ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
GIUSEPPE TESAURO
της 2ας Οκτωβρίου 1990 ( *1 )
Κύριε Πρόεορε,
Κύριοι δικαονές,
1.
Με την παρούσα αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως το Tribunal de première instance de Liège υπέβαλε στο Δικαστήριο τέσσερα ερωτήματα ως προς την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων της Συνθήκης και του παραγώγου δικαίου περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και του δικαιώματος εγκαταστάσεως και ιδίως των άρθρων 3, στοιχείο γ, 7, 48 επ., 52 επ. της Συνθήκης, καθώς και του κανονισμού 1612/68 ( 1 ) του Συμβουλίου και των οδηγιών του Συμβουλίου 68/360 ( 2 ), 73/148 ( 3 ) και 64/221 ( 4 ).
Τα ερωτήματα αυτά, τα οποία είναι μεταξύ τους συναφή, αφορούν, κατ' ουσίαν, τη φύση του δικαιώματος διαμονής των κοινοτικών υπηκόων που ασκούν οικονομική δραστηριότητα σε κράτος μέλος διαφορετικό από αυτό του οποίου έχουν την ιθαγένεια.
Το κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η διαφορά είναι πολύ γνωστό· θα περιοριστώ επομένως να υπενθυμίσω σύντομα τα πραγματικά περιστατικά στα οποία οφείλεται η παρούσα διαδικασία, παραπέμποντας κατά τα λοιπά στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
2.
Η Roux, γαλλίδα υπήκοος, μετέβη στο Βέλγιο όπου ζήτησε από τις υπηρεσίες του Δήμου Λιέγης να της χορηγήσουν άδεια διαμονής δηλώνοντας ότι εργάζεται ως ανεξάρτητη σερβιτόρα.
Η υπηρεσία αλλοδαπών απέρριψε την αίτηση αυτή, υποστηρίζοντας ότι η Roux δεν εργαζόταν ως ανεξάρτητη σερβιτόρα, αλλά, αντίθετα, συνδεόταν με τον εργοδότη της με σχέση εξαρτήσεως. Κατά συνέπεια, η άσκηση από τη Roux της δραστηριότητας αυτής δεν ήταν σύμφωνη με την ισχύουσα στο Βέλγιο κοινωνικοασφαλιστική νομοθεσία για τους μισθωτούς εργαζομένους. Η υπηρεσία αλλοδαπών διέταξε επομένως τη Roux να εγκαταλείψει τη χώρα.
Η Roux προσέβαλε την απόφαση αυτή ζητώντας, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, τη χορήγηση αδείας διαμονής και τη μη εκτέλεση του μέτρου της απελάσεως.
3.
Δεδομένου ότι οι αρμόδιες βελγικές αρχές δεν αμφισβητούν ότι η Roux ασκεί πραγματικά οικονομική δραστηριότητα στο Βέλγιο και ότι στο κράτος αυτό υπάρχουν δύο διαφορετικές άδειες διαμονής, αναλόγως του αν η οιαστηριότητα ασκείται από μισθωτό ή ανεξάρτητο εργαζόμενο, το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο τέσσερα ερωτήματα που έχουν, περιληπτικά, ως εξής:
«1)
Εξαρτάται, σύμφωνα με την εφαρμοζόμενη κοινοτική ρύθμιση, το δικαίωμα διαμονής και, κατά συνέπεια, η χορήγηση της αντίστοιχης αδείας από την τήρηση των εθνικών διατάξεων περί κοινωνικής ασφαλίσεως; Ειδικότερα, το γεγονός ότι ο εν λόγω υπήκοος υπάγεται στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως των ανεξαρτήτων εργαζομένων και όχι σ' αυτό των μισθωτών μπορεί να δικαιολογήσει την απέλαση του;
2)
Απαγορεύουν τα κρίσιμα άρθρα των οδηγιών 68/360 και 73/148 στα κράτη μέλη να απαιτούν, για τη χορήγηση αδείας διαμονής, την υπαγωγή στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως;
3)
Επιβάλλει η εφαρμοζόμενη κοινοτική ρύθμιση στα κράτη μέλη την υποχρέωση να χορηγούν άδεια διαμονής όταν δεν αμφισβητείται η πραγματική άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, αλλά μόνον ο χαρακτηρισμός της ( ως δραστηριότητας ανεξαρτήτου ή μισθωτού εργαζομένου );
4)
Μπορούν τα κράτη μέλη, βάσει της ρυθμίσεως αυτής, να αρνηθούν σε κοινοτικό υπήκοο τη χορήγηση αδείας διαμονής λόγω του ότι δεν ασκεί τη δραστηριότητα του σύμφωνα με την ισχύουσα κοινωνική νομοθεσία; »
4.
Το Δικαστήριο είχε ήδη πολλές φορές την ευκαιρία να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού. Η πάγια και εξαντλητική νομολογία του επιτρέπει επομένως να δοθεί εύκολα απάντηση στα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου, ερωτήματα που, το επαναλαμβάνω, αφορούν κατ' ουσίαν την ίδια τη φύση του δικαιώματος διαμονής.
