ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CLAUS GULMANN
της 2ας Ιουνίου 1992 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστες,
1.
Η εταιρία γαλλικού δικαίου SGEEM (Société générale d'entreprises électro-mécaniques) και ο διευθυντής της άσκησαν αγωγή κατά της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, ζητώντας να υποχρεωθεί η Τράπεζα να αποκαταστήσει τη ζημία την οποία οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι υπέστησαν συνεπεία της συνιστώσας αδικοπραξία συμπεριφοράς της Τράπεζας. Η αγωγή ασκήθηκε βάσει του άρθρου 178, σε συνδυασμό με το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ. Η Τράπεζα ζητεί να απορριφθεί η αγωγή. Η Επιτροπή παρενέβη υπέρ της Τράπεζας.
Το έκτο τμήμα, στο οποίο ανατέθηκε η εκδίκαση της υποθέσεως, έκρινε ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 95, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας και παραπομπής της υποθέσεως στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου προκειμένου αυτή να αποφανθεί επί του παραδεκτού της υποθέσεως.
2.
Το ιστορικό της υποθέσεως έχει με συντομία ως εξής:
Η Δημοκρατία του Μαλί σχεδίαζε την κατασκευή μιας ηλεκτροφόρας γραμμής υψηλής τάσεως μεταξύ δύο πόλεων. Το Μαλί επιθυμούσε να λάβει χρηματοδοτική ενίσχυση από την Κοινότητα σύμφωνα με τους κανόνες της Συμβάσεως Λομέ. Η Κοινότητα αποφάσισε να χρηματοδοτήσει ένα μέρος του σχεδίου από τους πόρους του έκτου Ευρωπαϊκού Ταμείου Αναπτύξεως. Το Μαλί ζήτησε στη συνέχεια από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (στο εξής: Τράπεζα ή ΕΤΕπ) χρηματοδότηση υπό τη μορφή δανείου επισφαλών κεφαλαίων σύμφωνα με το άρθρο 199 της Συμβάσεως Λομέ. Η σύμβαση χρηματοδοτήσεως μεταξύ του Μαλί και της ΕΤΕπ, η οποία ενεργούσε για λογαριασμό της Κοινότητας, υπογράφηκε το 1988. Για την εκτέλεση του σχεδίου προκηρύχθηκε διαγωνισμός. Η ενάγουσα εταιρία ήταν ένας από τους διαγωνισθέντες. Η προσφορά της ήταν η χαμηλότερη. Οι αρμόδιες αρχές του Μαλί απευθύνθηκαν σε μια καναδική εταιρία προκειμένου αυτή να προετοιμάσει τα της προσκλήσεως υποβολής προσφορών και να παράσχει τη συνδρομή της κατά την επιλογή του υποψηφίου στον οποίο θα ανετίθετο το έργο. Η καναδική εταιρία έδωσε καταρχάς τη συμβουλή να μην ανατεθεί το έργο στην ενάγουσα. Εντούτοις, οι αρμόδιες αρχές του Μαλί αποφάσισαν, κατόπιν μακράς σκέψεως, να αναθέσουν το έργο στην ενάγουσα. Η Τράπεζα έλαβε υπόψη την απόφαση αυτή, αλλά ανακοίνωσε ότι δεν θα χρηματοδοτούσε το σχέδιο, αν γινόταν δεκτή η προσφορά της εταιρίας, η Τράπεζα το αιτιολόγησε αυτό, εκθέτοντας ότι κατά την άποψη της η προσφορά της εταιρίας συνδεόταν με ορισμένα προβλήματα.
Στη συνέχεια, οι αρχές του Μαλί αποφάσισαν να συνάψουν τη σύμβαση όχι με την ενάγουσα αλλά με μια άλλη εταιρία. Οι ενάγοντες προβάλλουν εν προκειμένω ότι η συμπεριφορά της Τράπεζας αποτελεί την αιτία για την οποία το έργο δεν ανατέθηκε στην εταιρία και ότι η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη.
Εισαγωγικές παρατηρήσεις σχετικά με την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφανθεί επί της υποθέσεως
3.
Το άρθρο 178 της Συνθήκης ΕΟΚ ορίζει:
«Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο επί των διαφορών αποζημιώσεως που προβλέπονται στο άρθρο 215, δεύτερη παράγραφος.»
Το άρθρο 215, δεύτερη παράγραφος, ορίζει:
«Στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης, η Κοινότητα υποχρεούται, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, να αποκαθιστά τη ζημία που προξενούν όργανα ή υπάλληλοι της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.»
Το Δικαστήριο δεν είχε μέχρι τώρα την ευκαιρία να λάβει θέση επί του ζητήματος αν είναι αρμόδιο, κατ' εφαρμογή των άρθρων 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, να αποφαίνεται επί αγωγών αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης που ασκούνται κατά της ΕΤΕπ. Ουδέποτε κατά την πλέον των 30 ετών ύπαρξη της Τράπεζας έχουν ασκηθεί τέτοιου είδους αγωγές ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε, καθόσον γνωρίζω, ενώπιον άλλων δικαστηρίων.
Υπό αυτές τις περιστάσεις, δεν μπορεί να υποστηρίζεται ότι πρόκειται για ένα ζήτημα εξαιρετικής πρακτικής σημασίας. Το ζήτημα όμως έχει αντιθέτως σημασία από απόψεως αρχής, επειδή ιδίως θέτει το πρόβλημα αν η ιδιαίτερη θέση της Τράπεζας στην οικονομία της Συνθήκης μπορεί να έχει σημασία και σε άλλους τομείς. Το βασικό πρόβλημα είναι αν μπορεί να θεωρηθεί η Τράπεζα στο πλαίσιο του άρθρου 215 ως ένα από τα όργανα της Κοινότητας, το οποίο υπό την ιδιότητά του αυτή μπορεί να προκαλέσει την εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας.
4.
Οι διάδικοι και η Επιτροπή συμφωνούν ότι στο ζήτημα αυτό πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση. Μία τέτοια σύμπτωση απόψεων προκαλεί φυσικά εντύπωση, επειδή ιδίως τα επιχειρήματα που προβάλλονται υπέρ της καταφατικής απαντήσεως είναι απολύτως βάσιμα. Η σύμπτωση αυτή απόψεων δημιουργεί εντούτοις και ορισμένες δυσκολίες. Είναι σαφές ότι το ζήτημα περί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου αποτελεί ένα ζήτημα επί του οποίου το Δικαστήριο οφείλει να αποφανθεί αυτεπαγγέλτως και ότι το Δικαστήριο κατά την κρίση του αυτή θα πρέπει να εκτιμήσει επίσης και τα επιχειρήματα που ενδεχομένως συνηγορούν υπέρ της αρνητικής απαντήσεως. Επομένως, οφείλω και εγώ να εξετάσω αν υπάρχουν τέτοια επιχειρήματα.
Οι διάδικοι προβάλλουν ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το άρθρο 215, παράγραφος 2, μπορεί να ερμηνευθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε η διάταξη αυτή να αφορά επίσης και την Τράπεζα και ότι δεν υπάρχουν ουσιώδη επιχειρήματα κατά της ερμηνείας αυτής, αλλά αντιθέτως υφίστανται σοβαροί λόγοι για τη συναγωγή αυτού του συμπεράσματος.
5.
Κατά τη γνώμη μου, είναι δεδομένο ότι το ζήτημα δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται να συνάγεται από τα υπομνήματα των διαδίκων ( 1 ). Η Τράπεζα κατέχει ιδιαίτερη θέση στο οργανωτικό σύστημα της Συνθήκης και υπήρχαν σημαντικοί λόγοι για την επιλογή αυτή. Το Δικαστήριο, όπως εκτίθεται κατωτέρω, έχει υπογραμμίσει τον δυσυπόστατο χαρακτήρα της θέσεως της Τράπεζας στο οργανωτικό σύστημα της Συνθήκης και δεν είναι καθόλου εύκολο να κριθεί αν η Τράπεζα πρέπει, στο πλαίσιο του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, να θεωρηθεί ως ένα από τα όργανα της Κοινότητας ή αν πρέπει να απορριφθεί μια τέτοια ερμηνεία. Η πρώτη ερμηνεία θα έχει ως συνέπεια ότι
—
το Δικαστήριο είναι αποκλειστικά αρμόδιο να αποφαίνεται επί όλων των αγωγών αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβα-τικής ευθύνης που ασκούνται κατά της Τράπεζας, δηλαδή ότι τα εθνικά δικαστήρια (εν πάση περιπτώσει των κρατών μελών) θα πρέπει να απορρίπτουν τις αγωγές αυτές που ασκούνται κατά της Τράπεζας, και
—
ότι οι ουσιαστικοί κανόνες, βάσει των οποίων θα πρέπει να κρίνεται η διαφορά, θα πρέπει να είναι οι «γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών».
