ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
F. G. JACOBS
της 8ης Μαΐου 1991 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Στην υπόθεση αυτή, το Cour de cassation du Luxembourg ζητεί την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το συμβιβαστό προς το κοινοτικό δίκαιο περιορισμών όπως εκείνων τους οποίους επιβάλλει το Μεγάλο Δουκάτο στην εξαγωγή υλικού το οποίο χαρακτηρίζει στρατηγικής φύσεως. Το ερώτημα αυτό ανέκυψε σε ποινική διαδικασία που κίνησε ο Υπουργός Οικονομικών και ο Διευθυντής Τελωνείων του Λουξεμβούργου κατά ορισμένων κατηγορουμένων, στους οποίους περιλαμβάνεται ο Aimé Richardt, πρόεδροςγενικός διευθυντής γαλλικής εταιρίας, της ομόρρυθμης εταιρίας «Les Accessoires Scientifiques» ( στο εξής: LAS ).
Ιστορικό της διαφοράς
2.
Αφορμή για τη διαδικασία ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου αποτέλεσε η σύμβαση την οποία ο Richardt συνήψε το 1984 με το σοβιετικό εμπορικό κέντρο Technopromimport για την παράδοση μιας μονάδας παραγωγής κυκλωμάτων μνήμης φυσαλίδων. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι οι μηχανισμοί μνήμης φυσαλίδων χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία της μικροηλεκτρονικής και αποθηκεύουν τις πληροφορίες υπό μορφή εντοπισμένων μαγνητικών σφαιρών που αποκαλούνται μαγνητικές φυσαλίδες. Αναφέρεται ότι η μονάδα προοριζόταν αρχικά για τα σοβιετικά ταχυδρομεία και περιελάμβανε 27 χωριστές μηχανές. Μια από τις μηχανές αυτές ήταν η μηχανή επεξεργασίας microetch δέκα ιντσών την οποία κατασκεύασε η εταιρία Veeco Instruments Inc., των Ηνωμένων Πολιτειών, και που πωλήθηκε σε τιμή 573095 δολλαρίων. Η LAS απέκτησε τη microetch τον Απρίλιο του 1985 από άλλη γαλλική εταιρία, τη La Physique Appliquée Industrie SA, η οποία την είχε αγοράσει νωρίτερα από την Veeco SA, γαλλική θυγατρική του κατασκευαστή. Η Veeco SA αγόρασε τη μηχανή microetch από τη μητρική εταιρία το 1984.
3.
Όπως αντιλαμβάνομαι, η μηχανή microetch είναι συσκευή ιονοβολισμού η οποία επιτρέπει να αφαιρούνται ελαχιστότατες ποσότητες ύλης από την επιφάνεια μικροσκοπικού πλακιδίου ή υποθέματος με μεγάλη ακρίβεια. Οι τελωνειακές υπηρεσίες των Ηνωμένων Πολιτειών στο Παρίσι, με έγγραφο που απηύθυναν στις αντίστοιχες υπηρεσίες του Λουξεμβούργου στις 28 Μαΐου 1985, ανέφεραν ότι η μηχανή microetch αποτελούσε δημιούργημα της πλέον προηγμένης τεχνολογίας μολονότι, κατά τη Veeco SA, ένας τέτοιος εξοπλισμός μπορούσε κατά τον κρίσιμο χρόνο να αποκτηθεί ευχερώς στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική.
4.
Η μηχανή εξήλθε από τις Ηνωμένες Πολιτείες με άδεια εξαγωγής που εξέδωσαν οι αμερικανικές αρχές, οι οποίες φαίνεται ότι επέτρεψαν τη χρήση της μόνο στη Γαλλία. Ο περιορισμός αυτός ως προς τη χρήση της μηχανής microetch αναφερόταν στο γαλλικό τιμολόγιο που εξέδωσε για τη Veeco SA η Veeco Instruments Inc., όχι όμως και στο αγγλικό. Στα τιμολόγια που εκδόθηκαν για τις μεταγενέστερες πωλήσεις της μηχανής microetch δεν αναφερόταν κανένας τέτοιος περιορισμός. Ο Richardt ισχυρίζεται ότι το γαλλικό τιμολόγιο που εκδόθηκε για τη Veeco SA κατασκευάστηκε εκ των υστέρων για να χρησιμοποιηθεί ενώπιον των δικαστηρίων του Λουξεμβούργου. Πάντως, η αυθεντικότητά του δεν έχει επίπτωση ως προς την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο.
5.
Τον Ιούνιο του 1984, η LAS υπέβαλε στις αρμόδιες γαλλικές αρχές αίτηση προκειμένου να λάβει άδεια εξαγωγής ολόκληρης της μονάδας στη Σοβιετική Ένωση. Η LAS πληροφορήθηκε ότι από τις 27 μηχανές για τις οποίες είχε ζητήσει άδεια, οι 24, μεταξύ των οποίων η μηχανή microetch, δεν χρειάζονταν άδεια και μπορούσαν να εξέλθουν ελεύθερα από το γαλλικό έδαφος. Για τις υπόλοιπες τρεις μηχανές χορηγήθηκε άδεια εξαγωγής. Η LAS ανέθεσε τότε σε μια μεταφορική επιχείρηση τη μεταφορά της μηχανής microetch στη Μόσχα. Προς τούτο, συμπληρώθηκε δήλωση εξαγωγής επί του εντύπου EX, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2102/77 (OJ 1977, L 246, σ. 1 ), και συνήφθη σύμβαση με την Air France για τη μεταφορά της μηχανής microetch από το Roissy στη Μόσχα με πτήση της Aeroflot που έπρεπε να πραγματοποιηθεί από το Roissy στις 14 Μαΐου 1985.
