ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN MISCHO
της 29ης Νοεμβρίου 1990 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι οικαοτές,
1.
Το Δικαστήριο γνωρίζει ήδη καλά την περίπτωση των Cotter και McDermott.
2.
Με την απόφαση της 24ης Μαρτίου 1987, 286/85, McDermott και Cotter ( Συλλογή 1987, σ. 1453 ), το Δικαστήριο απάντησε στα προδικαστικά ερωτήματα του High Court της Ιρλανδίας ως εξής:
« 1)
Σε περίπτωση που δεν έχουν εκδοθεί εκτελεστικά μέτρα της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, μπορεί, από τις 23 Δεκεμβρίου 1984, να γίνεται επίκληση του άρθρου 4, παράγραφος 1, που απαγορεύει κάθε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, για να ματαιώνεται η εφαρμογή κάθε διατάξεως εθνικού δικαίου που δεν είναι σύμφωνη προς το εν λόγω άρθρο.
2)
Ελλείψει εκτελεστικών μέτρων του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, οι γυναίκες δικαιούνται να υπάγονται στο ίδιο καθεστώς με τους άνδρες που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, καθεστώς που, ενόσω δεν έχουν εκδοθεί εκτελεστικά μέτρα της οδηγίας αυτής, εξακολουθεί να παραμένει το μόνο ισχύον σύστημα αναφοράς. »
3.
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ ( 1 ) ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
« Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση και ιδιαίτερα όσον αφορά:
—
(...)
—
(...)
—
τον υπολογισμό των παροχών, συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων λόγω συζύγου και προστατευομένου προσώπου (... ) ».
4.
Τα κράτη μέλη έπρεπε να έχουν αρχίσει να εφαρμόζουν την οδηγία το αργότερο στις 23 Δεκεμβρίου 1984.
5.
Όπως εκτίθεται λεπτομερέστερα στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, το High Court, με την απόφαση που εξέδωσε επί της ουσίας μετά την έκδοση από το Δικαστήριο της προδικαστικής αποφάσεως, δέχθηκε εν μέρει μόνο τις προσφυγές των προσφευγουσών και απέρριψε, μεταξύ άλλων, τα αιτήματα τους σε σχέση με τις προσαυξήσεις λόγω συντηρουμένου ενηλίκου και τέκνου, καθώς και σε σχέση με τα λεγόμενα « μεταβατικά » επιδόματα.
6.
Κατόπιν εφέσεως των προσφευγουσών ενώπιον του Supreme Court της Ιρλανδίας, το δικαστήριο αυτό υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
« 1)
Πρέπει η απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση 286/85 (... ) να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι έγγαμες γυναίκες δικαιούνται προσαυξήσεις των επιδομάτων κοινωνικής ασφαλίσεως για
α)
τον σύζυγο ως συντηρούμενο πρόσωπο και
β)
τα τέκνα ως συντηρούμενα πρόσωπα,
έστω και αν αποδεικνύεται ότι στην πραγματικότητα δεν υφίσταται καμία τέτοια εξάρτηση ή ακόμα ότι το αποτέλεσμα θα ήταν να καταβάλλονται δύο φορές τέτοιες προσαυξήσεις για τα συντηρούμενα πρόσωπα;
2)
Σε περίπτωση που μια γυναίκα ζητεί αποζημίωση για δυσμενή διάκριση που ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω μη εφαρμογής επ' αυτής των κανόνων που ισχύουν για τους άνδρες που τελούν στην ίδια κατάσταση, πρέπει η οδηγία του Συμβουλίου 79/7/ΕΟΚ να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να μην εφαρμόζουν τους κανόνες της εθνικής νομοθεσίας που προβλέπουν τη μείωση ή τη μη επιδίκαση αποζημιώσεως στις περιπτώσεις στις οποίες η επιδίκαση αποζημιώσεως θα αντέβαινε προς την αρχή της απαγορεύσεως του αδικαιολογήτου πλουτισμού; »
7.
