ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 16ης Ιανουαρίου 1991 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι οικαονές,
1.
Με το παρόν προδικαστικό ερώτημα, που υποβλήθηκε από το Bundesverwaltungsgericht, ζητείται από το Δικαστήριο να διευκρινίσει το περιεχόμενο του άρθρου 4 της οδηγίας 68/360/ΕΟΚ του Συμβουλίου ( 1 ) (στο εξής: οδηγία), που αφορά την αναγνώριση από τα κράτη μέλη του δικαιώματος διαμονής στην επικράτεια τους που παρέχεται στους κοινοτικούς υπηκόους. Η διάταξη αυτή αποτέλεσε ήδη το αντικείμενο πολλών αποφάσεων του Δικαστηρίου. Εντούτοις, στην παρούσα υπόθεση εξετάζεται υπό νέο πρίσμα.
2.
Τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρει το εθνικό δικαστήριο είναι, περιληπτικά, τα ακόλουθα: ο Γιαγκουνίδης, Έλληνας υπήκοος, εισήλθε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας το 1973 επιδεικνύοντας διαβατήριο. 'Ελαβε άδεια διαμονής και στη συνέχεια, από το 1981, έτος κατά το οποίο τέθηκε σε ισχύ η Πράξη Προσχωρήσεως της Ελλάδας στις Κοινότητες, έλαβε άδεια διαμονής υπηκόου κράτους μέλους της ΕΟΚ. Από το πέρας των σπουδών του, διδάσκει στη Γερμανία. Όταν τον Νοέμβριο 1984 ζήτησε « ειδική άδεια διαμονής», πιστοποιητικό που παρέχει μεγαλύτερη προστασία από την άδεια διαμονής υπηκόου κράτους μέλους της ΕΟΚ, οι γερμανικές αρχές απέρριψαν το αίτημα του. 'Επειτα από νέα άρνηση, το Verwaltungsgerichtshof, κρίνοντας κατ' έφεση, απέρριψε την προσφυγή του Γιαγκουνίδη, με την αιτιολογία ότι αυτός δεν μπόρεσε να αποδείξει την ταυτότητα του για ορισμένο χρονικό διάστημα κατά παράβαση των διατάξεων του Ausländergesetz (νόμου περί αλλοδαπών) ( 2 ) και του Aufenthaltsgesetz (νόμου περί εισόδου και διαμονής των υπηκόων της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, στο εξής: AufenthG/EWG ) ( 3 ). Η διπλή αυτή αναφορά δεν πρέπει να εκπλήσσει. Η επίκληση του πρώτου νόμου γίνεται διότι πρόκειται για « ειδική άδεια διαμονής », που παρέχει μεγαλύτερη προστασία από την άδεια διαμονής υπηκόου κράτους μέλους της ΕΟΚ, η οποία προβλέπεται στον νόμο περί αλλοδαπών. Η δεύτερη αναφορά αντιστοιχεί στην ιδιότητα του προσφεύγοντος που φέρει την ιθαγένεια κράτους μέλους. Εν πάση περιπτώσει, η προϋπόθεση που δημιουργεί προβλήματα στην προκειμένη περίπτωση, δηλαδή η απαίτηση ισχυόντων εθνικών πιστοποιητικών ταυτότητας, είναι κοινή στους δύο νόμους. Παρ' όλ' αυτά, το Bundesverwaltungsgericht, ενώπιον του οποίου ο Γιαγκουνίδης άσκησε αναίρεση, υποβάλλει στο Δικαστήριο ερώτημα μόνον όσον αφορά την αναγνώριση του δικαιώματος διαμονής που παρέχεται δυνάμει του κοινοτικού δικαίου. Η αιτιολογία της Διατάξεως του περί παραπομπής στηρίζεται μόνο στο άρθρο 10 του AufenthG/WG. Εξάλλου, η άρνηση χορηγήσεως θα μπορούσε εξίσου να αφορά την άδεια διαμονής.