Η επιλογή της δεύτερης ερμηνείας θα συνεπάγεται ότι
—
ο ενάγων μπορεί κατ' επιλογή του να εναγάγει την Τράπεζα είτε στον τόπο της έδρας της είτε ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου στον οποίο πραγματοποιήθηκε η ζημία ( 2 ), και
—
ότι οι ουσιαστικοί κανόνες βάσει των οποίων κρίνεται η διαφορά θα είναι οι κανόνες που συνάγονται από τις διατάξεις του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου που ισχύει βάσει της lex fori.
Η ερμηνεία που θα επιλεγεί μπορεί επομένως να έχει ουσιαστική σημασία όχι μόνο για την Τράπεζα αλλά και για τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που θεωρούν ότι έχουν αξίωση αποζημιώσεως κατά της Τράπεζας.
6.
Το φυσικό σημείο εκκινήσεως για τη διατύπωση απόψεως επί του ζητήματος αυτού είναι το άρθρο 29 του Καταστατικού της Τράπεζας το οποίο περιέχεται σ' ένα Πρωτόκολλο που είναι προσαρτημένο στη Συνθήκη ΕΟΚ. Το άρθρο 29 ορίζει:
«Οι διαφορές μεταξύ της Τραπέζης αφενός και των δανειστών της, οφειλετών της ή των τρίτων αφετέρου επιλύονται από τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Δικαστηρίου.
Η ΕΤΕπ οφείλει να καθορίσει τη δωσιδικία της σε καθένα από τα κράτη μέλη. Δύναται, πάντως, σε μία σύμβαση να προβεί σε καθορισμό ειδικής δωσιδικίας ή να προβλέψει διαδικασία διαιτησίας.»
Η διάταξη αυτή αντιστοιχεί καταρχήν προς το άρθρο 183 της Συνθήκης ΕΟΚ το οποίο ορίζει:
«Εφόσον η παρούσα Συνθήκη δεν προβλέπει αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, οι διαφορές στις οποίες η Κοινότητα είναι διάδικος δεν εξαιρούνται εκ του λόγου αυτού από την αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων.»
Επομένως, η Συνθήκη στηρίζεται στη βασική σκέψη ότι δεν παρέχεται δικαστική ασυλία στα θεσμικά και λοιπά όργανα που έχουν συσταθεί με τη Συνθήκη. Η αγωγή μπορεί να ασκηθεί ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, εκτός αν προκύπτει από τη Συνθήκη ότι η αγωγή πρέπει να ασκηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου.
7.
Η κοινοτική έννομη τάξη διαφέρει επίσης και ως προς αυτό το σημείο σημαντικά από τους κανόνες που ισχύουν για τους διεθνείς οργανισμούς. Κατά γενική πρακτική, τα κράτη ιδρύοντας διεθνείς οργανισμούς τους παρέχουν ευρεία δικαστική ασυλία η οποία ισχύει είτε οι οργανισμοί αυτοί ενεργούν juri imperii είτε juri gestionis. Εντούτοις, υφίσταται εν πάση περιπτώσει μία ουσιαστική εξαίρεση εν προκειμένω. Οι διεθνείς οικονομικοί οργανισμοί δεν έχουν δικαστική ασυλία. Οι οργανισμοί αυτοί μπορούν, με ορισμένους περιορισμούς, να εναχθούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Αυτό εξηγείται συνήθως από το γεγονός ότι η νομική αυτή κατάσταση είναι αναγκαία για να διασφαλιστεί η εμπιστοσύνη των δανειστών στο πλαίσιο των δανείων που λαμβάνουν οι οικονομικοί οργανισμοί ( 3 ). Παρά την εξήγηση αυτή, γίνεται δεκτό ότι μπορεί να ασκηθεί οποιαδήποτε αγωγή κατά των οικονομικών οργανισμών, δηλαδή και οι αγωγές που δεν συνδέονται με συμβατικές σχέσεις. Η νομική αυτή κατάσταση υφίσταται, π.χ., ως προς τη Διεθνή Τράπεζα για την Ανασυγκρότηση και την Ανάπτυξη (Η «Παγκόσμια Τράπεζα»), που ιδρύθηκε το 1947, και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα για την Ανασυγκρότηση και την Ανάπτυξη, που δημιουργήθηκε το 1990 ( 4 ).
Με βάση αυτά τα δεδομένα μπορεί να υποστηριχθεί ότι η ΕΤΕπ πρέπει να θεωρηθεί από διαδικαστικής απόψεως ότι βρίσκεται στην ίδια νομική κατάσταση όπως οι διεθνείς οικονομικοί οργανισμοί, επειδή η Τράπεζα, όπως ακριβώς και οι διεθνείς οικονομικοί οργανισμοί, μπορεί να εναχθεί ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. 'Ετσι όμως θα παραβλεπόταν το γεγονός ότι κατά το άρθρο 29 του καταστατικού της Τράπεζας η αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων σε σχέση με την Τράπεζα ισχύει μόνο«με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Δικαστηρίου».
8.
Επομένως, το κρίσιμο ζήτημα ως προς την Τράπεζα δεν είναι το αν οι ενέργειές της διαφεύγουν του δικαστικού ελέγχου, αλλά αν τον έλεγχο αυτό πρέπει να ασκεί το Δικαστήριο ή τα εθνικά δικαστήρια. Από το γράμμα του άρθρου 29 προκύπτει ότι το ζήτημα αυτό πρέπει να λυθεί μέσω των διατάξεων της Συνθήκης ΕΟΚ που παρέχουν αρμοδιότητα στο Δικαστήριο.
Αυτό συνεπάγεται ότι η ερμηνεία ακριβώς του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης έχει αποφασιστική σημασία για το ζήτημα αν το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί αγωγών αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης που ασκούνται κατά της Τράπεζας.
Επί του ζητήματος αν το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης αφορά την Τράπεζα
9.
Στη νομολογία του Δικαστηρίου ανευρίσκονται σημαντικά στοιχεία για την κατανόηση της θέσεως που κατέχει η Τράπεζα στο δικαιοδοτικό και γενικώς οργανωτικό σύστημα της Κοινότητας.
10.
Το Δικαστήριο έλαβε θέση, με την απόφαση της 15ης Ιουνίου 1976, Mills κατά ΕΤΕπ ( 5 ), επί του ζητήματος αν το άρθρο 179 της Συνθήκης, κατά το οποίο «το Δικαστήριο είναι αρμόδιο επί οποιασδήποτε διαφοράς μεταξύ της Κοινότητος και των υπαλλήλων της (...)», αφορά επίσης και διαφορές μεταξύ της Τράπεζας και των υπαλλήλων της. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε εν προκειμένω ότι η αρμοδιότητά του να αποφαίνεται επί των διαφορών αυτών δεν αποκλείεται συνεπεία των διατάξεων του άρθρου 180 της Συνθήκης, το οποίο ρητώς παρέχει αρμοδιότητα στο Δικαστήριο να αποφαίνεται επί ορισμένων διαφορών στις οποίες η Τράπεζα είναι διάδικος. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε εν προκειμένω ότι
«η διάταξη αυτή περιορίζεται να αναγνωρίσει στο Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας εξουσίες ανάλογες προς αυτές που αναγνωρίζονται με το άρθρο 169 στην Επιτροπή και να υπαγάγει τις πράξεις του Συμβουλίου των Διοικητών και τις πράξεις του Διοικητικού Συμβουλίου στην ίδια αρμοδιότητα του Δικαστηρίου όπως αυτή που παρέχεται με το άρθρο 173 έναντι των πράξεων του Συμβουλίου και της Επιτροπής.
Ο συμπληρωματικός αυτός χαρακτήρας του άρθρου 180 επιβεβαιώνει επομένως το συμπέρασμα ότι το άρθρο 179 της Συνθήκης, αναφερόμενο στην Κοινότητα, δεν αποκλείει την Τράπεζα» (σκέψεις 16 και 17).