Πριν από τις 20 Νοεμβρίου 1986, ημέρα ενάρξεως της ισχύος των νέων νομοθετικών διατάξεων που είχε θεσπίσει η Ιρλανδία για να συμμορφωθεί με την οδηγία 79/7, ο έγγαμος άνδρας δικαιούνταν προσαύξηση του επιδόματος ανεργίας ή του επιδόματος αρωγής ανέργου λόγω συντηρουμένου ενηλίκου
—
αν η σύζυγος του ζούσε μαζί του,
—
ή αν ο ίδιος βαρυνόταν πλήρως ή κυρίως με τη διατροφή της.
8.
Αντίθετα, οι έγγαμες γυναίκες δεν μπορούσαν να αξιώσουν προσαύξηση του επιδόματος ανεργίας τους λόγω συντηρουμένου ενηλίκου παρά μόνο αν ο σύζυγος τους:
—
ήταν ανίκανος προς βιοπορισμό λόγω σωματικής ή πνευματικής αναπηρίας,
—
και οι ίδιες βαρύνονταν πλήρως ή κυρίως με τη διατροφή του.
9.
Τα ίδια κριτήρια ίσχυαν ουσιαστικά και για την καταβολή των προσαυξήσεων λόγω συντηρουμένων τέκνων.
10.
Ορισμένες άλλες διατάξεις της ιρλανδικής νομοθεσίας προέβλεπαν ότι η έγγαμη γυναίκα μπορούσε να ζητήσει από τον Υπουργό Κοινωνικής Πρόνοιας να καταβάλλονται στην ίδια και όχι στον σύζυγο της η προσαύξηση λόγω συντηρουμένου ενηλίκου, καθώς και όλες οι προσαυξήσεις που οφείλονταν για συντηρούμενα τέκνα, όταν ο σύζυγος της δεν συνεισέφερε στη διατροφή της ή στη διατροφή των τέκνων.
11.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι προσαυξήσεις του επιδόματος ανεργίας ενός των συζύγων ήσαν στην πραγματικότητα παροχές που προορίζονταν για όλη την οικογένεια και όχι μόνο για τον σύζυγο στον οποίο χορηγούνταν. Αυτή είναι και η διαφορά της προκειμένης υποθέσεως από όλες αυτές στις οποίες αναφέρθηκαν οι προσφεύγουσες-εφεσείουσες ( 2 ). Από την άποψη επομένως της κοινής λογικής δεν είχε καμία κεφαλαιώδη σημασία το ζήτημα αν οι προσαυξήσεις αυτές χορηγούνταν στο ζεύγος μέσω του ενός ή του άλλου από τους δύο συζύγους.
12.
Είναι όμως αναμφισβήτητο ότι οι προϋποθέσεις που επιβάλλονταν στον σύζυγο ως προς την απόδειξη ήταν πολύ λιγότερο αυστηρές από αυτές που επιβάλλονταν στη σύζυγο, καθόσον ο σύζυγος έπρεπε απλώς να αποδείξει ότι η σύζυγος του ( και τα τέκνα του ) κατοικούσαν μαζί του. Κατά συνέπεια, οι επίμαχες προσαυξήσεις χορηγήθηκαν σε έγγαμους άνδρες, μολονότι οι σύζυγοί τους διέθεταν εισόδημα από την εργασία τους, δηλαδή χορηγήθηκαν σε περιπτώσεις στις οποίες η σύζυγος δεν εξηρτάτο οικονομικά από τον σύζυγο της και μπορούσε να συμβάλλει οικονομικά στην εκπαίδευση των τέκνων.
13.
Το αίτημα της εφέσεως που άσκησαν οι Cotter και McDermott ενώπιον του Supreme Court ήταν να εφαρμοστεί το ανωτέρω καθεστώς και στην περίπτωση τους. Κατά το μεγαλύτερο διάστημα της επίμαχης περιόδου (23 Δεκεμβρίου 1984 έως 19 Νοεμβρίου 1986) οι εφεσείουσες ήσαν πράγματι άνεργες, ενώ οι σύζυγοί τους ασκούσαν επαγγελματική δραστηριότητα.