3.
Ειδικότερα, το Bundesverwaltungsgericht ερωτά αν το άρθρο 4 της οδηγίας επιτρέπει ή επιβάλλει στα κράτη μέλη να χορηγούν το δικαίωμα διαμονής εντός της επικρατείας στα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 1 της οδηγίας, εφόσον αυτά επιδεικνύουν δελτίο ταυτότητας του οποίου το γεωγραφικό πεδίο ισχύος έχει περιοριστεί από το εκδόν κράτος στην επικράτεια tou.
4.
Σύμφωνα με την πρώτη αιτιολογική της σκέψη, η οδηγία έχει ως αντικείμενο τη λήψη μέτρων που να ανταποκρίνονται στα δικαιώματα και στις ευχέρειες που αναγνωρίζονται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου ( 4 ) στους υπηκόους κάθε κράτους μέλους που διακινούνται προκειμένου να ασκήσουν μισθωτή δραστηριότητα και στα μέλη των οικογενειών τους. Με το πρώτο άρθρο της οδηγίας το Συμβούλιο υποχρεώνει τα κράτη μέλη να καταργήσουν τους περιορισμούς στη διακίνηση και διαμονή των προαναφερθέντων προσώπων υπό τους όρους που προβλέπονται στα επόμενα άρθρα, τα οποία ακολουθούν μια λογική σειρά. Το άρθρο 2 προβλέπει καταρχάς την ελευθερία εγκαταλείψεως της επικρατείας ενός κράτους μέλους. Στη συνέχεια το άρθρο 3 ρυθμίζει την είσοδο στην επικράτεια κράτους μέλους.
5.
Τέλος, το άρθρο 4, παράγραφος 1, αφορά την αναγνώριση του δικαιώματος διαμονής:
«Τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν το δικαίωμα διαμονής στην επικράτεια τους στα αναφερόμενα στο άρθρο 1 πρόσωπα τα οποία είναι σε θέση να προσκομίσουν τα έγγραφα που απαριθμούνται στην παράγραφο 3 (... ) »
Τα έγγραφα αυτά είναι αφενός μία δήλωση προσλήψεως του εργοδότη ή ένα πιστοποιητικό εργασίας, η ύπαρξη των οποίων δεν αμφισβητείται στην παρούσα υπόθεση, και αφετέρου το έγγραφο με το οποίο ο κοινοτικός υπήκοος εισήλθε στην επικράτεια. Αυτή η τελευταία προϋπόθεση είναι που δημιουργεί δυσκολίες στην προκειμένη περίπτωση.
6.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας, τα κράτη μέλη πρέπει να επιτρέπουν την είσοάο στην επικράτεια τους στα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 1 και επιδεικνύουν δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο εν ισχύι. Έτσι, ο Γερμανός νομοθέτης ( 5 ) στηρίχθηκε στον συνδυασμό των άρθρων 3 και 4 της οδηγίας για να απαιτήσει, για τη χορήγηση δικαιώματος διαμονής, δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο εν ισχύι, προϋπόθεση που φαίνεται ότι δεν αμφισβητείται a priori.
7.
Πράγματι, στην απόφαση Sagulo της 14ης Ιουλίου 1977 ( 6 ), το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η απαίτηση δελτίου ταυτότητας ή εθνικού διαβατηρίου εν ισχύι θα έδινε στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να αποδεικνύουν τη νομική τους κατάσταση αναφορικά με την εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης επιτρέποντας συγχρόνως στα κράτη μέλη τη συγκέντρωση στοιχείων σχετικών με τη διακίνηση του πληθυσμού στο έδαφος τους. Επιπλέον, το Δικαστήριο δέχθηκε τα προηγούμενα ενώ η απαίτηση αυτή αφορούσε πρόσωπο το οποίο « κατά το κοινοτικό δίκαιο εδικαιούτο να διαμένει στο έδαφος του συγκεκριμένου κράτους » ( 7 ).