6.
Ωστόσο, η πτήση από Roissy προς Μόσχα ματαιώθηκε και η Air France αποφάσισε, χωρίς να συμβουλευθεί τη LAS ή τον Richardt, να μεταφέρει το φορτίο στο Λουξεμβούργο, από όπου η Aeroflot θα πραγματοποιούσε πτήση προς τη Μόσχα στις 21 Μαΐου 1985. Όμως, η μηχανή microetch κατασχέθηκε από τις αρχές του Λουξεμβούργου ενώ φορτωνόταν στο αεροπλάνο και εξακολουθεί ακόμη να είναι στην κατοχή των αρχών αυτών.
7.
Η μηχανή microetch μεταφέρθηκε από το Roissy στο Λουξεμβούργο υπό την κάλυψη του παραστατικού Τ1 που συμπλήρωσε η Air France σύμφωνα με τον κανονισμό 222/77 του Συμβουλίου, της 5ης Δεκεμβρίου 1986, περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/003, σ. 3 ). Σκοπός του κανονισμού αυτού ήταν η θέσπιση ενός καθεστώτος κοινοτικής διαμετακομίσεως που να διευκολύνει τη μεταφορά εμπορευμάτων μεταξύ δύο σημείων της Κοινότητας « και να απλοποιήσει ιδίως τις διατυπώσεις που πρέπει να τηρούνται κατά τη διέλευση των εσωτερικών συνόρων» (βλ. τέταρτη ατιολογική σκέψη). Ο κανονισμός θεσπίζει διαδικασία για την εξωτερική κοινοτική διαμετακόμιση και διαδικασία για την εσωτερική κοινοτική διαμετακόμιση. 'Οταν τα εμπορεύματα κυκλοφορούν υπό καθεστώς εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως πρέπει να χρησιμοποιείται το παραστατικό Τ1. Το διαφορετικό αυτό καθεστώς διαμετακομίσεως εφαρμόζεται σε τρεις κατηγορίες εμπορευμάτων, από τις οποίες μια ενδιαφέρει εν προκειμένω, ήτοι η κατηγορία εμπορευμάτων τα οποία δεν τελούν σε ελεύθερη κυκλοφορία στα κράτη μέλη [ βλ. άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο α, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 222/77 ].
8.
Πάντως, από τις απαντήσεις σε γραπτή ερώτηση του Δικαστηρίου προς τη LAS και τις Κυβερνήσεις της Γαλλίας και του Λουξεμβούργου προκύπτει ότι η μηχανή microetch τέθηκε σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας όταν εισήχθη στη Γαλλία από τη Veeco SA. Επομένως, έπρεπε να αποσταλεί στο Λουξεμβούργο υπό την κάλυψη του παραστατικού Τ2 που πρέπει να χρησιμοποιείται όταν τα εμπορεύματα κυκλοφορούν υπό καθεστώς εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως. Η χρησιμοποίηση του παραστατικού Τ1 οφείλεται προφανώς σε σφάλμα, αλλά ούτε οι γαλλικές αρχές ούτε οι αρχές του Λουξεμβούργου προέβαλαν αντίρρηση και τον Φεβρουάριο του 1986 οι γαλλικές αρχές βεβαίωσαν ότι η διαδικασία διαμετακομίσεως ως προς τα εμπορεύματα είχε περατωθεί.
9.
Οι αρχές του Λουξεμβούργου αρνήθηκαν να επιτρέψουν τη φόρτωση της μηχανής microetch στην πτήση με προορισμό τη Μόσχα, διότι έκριναν ότι για την εξαγωγή του υλικού αυτού στη Σοβιετική Ένωση επιβαλλόταν η έκδοση αδείας βάσει των άρθρων 1 και 2 του κανονισμού του Μεγάλου Δουκάτου της 17ης Αυγούστου 1963 ( στο εξής: κανονισμός του Μεγάλου Δουκάτου ) κατά τον οποίο η μεταφορά χωρίς άδεια ορισμένων εμπορευμάτων προελεύσεως, μεταξύ άλλων, Ηνωμένων Πολιτειών και Γαλλίας με προορισμό, μεταξύ άλλων, τη Σοβιετική Ένωση απαγορευόταν. Ο κατάλογος των εμπορευμάτων για τα οποία, κατά τον χρήσιμο χρόνο, χρειαζόταν άδεια βάσει του κανονισμού του Μεγάλου Δουκάτου περιλαμβανόταν σε παράρτημα του κανονισμού του Μεγάλου Δουκάτου της 23ης Αυγούστου 1982. Οι αρχές του Λουξεμβούργου έκριναν ότι η μηχανή microetch εμπίπτει στο άρθρο 1355, b, 1, και στη σημείωση 3, h, του εν λόγω καταλόγου. Η άποψη αυτή αμφισβητείται από τους κατηγορουμένους για λόγους άσχετους προς το ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο. Οι κατηγορούμενοι επιδιώκουν επίσης να στηριχθούν στη διάταξη του άρθρου 2 του κανονισμού του Μεγάλου Δουκάτου κατά την οποία η έκδοση αδείας δεν απαιτείται όταν η χώρα καταγωγής των προϊόντων εξέδωσε έγκυρο πιστοποιητικό διαμετακομίσεως. Υποστηρίζουν ότι το παραστατικό ΤΙ που συνοδεύει τα προϊόντα και το οποίο εξέδωσαν οι γαλλικές αρχές συνιστά ένα τέτοιο πιστοποιητικό και τους απαλλάσσει από την υποχρέωση να ζητήσουν την έκδοση αδείας από τις αρχές του Λουξεμβούργου βάσει του κανονισμού του Μεγάλου Δουκάτου.