Επί του πρώτου ερωτήματος
14.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διαφορά ως προς τις προϋποθέσεις αποδείξεως που περι-γράφηκε ανωτέρω βασιζόταν στο φύλο και ότι συνέπεια της ήταν ότι σε ορισμένα ζεύγη χορηγήθηκαν παροχές αδικαιολόγητα, αν η χορήγηση αυτή εξεταστεί σε σχέση με τον σκοπό των παροχών αυτών. Κατά συνέπεια, υπήρξε υπό μία έννοια αδικαιολόγητος πλουτισμός στις περιπτώσεις αυτές.
15.
Οι ιρλανδικές αρχές ισχυρίζονται πάντως ότι η καθιέρωση του συστήματος αυτού«οφείλεται στο γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των εγγάμων γυναικών στην Ιρλανδία συντηρούνταν κατά παράδοση από τους συζύγους τους. Μέχρι το μέσο της δεκαετίας του '80, το 85 % των εγγάμων γυναικών συντηρούνταν από τους συζύγους τους. Ενόψει του γεγονότος αυτού και με σκοπό την εξοικονόμηση χρόνου και χρήματος για τις διοικητικές αρχές, καθιερώθηκε η έννοια των αντικειμενικών οικογενειακών βαρών» (σημείο 2.4 των παρατηρήσεων ).
16.
Ακόμη και αν το ανωτέρω ποσοστό είναι συζητήσιμο, η καταρχήν ορθότητα της παρατηρήσεως αυτής δεν αμφισβητήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.
17.
Από τα ανωτέρω οι ιρλανδικές αρχές συνάγουν ότι η αξίωση των εφεσειουσών θα κατέληγε στην πραγματικότητα στην ίδια μεταχείριση διαφορετικών καταστάσεων, πράγμα που θα αποτελούσε διάκριση κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου. Ενώ δηλαδή μια μειοψηφία άνεργων έγγαμων ανδρών ( δηλαδή όσων η σύζυγος διέθετε εισόδημα από την εργασία της ) έλαβε τις προσαυξήσεις για συντηρούμενα πρόσωπα χωρίς αυτό να δικαιολογείται από την ratio legis, οι προσαυξήσεις αυτές θα έπρεπε τώρα να χορηγηθούν στη συντριπτική πλειοψηφία των άνεργων έγγαμων γυναικών, μολονότι δεν βαρύνονται με τη διατροφή των συζύγων τους.
18.
Νομίζω ότι είναι προφανές ότι στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για διαφορετική μεταχείριση που παρουσιάζει μεγάλη ιδιαιτερότητα. Όπως και τα δύο ιρλανδικά δικαστήρια, δύσκολα και εγώ θα μπορούσα να δεχτώ ότι η αρχή της ισότητας επιβάλλει την αντιστάθμιση ενός περιορισμένου αδικαιολόγητου πλουτισμού, που οφείλεται εν πάση περιπτώσει σε κατανοητούς λόγους, με έναν ευρύτερο ακόμη αδικαιολόγητο πλουτισμό. Τη δυσκολία αυτή δεν αγνοούν ούτε οι ίδιες οι εφεσείουσες, αλλά την υπερνικούν ισχυριζόμενες (σημείο 50 των παρατηρήσεων τους) ότι, « αν και δύο αρνήσεις δεν κάνουν μια κατάφαση, πρόκειται τουλάχιστον για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ».
19.