Μπορεί για τους ίδιους λόγους να θεωρηθεί δεδομένο ότι η ύπαρξη του άρθρου 180 της Συνθήκης ουδόλως αποκλείει τη δυνατότητα υπαγωγής της Τράπεζας στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου κατά το άρθρο 178 σε συνδυασμό με το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο.
Το Δικαστήριο στήριξε εξάλλου την αρμοδιότητά του να αποφαίνεται κατά το άρθρο 179 σε διαφορές μεταξύ της Τράπεζας και των υπαλλήλων της στο γεγονός ότι οι υπάλληλοι της Τράπεζας βρίσκονται, συνεπεία του άρθρου 22 του Πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σε μία νομική κατάσταση που αντιστοιχεί προς την κατά το Πρωτόκολλο κατάσταση των υπαλλήλων των οργάνων της Κοινότητας.
Η απόφαση, η οποία προφανώς είναι ορθή, καταδεικνύει τη σαφή τάση του Δικαστηρίου να εφαρμόζει τις περί αρμοδιότητας διατάξεις της Συνθήκης και σε σχέση επίσης με την Τράπεζα, εν πάση δε περιπτώσει όταν η κατάσταση της Τράπεζας και των οργάνων της Κοινότητας είναι παρόμοια ως προς τα ουσιώδη σημεία.
Πρέπει επίσης να τονισθεί ότι το Δικαστήριο υπογράμμισε στο πλαίσιο της υποθέσεως Mills ότι η Τράπεζα είναι ávaç κοινοτικός οργανισμός, υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα την κατά τη Συνθήκη διάκριση μεταξύ, αφενός, των οργάνων της Κοινότητας και, αφετέρου, της Τράπεζας. Το Δικαστήριο δέχθηκε στη σκέψη 14 τα εξής:
«επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι με τις λέξεις “επί οποιασδήποτε διαφοράς μεταξύ της Κοινότητας και των υπαλλήλων της” το άρθρο 179 δεν περιορίζεται μόνο στα όργανα της Κοινότητας και τους υπαλλήλους της, αλλά περιλαμβάνει επίσης την Τράπεζα ως κοινοτικό οργανισμό που έχει συσταθεί και αποκτήσει νομική προσωπικότητα από τη Συνθήκη» ( 6 ).
Μπορεί ίσως σ' αυτό το σημείο να πρέπει να αναφερθεί ότι οι διατάξεις, οι οποίες ασφαλώς παρέχουν αρμοδιότητα στο Δικαστήριο να αποφαίνεται επί υποθέσεων στις οποίες η Τράπεζα είναι διάδικος, δηλαδή των άρθρων 179 και 180, αναφέρονται σε διαφορές που αφορούν καταστάσεις εσωτερικού χαρακτήρα της Κοινότητας. Η παρούσα υπόθεση είναι η πρώτη στην οποία το Δικαστήριο πρέπει να λάβει θέση επί του ζητήματος αν μπορούν να ασκηθούν ενώπιον
του Δικαστηρίου αγωγές κατά της Τράπεζας που αφορούν τις εξωτερικές της σχέσεις, δηλαδή τις σχέσεις της με φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στο οργανωτικό σύστημα της Κοινότητας.
11.
Το Δικαστήριο, στην απόφαση του της 3ης Μαρτίου 1988 επί της υποθέσεως 85/86, Επιτροπή κατά ΕΤΕπ ( 7 ), είχε την ευκαιρία να εξετάσει αναλυτικά τη θέση που κατέχει η Τράπεζα στο οργανωτικό και λειτουργικό σύστημα της Συνθήκης. Στην υπόθεση αυτή επρόκειτο για το ζήτημα κατά πόσο ο φόρος που καταβάλλουν οι υπάλληλοι της Τράπεζας εισπράττεται υπέρ της Τράπεζας ή υπέρ της Κοινότητας. Ελάχιστη αμφιβολία υπήρχε ότι οι σχετικές διατάξεις περί φορολογίας έχουν την έννοια ότι το προϊόν του φόρου πρέπει να περιέρχεται στην Κοινότητα. Εντούτοις, η Τράπεζα προέβαλε συναφώς
«(...) ότι δεν είναι ούτε θεσμικό όργανο ούτε υπηρεσία των Κοινοτήτων, αλλά ότι απολαύει έναντι αυτών αυτονομία δυνάμει του νομικού της καθεστώτος, της συνθέσεώς της και της οργανικής δομής της, καθώς και της φύσεως και της πηγής των πόρων της που δεν έχουν σχέση με τον προϋπολογισμό των Κοινοτήτων» (σκέψη 27).
Το Δικαστήριο αποφάνθηκε, μεταξύ άλλων, εν προκειμένω:
«Είναι αληθές ότι η Τράπεζα έχει, δυνάμει του άρθρου 129 της Συνθήκης, νομική προσωπικότητα διάφορη της νομικής προσωπικότητας της Κοινότητας, και ότι διοικείται και διαχειρίζεται από τα ιδιαίτερα όργανά της κατά τους κανόνες του καταστατικού της. Προς εκπλήρωση των καθηκόντων που της έχουν ανατεθεί με το άρθρο 130 της Συνθήκης, η Τράπεζα πρέπει να είναι σε θέση να ενεργεί με κάθε ανεξαρτησία στις κεφαλαιαγορές, όπως και κάθε άλλη τράπεζα. Πράγματι, η χρηματοδότηση της Τράπεζας δεν διασφαλίζεται με προϋπολογισμό, αλλά με τους ιδίους πόρους της, ιδίως δε με το καταβαλλόμενο από τα κράτη μέλη κεφάλαιο, αφενός, και με κεφάλαια που δανείζεται στις κεφαλαιαγορές, αφετέρου. Τέλος, η Τράπεζα καταρτίζει ετήσιο ισολογισμό καθώς και λογαριασμό ζημιών και κερδών που ελέγχονται κάθε έτος από επιτροπή διοριζόμενη από το Συμβούλιο των Διοικητών.
Εντούτοις, η αναγνώριση στην ΕΤΕπ μιας τέτοιας λειτουργικής και οργανικής αυτονομίας δεν έχει σαν συνέπεια να τη διαχωρίσει παντελώς από τις Κοινότητες και να καταστήσει ανεφάρμοστο έναντι αυτής κάθε κανόνα του κοινοτικού δικαίου. Πράγματι, όπως προκύπτει ιδίως από το άρθρο 130 της Συνθήκης, η Τράπεζα έχει ως αποστολή να συμβάλλει στην πράγμάτωση των στόχων της Κοινότητας και τοποθετείται, επομένως, δυνάμει της Συνθήκης στο κοινοτικό πλαίσιο.
Η θέση της Τράπεζας είναι, συνεπώς, διφυής κατά την έννοια ότι χαρακτηρίζεται από ανεξαρτησία ως προς τη διαχείριση των υποθέσεων της, ιδίως στον τομέα των οικονομικών πράξεων, αφενός, και από στενό δεσμό με την Κοινότητα ως προς τους στόχους της, αφετέρου. Συμβιβάζεται απόλυτα μ' αυτόν τον διφυή χαρακτήρα οι διατάξεις που γενικά εφαρμόζονται στην επιβολή φόρου στο προσωπικό επί κοινοτικού επιπέδου να ισχύουν επίσης για το προσωπικό της Τράπεζας. Αυτή η διαπίστωση είναι ιδίως αληθής σχετικά με τον κανόνα κατά τον οποίο ο ένδικος φόρος εισπράττεται υπέρ του προϋπολογισμού των Κοινοτήτων. Πράγματι, αυτός ο προορισμός δεν είναι ικανός, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς του Συμβουλίου των Διοικητών, να διακυβεύσει τη λειτουργική αυτονομία και τη φήμη της Τράπεζας ως ανεξάρτητου οργανισμού στις κεφαλαιαγορές, εφόσον ούτε το κεφάλαιο ούτε η ίδια η διαχείριση της Τράπεζας επηρεάζονται από αυτόν» (σκέψεις 28 έως 30).
Είναι σημαντικό το ότι το Δικαστήριο στις σκέψεις αυτές αναφέρεται στο ότι η νομική θέση της Τράπεζας εντός του συστήματος της Συνθήκης είναι διφυής. Είναι αναμφισβήτητο ότι η Τράπεζα έχει ως αποστολή, κατά τη Συνθήκη, ιδίως το άρθρο 130, να συμβάλλει στην επίτευξη των σκοπών της Κοινότητας, για τον λόγο δε αυτόν εντάσσεται στο κοινοτικό πλαίσιο, όπως επίσης είναι αναμφισβήτητο ότι η Τράπεζα, κατά το άρθρο 129 της Συνθήκης, έχει νομική προσωπικότητα η οποία είναι αυτοτελής σε σχέση με την Κοινότητα, της οποίας η νομική προσωπικότητα έχει θεσμοθετηθεί με το άρθρο 210 της Συνθήκης. Το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η αυτοτελής νομική προσωπικότητα της Τράπεζας εξηγείται από την ανάγκη να διασφαλιστεί η πλήρης ανεξαρτησίας της Τράπεζας κατά το πρότυπο άλλων τραπεζών ως προς τη δυνατότητά της να ενεργεί στην κεφαλαιαγορά προκειμένου να επιτελέσει τα καθήκοντα που της επιβάλλονται από το άρθρο 130 της Συνθήκης. Από τη συλλογιστική του Δικαστηρίου καταφαίνεται ότι κατά την ερμηνεία των σχετικών κοινοτικών διατάξεων, το Δικαστήριο αποδίδει σημασία στο αν η εφαρμογή των κανόνων αυτών στην ΕΤΕπ μπορεί να παραβλάψει τη λειτουργική αυτοτέλεια της ΕΤΕπ ή τη φήμη της ως ανεξάρτητου οργανισμού στην κεφαλαιαγορά.
12.
Οι δύο αποφάσεις περιέχουν επομένως σοβαρά, αλλά όχι και καθοριστικά, στοιχεία για την ερμηνεία του άρθρου 215, παράγραφος 2, για την οποία πρόκειται στην παρούσα υπόθεση.
13.
Το πρώτο σημαντικό στοιχείο για την εν λόγω ερμηνεία είναι το ότι το Δικαστήριο θεωρεί την Τράπεζα ως κοινοτικό οργανισμό. Αυτό συνεπάγεται, κατά τη γνώμη μου, ότι η αυτοτελής νομική προσωπικότητα της Τράπεζας δεν αποτελεί αφεαυτής εμπόδιο για να ερμηνευθεί το άρθρο 215, παράγραφος 2, κατά την έννοια ότι η Τράπεζα μπορεί να προκαλέσει την ευθύνη της Κοινότητας — με τον αυτονόητο περιορισμό ότι η εκπλήρωση των συνεπεία της ευθύνης υποχρεώσεων, δηλαδή η καταβολή ενδεχομένως αποζημιώσεως, πρέπει να πραγματοποιηθεί από τους ίδιους πόρους της Τράπεζας και όχι από τον προϋπολογισμό της Κοινότητας.
14.
Μεγαλύτερα προβλήματα παρουσιάζει η υπερνίκηση της δυσκολίας που συνίσταται στο ότι η Κοινότητα, κατά το γράμμα τον άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, ευθύνεται μόνο για ζημίες που προκαλούνται από τα όργανά της ή τους υπαλλήλους της ( 8 ). Όπως ελέχθη, το Δικαστήριο ορθώς, κατά τη γνώμη μου, έλαβε ως βάση στην υπόθεση Mills το ότι η Τράπεζα δεν είναι ένα από τα όργανα της Κοινότητας. Η απαρίθμηση των οργάνων της Κοινότητας στο άρθρο 4 της Συνθήκης δεν περιλαμβάνει την Τράπεζα, η οποία ούτε και έχει αναφερθεί μέχρι σήμερα στο πέμπτο μέρος της Συνθήκης περί των οργάνων της Κοινότητας. Οι βασικές διατάξεις περί της Τράπεζας περιέχονται στα άρθρα 129 και 130, στον τίτλο IV του τρίτου μέρους της Συνθήκης που αφορά την πολιτική της Κοινότητας. Αυτή η διάκριση μεταξύ της Τράπεζας και των οργάνων της Κοινότητας αποτελεί φυσική συνέπεια της ιδιαίτερης θέσεως που κατέχει η Τράπεζα στο οργανωτικό σύστημα της Συνθήκης η οποία υπογραμμίζεται από την αυτοτελή νομική της προσωπικότητα. Η κατάσταση αυτή δεν μεταβλήθηκε αισθητά από τις τροποποιήσεις της Συνθήκης που επήλθαν με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση που υπογράφηκε στο Μάαστριχτ στις 7 Φεβρουαρίου 1992. Βεβαίως, οι εισαγωγικές διατάξεις της Συνθήκης συμπληρώθηκαν με μία νέα διάταξη του άρθρου 4 Β, κατά το οποίο ιδρύεται Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, τα δε άρθρα 129 και 130 της Συνθήκης μεταφέρθηκαν στο πέμπτο μέρος της Συνθήκης που αφορά τα όργανα της Κοινότητας. Εντούτοις, η Τράπεζα εξακολουθεί να μη χαρακτηρίζεται ως όργανο της Κοινότητας κατά το άρθρο 4 και η υπαγωγή της Τράπεζας στο πέμπτο μέρος της Συνθήκης πραγματοποιείται με το αυτοτελές κεφάλαιο 5, που είναι ανεξάρτητο από το κεφάλαιο 1 το οποίο αφορά τα όργανα της Κοινότητας.
Κατά συνέπεια, η Τράπεζα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ένα από τα όργανα της Κοινότητας, κατά την έννοια του άρθρου 4 της Συνθήκης, και μπορεί τελείως αβίαστα να ληφθεί ως δεδομένο ότι η έννοια ακριβώς αυτή χρησιμοποιήθηκε στο άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο ( 9 ).
Εντούτοις, δεν αποκλείεται, πατά τη γνώμη μου, η δυνατότητα διασταλτικής ερμηνείας του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, οπότε η Τράπεζα εξομοιώνεται με τα όργανα της Κοινότητας στις περιπτώσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής. Οι διατάξεις της Συνθήκης περί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου έχουν, μέχρις ορισμένου ορίου, ερμηνευθεί διασταλτικώς, όποτε το Δικαστήριο θεώρησε ότι συνέτρεχαν σοβαροί λόγοι για μια τέτοια ερμηνεία (βλ., π.χ., την απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Μαΐου 1990 στην υπόθεση C-70/88, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου ( 10 )). Επομένως, δικαιολογείται, κατά τη γνώμη μου, διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, όταν υφίστανται βάσιμοι λόγοι για να αντιμετωπιστεί η Τράπεζα με τον ίδιο τρόπο όπως τα όργανα της Κοινότητας και όταν δεν υφίστανται βάσιμα επιχειρήματα κατά μιας τέτοιας εξομοιώσεως.
15.
Πριν να εξετάσω το ζήτημα αυτό, οφείλω να αναφερθώ στο επιχείρημα που προέβαλε η Τράπεζα, υποστηρίζοντας ότι υπάγεται στο άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο. Η Τράπεζα αναφέρεται στο γεγονός ότι στο τρίτο εδάφιο που προστέθηκε στο άρθρο 215 με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση περιέχεται η ακόλουθη διάταξη:
«Το δεύτερο εδάφιο εφαρμόζεται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις στις ζημίες που προξενεί η ΕΚΤ ή οι υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.»
Η Τράπεζα υπογραμμίζει ότι δεν υπάρχει λόγος να αντιμετωπίζονται διαφορετικά οι δύο τράπεζες σε σχέση με το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, και ότι είναι κατανοητό το ότι τα κράτη μέλη δεν περιέλαβαν ρητώς στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση την ΕΤΕπ, επειδή η τράπεζα αυτή υφίστατο από της θεσπίσεως της αρχικής Συνθήκης, το δε ζήτημα της εξωσυμβατικής της ευθύνης δεν είχε μέχρι τώρα δημιουργήσει προβλήματα ( 11 ).
Κατά τη γνώμη μου, είναι βέβαιο ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί η νέα διάταξη ως βάσιμο επιχείρημα υπέρ του ότι η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου κατά το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, εκτείνεται στην ΕΤΕπ. Με τη νέα Συνθήκη προστέθηκαν στη Συνθήκη ΕΟΚ τα άρθρα 4 Α και 4 Β, κατά τα οποία ιδρύονται αντιστοίχως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και μία Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων που δρουν μέσα στα όρια των εξουσιών που τους ανατίθενται από τη Συνθήκη και το Καταστατικό τους. Οι δύο τράπεζες περιλαμβάνονται στην απαρίθμηση των οργάνων της Κοινότητας που εξακολουθεί να περιέχεται στο άρθρο 4. Το γεγονός αυτό εξηγείται προφανώς από το ότι θεωρήθηκε αναγκαίο να αναφερθεί ρητώς η Κεντρική Τράπεζα στο άρθρο 215. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι δύο Τράπεζες, οι οποίες αποτελούν αντικείμενο παράλληλης ρυθμίσεως στις εισαγωγικές διατάξεις της Συνθήκης, δεν αποτελούν αντικείμενο παράλληλης ρυθμίσεως στο άρθρο 215. Είναι απολύτως δυνατό να οφείλεται αυτό στον λόγο τον οποίο αναφέρει η Τράπεζα. Αυτό όμως μπορεί να οφείλεται και στο ότι οι λόγοι που υπαγόρευσαν την εξομοίωση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας προς τα όργανα της Κοινότητας σε θέματα αποζημιώσεως δεν ίσχυαν ως προς την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, οπότε θεωρήθηκε ορθό να θεσπιστεί διαφορετική ρύθμιση για τις δύο τράπεζες σε σχέση με το άρθρο 215. Στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ανατέθηκαν καθήκοντα και παρασχέθηκαν εξουσίες, στο πλαίσιο της νέας Συνθήκης, τα οποία, λόγω του δημοσίου δικαίου χαρακτήρα τους, καθιστούσαν αναγκαίο να υπαχθεί η Κεντρική Τράπεζα στους κανόνες της Συνθήκης που ρυθμίζουν την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου (βλ. τις τροποποιήσεις των άρθρων 173,175,177 και 180) και καθιστούν φυσική την εξομοίωση της Κεντρικής Τράπεζας προς τα όργανα της Κοινότητας σε θέματα αποζημιώσεως. Με τη νέα Συνθήκη δεν μεταβάλλονται τα καθήκοντα της Τράπεζας Επενδύσεων τα οποία δεν συνεπάγονται, ή συνεπάγονται σε περιορισμένη μόνο έκταση, άσκηση δημοσίου δικαίου εξουσιών κατά τη στενή έννοια του όρου.
Ακόμη και αν δεν είναι βέβαιο σε ποια έκταση μπορούν βασίμως να ερμηνευθούν οι ισχύοντες κανόνες υπό το φως της νέας Συνθήκης, η οποία δεν έχει ακόμη κυρωθεί, μπορεί εν πάση περιπτώσει να διαπιστωθεί ότι από νομοτεχνική άποψη ελάχιστα ενδείκνυται να περιληφθεί στο άρθρο 215 μία διάταξη μόνο για την Κεντρική Τράπεζα, αν υπάρχει πρόθεση η διάταξη αυτή να καλύπτει επίσης και την ΕΤΕπ. Αν το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, ερμηνευθεί κατά την έννοια που προτείνει η ΕΤΕπ, θα ήταν εν πάση περιπτώσει ευκταία και σκόπιμη η κατά τον ίδιο τρόπο ρύθμιση, αυτό δε και από τυπικής απόψεως, για τις δύο τράπεζες κατά την κατάρτιση του άρθρο 215.
Εν πάση περιπτώσει, θεωρώ πάντως ότι τα ερμηνευτικά στοιχεία που μπορούν να συναχθούν από τη νέα διάταξη του άρθρου 215 σχετικά με την Κεντρική Τράπεζα είναι τόσο ασαφή ώστε δεν μπορεί να τους αποδοθεί καθοριστική σημασία για την ερμηνεία της ισχύουσας διατάξεως που αφορά την ΕΤΕπ.
16.
Κατά τη γνώμη μου, αυτό που εξακολουθεί να έχει αποφασιστική σημασία για την ερμηνεία αυτή είναι, όπως προεκτέθηκε, το ζήτημα αν βάσει ουσιαστικών θεωρήσεων που στηρίζονται στα καθήκοντα της Τράπεζας και στη θέση της εντός του οργανωτικού συστήματος της Συνθήκης, υφίστανται βάσιμοι λόγοι για να θεωρηθεί ότι η κατά το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, αρμοδιότητα του Δικαστηρίου εκτείνεται στην ΕΤΕπ και αν μπορούν να προταθούν βάσιμα επιχειρήματα κατά του ενδεχομένου αυτού.
17.
Η Τράπεζα υποστήριξε μετ' επιτάσεως ότι καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό θα αποτελούσε την καλύτερη εξασφάλιση της ανεξαρτησίας της και ότι επιπροσθέτως αυτό θα είναι ευκταίο διότι θα καθιστούσε δυνατή, προς το συμφέρον της ασφάλειας δικαίου, ενιαία κρίση ως προς τη συμπεριφορά της Τράπεζας και, επομένως, σε ικανοποιητικό βαθμό λήψη υπόψη του γεγονότος ότι η Τράπεζα ενεργεί ως κοινοτικό όργανο στο πλαίσιο της πραγματοποιήσεως των σκοπών της Κοινότητας.
Το Δικαστήριο, όπως προεκτέθηκε, στην υπόθεση Επιτροπή κατά ΕΤΕπ απέδωσε σημασία στο ζήτημα αν η αποδοχή των αιτημάτων της Επιτροπής θα μπορούσε «να διακυβεύσει τη λειτουργική αυτονομία και τη φήμη της Τράπεζας ως ανεξάρτητου οργανισμού στις κεφαλαιαγορές». Είναι δύσκολο να θεωρηθεί ότι θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι θα διακυβευόταν η ανεξαρτησία ή η φήμη της Τράπεζας σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης κατ' αυτής ενώπιον του Δικαστηρίου.
Κατά τη γνώμη μου, υφίστανται επίσης σοβαροί λόγοι για να γίνουν δεκτά και τα άλλα επιχειρήματα της Τράπεζας κατά τα οποία μπορεί να είναι σκόπιμο να παρασχεθεί εξουσία στο Δικαστήριο να αποφαίνεται επί όλων των υποθέσεων που αφορούν αποζημίωση λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης.
18.
Αυτό όμως δεν έχει κατ' ανάγκη αποφασιστική σημασία για τη λύση του προβλήματος. Δεν μπορεί να αποκλειστεί το ότι είναι δυνατό να υπαγορεύθηκε το ειδικό καθεστώς της Τράπεζας εντός του οργανωτικού συστήματος της Κοινότητας από άλλους και σοβαρότερους λόγους από αυτούς που προαναφέρθηκαν ή ότι μπορούν να υφίστανται επιχειρήματα που συνηγορούν υπέρ της αρμοδιότητας των εθνικών δικαστηρίων.
Το Δικαστήριο δέχθηκε στα προαναφερθέντα σημεία της αποφάσεως του επί της υποθέσεως Επιτροπή κατά ΕΤΕπ ότι η Τράπεζα «όπως κάθε άλλη τράπεζα» πρέπει να είναι σε θέση να ενεργεί με κάθε ανεξαρτησία στις κεφαλαιαγορές. Οι λόγοι που θεμελιώνουν την κρίση αυτή αναπτύχθηκαν στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mancini επί της υποθέσεως αυτής. Ο γενικός εισαγγελέας Mancini υποστήριξε στο σημείο 11 των προτάσεών του τα ακόλουθα:
«Η απάντηση (δηλαδή στο ζήτημα γιατί το πρωτογενές κοινοτικό δίκαιο παρέσχε στην ΕΤΕπ νομική προσωπικότητα και οικονομική αυτοτέλεια) δεν είναι δύσκολη. Μεταξύ του ενδεχομένου που αντιμετωπίστηκε στη συνδιάσκεψη της Μεσσίνας, να ανατεθεί η προώθηση των επενδύσεων στην Ευρώπη σε ειδικό ίδρυμα, και της προτάσεως να επιδιωχθεί αυτός ο σκοπός με τη δημιουργία γνήσιας τράπεζας, η τελευταία υπερίσχυσε για πολλούς λόγους: έτσι, η αντίσταση των πλουσίων κρατών, τα οποία υπερμέτρως θα εβάρυνε η χρηματοδότηση του ιδρύματος, η σφαίρα — πολύ μεγαλύτερη από την περίπτωση της ΕΚΑΧ — των αποστολών που ανετίθεντο στη νέα Κοινότητα και η βούληση να υιοθετηθεί η λύση βάσει διεθνών προηγουμένων (σκέπτομαι την Τράπεζα Ανασυγκροτήσεως και Αναπτύξεως). Εντούτοις, όταν έγινε επιλογή της λύσεως ΕΤΕπ, το να δοθεί σ' αυτήν την οντότητα η ικανότητα δράσεως αντιστοιχούσε σε προφανή και κατά κάποιο τρόπο υποχρεωτική ενέργεια, έστω και για να βρεθεί ο νέος οργανισμός σε θέση να ενεργεί στο εσωτερικό διαφόρων κρατών μελών όπως οποιοδήποτε άλλο πιστωτικό ίδρυμα.»
Η αναφορά στην Τράπεζα για την Ανασυγκρότηση και την Ανάπτυξη (την Παγκόσμια Τράπεζα) είναι ενδιαφέρουσα, ιδίως αν ληφθεί υπόψη το γεγονός, που αναφέρθηκε ανωτέρω, ότι μπορεί να ασκηθεί αγωγή αποζημιώσεως λόγω τόσο συμβατικής όσο και εξωσυμβατικής ευθύνης κατά της Τράπεζας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Όπως φαίνεται, βασίμως μπορεί να θεωρηθεί ότι η πρόθεση ήταν να αντιμετωπισθεί η ΕΤΕπ όπως τα άλλα πιστωτικά ιδρύματα και από διαδικαστικής απόψεως.
Επιπροσθέτως, φαίνεται λιγότερο αναγκαίο να παρασχεθεί εξουσία στο Δικαστήριο να αποφαίνεται επί διαφορών που αφορούν ενέργειες της Τράπεζας που συνιστούν αδικοπραξία. Ο λόγος για τον οποίο παρασχέθηκε στο Δικαστήριο η αρμοδιότητα αυτή σε σχέση με τα όργανα της Κοινότητας συνίσταται προφανώς στο γεγονός κυρίως ότι απαιτείται ενιαία νομική κρίση των νομικών αυτών πράξεων ενόψει του δημοσίου δικαίου χαρακτήρα τους ( 12 ). Η ΕΤΕπ ενεργεί, σύμφωνά με τα καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί, πρωτίστως στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπου δεν υφίσταται η ίδια ανάγκη για ενιαία κρίση των πράξεών της από το Δικαστήριο υπό των πρίσμα των ειδικών θεωρήσεων που ισχύουν στο πλαίσιο της κοινοτικής έννομης τάξεως.
19.
Τέλος, δεν μπορεί να μη ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το συμφέρον του ζημιωθέντος πρέπει να δικαιολογεί την υπαγωγή των υποθέσεων που αφορούν την ευθύνη αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης της Τράπεζας στην αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων. Για την ταυτότητα του λόγου ως προς όλα τα άλλα δεδομένα μπορεί ο ζημιωθείς να έχει έννομο συμφέρον στο να έχει τη δυνατότητα να ζητήσει αποζημίωση ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου στον οποίο προκλήθηκε η ζημία.
20.
Βάσει των προηγουμένων σκέψεων, νομίζω ότι είναι αμφίβολο αν συντρέχουν επαρκώς σοβαροί λόγοι για να ερμηνευθεί διασταλτικά το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, όσον αφορά την Τράπεζα.
Αντιθέτως, έχω τη γνώμη ότι και δυνατό και σκόπιμο είναι να μη λάβει θέση το Δικαστήριο επί αυτού του ζητήματος αρχής.
Δυνατόν επειδή η παρούσα αγωγή μπορεί να θεωρηθεί ότι ασκείται παραδεκτώς ενόψει της ιδιαίτερης από απόψεως κοινοτικού δικαίου αλληλουχίας, εντός της οποίας η Τράπεζα ενήργησε σε σχέση με το δάνειο προς το Μαλί.
Σκόπιμο επειδή δύσκολα μπορεί να αποκλειστεί τελείως ότι νέες εκτιμήσεις μπορούν προστεθούν σ' αυτές στις οποίες το Δικαστήριο θα στηρίξει την απόφαση του στην περίπτωση μιας νέας υποθέσεως στο πλαίσιο της οποίας θα πρέπει οπωσδήποτε να κριθεί αυτό το ζήτημα αρχής — πράγμα που μπορεί κάλλιστα να συμβεί στο πλαίσιο υποβολής προδικαστικού ερωτήματος από εθνικό δικαστήριο ενώπιον του οποίου έχει ασκηθεί αγωγή αποζημιώσεως κατά της Τράπεζας. Επιπροσθέτως, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να μη ληφθεί υπόψη η δυνατότητα να ληθεί ρητώς το ζήτημα στο πλαίσιο μεταγενέστερης αναθεωρήσεως της Συνθήκης, πράγμα που θα ήταν ευκταίο ενόψει της ρητής διατάξεως του άρθρου 215 ( 13 ) που αφορά την Κεντρική Τράπεζα.
Η Τράπεζα ενήργησε εν προκειμένω «για λογαριασμό της Κοινότητας»
Υποστηρίχθηκε κυρίως από την Επιτροπή, αλλ' επίσης άμεσα ή έμμεσα και από τους διαδίκους, ότι το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, είναι εν πάση περιπτώσει εφαρμοστέο στην παρούσα υπόθεση ενόψει του ειδικού νομικού πλαισίου εντός του οποίου ενήργησε η Τράπεζα.
21.
Η Τράπεζα ενήργησε βάσει κανόνων που θεσπίστηκαν, για πρώτη φορά, με τη Σύμβαση Λομέ ( 14 ), κατόπιν με μία εσωτερική συμφωνία για τη χρηματοδότηση και τη διαχείριση των ενισχύσεων της Κοινότητας ( 15 ) και, τέλος, με τον Δημοσιονομικό Κανονισμό του Έκτου Ευρωπαϊκού Ταμείου Αναπτύξεως ( 16 ). Η ενίσχυση που παρέχεται, μεταξύ άλλων, με τη μορφή δανείου επισφαλών κεφαλαίων χορηγείται από τους πόρους της Κοινότητας. Με τους προαναφερθέντες κανόνες καθορίζεται μία κατανομή εργασίας μεταξύ της Επιτροπής και της Τράπεζας όσον αφορά τη διαχείριση των ενισχύσεων. Το δάνειο, το οποίο προβλέπεται από τη σύμβαση χρηματοδοτήσεως για την οποία πρόκειται στην παρούσα υπόθεση, αφορούσε επισφαλή κεφάλαια, από δε τους σχετικούς κανόνες προκύπτει ότι τέτοιου είδους δάνεια αποτελούν το αντικείμενο διαχειρίσεως από την Τράπεζα για λογαριασμό της Κοινότητας ( 17 ). Εξάλλου, ρητώς προκύπτει από τη σύμβαση χρηματοδοτήσεως ότι η σύμβαση αυτή συνήφθη μεταξύ της Δημοκρατίας του Μαλί και της ΕΤΕπ «η οποία συμβάλλεται εν προκειμένω για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας». Από τα άρθρα 22 και 23 της εσωτερικής συμφωνίας προκύπτει ότι η Τράπεζα διαχειρίζεται τα δάνεια επισφαλών κεφαλαίων σε στενή συνεργασία με μία επιτροπή που αποτελείται από εκπροσώπους των κυβερνήσεων των κρατών μελών.
Από τους κανόνες της Συμβάσεως Λομέ για την οικονομική και τεχνική συνεργασία προκύπτει ότι η Τράπεζα, πλην αντιθέτων διατάξεων που συνομολογούνται στις συγκεκριμένες περιπτώσεις, υπόκειται στους ίδιους κανόνες με την Επιτροπή (βλ. συναφώς το άρθρο 193, παράγραφος 10, της Συμβάσεως). Τόσο η Τράπεζα όσο και η Επιτροπή οφείλουν, παραδείγματος χάρη, να μεριμνούν για την αποφυγή περιπτώσεων διαφορετικής μεταχειρίσεως στο πλαίσιο της προσκλήσεως υποβολής προσφορών και να εξασφαλίζουν ότι η προκρινόμενη προσφορά είναι η οικονομικά συμφερότερη (βλ. τα άρθρα 226 και 236, παράγραφος 1, της Συμβάσεως).
22.
Βάσει αυτών των δεδομένων, συντρέχουν σοβαροί λόγοι για να θεωρηθεί ότι η Τράπεζα πρέπει στην παρούσα υπόθεση να εξομοιωθεί προς τα όργανα της Κοινότητας σε σχέση με το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο. Η Τράπεζα δανείζει πόρους της Κοινότητας. Η Τράπεζα διαχειρίζεται τους πόρους για λογαριασμό της Κοινότητας, πράγμα που είναι απολύτως φανερό προς τα έξω. Η Τράπεζα διαχειρίζεται τους πόρους βάσει των κανόνων του κοινοτικού δικαίου, οπότε η εξουσία της αυτοτελούς λήψεως αποφάσεως είναι περιορισμένη σε σχέση με την εξουσία που έχει κατά τη χορήγηση δανείων από τους δικούς της πόρους βάσει της Συνθήκης ΕΟΚ. Επιπροσθέτως, η Επιτροπή και η Τράπεζα εν προκειμένω ενεργούν κατ' ουσία βάσει της ίδιας ρυθμίσεως και, επομένως, είναι ιδιαίτερα ενδεδειγμένο το Δικαστήριο να αποφαίνεται επί αγωγών αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης που ασκούνται όχι μόνο κατά της Επιτροπής αλλά και κατά της Τράπεζας. Έχω τη γνώμη ότι τα δεδομένα αυτά συνηγορούν αποφασιστικώς υπέρ της εξομοιώσεως της Τράπεζας με τα όργανα της Κοινότητας εν προκειμένω κατ' εφαρμογή του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο ( 18 ). Επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να δεχθεί τυπικά την αγωγή βάσει του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο. Παρόλο που η Τράπεζα διαχειρίζεται κοινοτικούς πόρους, παρόλο που ενεργεί για λογαριασμό της Κοινότητας, είναι, κατά τη γνώμη μου, και αναγκαίο και δυνατό να ερμηνευθεί το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, κατά την έννοια ότι η Τράπεζα, σε περίπτωση που υποχρεωθεί να καταβάλει αποζημίωση, θα πρέπει να καταβάλει την αποζημίωση αυτή από τους ίδιους πόρους.
23.
Η κατ' ουσίαν εκδίκαση της υποθέσεως πρέπει να ανατεθεί στο έκτο τμήμα, ενώ οι διάδικοι ανέπτυξαν τις απόψεις τους επί του ζητήματος αυτού ενώπιον του παρόντος τμήματος κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 23ης Οκτωβρίου 1991.
Πρόταση
24.
Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι είναι αρμόδιο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 178, σε συνδυασμό με το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, να κρίνει κατ' ουσίαν την αγωγή.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.
( 1 ) Το μεγαλύτερο μέρος των συγγραφέων που έχουν λάβει θέση επί του προβλήματος είναι της γνώμης ότι ή Τράπεζα δεν υπάγεται στο άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, βλ. π.χ. Wohlfarth, στο Wohlfarth κ.λπ.: Die Europäische Wirtschaftsgemeinschaft, 1960, σ. 566, Ηαθώς και Gtabitz στα σχόλια του επί της Συνθήκης, υποσημείωση 20 στο τέλος στο άρθρο 215. Στο έργο του Groeben κ.λπ. Kommentar zum EGW-Vertrag, 1983, o Gilsdorf υποστηρίζει óτι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο, αλλά τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια πρέπει να εφαρμόζουν τις κοινές γενικές αρχές του δικαίου κατά την έννοια του άρθρου 215 στην ευθύνη της Τράπεζας, βλ. υποσημείωση 19, άρθρο 215. Υπάρχουν ορισμένοι συγγραφείς που θεωρούν ότι το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, πρέπει να ερμηνεύεται κατά τέτοιον τρόπο ώστε η διάταξη αυτή να αφορά την Τράπεζα, βλ., π.χ., Hilf- Die Organisationsstruktur der Europäichen Gemeinschaften, 1982, σ. 41, και Henrion στο Les Novelles, Droit des Communautés européennes, 1969, σ. 971.
( 2 ) H Τράπεζα οφείλει, κατά το άρθρο 29 του καταστατικού της, να καθορίσει δωσιδικία σε κάθε κράτος μέλος.
Το δικαίωμα του ενάγοντος να επιλέγει, σε περίπτωση αποζημιώσεως λόγω εζ-ωσυμβατικής ευθύνης, μεταξύ του δικαστηρίου του τόπου της κατοικίας του εναγομένου και του δικαστηρίου του τόπου στον οποίο πραγματοποιήθηκε η ζημία συνάγεται, ως γνωστόν, από τη Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (Σύμβαση των Βρυξελλών, ΕΕ1990, C189, σ. 2).
( 3 ) Βλ., μεταξύ άλλων, Duffarn, 1.: Contribution à l'étude des privi-lèges et immunités des organisations internationales, 1982, σ. 59 έως 68, Bowett D. W.: The law of International Institutions, 1982, σ. 345 έως 353, και Lavalle, It.: La banque mondiale et ses filiales, 1972, σ. 118 και 119.
( 4 ) Το άρθρο VII, τμήμα 3, της συμφωνίας για τη Διεθνή Τράπεζα για την Ανασυγκρότηση και την Ανάπτυξη (Συλλογή ουνθηκών των Ηνωμένων Εθνών, τόμος 2, 1947, ο. 134 επ.) ορίζει:
«Αγωγή κατά της Τράπεζας μπορεί να ασκηθεί μόνο ενώπιον δικαστηρίου του οποίου η αρμοδιότητα εκτείνεται στα εδάφη κράτους μέλους εντός των οποίων η Τράπεζα διαθέτει γραφείο ή έχει ορίσει πληρεξούσιο εξουσιοδοτημένο να δέχεται τις κλήσεις ή επιδόσεις δικαστικής φύσεως ή εντός των οποίων έχει εκδώσει παραστατικούς τίτλους αξίας ή έχει παράσχει την εγγύησή της γι' αυτούς. Εντούτοις, καμία αγωγή δεν μπορεί να ασκηθεί από κράτη μέλη ή πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό των κρατών αυτών και προβάλλουν δικαιώματα που έλκουν από αυτά (...).»
Το άρθρο 46 της Συμφωνίας περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Τράπεζας για την Ανασυγκρότηση και την Ανάπτυξη (η Συμφωνία είναι προσαρτημένη στην απόφαση 674/9Ū7EOK του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 1990, για τη σύναψη της Συμφωνίας αυτής, βλ. ΕΕ L 372, σ. 1) ορίζει:
«Αγωγές κατά της Τράπεζας είναι δυνατό να ασκηθούν μόνο ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου στην επικράτεια μιας χώρας στην οποία η Τράπεζα διατηρεί γραφεία, έχει διορίσει κάποιον αντίκλητο για τους σκοπούς της παραλαβής κάθε πρόσκλησης ή κλήσης σε δίκη ή έχει εκδώσει ή εγγυηθεί τίτλους. Δεν επιτρέπεται ωστόσο η άσκηση αγωγών από μέλη ή πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό των μελών ή έλκουν δικαιώματα από αυτά (...).»
( 5 ) Υπόθεση 110/75, Συλλογή τόμος 1976, σ. 371.
( 6 ) Η γλώσσα διαδικασίας στην υπόθεση Mills ήταν η γαλλική. Η έκφραση «την Τράπεζα ως κοινοτικό οργανισμό» μετα. φράστηκε κάπως ατυχώς στο αγγλικό κείμενο της αποφάσεως ως «lhe Bank as a Community institution». Εντούτοις, η μετάφραση αυτή άλλαξε στην κατωτέρω αναφερομένη απόφαση επί της υποθέσεως 85/86, Επιτροπή κατά ΕΤΕπ, στη σκέψη 24 της οποίας επαναλαμβάνεται η προαναφερθείσα της αποφάσεως Mills, ως «the Dank as a Commynìty body».
( 7 ) Συλλογή 1988, σ. 1281.
( 8 ) Η Τράπεζα υποστήριξε ότι το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, μπορεί να εφαρμοστεί ως προς αυτήν, ακόμη χαι αν δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί ως ίνα από τα όργανα τη; Κοινότητας. Ισχυρίζεται ότι, εν πόση περιπτώσει, θα πρέπει να εμπίπτει στην έννοια των «υπαλλήλων της Κοινότητας». Δεν νομίζω ότι συντέχει λόγος να εξετάσω λεπτομερέστερα τον ισχυρισμό αυτό. Κατά τη γνώμη μου, είναι σαφές ότι το αποφασιστικό ζήτημα είναι αν η Τράπεζα είναι ένα από τα όργανα τη; Κοινότητας κατά το άρθρο 215, δεύτερη παράγραφος, ή αν μπορεί να εξομοιωθεί με τα όργανα αυτά.
( 9 ) Κατά τη γνώμη μου, δεν έχει μεγάλη σημασία το ότι μπορούν να αναφερθούν περιπτώσεις κατά τις οποίες η Τράπεζα εξομοιώθηκε ρητώς προς τα όργανα της Κοινότητας. Ως παράδειγμα μπορεί να αναγερθεί η εκτεθείσα ανωτέρω εξομοίωση της Τράπεζας προς τα όργανα της Κοινότητας στο Πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Μπορεί επίσης να αναφερθεί η εξομοίωση τη; Τράπεζας προς τα όργανα της Κοινότητας στο άρθρο 1 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Λπό αυτό και άλλα παραδείγματα καταδεικνύεται ότι υπήρχαν λόγοι για μία τέτοια εξομοίωση σε ορισμένες περιπτώσεις. Λπό αυτό όμως δεν μπορεί να συναχθεί ότι η εξομοίωση αυτή είναι ορθή σε όλες τις περιπτώσεις. Εντούτοις, μπορεί ίσως να υποστηριχθεί ότι τα παραδείγματα αυτά' — οτην περίπτωση κατά την οποία Ga είχαν σημασία για την παρούσα υπόθεση — αφενός μεν επιβεβαιώνουν τη διάκριση μεταξύ τη; Τράπεζα και των οργάνων της Κοινότητας, αφετέρου δε, καθιστούν φανερό ότι θεωρήθηκε αναγκαίο να ορισθεί ρητώς ότι η Τράπεζα πρέπει να αντιμετωπίζεται στις εν λόγο) περιπτώσεις κατά τον ίδιο τρόπο όπως τα όργανα της Κοινότητας.
( 10 ) Συλλογή 1990, α Ι-2041.
( 11 ) Η Τράπεζα εκθέτει επίσης ότι oto άρθρο 9 του Καταστατικοί του Ευρωπαϊκού Ταμείου Νομισματικής Συνεργασίας, που ιδρύθηκε ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο το 1973 με τον κανονισμό 907/73 του Συμβουλίου (ΕΕ ειδ. έκδ. 010/001, σ. 49) ορίζεται ρητώς ότι το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, ισχύει ως προς την εξωσυμβατική ευθΰνη του Ταμείου. Η Τράπεζα ισχυρίζεται ότι το Συμβούλιο δεν μπορεί να παράσχει νέες αρμοδιότητες στο Δικαστήριο και ότι, επομένως, το Συμβούλιο ερμήνευσε κατ' ανάγκη το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, υπό την έννοια ότι υπάγεται ο' αυτό το Νομισματικό Ταμείο. Το επιχείρημα αυτό δεν ευσταθεί, αν μη τι άλλο επειδή στηρίζεται σε εσφαλμένη υπόθεση. Από την πρακτική του Συμβουλίου προκύπτει ότι στο Δικαστήριο παρέχονται νέες αρμοδιότητες χωρίς τροποποίηση της Συνθήκης. Η πρακτική αυτή κρίθηκε νόμιμη από το Δικαστήριο σε μία άλλη αλληλουχία με τη γνωμοδότηση του C-1/91, της 14ης Δεκεμβρίου 1991, σχετικά με το σχέδιο συμφωνίας περί ιδρύσεως του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (Συλλογή 1991, σ. Ι-6079, σκέψη 59).
( 12 ) Ol λόγοι για τη διαφορετική ρύθμιση, οτο άρθρο 215, των αγωγών λόγω ενδοσυμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης εκτίθενται συνήθως ως εξής:
«Γενικώς, οι διεθνείς οργανισμοί έχουν δικαστική ασυλία εντός των κρατών μελών. II ασυλία αυτή αποσκοπεί στη διασφάλιση της ανεξαρτησίας τους. Όσον άφορα την EOK, δεν διαθέτει πλήρη ασυλία: ως προς τις συμβατικές της σχέσεις μπορεί να εναχΟεί ενώπιον των δικαστηρίων των κρατών μελών. Τα εθνικά συστήματα περί συμβατικής ευθύνης ομοιάζουν σε μεγάλο βαθμό μεταξύ τους ώστε να μην υπάρχει φόβος σημαντικών διαφορών κατά τη ρύθμιση των σχετικών περιπτώσεων. Επομένως, δεν υφίσταται σοβαρός λόγος για να αφαιρεθεί από τα εθνικά δικαστήρια η αρμοδιότητα τους στον τομέα αυτό. Αντιθέτως, ol διαφορές λόγω ευθύνης από αδικοπραξία αφορούν πολύ πιο άμεσα την πολιτική της Κοινότητας, επειδή συνεπάγονται κρίσεις επί του αθέμιτου ή αδικαιοπρακτικού χαρακτήρα των ενεργειών που τις προκάλεσαν. Κατά συνέπεια, ήταν λογικό να αφαιρεθούν οι διαφορές αυτές από την αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων και να υπαχθούν στο Δικαστήριο.» Βλ. Mćgrel, J., κ.λπ. Le droit de la Communauté économique européenne, 1983, τόμος 10, σ. 266. Με το ίδιο πνεύμα βλ. Schermers, Η. G.: Judicial Protection in the European Communities, 1983, σ. 287 επ.
( 13 ) Σε περίπτωση που θa επεχειρείτο να θεμελιωθεί η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου στο άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, αυτό θα μπορούσε να γίνει μέσω τροποποιήσεως της διατάξεως κατ' αντιστοιχία προς την τροποποίηση που πραγματοποιήθηκε ως προς την Κεντρική Τράπεζα, ¿ε περίπτωση που θα ήταν ευκταίο το αντίθετο αποτέλεσμα, αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσω διευκρινίσεως του άρθρου 21 του Καταστατικού της ΕΤΕπ.
( 14 ) ΕΕ 1986, L 86, σ. 3.
( 15 ) ΕΕ 1986, L 86, σ.210.
( 16 ) ΕΕ 1986, L 325, σ. 42.
( 17 ) Το άρθρο 10 της εσωτερικής συμφωνίας για τη χρηματοδότηση και τη διαχείριση των ενισχύσεων της Κοινότητας ορίζει ότι «η διαχείριση (του δανείου επισφαλών κεφαλαίων) πραγματοποιείται από την Τράπεζα, για λογαριασμό της Κοινότητας, σύμφωνα με το Καταστατικό της και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που καθορίζονται στον δημοσιονομικό κανονισμό που αναφέρεται στο άρθρο 28».
Στο άρθρο 14, παράγραφος 2, της συμφωνίας ορίζεται: «Η Τράπεζα αναλαμβάνει, για λογαριασμό της Κοινότητας τη χρηματοοικονομική εκτέλεση των ενεργειών που χρηματοδοτούνται από τους πόρους του Ταμείου με τη μορφή επισφαλών κεφαλαίων. Σ' αυτό το πλαίσιο, η Τράπεζα ενεργεί γι λογαριασμό και με ευθύνη της Κοινότητας, στην οποία περιέρχονται όλα τα προκύπτονται δικαιώματα, και ιδίως τα δικαιώματα του δανειστή ή του κυρίου.»
( 18 ) Κατά τη γνώμη μου δεν έχει σημασία ότι υφίστανται διατάξεις, μεταξύ άλλων το άρθρο 52, παράγραφο; 2, του προαναφερθέντος δημοσιονομικού κανονισμού, οι οποίες ορίζουν ρητώς ότι η Τράπεζα ενεργεί «ως εντολοδόχος της Κοινότητας». Δεν χρειάζεται εν προκειμένω να αποδοθεί σημασία στο ζήτημα αν η Τράπεζα μπορεί να χαρακτηρισθεί, υπό τη στενή έννοια του όρου, ως εντολοδόχος της Κοινότητας. Αφενός μεν θεωρώ ότι είναι αμφίβολο αν ενδείκνυται να χρησηιοποιούνται ιδιωτικού δικαίου κανόνες περί εντολής ατο πλαίσιο της σχέσεως που υφίσταται μεταξύ της Τράπεζα και της Κοινότητας στον συγκεκριμένο τομέα, αφετέρου δε έχω τη γνώμη ότι είναι αμφίβολο αν μία τέτοια σχέση εντολής, θεωρούμενη αυτοτελώς, συνεπάγεται τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο.
Full & Egal Universal Law Academy