10.
Το επιχείρημα αυτό απορρίφθηκε από το tribunal correctionnel ενώπιον του οποίου κατηγορήθηκαν ο Richardt και τέσσερα άλλα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων ο εμπορικός διευθυντής της Air France, με την κατηγορία της απόπειρας καταστρατηγήσεως των διατάξεων του κανονισμού του Μεγάλου Δουκάτου. Ο Richardt αθωώθηκε διότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο, αγνοούσε ότι τα εμπορεύματα μεταφέρθηκαν στο Λουξεμβούργο, οι δε τέσσερις συγκατηγορούμενοι του απαλλάχθηκαν επίσης. Ωστόσο, το tribunal correctionnel διέταξε τη δήμευση της μηχανής microetch. Κατόπιν εφέσεως του Richardt, το Cour ď appel εξαφάνισε το τμήμα του διατακτικού με το οποίο διατασσόταν η δήμευση της μηχανής microetch. Οι αρχές του Λουξεμβούργου άσκησαν τότε αναίρεση ενώπιον του Cour de cassation, το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
« Έχει ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 222/77 την έννοια ότι το παραστατικό ΤΙ που προβλέπει πρέπει υποχρεωτικώς και χωρίς περιορισμό να αναγνωρίζεται ως άδεια διαμετακομίσεως έγκυρη στο έδαφος κάθε κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, ανεξαρτήτως της φύσεως του μεταφερομένου εμπορεύματος, ακόμα και αν είναι επικίνδυνο για την εξωτερική ασφάλεια του κράτους ή, αντίθετα, ότι παρέχει στο κράτος μέλος τη δυνατότητα να αρνηθεί να θεωρήσει ότι το παραστατικό ΤΙ επέχει θέση αδείας διαμετακομίσεως, όταν η εθνική νομοθεσία του κράτους αυτού θεωρεί το μεταφερόμενο εμπόρευμα ως υλικό στρατηγικής φύσεως και, για λόγους εξωτερικής ασφαλείας, προβλέπει τη χορήγηση ειδικής αδείας για τη διαμετακόμιση του από το έδαφός του; »
Αντικείμενο νου κανονισμού νου Μεγάλου Δουκάτου
11.
Ο κανονισμός του Μεγάλου Δουκάτου θεσπίστηκε για την εφαρμογή των συμφωνιών που συνήφθησαν στο πλαίσιο της COCOM (Coordinating Committee for Multilateral Export Controls, Πολυμερής Συντονιστική Επιτροπή Ελέγχου των Εξαγωγών). Σκοπός της COCOM είναι ο έλεγχος των εξαγωγών προς τις κομουνιστικές χώρες αγαθών στρατηγικής φύσεως. Δεκαέξι κράτη είναι μέλη της, περιλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών και όλων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, με εξαίρεση την Ιρλανδία η οποία, όμως, έχει ως πολιτική να τηρεί τους κανόνες που θεσπίζει η COCOM. Αν ληφθούν υπόψη οι αλλαγές που παρατηρήθηκαν πρόσφατα στις περισσότερες από τις κομουνιστικές χώρες, είναι πιθανόν ότι στο μέλλον το σύστημα COCOM θα εφαρμόζεται λιγότερο αυστηρά.
12.
Η COCOM είναι ανεπίσημη επιτροπή και οι αποφάσεις της πρέπει να μεταφέρονται στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών που μετέχουν σ' αυτήν για να αναπτύσσουν έννομα αποτελέσματα. Η ανάγκη εθνικών διατάξεων εφαρμογής σημαίνει ότι οι κατηγορίες προϊόντων που υπόκεινται σε περιορισμούς κατά την εξαγωγή στα διάφορα συμμετέχοντα κράτη μπορεί να μη συμπίπτουν ακριβώς σε ορισμένο χρόνο. Εν τούτοις, φαίνεται εν προκειμένω ότι η γαλλική νομοθεσία περιόριζε επίσης την εξαγωγή υλικού που εμπίπτει στο άρθρο 1355, b, 1, και στη σημείωση 3, h, του καταλόγου που προσαρτήθηκε στον κανονισμό του Μεγάλου Δουκάτου της 23ης Αυγούστου 1982. Πράγματι, μετά την κατάσχεση της μηχανής microetch από τις αρχές του Λουξεμβούργου, το ζήτημα επανεξετάστηκε από τις γαλλικές αρχές, οι οποίες κίνησαν την ποινική διαδικασία κατά της LAS. Η ποινική αυτή διαδικασία εκκρεμεί ακόμη. Κατά την προφορική διαδικασία ο εκπρόσωπος της Γαλλικής Κυβερνήσεως πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι οι γαλλικές αρχές ενέκριναν αρχικά την εξαγωγή του εμπορεύματος επειδή δεν γνώριζαν ακριβώς την πραγματική του φύση.
Τα ζητήματα που ανακύπτουν ενώπιον του Δικαστηρίου
13.