Έτσι τίθεται το ερώτημα αν το κοινοτικό δίκαιο στηρίζεται σε τόσο τυπολατρική αντίληψη περί της αρχής της ισότητας της μεταχειρίσεως. Είναι σαφές ότι η έσχατη συνέπεια του λογικού επιχειρήματος των εφεσειουσών είναι ότι οι άνδρες θα έπρεπε να δικαιούνται άδειες μητρότητας. Με την απόφαση όμως της 12ης Ιουλίου 1984, 184/83, Hofmann (Συλλογή 1984, σ. 3047), το Δικαστήριο απέκλεισε τη δυνατότητα αυτή, ακόμη και όταν ο σύζυγος πρόκειται να λάβει άδεια μητρότητας αντί για τη γυναίκα του και με τη συγκατάθεση της ( την αντίθετη άποψη είχε υποστηρίξει η Επιτροπή). Στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο στηρίχθηκε στο άρθρο 2, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ ( 3 ), το οποίο προβλέπει ότι η οδηγία αυτή
« δεν θίγει τις διατάξεις που αφορούν την προστασία της γυναίκας, ιδίως όσον αφορά την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα ».
20.
Από την υπόθεση Hofmann συνάγεται πάντως ότι τόσο το κοινοτικό όσο και το εθνικό δικαστήριο πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τον λόγο υπάρξεως ορισμένου συστήματος. Το ίδιο συμπέρασμα συνάγεται και από την απόφαση της 11ης Ιουνίου 1987, 30/85, Teuling ( Συλλογή 1987, σ. 2497 ), αντικείμενο της οποίας ήταν επίσης μια προσαύξηση επιδόματος λόγω οικογενειακών βαρών. Με τη σκέψη 16 της αποφάσεως αυτής το Δικαστήριο έκρινε ότι πρέπει « να εξεταστεί ο στόχος των εν λόγω προσαυξήσεων ».
21.
Ο σκοπός των επίμαχων εν προκειμένω προσαυξήσεων είναι να χορηγηθεί στο ζεύγος των συζύγων, από τους οποίους ο ένας δεν διαθέτει εισοδήματα από εργασία και ο άλλος λαμβάνει επιδόματα ανεργίας, προσαύξηση του επιδόματος αυτού, προκειμένου ο σύζυγος αυτός να μπορεί να αντεπεξέρχεται στα βάρη της διατροφής του συζύγου του και των τέκνων τους.
22.
Κατά συνέπεια, είναι εγγενές στην ίδια τη φύση της παροχής αυτής το ότι δεν μπορεί να χορηγείται δύο φορές. Πράγματι, όπως παρατήρησαν οι ιρλανδικές αρχές, κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου δεν είναι δυνατόν ο σύζυγος να συντηρείται πλήρως ή κυρίως από τη σύζυγο του και η σύζυγος αυτή πλήρως ή κυρίως από τον σύζυγο της. Ομοίως, δεν είναι δυνατόν τα τέκνα να βαρύνουν πλήρως ή κυρίως τόσο τη μητέρα τους όσο και τον πατέρα τους.
23.
Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας δεν προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι οι ιρλανδικές αρχές χορήγησαν στους έγγαμους άνδρες τις προσαυξήσεις για συντηρούμενο ενήλικο ή για συντηρούμενο τέκνο στις περιπτώσεις στις οποίες η σύζυγος τους λάμβανε ήδη προηγουμένως τις ίδιες προσαυξήσεις για την ίδια περίοδο. Εξάλλου, αυτό θα ήταν αδύνατο λόγω του ίδιου του συστήματος. Πριν δηλαδή τη χορήγηση των επιδομάτων ανεργίας και των προσαυξήσεων, η έγγαμη γυναίκα έπρεπε να αποδείξει, μεταξύ άλλων, ότι βαρυνόταν πλήρως ή κυρίως με τη διατροφή του συζύγου της, πράγμα όμως που προϋπέθετε ότι ο σύζυγος της δεν λάμβανε ούτε καν επιδόματα ανεργίας.
24.
Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει επίκληση της αρχής της ισότητας, για να υποστηριχθεί ότι οι έγγαμες γυναίκες έπρεπε να λαμβάνουν τις επίμαχες προσαυξήσεις ακόμη και στις περιπτώσεις στις οποίες χορηγούνταν ήδη στους συζύγους τους, αφού το αντίθετο δεν είχε συμβεί ποτέ.