8.
Η απαίτηση αυτή δεν αμφισβητείται καταρχήν στην παρούσα υπόθεση ( 8 ). Αντίθετα, το εθνικό δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει την έκταση της απαιτήσεως αυτής όσον αφορά το δικαίωμα διαμονής, συγκεκριμένα όταν ο κοινοτικός υπήκοος επιδεικνύει δελτίο ταυτότητας η γεωγραφική ισχύς του οποίου έχει περιοριστεί στην επικράτεια του εκδόντος κράτους.
9.
Τα κοινοτικά νομοθετικά κείμενα, όπως ερμηνεύονται από τη νομολογία του Δικαστηρίου, επέτρεψαν τη ρύθμιση ορισμένων δυσχερειών που μπορούσαν να προκύψουν ως προς την έκδοση των εγγράφων από τις εθνικές αρχές.
10.
Το άρθρο 2 της οδηγίας αφορά την περίπτωση των υπηκόων που εγκαταλείπουν την επικράτεια του κράτους τους προκειμένου να αναλάβουν δραστηριότητα ως μισθωτοί στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους. «Το δικαίωμα αυτό ασκείται με απλή επίδειξη δελτίου ταυτότητας ή διαβατηρίου εν ισχύι. » Αυτό το τελευταίο τμήμα της φράσεως δημιουργεί προβλήματα κατά την αναγνώριση του δικαιώματος διαμονής. Οπωσδήποτε αφορά τη χρονική ισχύ, σημαίνει όμως αυτό ότι περιλαμβάνει και την τοπική ισχύ; Η παράγραφος 3 του άρθρου αυτού διευκρινίζει: « Το διαβατήριο πρέπει να ισχύει τουλάχιστον για όλα τα κράτη μέλη και για τις μεταξύ αυτών ευρισκόμενες χώρες απευθείας διελεύσεως. Αν το διαβατήριο αποτελεί το μόνο έγγραφο για τη νόμιμη έξοδο από τη χώρα, η διάρκεια της ισχύος του δεν δύναται να είναι μικρότερη των πέντε ετών. » Γιατί δεν υπάρχει αντίστοιχη απαίτηση για το δελτίο ταυτότητας; Αυτό ισχύει, νομίζω, λόγω της φύσεως του διαβατηρίου ως πραγματικού ταξιδιωτικού εγγράφου, χορηγουμένου κατά την κρίση των αρχών του κράτους καταγωγής. Φαίνεται ότι το Συμβούλιο δεν είχε αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο περιορισμών σχετικά με την τοπική ισχύ των δελτίων ταυτότητας. Τέλος, η παράγραφος 4 απαγορεύει τη θεώρηση εξόδου ή άλλη ισοδύναμη υποχρέωση.
11.
Όσον αφορά την είσοδο στην επικράτεια, το άρθρο 3 της οδηγίας επαναλαμβάνει ορισμένες απαιτήσεις: την επίδειξη δελτίου ταυτότητας ή διαβατηρίου εν ισχύι και την απαγόρευση θεωρήσεως εισόδου ή άλλης ισοδυνάμου υποχρεώσεως ( 9 ).
12.
Πρέπει τέλος να αναφερθεί μια διάταξη της οδηγίας 64/221/ΕΟΚ του Συμβουλίου ( 10 ). Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 4, της οδηγίας « το κράτος που εξέδωσε την ταυτότητα ή το διαβατήριο επιτρέπει χωρίς διατυπώσεις την επάνοδο στην επικράτεια του εκείνου υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί το έγγραφο έστω και αν το εν λόγω έγγραφο δεν ισχύει πλέον ή αν αμφισβητείται η ιθαγένεια του προσώπου αυτού ».
13.