Μολονότι το ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο αναφέρεται στον κανονισμό 222/77, θεωρώ ότι ο κανονισμός αυτός δεν έχει εφαρμογή για την επίλυση της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού, το καθεστώς της κοινοτικής διαμετακομίσεως εφαρμόζεται στην κυκλοφορία των εμπορευμάτων « μεταξύ δύο σημείων ευρισκομένων εντός της Κοινότητας ». Πάντως, δεν υπήρξαν περιορισμοί στην κυκλοφορία της μηχανής microetch μεταξύ της Γαλλίας και του Λουξεμβούργου και, κατά τον χρόνο της κατασχέσεως από τις αρχές του Λουξεμβούργου, η διαδικασία κοινοτικής διαμετακομίσεως είχε περατωθεί. Η διαφορά ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου αφορά τη μεταφορά της μηχανής microetch όχι από τη Γαλλία στο Λουξεμβούργο, αλλά από το Λουξεμβούργο στη Σοβιετική Ένωση, τρίτη χώρα. Ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 222/77 δεν έχει ως αποτέλεσμα να εμποδίζει κράτος μέλος να επιβάλλει τη λήψη αδείας εξαγωγής για ορισμένα προϊόντα προς τρίτες χώρες, δεδομένου ότι οι εξαγωγές αυτές δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού.
14.
Επομένως, τίθεται το ζήτημα αν υπάρχουν άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου που να καθιστούν παράνομη μια τέτοια απαίτηση. Κατά τη διαδικασία έγινε επίκληση των κανόνων της Συνθήκης ΕΟΚ που απαγορεύουν τους ποσοτικούς περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος ( βλ. άρθρα 30 έως 36 ). Ωστόσο, θεωρώ ότι οι κανόνες αυτοί δεν έχουν εφαρμογή εν προκειμένω δεδομένου ότι, όπως τονίζει η Επιτροπή, οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται μόνο στην κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ κρατών μελών ( βλ. υπόθεση 51/75, EMI Records κατά CBS United Kingdom, ECR 1976, σ. 811). Μολονότι η Επιτροπή εξακολούθησε να επικαλείται τα άρθρα 30 έως 36, η προσέγγιση αυτή είναι εσφαλμένη κατά τη γνώμη μου και πρέπει μάλλον να εξεταστούν οι κοινοτικές διατάξεις που διέπουν τις εξαγωγές προς τις τρίτες χώρες.
O κανονισμός (EOK) 2603/69
15.
Η εξαγωγή εμπορευμάτων της Κοινότητας προς τις τρίτες χώρες διέπεται από τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2603/69 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1969, περί θεσπίσεως κοινού καθεστώτος εξαγωγών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 11/001, σ. 101 ), όπως τροποποιήθηκε την τελευταία (φορά με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 1934/82 ( ΕΕ 1982 L 211, σ. 1 ). Μολονότι έγινε επίκληση στην υπόθεση αυτή του κανονισμού 2603/69, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία όσον αφορά το πλαίσιο στο οποίο εφαρμόζονται οι διατάξεις του. Ο κανονισμός εκδόθηκε στο τέλος της μεταβατικής περιόδου, σύμφωνα με τα άρθρα 111 και 113 της Συνθήκης, ως ο άξονας της κοινής εμπορικής πολιτικής της Κοινότητας. Ακόμη και αν είναι δυνατό να υπάρχουν ορισμένες αμφιβολίες ως προς τον τομέα που καλύπτει η πολιτική αυτή, τα μέτρα που αποβλέπουν στην ελευθέρωση των εξαγωγών της Κοινότητας προς τις τρίτες χώρες εμπίπτουν αναμφισβήτητα στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού και, κατά συνέπεια, εμπίπτουν επίσης στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας. Το ίδιο το άρθρο 113, παράγραφος 1, καθορίζει την κοινή εμπορική πολιτική η οποία « διαμορφώνεται επί ενιαίων αρχών, ιδίως σε ό,τι αφορά (... ) την ενοποίηση των μέτρων ελευθερώσεως ( και ) την πολιτική εξαγωγών (... ) ». 'Ετσι, όπως έκρινε το Δικαστήριο (βλ. ιδίως τις αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1976, υπόθεση 41/76, Donckervocke κατά Procureur de la République, ECR 1976, σ. 1921, και της 18ης Φεβρουαρίου 1986, υπόθεση 174/84, Bulk Oil κατά Sun International, Συλλογή 1986, σ. 559), από του τέλους της μεταβατικής περιόδου, τα εθνικά μέτρα εμπορικής πολιτικής είναι παραδεκτά μόνο δυνάμει ειδικής εξουσιοδοτήσεως εκ μέρους της Κοινότητας.
16.
Ο κανονισμός 2603/69 περιγράφεται από τον τίτλο του ως θεσπίζων κοινό καθεστώς εξαγωγών το άρθρο 1 του κανονισμού, με τίτλο « θεμελιώδης αρχή » είναι διατυπωμένο ως εξής:
« Οι εξαγωγές της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος προς τρίτες χώρες είναι ελεύθερες, δηλαδή δεν υπόκεινται σε ποσοτικούς περιορισμούς, με εξαίρεση εκείνους που επιβάλλονται με διατάξεις του παρόντος κανονισμού. »
17.