25.
Από τα ανωτέρω προκύπτει μια μερική απάντηση στο πρώτο ερώτημα, και συγκεκριμένα η απάντηση ότι οι έγγαμες γυναίκες δεν δικαιούνται τις επίμαχες προσαυξήσεις, αν τούτο οδηγεί σε διπλή καταβολή των προσαυξήσεων αυτών.
26.
Απομένει πλέον να εξεταστεί η άλλη περίπτωση στην οποία αναφέρεται το πρώτο ερώτημα, δηλαδή η περίπτωση στην οποία αποδεικνύεται ότι η διατροφή του συζύγου και των τέκνων δεν βαρύνει πλήρως ή κυρίως τη σύζυγο, αφού ο σύζυγος διαθέτει εισοδήματα από την εργασία του.
27.
Και στην περίπτωση αυτή θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι είναι εγγενές στην ίδια τη φύση του επιδόματος λόγω συντηρουμένου προσώπου το να καταβάλλεται η παροχή αυτή μόνο εφόσον υπάρχει πράγματι συντηρούμενο πρόσωπο και ότι επομένως αρκεί να αποδείξει η διοίκηση ότι ο σύζυγος διέθετε εισοδήματα από την εργασία του για να μην υπάρχει πλέον η υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να επιδικάσει στην άνεργη σύζυγο την προσαύξηση λόγω συντηρουμένου προσώπου (ή τα αντίστοιχα αντισταθμιστικά επιδόματα ).
28.
Νομίζω ότι δεν υπάρχει μεγάλος κίνδυνος λάθους, αφού το Συμβούλιο, χρησιμοποιώντας στο άρθρο 4 της οδηγίας 79/7 την έννοια του προστατευομένου ή συντηρουμένου προσώπου, αναφερόταν μόνο στα πρόσωπα των οποίων η διατροφή βαρύνει πράγματι άλλους.
29.
Το άρθρο 4 πάντως δεν επέφερε την εναρμόνιση των δικαίων των κρατών μελών σε σχέση με τις προσαυξήσεις λόγω συντηρουμένων προσώπων και επομένως πρέπει να θεωρηθεί ότι παραπέμπει στα εθνικά δίκαια. Ο Ιρλανδός νομοθέτης όμως αποφάσισε ότι οι έγγαμοι άνδρες θεωρούνται ότι βαρύνονται με τη συντήρηση της συζύγου τους και των τέκνων τους, εφόσον αποδειχθεί ότι κατοικούν μαζί του. Το γεγονός ότι σε ορισμένες περιπτώσεις θα μπορούσε να υπάρξει χορήγηση παροχών που δεν θα οφείλονταν στην πραγματικότητα, αν λαμβανόταν υπόψη ο λόγος υπάρξεως τους, δεν τον έκανε να αλλάξει γραμμή πλεύσεως. Συνεπώς, παρόλους τους ενδοιασμούς που εξέφρασα ανωτέρω, νομίζω ότι δύσκολα το ιρλανδικό Δημόσιο θα μπορούσε τώρα να αντιτάξει στην αξίωση των εφεσειουσών το επιχείρημα ότι η ικανοποίηση της αξιώσεως τους θα τους παρείχε αδικαιολό-γητα-οφέλη.
30.
Όσον αφορά το επιχείρημα της ίσης μεταχειρίσεως διαφορετικών καταστάσεων, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι η ικανοποίηση των αξιώσεων των εφεσειουσών θα σήμαινε την όμοια μεταχείριση όμοιων καταστάσεων, αφού οι έγγαμες γυναίκες των οποίων ο σύζυγος ασκεί επάγγελμα θα αντιμετωπίζονταν όπως ακριβώς και οι έγγαμοι άνδρες των οποίων η σύζυγος ασκεί αμειβόμενη επαγγελματική δραστηριότητα.
31.
Θα μπορούσε βέβαια να υποστηριχθεί ότι το σύστημα αναφοράς βάσει του οποίου πρέπει να επιλυθεί η παρούσα διαφορά δεν είναι το επικρινόμενο σύστημα που εφαρμοζόταν στο παρελθόν από την Ιρλανδία σε σχέση με τους έγγαμους άνδρες, αλλά το σύστημα που καθιέρωσε η νέα νομοθεσία, η οποία άρχισε να ισχύει στις 20 Νοεμβρίου 1986, και για το οποίο δεν αμφισβητήθηκε ότι συνάδει προς την οδηγία. Βρισκόμαστε δηλαδή ενώπιον του εξής παραδόξου: αν η οδηγία είχε μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο εμπροθέσμως, οι Cotter και McDermott δεν θα μπορούσαν να προβάλουν τις αξιώσεις που προβάλλουν, καθόσον θα έπρεπε να αποδείξουν ότι βαρύνονταν πράγματι με τη διατροφή των συζύγων τους και των τέκνων τους. Στην περίπτωση όμως αυτή είναι επίσης βέβαιο ότι στους εγγάμους Ιρλανδούς δεν θα είχαν χορηγηθεί μεταξύ της 23ης Νοεμβρίου 1984 και της 19ης Οκτωβρίου 1986 οι προσαυξήσεις λόγω συντηρουμένων προσώπων, εφόσον οι σύζυγοί τους διέθεταν εισοδήματα από την εργασία τους. Οι προσαυξήσεις όμως αυτές χορηγήθηκαν όντως στους έγγαμους Ιρλανδούς. Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος για τον οποίο νομίζω ότι για την περίοδο κατά την οποία δεν είχαν αρχίσει να ισχύουν ακόμη στην Ιρλανδία τα μέτρα εφαρμογής του άρθρου 4 της οδηγίας το μόνο σύστημα αναφοράς που μπορεί να ληφθεί υπόψη είναι η μεταχείριση της οποίας τύγχαναν κατά τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου οι έγγαμοι άνδρες που βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση με τις εφε-σείουσες (βλ. σημείο 2 του διατακτικού της αποφάσεως McDermott και Cotter, το οποίο παρατίθεται στην αρχή των προτάσεων μου ).
32.
Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την εξής απάντηση στο πρώτο ερώτημα:
«Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, έχει την έννοια ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου μεταξύ της λήξεως της προθεσμίας που τασσόταν για την ενσωμάτωση της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο και της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος της σχετικής εθνικής νομοθεσίας οι έγγαμες γυναίκες δικαιούνταν προσαυξήσεις των επιδομάτων κοινωνικής ασφαλίσεως για
α)
τον σύζυγο ως συντηρούμενο πρόσωπο και
β)
τα τέκνα ως συντηρούμενα πρόσωπα, έστω και αν αποδεικνύεται ότι στην πραγματικότητα δεν βαρύνονταν με τη συντήρηση τους, εφόσον οι έγγαμοι άνδρες λάμβαναν τις ίδιες προσαυξήσεις χωρίς να χρειάζεται να αποδείξουν τη συνδρομή της ανωτέρω προϋποθέσεως ».
Επί του δευτέρου ερωτήματος
33.
Με το δεύτερο ερώτημα το Supreme Court της Ιρλανδίας ερωτά αν η οδηγία 79/7 έχει την έννοια ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν μπορούν να εφαρμόσουν τους κανόνες του εθνικού δικαίου για τη μείωση ή τη μη επιδίκαση της αποζημιώσεως που αναφέρεται στο πρώτο ερώτημα στις περιπτώσεις στις οποίες η επιδίκαση της αποζημιώσεως αυτής θα αντέβαινε προς την αρχή της απαγορεύσεως του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
34.
Στο σημείο αυτό επιβάλλεται ευθύς εξαρχής η παρατήρηση ότι δεν επιτρέπεται ποτέ στα κράτη μέλη να επικαλούνται αρχές του εθνικού δικαίου για να μην τηρούν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το κοινοτικό δίκαιο, καθόσον τούτο απαγορεύεται βάσει του κανόνα της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου. Η εκπλήρωση δηλαδή υποχρεώσεως που απορρέει από το κοινοτικό δίκαιο θα έπρεπε να εμποδίζεται από την υποχρέωση τηρήσεως άλλου κανόνα του. κοινοτικού δικαίου.
35.
Στο σημείο αυτό τίθεται το ερώτημα αν το κοινοτικό δίκαιο γνωρίζει την έννοια του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η έννοια αυτή απαντά πράγματι σε πολλές αποφάσεις του Δικαστηρίου. Ορισμένες φορές χρησιμοποιήθηκε για να στηρίξει απαίτηση καταβολής ( 4 ).
36.
Σε ορισμένες άλλες περιπτώσεις η αρχή αυτή προβλήθηκε ως μέσο άμυνας, με σκοπό είτε τη μείωση, σε ορισμένες υπαλληλικές υποθέσεις ( 5 ), των αποζημιώσεων που καταβάλλει η Επιτροπή είτε, στην περίπτωση αγωγών ιδιωτών κατά κρατών μελών, την απόδοση εθνικών φόρων που είχαν επιβληθεί κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου ( 6 ) ή ποσών που είχαν καταβληθεί αρχικά βάσει διατάξεων του κοινοτικού δικαίου οι οποίες στη συνέχεια ακυρώθηκαν ή κηρύχθηκαν ανίσχυρες ( 7 ).
37.
Τέλος, η έννοια αυτή απαντά και στις αιτιολογικές σκέψεις ορισμένων κανονισμών. Στις αιτιολογικές σκέψεις που έχει παραθέσει η Επιτροπή κατά τη θέσπιση ορισμένων μέτρων αναφέρεται ότι σκοπός της θεσπίσεως ήταν η αποφυγή του « αδικαιολόγητου πλουτισμού » μιας κατηγορίας επιχειρηματιών. Πρόκειται για τους εξής κανονισμούς της Επιτροπής: τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3682/87, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2677/85 για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος ενισχύσεως στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο ( 8 ), τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1746/84, για την τροποποίηση του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 685/69 σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής των παρεμβάσεων στην αγορά του βουτύρου και της κρέμας γάλακτος ( 9 ), και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2936/86, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2677/85 για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος ενίσχυσης στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο ( 10 ).
38.
Εν προκειμένω όμως δεν χρειάζεται να εξεταστεί ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποίησε το Δικαστήριο την έννοια του αδικαιολόγητου πλουτισμού στις προαναφερθείσες αποφάσεις, διότι, όπως εξέθεσα σε σχέση με το πρώτο ερώτημα, είναι σαφές ότι υπό τις περιστάσεις της διαφοράς της κύριας δίκης η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως επιβάλλει την επέκταση της παροχής του βασικά αχρεωστήτως παρεχομένου οφέλους, το οποίο χορηγούνταν στους έγγαμους άνδρες ( και μέσω αυτών στο ζεύγος των συζύγων ), και στις έγγαμες γυναίκες που βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση (και μέσω αυτών στο ζεύγος των συζύγων ). Η αιτία του αδικαιολόγητου πλουτισμού των μεν συνίσταται κατά κάποιον τρόπο στον αδικαιολόγητο πλουτισμό των δε.
39.
Δεδομένου επομένως ότι η λύση στο πρόβλημα του αδικαιολόγητου πλουτισμού δόθηκε με την απάντηση στο πρώτο ερώτημα, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι υπό τις περιστάσεις αυτές το δεύτερο ερώτημα δεν έχει πλέον αντικείμενο.
Συμπέρασμα
40.
Κατά συνέπεια, οι προτεινόμενες απαντήσεις μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
« 1)
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, έχει την έννοια ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου μεταξύ της λήξεως της προθεσμίας που τασσόταν για την ενσωμάτωση της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο και της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος της σχετικής εθνικής νομοθεσίας οι έγγαμες γυναίκες δικαιούνταν προσαυξήσεις των επιδομάτων κοινωνικής ασφαλίσεως για:
α)
τον σύζυγο ως συντηρούμενο πρόσωπο και
β)
τα τέκνα ως συντηρούμενα πρόσωπα, έστω και αν αποδεικνύεται ότι στην πραγματικότητα δεν βαρύνονταν με τη συντήρηση τους, εφόσον οι έγγαμοι άνδρες λάμβαναν τις ίδιες προσαυξήσεις χωρίς να χρειάζεται να αποδείξουν τη συνδρομή της ανωτέρω προϋποθέσεως.
2)
Κατόπιν της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, το δεύτερο ερώτημα δεν έχει πλέον αντικείμενο. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160.
( 2 ) Βλ. μεταξύ άλλων: απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1986, 71/85, FNV (Συλλογή 1986, σ. 3855), απόφαση της 24ης Ιουνίου 1987, 384/85, Borne Clarke (Συλλογή 1987, σ. 2865), και απόφαση της 8ης Μαρτίου 1988, 80/87, Dik (Συλλογή 1988, σ. 1601 ).
( 3 ) Οδηγία 76/207 του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συν9ήκες εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70).
( 4 ) Απόφαση της 4ης Απριλίου 1960, 413/59, Mannesmann AG και λοιποί κατά Ανωτάτης Αρχής ( Rec. 1960, σ. 241), απόφαση της 11ης Ιουλίου 1968, 26/67, Danvin κατά Επιτροπής ( Rec. 1968, σ. 463 ), απόφαση της 3ης Μαΐου 1972, 33/71, De Haan κατά Επιτροπής (Rec. 1972, σ. 255), απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 1987, 401/85, Schina κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 3911).
( 5 ) Απόφαση της 19ης Μαρτίου 1964, 18/63, Schmitz κατά ΕΟΚ ( Rec. 1964, σ. 160, συγκεκριμένα 163 ), και απόφαση της 8ης Ιουλίου 1965, 110/63, Willame κατά Επιτροπής της ΕΚΑΕ (Rec. 1965, σ. 803, συγκεκριμένα 822).
( 6 ) Απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1980, 68/79, Just ( Rec. 1980, σ. 501 ), απόφαση της 27ης Μαρτίου 1980, 61/79, Denkavit ¡taliana ( Rec. 1980, σ. 1205 ), αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1980, 811/79 και 826/79, Ariete και Mireco ( Rec. 1980, σ. 2545 και 2559 αντίστοιχα), και απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1983, 199/82, San Giorgio ( Συλλογή 1983, σ. 3595).
( 7 ) Απόφαση της 12ης Ιουνίου 1980, 130/79, Express Dairy Foods (Rec. 1980, σ. 1887), απόφαση της 13ης Μαίου 1981, 66/80, International Chemical Corporation (Συλλογή 1981, σ. 1191 ) — 6λ. επίσης απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, 205/82 έως 215/82, Deutsche Milchkontor (Συλλογή 1983, σ. 2633), για μια περίπτωση στην οποία ένα κράτος μέλος επικαλέστηκε την εξαφάνιση του αδικαιολόγητου πλουτισμού του λήπτη με σκοπό να μην προβεί στην αναζήτηση αχρεωστήτως καταβληθεισών ενισχύσεων βάσει του κοινοτικού δικαίου.
( 8 ) ΕΕ 1987, L 346, σ. 19.
( 9 ) ΕΕ 1984, L 164, σ. 32. Βλ. επίσης την απόφαση της 17ης Ιουνίου 1987, ( 424/85 και 425/85, Frico ( Συλλογή 1987, σ. 2755 ), η οποία εκδόδηκε σε σχέση με τον κανονισμό αυτό.
( 10 ) ΕΕ 1986, L 274, σ. 13.
Full & Egal Universal Law Academy