Ποιες συνέπειες μπορούν να αντληθούν από τις διατάξεις αυτές; Καμία από αυτές δεν επιτρέπει εκ των προτέρων την επίλυση του συγκεκριμένου προβλήματος που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο. Πράγματι, το άρθρο 3 της οδηγίας 68/360 φαίνεται ότι δεν δέχεται κανέναν ιδιαίτερο περιορισμό όσον αφορά τα απαιτούμενα έγγραφα που πιστοποιούν την ταυτότητα. Ορθώς η Επιτροπή παρατηρεί ( 11 ) ότι καταρχήν το δελτίο ταυτότητας είναι « τυπικό εθνικό έγγραφο», η χρήση του οποίου στο εξωτερικό καθίσταται δυνατή μόνο δυνάμει ιδιαιτέρων συμβάσεων. Εντούτοις, για την είσοδο και τη διαμονή στα κράτη μέλη της Κοινότητας, το δελτίο ταυτότητας αποκτά κοινοτική ισχύ, εφόσον η οδηγία προέβλεψε εναλλακτικά την επίδειξη δελτίου ταυτότητας ή διαβατηρίου εν ισχύι. Είναι βέβαια δυνατόν οι διατάξεις αυτές της οδηγίας να μην είναι αρκετά πειστικές. Ποια είναι τότε η σημασία του γενικότερου πλαισίου στο οποίο εντάσσονται;
14.
Όλα τα κείμενα που ανέφερα, τα οποία στηρίζονται στο άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ, αποσκοπούν στη διευκόλυνση της κυκλοφορίας των κοινοτικών εργαζομένων απαγορεύοντας ιδίως στα κράτη μέλη να αντιτάσσουν έστω και καθαρώς διοικητικά εμπόδια στην κυκλοφορία και κατόπιν στη διαμονή των κοινοτικών εργαζομένων. Παρόλον ότι το ζήτημα αφορά το δικαίωμα διαμονής στο κράτος υποδοχής, το σχετικό εμπόδιο πρέπει να αναζητηθεί προηγουμένως στο κράτος καταγωγής. Δεν πρέπει επομένως να γίνει δεκτό ότι το κράτος υποδοχής πρέπει να μη λαμβάνει υπόψη τους περιορισμούς αυτούς;
15.
Η αναγνώριση του δικαιώματος διαμονής στους υπηκόους των κρατών μελών που μετακινούνται για να ασκήσουν δραστηριότητα ως μισθωτοί αποτελεί συγκεκριμένα υποχρέωση και όχι απλή δυνατότητα των κρατών μελών, δεδομένου ότι οι ενδιαφερόμενοι αντλούν τα δικαιώματα αυτά αμέσως από τη Συνθήκη.
16.
Πράγματι, το Δικαστήριο, κατά πάγια νομολογία, δέχεται ότι το δικαίωμα των υπηκόων ενός κράτους μέλους να εισέρχονται και να διαμένουν στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους για τους σκοπούς της Συνθήκης — συγκεκριμένα για να αναζητήσουν εκεί εργασία ή να ασκήσουν επαγγελματική δραστηριότητα ως μισθωτοί ή ανεξάρτητοι εργαζόμενοι, ή να έλθουν στον ήδη εκεί εγκατεστημένο σύζυγο ή στην οικογένεια τους — αποτελεί δικαίωμα mv νους χορηγεί απευθείας η Ιννΰήκη% ανάλογα με την περίπτωση, οι διατάξεις που έχουν θεσπιστεί για την εφαρμογή της ( 12 ).
17.
Το να αναγνωριστεί διακριτική ευχέρεια στα κράτη μέλη στον τομέα αυτό θα οδηγούσε σε εξασθένηση της νομικής προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων που οι ιδιώτες αντλούν από τις κοινοτικές διατάξεις που έχουν απευθείας εφαρμογή.
18.
