρίσκονται σε δυσκολίες στην πρόταση για την έκδοση οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με την εξυγίανση και την εκκαθάριση πιστωτικών ιδρυμάτων και συστημάτων παρακαταθηκών ( ΕΕ 1988, C 36, σ. 1 ).
( 31 ) Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή αναφέρθηκε στο ότι το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2112 του ιταλικού Codice civile τροποποιήθηκε με τον νόμο 428 της 29ης Δεκεμβρίου 1990 κατά τρόπο ώστε η διάταξη αυτί] να μην εφαρμόζεται πλέον στην περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεων που βρίσκονται υπό προσωρινή διαχείριση, καθόσον η μεταβίβαση πραγματοποιείται μετά τη λήξη των δραστηριοτήτων της επιχειρήσεως. Η Ιταλική Κυβέρνηση αντέτεινε πάντως ότι ο Ιταλός νομοθέτης με την τροποποίηση αυτή συντάχθηκε προς την άποψη της Επιτροπής. Το άρθρο 2112 δεν τυγχάνει πράγματι εφαρμογής, αφ' ης στιγμής οι αρχές διαπιστώσουν την κατάσταση κρίσεως της επιχειρήσεως, πράγμα που συμβαίνει σχεδόν πάντοτε στην πράξη σε περίπτωση επιχειρήσεων που βρίσκονται υπό προσωρινή διαχείριση.
( 32 ) Απόφαση της 5ης Μαΐου 1988, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 144/87 και 145/87 ( Συλλογή 1988, σ. 2559 ).
( 33 ) Απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1988, 324/86 ( Συλλογή 1988,σ.739).
( 34 ) Βλέπε σχετικώς Bertrand, V.: Trans/eri ties commis ile travail ei cession ď enterprise. 1988, σ. 108 επ.
Full & Egal Universal Law Academy