Αυτή η « θεμελιώδης αρχή » αποτελεί τον τίτλο Ι του κανονισμού· με τον τίτλο II θεσπίζεται κοινοτική διαδικασία πληροφορήσεως και διαβουλεύσεων ο τίτλος III αφορά τα μέτρα διασφαλίσεως και ο τίτλος IV περιλαμβάνει τις μεταβατικές και τελικές διατάξεις. Το άρθρο 10 καθιερώνει παρέκκλιση από τις διατάξεις αυτές για ορισμένα προϊόντα που περιλαμβάνονται στο παράρτημα, για τα οποία, μέχρις ότου θεσπιστεί κοινό καθεστώς, « η αρχή της ελευθερίας εξαγωγής επί κοινοτικού πεδίου » δεν εφαρμόζεται ακόμη· το άρθρο 11 περιλαμβάνει ρήτρα διασφαλίσεως η οποία έχει την ίδια διατύπωση όπως και η διάταξη του άρθρου 36 της Συνθήκης.
18.
Υπό το φως των σκοπών του κανονισμού, καθώς και της δομής του και της διατυπώσεως του, είναι σαφές, κατά την άποψη μου, ότι με τον κανονισμό τίθεται σε εφαρμογή θεμελιώδης κανόνας κατά τον οποίο, υπό την επιφύλαξη των ειδικών εξαιρέσεων, οι εξαγωγές της Κοινότητας προς τις τρίτες χώρες δεν υπόκεινται σε κανέναν περιορισμό.
19.
Ωστόσο, προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι τα επίμαχα εν προκειμένω μέτρα δεν εμπίπτουν στο άρθρο 1 του κανονισμού καθόσον, όπως ελέχθη, δεν πρόκειται για ποσοτικούς περιορισμούς, αλλά για μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος. Δεν δέχομαι την άποψη αυτή. Είναι αληθές ότι τα άρθρα 30 και 34 της Συνθήκης αφορούν τους ποσοτικούς περιορισμούς (επί των εισαγωγών και των εξαγωγών μεταξύ των κρατών μελών, αντιστοίχως ), καθώς και κάθε μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος. Είναι επίσης αληθές ότι, ενώ το άρθρο 1 του κανονισμού αναφέρεται στους ποσοτικούς περιορισμούς, το δεύτερο εδάφιο του προοιμίου αναφέρεται, σε διαφορετικό πλαίσιο, στα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος. Κατά τη γνώμη μου, όμως, αυτό δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι το Συμβούλιο θέλησε να αποκλείσει τέτοια μέτρα από το πεδίο εφαρμογής της θεμελιώδους αρχής που διακηρύσσεται με το άρθρο 1 του κανονισμού. Αντίθετα, νομίζω ότι δεν θα ήταν λογικό, τουλάχιστον αν τα μέτρα αυτά νοούνται κατά τη συνήθη έννοια του όρου, να θεωρηθεί ότι ο κανονισμός απαγορεύει ορισμένους περιορισμούς, αλλά επιτρέπει άλλους οι οποίοι έχουν το ίδιο αποτέλεσμα.
20.
Ασφαλώς, αυτό δεν σημαίνει ότι το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 του κανονισμού είναι πανομοιότυπο με εκείνο του άρθρου 30 της Συνθήκης. Ορισμένα μέτρα μπορεί να εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 30 της Συνθήκης χωρίς να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου ł του κανονισμού — όπως υπάρχουν ορισμένα μέτρα τα οποία μπορεί να εμπίπτουν την απαγόρευση του άρθρου 30 της Συνθήκης αλλά τα οποία, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, δεν εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 34: βλ. απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1979, 15/79, Groenveld ( ECR 1979, σ. 3409 ). Έτσι, για παράδειγμα, ένα σύστημα αδειών για τον έλεγχο των εισαγωγών, ακόμη και όταν όλες οι άδειες χορηγούνται αυτομάτως, είναι μέτρο απαγορευόμενο από το άρθρο 30 στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών — βλ. υποθέσεις 51/71 έως 54/71, International Fruit, ECR 1971, σ. 1107· ένα τέτοιο σύστημα, όμως, αν χρησιμοποιείται για τον έλεγχο των εξαγωγών, δεν συνιστά προφανώς μέτρο που το άρθρο 1 του κανονισμού μπορεί να καλύψει. Πάντως, νομίζω ότι σύστημα αδειών το οποίο μπορούσε να θεωρηθεί ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος βάσει των άρθρων 30 και 34 θα μπορούσε να εμπίπτει στο άρθρο 1 του κανονισμού αν είχε ως αποτέλεσμα να εμποδίζει όλες τις εξαγωγές συγκεκριμένου προϊόντος. Αυτό απεικονίζει, κατ' εμέ, τον κίνδυνο που συνεπάγεται η ερμηνεία του κανονισμού σε σχέση με ορισμένες διατάξεις της Συνθήκης, οι οποίες εντάσσονται σε διαφορετικό πλαίσιο, κίνδυνος που αποδεικνύεται από κάθε προσπάθεια να διαβαστεί ο κανονισμός ως εισάγων διάκριση μεταξύ ποσοτικών περιορισμών και μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος.
21.