Υπενθυμίζω κατ' αρχάς τη γνωστή απόφαση Royer, στην οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι « (... ) το δικαίωμα των υπηκόων κράτους μέλους να εισέρχονται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους και να διαμένουν εκεί για τους σκοπούς που αναγνωρίζονται στη Συνθήκη — ιδίως για να αναζητήσουν εκεί εργασία ή να ασκήσουν επαγγελματική δραστηριότητα, μισθωτή ή ανεξάρτητη (...) — αποτελεί δικαίωμα που παρέχεται απευθείας από τη Συνθήκη ή, κατά περίπτωση, από τις διατάξεις που θεσπίστηκαν για την εφαρμογή της » ( 5 ). Από αυτό συνάγεται, όπως είπε το Δικαστήριο, ότι το δικαίωμα διαμονής κτάται ανεξάρτητα από τη χορήγηση αδείας διαμονής από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους. Η χορήγηση αδείας διαμονής πρέπει επομένως να θεωρηθεί « όχι ως πράξη συστατική δικαιωμάτων, αλλά ως πράξη με την οποία διαπιστώνεται, από το κράτος μέλος, η ατομική κατάσταση υπηκόου άλλου κράτους μέλους από την άποψη των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου » ( 6 )
Είναι επομένως προφανές ότι η φύση της αδείας διαμονής είναι, για τους κοινοτικούς υπηκόους, αποκλειστικώς δηλωτική ενός δικαιώματος όταν συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις.
5.
Στην προκειμένη περίπτωση δεν αμφισβητείται ότι η Roux ασκεί οικονομική δραστηριότητα στο Βέλγιο και, δεδομένου ότι το δικαίωμα διαμονής, όπως πολλές φορές αποφάνθηκε το Δικαστήριο, εξαρτάται μόνο από την προϋπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος ασκεί οικονομική δραστηριότητα που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 48 ή 52 ή 59 της Συνθήκης, η Roux απολαύει του δικαιώματος αυτού κατά την έννοια της εφαρμοζόμενης κοινοτικής ρυθμίσεως και αυτό ανεξαρτήτως του αν ασκεί τη δραστηριότητα αυτή ως ανεξάρτητη ή μισθωτή εργαζομένη.
Επομένως, όσον αφορά την άδεια διαμονής, πρέπει να εξακριβωθεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που επιτρέπουν τη χορήγηση της. Όταν όμως πρόκειται για μισθωτό εργαζόμενο, οι προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να πληροί ο κοινοτικός υπήκοος είναι δύο: πρέπει να είναι κάτοχος διαβατηρίου ή δελτίου ταυτότητας κατά την είσοδο του στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους και πρέπει να προσκομίσει πιστοποιητικό του εργοδότη (άρθρο 4 της οδηγίας 68/360). Ο ανεξάρτητος εργαζόμενος πρέπει να κατέχει δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο και να αποδείξει με κάθε μέσο ότι ασκεί ανεξάρτητη δραστηριότητα (άρθρο 6 της οδηγίας 73/148 ).
Καμία άλλη προϋπόθεση δεν απαιτείται και, όπως είπε το Δικαστήριο σχετικά με τους μισθωτούς εργαζομένους, τα κράτη μέλη έχουν « την υποχρέωση να χορηγούν άδεια διαμονής σε κάθε πρόσωπο που αποδεικνύει, με την προσκόμιση των καταλλήλων εγγράφων, ότι εμπίπτει σε μία από τις κατηγορίες που ορίζονται στο άρθρο 1 της οδηγίας » ( 7 ). Αυτό ισχύει και για τους ανεξαρτήτους εργαζομένους όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 6 της προαναφερθείσας οδηγίας 73/148.
Στην προκειμένη περίπτωση τα έγγραφα που προσκόμισε η Roux πληρούν τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση αδείας διαμονής, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, είτε η Roux ασκεί τη δραστηριότητα της ως ανεξάρτητη εργαζομένη είτε ως μισθωτή εργαζομένη.
6.
Από τα προηγούμενα μπορεί εύκολα να συναχθεί το συμπέρασμα ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να απαιτούν άλλα έγγραφα ή να επιβάλλουν, με οποιονδήποτε τρόπο, άλλες προϋποθέσεις από αυτές που προβλέπει η εν λόγω κοινοτική ρύθμιση.
Η διαπίστωση αυτή επιτρέπει να δοθεί συνολική απάντηση στα τρία πρώτα ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο. Πράγματι, το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση ο χαρακτηρισμός της δραστηριότητας που ασκεί η Roux αμφισβητείται δεν είναι κρίσιμο όσον αφορά την εφαρμοζόμενη κοινοτική ρύθμιση. Η χορήγηση άδειας διαμονής, και a priori το δικαίωμα διαμονής, δεν μπορεί να εξαρτηθεί από την τήρηση εθνικών διατάξεων περί κοινωνικής ή άλλης ασφαλίσεως και, επομένως, στην προκειμένη περίπτωση από το γεγονός ότι η Roux έχει υπαχθεί στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως των ανεξαρτήτων εργαζομένων και όχι σε αυτό των μισθωτών εργαζομένων. Εκείνο που έχει σημασία είναι να εμπίπτει η Roux στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της εν λόγω κοινοτικής ρυθμίσεως και να πληροί τις απαραίτητες προϋποθέσεις για τη χορήγηση αδείας διαμονής.