Ας προσπαθήσουμε, πέρα από αυτό, να εκτιμήσουμε τις πρακτικές συνέπειες των περιορισμών αυτών. Το να αντληθούν, από πλευράς κοινοτικού δικαίου, συνέπειες από το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος περιορίζει την εδαφική ισχύ του δελτίου ταυτότητας θα μπορούσε να θίξει την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων που δεν είναι κάτοχοι διαβατηρίου. Το δελτίο ταυτότητας, όταν προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία, θα έπρεπε να μπορεί να χρησιμοποιείται γενικά στο εθνικό έδαφος για τη διενέργεια πολλών τρεχουσών πράξεων και για τη διαμονή στις επικράτειες των άλλων κρατών μελών. Θα ήταν απαράδεκτη η εξάρτηση στην περίπτωση αυτή της ελεύθερης κυκλοφορίας των κοινοτικών υπηκόων από την κατοχή διαβατηρίου, πραγματικού ταξιδιωτικού εγγράφου, το οποίο επιπλέον είναι δαπανηρό.
19.
Εξάλλου, ο περιορισμός που επιβάλλουν οι ελληνικές αρχές είναι ακόμη περισσότερο σοβαρός και επαχθής διότι εφαρμόζεται σε όλα τα πρόσωπα στα οποία χορηγούνται δελτία ταυτότητας, και όχι μόνο σε ορισμένες κατηγορίες προσώπων.
20.
Πράγματι, σημασία για την εφαρμογή της Συνθήκης, ιδίως των άρθρων 48 επ., και του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68, δεν έχει να βεβαιωθεί ότι ο υπήκοος έχει πράγματι την ιθαγένεια κράτους μέλους και ότι ασκεί πραγματική επαγγελματική δραστηριότητα; Στην απόφαση Royer ( 13 ), το Δικαστήριο δέχεται ότι
« το δικαίωμα διαμονής πρέπει να αναγνωρίζεται από τις αρχές των κρατών μελών σε κάθε πρόσωπο που εμπίπτει στις κατηγορίες στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 1 της οδηγίας και που είναι σε θέση να αποδείξει, με την προσκόμιση των εγγράφων τα οποία απαριθμούνται στην παράγραφο 3 του άρθρου 4, ότι εμπίπτει σε μία από τις κατηγορίες αυτές » ( 14 ).
Επίκεντρο αποτελεί επομένως η απόδειξη ότι ο υπήκοος ανήκει στις κατηγορίες των προσώπων στις οποίες αναφέρονται τα κοινοτικά νομοθετικά κείμενα. Αν τα κράτη έπρεπε να λαμβάνουν υπόψη άλλα στοιχεία για την αναγνώριση του δικαιώματος διαμονής, τότε θα μπορούσαν να αντιτάσσουν εμπόδια επικαλούμενα ιδίως τον σεβασμό της κυριαρχίας των άλλων κρατών μελών ( 15 ).
21.
Επομένως, στο κύριο ερώτημα του Bundesverwaltungsgericht πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το κοινοτικό δίκαιο υποχρεώνει τα κράτη μέλη να παρέχουν δικαίωμα διαμονής στο έδαφος τους στα αναφερόμενα στο άρθρο 1 της οδηγίας 68/360 πρόσωπα, ακόμα και όταν τα πρόσωπα αυτά επιδεικνύουν δελτίο ταυτότητας το γεωγραφικό πεδίο ισχύος του οποίου περιορίζεται στο έδαφος του εκδόντος κράτος, εφόσον δεν αμφισβητείται η ιθαγένεια τους.
22.
Εξάλλου, το γερμανικό δικαστήριο υποβάλλει πολλά συμπληρωματικά ερωτήματα που δεν δημιουργούν δυσκολίες.
23.