Ομοίως, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η νομολογία του ως προς τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης σχετικά με τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος στον τομέα της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας δεν μπορούσε να μεταφερθεί σε συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών μεταξύ της Κοινότητας και τρίτης χώρας, παρά την ομοιότητα στη διατύπωση των εν λόγω διατάξεων: βλ. απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1982, 270/80, Polydor ( Συλλογή 1982, σ. 329 ). Στην προαναφερθείσα υπόθεση 51/75, Emi Records, το Δικαστήριο απέρριψε προσπάθεια εφαρμογής στον τομέα των σημάτων της θεωρίας περί κοινής καταγωγής των προϊόντων που προέρχονται από τρίτες χώρες. Στην αλληλουχία αυτή το Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 20, ότι οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 1439/74 (JO 1974, L 159, σ. 1 ), με τον οποίο καθιερώνονται κοινοί κανόνες για τις εισαγωγές, αναφέρονται μόνο στους ποσοτικούς περιορισμούς, αποκλειομένων των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος. Είναι σαφές — και οι λόγοι είναι προφανείς — ότι η νομολογία ως προς τους περιορισμούς των δικαιωμάτων βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών δεν μπορεί να εφαρμοστεί αυτομάτως στις πράξεις που διέπουν το εμπόριο με τις τρίτες χώρες και ότι δεν μπορεί κατ' αυτόν τον τρόπο να εφαρμοστεί χωρίς να εξεταστεί το ζήτημα αν η πράξη για την οποία γίνεται λόγος απαγορεύει ειδικά τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος. Το συμπέρασμα που πρέπει να συναχθεί από τη νομολογία είναι ότι το πεδίο εφαρμογής των διαφόρων διατάξεων δεν εξαρτάται από τη χρησιμοποιηθείσα διατύπωση, αλλά από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται και από τον σκοπό τους.
22.
Κατά συνέπεια, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι αν το άρθρο 1 του κανονισμού διαβαστεί στην αλληλουχία του και υπό το φως των σκοπών που επιδιώκονται μ' αυτό, η απαγόρευση εξαγωγών, όπως η εν προκειμένω, πρέπει να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στο άρθρο αυτό. Παρατηρώ επίσης ότι το άρθρο XI της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου, το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ως σχετικό για τους σκοπούς ερμηνείας μιας κοινοτικής πράξεως που διέπει το διεθνές εμπόριο, φέρει τον τίτλο « γενική εξάλειψη των ποσοτικών περιορισμών », ενώ το κείμενο του άρθρου XI, παράγραφος 1, αναφέρεται στις « απαγορεύσεις και στους περιορισμούς πλην των δασμών, φόρων ή άλλων φορολογικών επιβαρύνσεων, ανεξαρτήτως του αν επιβάλλονται μέσω ποσοστώσεων, αδειών εισαγωγής ή εξαγωγής ή με άλλη μέθοδο ».
23.
Εξάλλου, ακόμη και αν το άρθρο Ι ερμηνευθεί στενότερα απ' ό,τι προτείνω, και πάλι δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως επιτρέπον ειδικά τους περιορισμούς στις συναλλαγές με τις τρίτες χώρες· όμως, όπως υπογράμμισα, η νομολογία του Δικαστηρίου επιβάλλει ωστόσο μια τέτοια ειδική άδεια.
24.
Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγω, το οποίο συνίσταται στο ότι τα επίμαχα εν προκειμένω μέτρα εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 1 του κανονισμού (μολονότι θα πρότεινα επίσης ότι, κατ' αρχήν, μπορεί να δικαιολογούνται βάσει του ίδιου κανονισμού ) επιβεβαιώνεται, νομίζω, έστω και αν υιοθετείται διαφορετική προσέγγιση και αν γίνεται διάκριση μεταξύ ποσοτικών περιορισμών και μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος. Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρηματολογία θα ήταν η εξής. Ένα σύστημα ελέγχου των εξαγωγών μέσω αδειών μπορεί, ανάλογα με τις περιστάσεις, να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην πρώτη ή στη δεύτερη κατηγορία. Όταν η απόφαση να χορηγηθεί ή όχι η άδεια λαμβάνεται κατά περίπτωση υπό το φως όλων των περιστάσεων που προκύπτουν, ώστε να μη μπορεί να λεχθεί εκ των προτέρων με βεβαιότητα αν η άδεια θα χορηγηθεί, το σύστημα για το οποίο γίνεται λόγος θα ισοδυναμεί με μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος: βλ. τις αποφάσεις Donckerwolcke, προαναφερθείσα· της 3ης Φεβρουαρίου 1977, 73/76, Bouhelier ( ECR 1977, σ. 197 ), και της 16ης Μαρτίου 1977, 68/76, Επιτροπή κατά Γαλλίας ( ECR 1977, σ. 515).
25.
Εν προκειμένω, φαίνεται πάντως εξαιρετικά απίθανο, αν ληφθεί υπόψη ο σκοπός του κανονισμού του Μεγάλου Δουκάτου, ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο θα είχαν χορηγηθεί άδειες για την εξαγωγή στη Σοβιετική Ένωση υλικού που εμπίπτει στο άρθρο 1355 b, 1, και στη σημείωση 3, h, του πίνακα που επισυνάπτεται στον κανονισμό του Μεγάλου Δουκάτου της 23ης Αυγούστου 1982. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι εθνικές διατάξεις των οποίων το κύρος αμφισβητείται θα είχαν ως αποτέλεσμα την πλήρη απαγόρευση τέτοιων εξαγωγών. Υπό τις περιστάσεις αυτές, οι εν λόγω διατάξεις θα έπρεπε να θεωρηθούν ως ποσοτικός περιορισμός κατά τις εξαγωγές. Θα ήταν εξωπραγματικό ένας επί μέρους περιορισμός να αντιμετωπιστεί ως ποσοτικός περιορισμός, ενώ ο πλήρης περιορισμός δεν θα χαρακτηριζόταν ως ποσοτικός. Επιπροσθέτως, στην απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1979, 34/79 R, Henn και Darby (ECR 1979, σ. 3795, σκέψεις 11 έως 13 ), η πλήρης απαγόρευση συνιστούσε μάλλον ποσοτικό περιορισμό παρά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος.