7.
Όσον αφορά το τέταρτο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο και το οποίο κατ' ουσίαν αφορά τις κυρώσεις που μπορούν να επιβληθούν σε περίπτωση ενδεχομένης παραβάσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από την εθνική κοινωνική νομοθεσία, πρέπει καταρχάς να υπενθυμιστεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι ενδεχόμενες κυρώσεις που επιβάλλονται σε υπηκόους άλλου κράτους μέλους λόγω μη τηρήσεως εθνικών διατάξεων και διαδικασιών, κυρώσεις επομένως που επιβάλλονται και επί των ημεδαπών, δεν μπορούν να είναι δυσανάλογες.
Δεν πρέπει ιδίως να είναι ικανές να παρεμποδίσουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων ( 8 ) Αποκλείεται επομένως να μην αναγνωριστεί το δικαίωμα διαμονής σε κοινοτικό υπήκοο που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της σχετικής ρύθμισης. Και ακόμη περισσότερο απαγορεύεται, για τον λόγο αυτό, η απέλαση του. Οι κυρώσεις της παραβάσεως εθνικών διατάξεων του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως μπορούν, πράγματι, να είναι μόνον ανάλογες αυτών που προβλέπονται για τους ημεδαπούς για τον ίδιο τύπο παραβάσεως.
8.
Υπό το φως των προηγουμένων σκέψεων προτείνω επομένως στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα ερωτήματα του Tribunal de première instance de Liège:
«1)
Το δικαίωμα διαμονής και η χορήγηση της σχετικής αδείας δεν εξαρτώνται από την τήρηση εθνικών διατάξεων περί κοινωνικής ασφαλίσεως· η μη τήρηση των διατάξεων αυτών από εργαζόμενο που προστατεύεται από το κοινοτικό δίκαιο δεν δικαιολογεί, αυτή καθαυτή, την απέλαση του.
2)
Το άρθρο 4 της οδηγίας 68/360 και το άρθρο 6 της οδηγίας 73/148 απαγορεύουν στα κράτη μέλη να επιβάλλουν την προηγούμενη εγγραφή σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως ως προϋπόθεση χορηγήσεως αδείας διαμονής.
3)
Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να χορηγούν άδεια διαμονής σε όποιον αποδεικνύει, προσκομίζοντας τα δικαιολογητικά που απαιτούνται σύμφωνα με τις εφαρμοστέες κοινοτικές διατάξεις, ότι έχει δικαίωμα διαμονής, χωρίς να είναι απαραίτητος από πλευράς κοινοτικού δικαίου ο χαρακτηρισμός της ασκούμενης δραστηριότητας ως ανεξάρτητης ή εξαρτημένης.
4)
Η μη τήρηση ουσιαστικών ή διαδικαστικών εθνικών διατάξεων που αφορούν την υπαγωγή σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να αρνούνται τη χορήγηση αδείας διαμονής ούτε, εν πάση περιπτώσει, να επιβάλλουν δυσανάλογες κυρώσεις ικανές να παρεμποδίσουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
( 1 ) Κανονισμός ( ΕΟΚ ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητος ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33).
( 2 ) Οδηγία 68/360/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των εργαζομένων των κρατών μελών και των οικογενειών τους στο εσωτερικό της Κοινότητος ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 43 ).
( 3 ) Οδηγία 73/148/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1973, περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των υπηκόων των κρατών μελών στο εσωτερικό της Κοινότητος στον τομέα της εγκαταστάσεως και της παροχής υπηρεσιών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 144).
( 4 ) Οδηγία 64/221/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1964, περί του συντονισμού των ειδικών μέτρων για τη διακίνηση και τη διαμονή αλλοδαπών, τα οποία δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 16).
( 5 ) Απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, σκέψεις 31 έως 33, (48/75, Rec. 1976, σ. 497). Όμοια βλ. αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1977, Sagulo, ( 8/77, Rec. 1977, σ. 1495 ), καθώς και της 3ης Ιουλίου 1980, Heck (157/79. Rec. 1980, α 2171).
( 6 ) Προαναφερθείσα απόφαση Royer ( Rec. 1976, σ. 513 ).
( 7 ) Προαναφερθείσα απόφαση Royer, 37η σκέψη ( Rec. 1976, σ. 512).
( 8 ) Βλ. συναφώς, τελευταίως, την απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1989, Lothar Messner ( C-265/88, Συλλογή 1989, σ. 4209 ).
Full & Egal Universal Law Academy