Καταρχάς το γερμανικό δικαστήριο ερωτά αν πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το δελτίο ταυτότητας εκδόθηκε πριν από την προσχώρηση του εκδόντος κράτους στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και προτού οι υπήκοοί του αρχίσουν να απολαύουν της ελεύθερης κυκλοφορίας. Σύμφωνα με όσα ανέφερα ο κοινοτικός υπήκοος πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξει την ταυτότητα και την ιθαγένεια του. Επομένως, το γεγονός ότι τα ισχύοντα έγγραφα που πιστοποιούν την ταυτότητα εκδόθηκαν πριν την προσχώρηση της Ελληνικής Δημοκρατίας στις Κοινότητες ουδόλως θίγει την ισχύ τους: η οδηγία δεν απαιτεί την επίδειξη κοινοτικών εγγράφων για την αναγνώριση του δικαιώματος διαμονής, αλλά μόνο την επίδειξη εθνικών εγγράφων που να πιστοποιούν την ταυτότητα και να είναι εν ισχύι. Ως προς την άλλη πλευρά του ερωτήματος, δεν έχει σημασία ότι το δελτίο ταυτότητας εκδόθηκε προτού ο κάτοχος του αρχίσει να απολαύει της ελεύθερης κυκλοφορίας. Αυτό το δελτίο ή το διαβατήριο έπρεπε να προΟφί-σταται της ελεύθερης ασκήσεως του δικαιώματος αυτού από τον ενδιαφερόμενο και, σύμφωνα με τα κοινοτικά νομοθετικά κείμενα, ο ενδιαφερόμενος δεν ήταν υποχρεωμένος να ανανεώσει το έγγραφο αυτό μετά την προσχώρηση.
24.
Κατά δεύτερο λόγο, το γερμανικό δικαστήριο παρατηρεί ότι ο ενδιαφερόμενος εισήλθε στην επικράτεια επιδεικνύοντας όχι το δελτίο ταυτότητας, αλλά το διαβατήριο του. Πράγματι, το άρθρο 4 της οδηγίας επιβάλλει την επίδειξη του εγγράφου με το οποίο ο υπήκοος εισήλθε οτην επικράτεια. Στις γραπτές του παρατηρήσεις, ο Δήμος του Reutlingen ( 16 ) υποστήριξε ότι το άρθρο αυτό επιβάλλει στον υπήκοο να αποδείξει την ταυτότητα του με το έγγραφο με το οποίο εισήλθε στην επικράτεια, δηλαδή με το διαβατήριο του. Όπως όμως επισημαίνει η Επιτροπή ( 17 ), η διατύπωση της οδηγίας δεν εννοεί το ίδιο ακριβώς έγγραφο, διαφορετικά θα ήταν δυνατό να μην αναγνωριστεί το δικαίωμα διαμονής όταν έχει αντικατασταθεί το διαβατήριο διότι έληξε ή απωλέσθηκε εν τω μεταξύ. Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη η περίπτωση κατά την οποία ένα πρόσωπο δεν επιθυμεί, ελλείψει χρημάτων, να ανανεώσει το διαβατήριο του, γνωρίζοντας ότι αρκεί το δελτίο ταυτότητας. Η αντιστοιχία αυτή πρέπει να αναγνωριστεί κατά μείζονα λόγο, διότι το δελτίο ταυτότητας και το διαβατήριο πρέπει, και τα δύο, να αποδεικνύουν την ταυτότητα, την ιθαγένεια και να περιέχουν ορισμένα κοινά στοιχεία.
25.
Τέλος, το Bundesverwaltungsgericht ερωτά αν έχει σημασία το γεγονός ότι ο περιορισμός της ισχύος του εγγράφου στην επικράτεια του εκδόντος κράτους δεν αναφέρεται στο ίδιο το δελτίο ταυτότητας. Βάσει της απαντήσεως που προτείνω στο Δικαστήριο, θεωρώ ότι ο περιορισμός αυτός, είτε είναι εμφανής είτε όχι, δεν επηρεάζει την αναγνώριση του δικαιώματος διαμονής των κοινοτικών εργαζομένων.
26.
Προτείνω επομένως στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
« 1)
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 68/360/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να παρέχουν δικαίωμα διαμονής στο έδαφος τους στα αναφερόμενα στο άρθρο 1 της οδηγίας αυτής πρόσωπα, ακόμα και όταν τα πρόσωπα αυτά επιδεικνύουν δελτίο ταυτότητας το γεωγραφικό πεδίο ισχύος του οποίου περιορίζεται στο εθνικό έδαφος του εκδόντος κράτους, εφόσον η ταυτότητα τους και η ιδιότητα τους ως υπηκόων κράτους μέλους δεν αμφισβητούνται.
2)
Το γεγονός ότι, πρώτον, το δελτίο ταυτότητας εκδόθηκε πριν από την προσχώρηση του εκδόντος κράτους στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και πριν οι υπήκοοι του αρχίσουν να απολαύουν της ελεύθερης κυκλοφορίας, δεύτερον, το εν λόγω δελτίο δεν κάνει μνεία σχετικά με περιορισμούς ως προς την εδαφική του ισχύ και, τέλος, οι ενδιαφερόμενοι, κατά την είσοδο τους στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής, επέδειξαν όχι αυτό το δελτίο ταυτότητας αλλά διαβατήριο, ουδόλως επηρεάζει την εκτίμηση ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, οι αρχές του κράτους υποδοχής υποχρεούνται να αναγνωρίσουν το σχετικό δικαίωμα διαμονής. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Οδηγία της 15ης ΟκτωΡρίοι) 1968 περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των εργαζομένων των κρατών μελών και των οικογενειών τους στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 43).
( 2 ) BGBl. 1965,1, σ. 353.
( 3 ) BGBl. 1980,1, σ. 116.
( 4 ) Οδηγία της 15ης ΟκτωΡρΙου 1968 περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33 ).
( 5 ) Άρθρο 10 του AufcnlhG/EWG.
( 6 ) Υπόθεση 8/77, Rec. 1977, σ. 1495, σκέψη 4.
( 7 ) Όκ.π., σκέψη 10.
( 8 ) Βλέπε τις παρατηρήσεις της Επιτροπής, σ. 9 της γαλλικής μεταφράσεως.
( 9 ) Βλέπε παράδειγμα στην απόφαση της 3ης Ιουλίου 1980, 157/79, Keck ( Rec. 1980, σ. 2171, σκέψη 10 ).
( 10 ) Οδηγία της 25ης Φεβρουαρίου 1964 περί του συντονισμού των ειδικών μέτρων για τη διακίνηση και τη διαμονή αλλοδαπών, τα οποία δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 16 ).
( 11 ) Γραπτές παρατηρήσεις, σ. 12 και 13 της γαλλικής μεταφράσεως.
( 12 ) Απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, 48/75, Royer ( Rec. 1976, σ. 497, σκέψη 31 )· απόφαση της 15ης Μαρτίου 1989, 389/87 και 390/87, Echternach και Morite (Συλλογή 1989, σ. 723, σκέψη 25)· απόφαση της 18ης Μαΐου 1989, 249/86, Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (Συλλογή 1989, σ. 1263, σκέψη 9 ).
( 13 ) Υπόθεση 48/75, που προαναφέρθηκε.
( 14 ) Σκέψη 36, η υπογράμμιση δική μου.
( 15 ) 0 εκπρόσωπος του Δήμου του Reutlingen κάνει λόγο για «απαράδεκτη επέμβαση» στην κυριαρχία της Ελληνικής Δημοκρατίας, παρατηρήσεις, σ. 4 της γαλλικής μεταφράσεως.
( 16 ) Παρατηρήσεις, σ. 2 της γαλλικής μεταφράσεως.
( 17 ) Γραπτές παρατηρήσεις, σ. 17 της γαλλικής μεταφράσεως.
Full & Egal Universal Law Academy