26.
Έτσι, ακόμη και στην περίπτωση που το άρθρο 1 του κανονισμού 2603/69 θα ερμηνευόταν υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύει τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς, πράγμα το οποίο δεν δέχομαι, μπορεί να υποστηριχθεί ότι αυτό έχει εν προκειμένω εφαρμογή.
27.
Όταν εθνικά μέτρα όπως τα επίμαχα στη διαφορά της κύριας δίκης εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 1 του κανονισμού 2503/69, επιβάλλεται να τεθεί το ερώτημα αν μπορούν να δικαιολογηθούν βάσει του άρθρου 11 του εν λόγω κανονισμού. Το άρθρο 11, το οποίο — όπως παρατήρησα — έχει την ίδια διατύπωση με το άρθρο 36 της Συνθήκης, ορίζει τα εξής:
« Υπό την επιφύλαξη άλλων κοινοτικών διατάξεων, ο παρών κανονισμός δεν εμποδίζει την υιοθέτηση ή την εφαρμογή από τα κράτη μέλη ποσοτικών περιορισμών κατά την εξαγωγή που επιβάλλονται για λόγους δημοσίας ηθικής, δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας, προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων ή διατηρήσεως των φυτών, προστασίας των εθνικών θησαυρών που έχουν καλλιτεχνική, ιστορική ή αρχαιολογική αξία, ή προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας. »
28.
Η Κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, υποστηριζόμενη από τις Κυβερνήσεις της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, ισχυρίζεται ότι ένα σύστημα αδειών όπως αυτό που θεσπίζεται με τον κανονισμό του Μεγάλου Δουκάτου δικαιολογείται από λόγους δημοσίας ασφαλείας. Δεν αμφιβάλλω ότι η έννοια της δημοσίας ασφαλείας είναι κατ' αρχήν αρκετά ευρεία ώστε να περιλαμβάνει περιορισμούς στη μεταφορά εμπορευμάτων ή τεχνολογίας στρατηγικής φύσεως προς χώρες οι οποίες θεωρούνται ότι αποτελούν στρατιωτική απειλή.
29.
Κατά τη γνώμη μου, ωστόσο, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται το άρθρο 11 του κανονισμού 2603/69 παρά μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τηρείται η αρχή της αναλογικότητας. Αυτό σημαίνει ότι τα κράτη μέλη δεν πρέπει να επιδιώκουν την εφαρμογή εθνικής διατάξεως που μπορεί να δικαιολογείται βάσει του εν λόγω άρθρου με μέτρα τα οποία βαίνουν πέρα από ό,τι είναι αναγκαίο για την επίτευξη του στόχου που επιδιώκεται με τη διάταξη. Η εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας σε ειδικές περιπτώσεις εμπίπτει στην αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων. Δεν θα πρέπει να λαμβάνεται ως δεδομένο ότι η αρχή αυτή αναπτύσσει το ίδιο αποτέλεσμα τόσο σε σχέση με το άρθρο 11 του κανονισμού, όσο και σε σχέση με το άρθρο 36 της Συνθήκης, το οποίο εφαρμόζεται επίσης. Ωστόσο, όταν η παράλειψη συμμορφώσεως προς εθνικούς κανόνες παρόμοιους με τους επίμαχους στη διαφορά της κύριας δίκης μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την κατάσχεση των εμπορευμάτων, ορισμένοι παράγοντες, όπως η προαίρεση κατά τον κρίσιμο χρόνο του ιδιοκτήτη των κατασχεθέντων εμπορευμάτων και η αξία των εμπορευμάτων αυτών, πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να λαμβάνονται υπόψη.
Τα άρθρα 223 και 224 της Συνθήκης
30.
Τέλος, στην προκειμένη περίπτωση θα πρέπει να ληφθούν υπόψη δύο εξαιρετικές διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ. Η πρώτη είναι το άρθρο 223, παράγραφος 1, στοιχείο β, που ορίζει τα εξής:
« Κάθε κράτος μέλος δύναται να λαμβάνει τα μέτρα που θεωρεί αναγκαία για την προστασία ουσιωδών συμφερόντων της ασφαλείας του, που αφορούν την παραγωγή ή εμπορία όπλων, πυρομαχικών και πολεμικού υλικού · τα μέτρα αυτά δεν πρέπει να αλλοιώνουν τους όρους του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς σχετικά με τα προϊόντα που δεν προορίζονται για στρατιωτικούς ειδικά σκοπούς. »
Θεωρώ ότι η διάταξη αυτή δεν ασκεί επιρροή στις εν προκειμένω περιστάσεις, δεδομένου ότι από κανέναν δεν προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι η μηχανή microetch εμπίπτει στην έννοια των όπλων, των πυρομαχικών ή του πολεμικού υλικού που προορίζεται γι' αυτόν τον σκοπό. Εξάλλου, δυνάμει της παραγράφου 2 του άρθρου 223, το Συμβούλιο υπείχε την υποχρέωση να καθορίσει, κατά το πρώτο έτος της ισχύος της Συνθήκης, τον πίνακα των προϊόντων στα οποία εφαρμόζεται η παράγραφος 1, περίπτωση β. Φαίνεται ότι καταρτίστηκε ένας τέτοιος πίνακας, αλλά δεν τροποποιήθηκε εν συνεχεία και δεν προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι η μηχανή microetch καλύπτεται από τον πίνακα αυτόν.
31.
Η δεύτερη εξαιρετική διάταξη που πρέπει να αναφερθεί είναι το άρθρο 224 το οποίο είναι διατυπωμένο ως εξής:
«Τα κράτη μέλη συνενοούνται μεταξύ τους, για να προβούν σε κοινή ενέργεια προς αποτροπή παρακωλύσεως της λειτουργίας της κοινής αγοράς εξ αιτίας μέτρων που λαμβάνει κράτος μέλος σε περίπτωση σοβαρής εσωτερικής διαταραχής της δημοσίας τάξεως, σε περίπτωση πολέμου, ή σοβαρής διεθνούς εντάσεως που αποτελεί απειλή πολέμου, ή προς εκπλήρωση υποχρεώσεων που έχει αναλάβει με σκοπό τη διατήρηση της ειρήνης και της διεθνούς ασφαλείας. »
32.
Μολονότι από τη διατύπωση της διατάξεως αυτής δεν προκύπτει σαφώς η έκταση της αρμοδιότητας που παρέχεται στα κράτη μέλη για να θεσπίζουν μέτρα κατά παρέκκλιση άλλων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, από το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 225, το οποίο παραπέμπει στις « εξουσίες που προβλέπονται στα άρθρα 223 και 224 », προκύπτει ότι το άρθρο 224 επιτρέπει τη θέσπιση εθνικών μέτρων τα οποία, άλλως, θα ήταν παράνομα. Αυτή φαίνεται να ήταν και η άποψη του γενικού εισαγγελέα Gand στην απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1969, 15/69, Württembergische Milchverwertung ( ECR 1969, σ. 363, συγκεκριμένα σ. 374), όπου υποστήριξε ότι το άρθρο 224, « σε περίπτωση σοβαρής κρίσεως, επιτρέπει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα χωρίς να υποχρεούνται να τηρούν τους κανόνες της Συνθήκης ». Επομένως, το ζήτημα που τίθεται είναι κατά πόσον ο κανονισμός του Μεγάλου Δουκάτου μπορεί να θεωρηθεί ως μέτρο το οποίο έλαβε το Λουξεμβούργο προς εκπλήρωση υποχρεώσεων που είχε αναλάβει για τη διατήρηση της ειρήνης και της διεθνούς ασφαλείας.
33.
Μεταξύ αυτών που κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις στο Δικαστήριο μόνον η Επιτροπή εξέτασε το ζήτημα αυτό. Ισχυρίζεται ότι, λόγω του ανεπίσημου χαρακτήρα της COCOM, δεν μπορεί να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι το Λουξεμβούργο « ανέλαβε υποχρεώσεις » βάσει της COCOM. Κατά την άποψη μου, όμως, δεν χρειάζεται να επιλυθεί το ζήτημα αυτό στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, διότι η βαλλόμενη εθνική νομοθεσία μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 11 του κανονισμού 2603/69. Μολονότι, όπως έχω εξηγήσει, ένα κράτος μέλος οφείλει να τηρεί την αρχή της αναλογικότητας για να μπορεί να επικαλείται το άρθρο 11, δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να επικαλείται το άρθρο 224 της Συνθήκης όταν το βαλλόμενο μέτρο, ακόμη και αν καλύπτεται κατ' αρχήν από την προαναφερθείσα διάταξη, υπερβαίνει ό,τι είναι αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου. Εν πάση περιπτώσει, το ίδιο το άρθρο 224 μπορεί να υπόκειται στην αρχή της αναλογικότητας ώστε, υπό τις παρούσες περιστάσεις, θα ήταν μάταιο να γίνει επίκληση του άρθρου αυτού.
Συμπέρασμα
34.
Θεωρώ, επομένως, ότι στο ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο πρέπει να δοθεί η εξής απάντηση:
« 1)
Ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 222/77 του Συμβουλίου δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος το οποίο, για λόγους δημοσίας ασφαλείας, εξαρτά από άδεια την εξαγωγή ορισμένων εμπορευμάτων με προορισμό ορισμένες τρίτες χώρες, να απαιτεί την προσκόμιση αυτής της αδείας όσον αφορά εμπορεύματα προελεύσεως άλλου κράτους μέλους και εισαχθέντα στο πρώτο κράτος καλυπτόμενα από διασάφηση διαμετακομίσεως εκδοθείσα σύμφωνα προς τον εν λόγω κανονισμό.
2)
Το άρθρο 1 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2603/69 του Συμβουλίου έχει την έννοια ότι απαγορεύει τα εθνικά μέτρα που έχουν ως αποτέλεσμα να εμποδίζεται η εξαγωγή ορισμένων κατηγοριών εμπορευμάτων με προορισμό τρίτες χώρες. Εντούτοις, όταν αυτά τα μέτρα έχουν ως αποτέλεσμα τον έλεγχο των εξαγωγών προϊόντων ή τεχνολογίας στρατηγικής φύσεως προς κράτη που μπορούν να αποτελέσουν στρατιωτική απειλή κατά τη γνώμη του οικείου κράτους μέλους, πρέπει κατ' αρχήν να θεωρούνται ως δικαιολογημένα για λόγους δημοσίας ασφαλείας δυνάμει του άρθρου 11 του εν λόγω κανονισμού. Πάντως, οι κυρώσεις που επιβάλλονται με την οικεία νομοθεσία σε περίπτωση παραβάσεως δεν πρέπει να υπερβαίνουν τον αναγκαίο βαθμό για την επίτευξη του σκοπού που αυτή επιδιώκει. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy