ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-9/89 ( *1 )
Ι — Περιστατικά και διαδικασία
1. Νομικό πλαίσιο και ιστορικό της διαφοράς
Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 170/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί θεσπίσεως κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων ( ΕΕ L 24, σ. 1 ), καθιερώθηκε κοινή πολιτική αλιείας με σκοπό να εξασφαλιστεί η διατήρηση των θαλασσίων βιολογικών πόρων και η ισόρροπη εκμετάλλευσή τους. Η δωδέκατη αιτιολογική σκέψη υπογραμμίζει ότι το κοινοτικό καθεστώς πρέπει να συμπληρωθεί με αποτελεσματικό σύστημα ελέγχου εφαρμοζόμενο στη δραστηριότητα που ασκείται στους αλιό-τοπους και στην εκφόρτωση. Κατά τον κανονισμό αυτό, το σύνολο των επιτρεπομένων αλιευμάτων ( TAC ) ανά απόθεμα ή ομάδα αποθεμάτων για την Κοινότητα κατανέμεται μεταξύ των κρατών μελών. Το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού προβλέπει υποχρέωση των κρατών μελών να καθορίζουν τις λεπτομέρειες για τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων αυτών. Με αυτή τη βάση, τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν συστήματα ατομικών αδειών αλιείας.
Κατά την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 170/83, διατάξεις σχετικές με τον έλεγχο των αλιευτικών δραστηριοτήτων περιέχονταν ήδη στον κανονισμό (ΕΟΚ) 2057/82 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1982, περί θεσπίσεως ορισμένων μέτρων ελέγχου των αλιευτικών δραστηριοτήτων που ασκούνται από σκάφη των κρατών μελών ( ΕΕ L 220, σ. 1 ), ο οποίος έχει τροποποιηθεί επανειλημμένως, για τελευταία φορά δε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 4027/86 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1986 ( ΕΕ L 376, σ. 4').
Δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού 170/83, ο κανονισμός 2057/82 αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2241/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη θέσπιση ορισμένων μέτρων ελέγχου για τις αλιευτικές δραστηριότητες ( ΕΕ L 207, σ. 1 ). Με τον τελευταίο αυτό κανονισμό έγινε, χάριν σαφήνειας, κωδικοποίηση του κανονισμού 2057/82, κατόπιν των επελθουσών τροποποιήσεων όσον αφορά την επιθεώρηση και τον έλεγχο.
Τα μέτρα που προβλέπει ο νέος κανονισμός έχουν μεταξύ άλλων, ως σκοπό να εξασφαλίσουν την τήρηση των περιορισμών των δυνατοτήτων αλιείας· κατά την τρίτη αιτιολογική σκέψη, πρέπει να περιλαμβάνουν διατάξεις αφορώσες την επιθεώρηση και τον έλεγχο, από τις αρχές των κρατών μελών, όλων των αλιευτικών σκαφών, συμπεριλαμβανομένων των σκαφών των τρίτων χωρών, τόσο στη θάλασσα όσο και στα λιμάνια, καθώς και όλων των δραστηριοτήτων των οποίων η επιθεώρηση θα επέτρεπε την εξακρίβωση της εφαρμογής του κανονισμού αυτού. Το άρθρο 1 του κανονισμού έχει ως εξής:
« 1.
Για να εξασφαλιστεί η τήρηση κάθε ισχύουσας ρύθμισης σχετικά με τα μέτρα διατήρησης και ελέγχου, κάθε κράτος μέλος ελέγχει, στο έδαφός του και στα θαλάσσια ύδατα που υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία του, την άσκηση της αλιείας και των συναφών δραστηριοτήτων. Επιθεωρεί τα αλιευτικά σκάφη και όλες τις δραστηριότητες των οποίων η επιθεώρηση πρέπει να επιτρέπει να εξακριβώνεται η εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, και ιδίως οι δραστηριότητες εκφόρτωσης, πώλησης και εναποθήκευσης ιχθύων και καταγραφής των εκφορτώσεων και των πωλήσεων.
2.
Εάν, στο τέλος ελέγχου ή επιθεώρησης που πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους διαπιστώνουν ότι δεν τηρούνται οι ισχύουσες ρυθμίσεις για τα μέτρα διατήρησης και ελέγχου, ασκούν ποινική ή διοικητική δίωξη κατά του πλοιάρχου του συγκεκριμένου σκάφους ή κάθε άλλου υπεύθυνου.
3.
Για να διασφαλιστεί η όσο το δυνατό αποτελεσματικότερη και οικονομικότερη επιθεώρηση, τα κράτη μέλη συντονίζουν τις ελεγκτικές τους ενέργειες και εισάγουν μέτρα που επιτρέπουν τόσο στις αρμόδιες αρχές τους όσο και στην Επιτροπή να αλληλοενημερώνονται σε τακτά διαστήματα για την αποκτηθείσα πείρα. »
Το άρθρο 9 του εν λόγω κανονισμού προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι το πρώτο δεκαπενθήμερο κάθε μηνός τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις ποσότητες αποθεμάτων που υπόκεινται σε TAC ή σε ποσοστώσεις οι οποίες έχουν εκφορτωθεί κατά τον προηγούμενο μήνα. Εντός προθεσμίας δέκα ημερών, η Επιτροπή οφείλει να ενημερώνει τα κράτη μέλη σχετικά με τις κοινοποιήσεις που έχει λάβει από τα άλλα κράτη μέλη. Το άρθρο 11 ορίζει ότι τα υποκείμενα σε ποσόστωση αλιεύματα αποθέματος τα οποία αλιεύονται από αλιευτικά σκάφη που φέρουν σημαία κράτους μέλους καταλογίζονται στην ποσόστωση του κράτους αυτού, ανεξαρτήτως του τόπου της εκφορτώσεως. Κάθε κράτος μέλος καθορίζει την ημερομηνία κατά την οποία οι υποκείμενες σε ποσόστωση αλιεύσεις αποθέματος θεωρούνται ότι έχουν εξαντλήσει την ποσόστωση που του έχει παραχωρηθεί για το εν λόγω απόθεμα. Από της ημερομηνίας αυτής, πρέπει να απαγορεύει προσωρινά την αλιεία ιχθύων αυτού του αποθέματος από τα σκάφη του, καθώς και τη διατήρηση επί του σκάφους, τη μεταφόρτωση και την εκφόρτωση· η οριστική απαγόρευση αποφασίζεται από την Επιτροπή.
Προκειμένου να δοθεί στα κράτη μέλη η δυνατότητα να λαμβάνουν γρηγορότερα, κατόπιν αιτήσεως τους, λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με τις εκφορτώσεις που πραγματοποιούν τα σκάφη τους σε άλλα κράτη μέλη, το Συμβούλιο επεξέτεινε τα μέτρα ελέγχου και στις εκφορτώσεις που πραγματοποιούνται σε άλλα κράτη μέλη, με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 3483/88 του Συμβουλίου, της 7ης Νοεμβρίου 1988, για την τροποποίηση του κανονισμού 2241/87, για τη θέσπιση ορισμένων μέτρων ελέγχου για τις αλιευτικές δραστηριότητες ( ΕΕ L 306, σ. 2 ). Ειδικότερα, διαπίστωσε ότι συχνά τα αλιευτικά σκάφη ενός κράτους μέλους εκφορτώνουν τα αλιεύματά τους σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος του οποίου φέρουν τη σημαία. Στην περίπτωση του συστήματος αδειών που εφαρμόζει το κράτος μέλος της σημαίας ή της νηολογήσεως, η πείρα έχει δείξει ότι το κράτος αυτό αντιμετωπίζει ενδεχομένως δυσχέρειες κατά τον έλεγχο των πλοίων του που εκφορτώνουν ή μεταφορτώνουν τα αλιεύματά τους εντός λιμένος ή θαλασσίων υδάτων άλλου κράτους μέλους.
Ο κανονισμός 3483/88 προσθέτει στον κανονισμό 2241/87 ένα νέο άρθρο 9α, το οποίο προβλέπει σύστημα παροχής πληροφοριών από το κράτος μέλος της εκφορτώσεως ή της μεταφορτώσεως προς το κράτος μέλος της σημαίας. Κατόπιν αιτήσεως του. τελευταίου, το κράτος μέλος της εκφορτώσεως ή της μεταφορτώσεως οφείλει να του παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις εκφορτώσεις ή τις μεταφορτώσεις που πραγματοποιούνται στους λιμένες του. Οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν το όνομα και τα εξωτερικά στοιχεία και τους αριθμούς αναγνωρίσεως του σκάφους, τις ποσότητες του αποθέματος ιχθύος που εκφορτώνονται ή μεταφορτώνονται από αυτό, καθώς και την ημερομηνία και τον τόπο της εκφορτώσεως ή της μεταφορτώσεως, πρέπει δε να παρέχονται εντός τεσσάρων ημερών από της εκφορτώσεως ή της μεταφορτώσεως.
Ο κανονισμός 3483/88 τροποποιεί, επίσης, τον παλαιό κανονισμό προσθέτοντας του τα άρθρα 11α έως 1 Ιδ.
Κατά το άρθρο 11α, τα πλοία που είναι νηολογημένα σε κράτος μέλος που απαιτεί άδεια για την άσκηση αλιευτικών δραστηριοτήτων απα-, γορεύεται να αλιεύουν, να φυλάσσουν επί του σκάφους, να μεταφορτώνουν ή να εκφορτώνουν χωρίς άδεια ιχθύες υπαγομένους σε ποσόστωση. Η Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη πρέπει να πληροφορούνται σχετικά με την εν λόγω ποσόστωση, καθώς και την έκδοση αδείας, το όνομα και τα εξωτερικά στοιχεία και τους αριθμούς αναγνωρίσεως του σκάφους το οποίο έχει λάβει την άδεια.
Το άρθρο lip προβλέπει τη δυνατότητα των κρατών μελών να υποβάλλουν τα αλιευτικά σκάφη τους σε συμπληρωματικά μέτρα ελέγχου, όταν δεν έχουν συμμορφωθεί προς τους κανόνες διατηρήσεως ή τα μέτρα ελέγχου τα μέτρα αυτά μπορούν να προβλέπουν ότι, το πολύ για διάστημα ενός έτους από της διαπιστώσεως της παραβάσεως, τα αλιεύματα αποθέματος ή ομάδας αποθεμάτων ιχθύων που υπάγεται σε ποσόστωση η οποία έχει παραχωρηθεί στο οικείο κράτος μέλος δεν μπορούν να εκφορτωθούν ή, να μεταφορτωθούν εντός λιμένος ή των θαλασσίων υδάτων άλλου κράτους μέλους ή τρίτης χώρας παρά μόνον εάν το σκάφος φέρει έγγραφο επικυρωμένο από το κράτος μέλος της νηολογήσεως, το οποίο να βεβαιώνει ότι το κράτος αυτό έχει επιθεωρήσει το σκάφος κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο μηνών. Η Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη θα ενημερώνονται σχετικά με το όνομα και τα εξωτερικά στοιχεία και τους αριθμούς αναγνωρίσεως του σκάφους, καθώς και σχετικά με την ποσόστωση.
Για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους της εκφορτώσεως διαπιστώνουν παράβαση, το άρθρο 11γ προβλέπει ότι οφείλουν να κινήσουν κατά του πλοιάρχου του οικείου σκάφους ή οποιουδήποτε άλλου υπευθύνου ποινική ή διοικητική διαδικασία η οποία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να στερηθούν πραγματικά οι υπεύθυνοι αυτοί το οικονομικό όφελος που απεκόμισαν από την παράβαση. Το κράτος μέλος αυτό μπορεί να μεταβιβάσει το δικαίωμα της διώξεως λόγω παραβάσεως στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους της νηολογήσεως, όταν με τη μεταβίβαση αυτή εξυπηρετείται καλύτερα η επίτευξη του επιδιωκομένου αποτελέσματος. Το άρθρο 11 γ, παράγραφος 2, ορίζει ότι, αν το κράτος μέλος της εκφορτώσεως ή της μεταφορτώσεως δεν κινήσει ποινική ή διοικητική διαδικασία και δεν μεταβιβάσει το δικαίωμα διώξεως, οι παρανόμως εκφορτωθείσες ή μεταφορ-τωθείσες ποσότητες μπορούν να καταλογισθούν στην ποσόστωση που έχει παραχωρηθεί στο κράτος μέλος αυτό, σύμφωνα με τη λεγόμενη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως.
2. Διαδικασία
Το δικόγραφο της προσφυγής του Βασιλείου της Ισπανίας πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Ιανουαρίου 1989.
Η έγγραφη διαδικασία διεξήχθη κανονικώς. Το Βασίλειο της Ισπανίας δεν κατέθεσε υπόμνημα απαντήσεως.
Με Διατάξεις της 26ης Απριλίου και της 17ης Μαΐου 1989 έγιναν δεκτές οι παρεμβάσεις της Επιτροπής και του Ηνωμένου Βασιλείου υπέρ του Συμβουλίου.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Το Βασίλειο της Ισπανίας, προσφεύγον, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει τον κανονισμό 3483/88 του Συμβουλίου, της 7ης Νοεμβρίου 1988, για την τροποποίηση του κανονισμού 2241/87, για τη θέσπιση ορισμένων μέτρων ελέγχου για τις αλιευτικές δραστηριότητες,
—
να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
Το Συμβούλιο, καθού, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη,
—
να καταδικάσει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο, παρεμβαίνοντες, υποστηρίζουν τα αιτήματα του Συμβουλίου.
III — Λόγοι ακυρώσεως και ισχυρισμοί
α) Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η ισπανική κυβέρνηση προσάπτει, κατ' ουσίαν, στον προσβαλλόμενο κανονισμό ότι επιχειρεί να μεταθέσει στο κράτος μέλος της εκφορτώσεως ευθύνες οι οποίες βαρύνουν το κράτος μέλος της σημαίας ή της νηολογήσεως.
Η Επιτροπή παρατηρεί, προκαταρκτικώς, ότι η βασική ιδέα επί της οποίας στηρίζεται η προσφυγή είναι ότι το προηγουμένως εφαρμοζόμενο καθεστώς επεφόρτιζε με τον έλεγχο της τηρήσεως των κανόνων περιορισμού των αλιευμάτων μόνο το κράτος μέλος της σημαίας. Αυτό, όμως είναι ανακριβές. Σχετικώς, η Επιτροπή εξηγεί ότι η κοινή πολιτική αλιείας επιβάλλει ανέκαθεν την αρχή της από κοινού ευθύνης των κρατών μελών για την εφαρμογή των μέτρων ελέγχου. Δεδομένης της σημασίας της αποτελεσματικότητας του συστήματος ελέγχου σε κοινοτικό επίπεδο, η παράβαση των κανόνων ελέγχου πρέπει να διώκεται σε κοινοτικό επίπεδο, όπως προβλέπει ήδη το άρθρο 11 β, σε συνδυασμό προς το άρθρο Ια, συμπληρούμενο από το νέο άρθρο 11γ του κανονισμού 2241/87. Η κοινοτική νομοθεσία χαρακτηρίζει ως παράβαση όχι μόνο την αλί-ευση, αλλά και τη φύλαξη επί του σκάφους, τη μεταφόρτωση ή την εκφόρτωση των παρανόμως αλιευθέντων ιχθύων, το δε κράτος μέλος εντός των υδάτων ή στο έδαφος του οποίου πραγματοποιούνται οι δραστηριότητες αυτές οφείλει να κινεί διώξεις, ακόμα και αν οι αλιεύσεις έγιναν εκτός των υδάτων που υπάγονται στην κυριαρχία του ή στη δικαιοδοσία του.
Αν η αλιεία δεν έχει απαγορευθεί εγκαίρως ή τα σκάφη εξακολουθούν να αλιεύουν και να εκφορτώνουν ή να μεταφορτώνουν ιχθείς παρανόμως λόγω της μη αποτελεσματικότητας του συστήματος επιβολής κυρώσεων, προκαλείται υπέρβαση της ποσοστώσεως. Οι συνέπειες για το κράτος μέλος της σημαίας είναι σοβαρότατες: κίνηση διαδικασίας λόγω παραβάσεως, αποζημίωση των θιγέντων κρατών μελών με καταλογισμό σε μελλοντική ποσόστωση και παύση της κοινοτικής χρηματοδοτήσεως για τα υπαγόμενα στην κοινή οργάνωση αγοράς είδη τα οποία αλιεύονται καθ' υπέρβασιν της εθνικής ποσοστώσεως. Για τον λόγο αυτό, η Επιτροπή θεωρεί ότι η συμμετοχή όλων των κρατών μελών στη λειτουργία του συστήματος ελέγχου είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη της κοινής πολιτικής αλιείας.
Η βρετανική κυβέρνηση αναφέρει ότι στην πράξη τα κράτη μέλη της νηολογήσεως των σκαφών που προβαίνουν συχνά σε εκφορτώσεις εντός άλλου κράτους μέλους δεν πληροφορούνται επαρκώς και ταχέως σχετικά με τις εκφορτώσεις αυτές και ότι πληροφορούνται πολύ αργά ή και καθόλου σχετικά με ενδεχόμενη υπερβολική εκμετάλλευση των ποσοστώσεών τους. Το πρόβλημα καθίσταται σοβαρότερο εξαιτίας μιας πρακτικής η οποία καλείται quota hopping η οποία αφορά αλιευτικά σκάφη νηολογημένα εντός κράτους μέλους και των οποίων τα αλιεύματα καταλογίζονται στις ποσοστώσεις του, των οποίων όμως οι πλοιοκτήτες και οι επιχειρηματίες που τα εκμεταλλεύονται είναι στην πραγματικότητα υπήκοοι άλλου κράτους μέλους στους λιμένες του οποίου εκφορτώνονται συχνά αλιεύματα. Ειδικότερα, το Ηνωμένο Βασίλειο έχει αντιμετωπίσει ιδιαίτερες δυσκολίες που έχει δημιουργήσει ένας αξιόλογος στόλος σκαφών νηολογημένων στο Ηνωμένο Βασίλειο, των οποίων όμως οι πλοιοκτήτες είναι ισπανικές επιχειρήσεις που εκφορτώνουν τα αλιεύματά τους στην Ισπανία.
β) Οι πληροφορίες που πρέπει να παρέχει ro κράνος μέλος της εκφορτώσεως (άρθρο 9α)
Η ισπανική κυβέρνηση παρατηρεί ότι η υποχρέωση παροχής πληροφοριών σχετικά με τις εκφορτώσεις και τις μεταφορτώσεις εντός τεσσάρων εργασίμων ημερών έχει ως συνέπεια ότι όλες οι πράξεις ελέγχου της αλιείας ανατίθενται στο κράτος μέλος εντός του οποίου πραγματοποιούνται οι εκφορτώσεις αυτές. Ετσι, ένα κράτος μέλος που δέχεται μεγαλύτερο αριθμό αλιευτικών σκαφών απ' ό,τι άλλα κράτη μέλη φέρει το οικονομικό κόστος των μέτρων ελέγχου, είναι δε υποχρεωμένο να εφαρμόσει νέα μέτρα ελέγχου. Εντούτοις, κάθε κράτος μέλος πρέπει να είναι υπεύθυνο για τον έλεγχο των ποσοστώσεων που του έχουν παραχωρηθεί· η υποχρέωση αυτή δεν μπορεί να μετατεθεί σε άλλο κράτος μέλος.
Το Συμβούλιο, η βρετανική κυβέρνηση και η Επιτροπή αναφέρουν ότι η κριτική της ισπανικής κυβερνήσεως έχει μάλλον πολιτικό παρά νομικό χαρακτήρα, δεν μπορεί δε να θεμελιώσει λόγο ακυρώσεως κατά την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Το Συμβούλιο υπενθυμίζει, εξάλλου, ότι στην απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1982, Howe & Bainbridge (317/81, Συλλογή 1982, σ. 3257 ) το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι οι δυσχέρειες που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή μιας κοινοτικής διατάξεως μπορεί να έχουν σημασία για την ερμηνεία της διατάξεως αυτής, δεν μπορούν όμως να θέσουν εν αμφιβάλω το κύρος της. Εξάλλου, στην απόφαση της 25ης Μαΐου 1982, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (96/81, Συλλογή 1982, σ. 1791 ), το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι τα κράτη μέλη οφείλουν, δυνάμει του άρθρου 5 της Συνθήκης, να διευκολύνουν την Επιτροπή κατά την εκτέλεση της αποστολής της, η οποία συνίσταται στη μέριμνα για την εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων.
Η βρετανική κυβέρνηση προσθέτει ότι η υποχρέωση των κρατών μελών να προβαίνουν σε καταγραφή και εξακρίβωση όσον αφορά τα αλιεύματα που εκφορτώνουν στην επικράτειά τους όλα τα σκάφη της Κοινότητας προϋπήρχε της ενάρξεως της ισχύος του επιμάχου άρθρου 9α: η υποχρέωση αυτή απορρέει ήδη από τα ( μη τροποποιηθέντα ) άρθρα 1 και 9 του κανονισμού 2241/87.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι το κράτος μέλος της νηολογήσεως οφείλει να προσδιορίζει την ημερομηνία εξαντλήσεως της ποσοστώσεως του με βάση τις πληροφορίες σχετικά με τα αλιεύματα κάθε σκάφους οι οποίες περιέρχονται εις γνώσιν του κατά διαφόρους τρόπους. Το άρθρο 9α του επιτρέπει να ελέγχει την ακρίβεια των πληροφοριών που λαμβάνει απευθείας από τα σκάφη του σύμφωνα με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2807/83 της Επιτροπής, της 22ας Σεπτεμβρίου 1983, για τον καθορισμό των ειδικών λεπτομερειών που αφορούν την καταγραφή πληροφοριών σχετικά με τα αλιεύματα των κρατών μελών ( ΕΕ L 276, σ. 1 ). Η ημερομηνία αυτή είναι απαραίτητη για να μπορεί το κράτος μέλος της νηολογήσεως να απαγορεύει προσωρινώς στα αλιευτικά του σκάφη να αλιεύουν από ένα ή περισσότερα αποθέματα ιχθύων. Δεδομένης της δυσαναλογίας μεταξύ των συνεπειών της ενδεχομένης παραβάσεως και των μέσων ελέγχου που είχε στη διάθεση του το κράτος μέλος της σημαίας προ της εκδόσεως του κανονισμού 3384/88, το άρθρο 9α είναι απαραίτητο ώστε να διατηρηθεί ένα αποτελεσματικό σύστημα ελέγχου.
γ) Έλεγχος της αδείας από άλλο κράτος μέλος (άρθρο 11α)
Η ισπανική κυβέρνηση παρατηρεί ότι, με την ανάθεση της αρμοδιότητας προς έλεγχο της υπάρξεως αδείας σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος της σημαίας, το γενικό καθεστώς αδειών αλιείας τροποποιείται ουσιωδώς. Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 170/83, εναπόκειται στα κράτη μέλη να καθορίζουν τις λεπτομέρειες για τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων τους καθώς και τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση των αδειών. Το άρθρο 11α « κοινοτικοποιεί » το καθεστώς αδειών, προβλέποντας υποχρέωση του κράτους μέλους της εκφορτώσεως να μεριμνά για την τήρηση ενός καθεστώτος αδειών το οποίο έχει θεσπίσει άλλο κράτος μέλος.
Το Συμβούλιο, η βρετανική κυβέρνηση και η Επιτροπή υπενθυμίζουν ότι η αρμοδιότητα προς λήψη των μέτρων για τη διατήρηση των αλιευτικών πόρων στο πλαίσιο της κοινής πολιτικής αλιείας ανήκει στην Κοινότητα, όπως δέχτηκε το Δικαστήριο με την απόφαση της 5ης Μαΐου 1981, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (804/79, Συλλογή 1981, σ. 1045). Τα καθεστώτα αδειών αλιείας είναι απλώς μέθοδοι διαχειρίσεως του κοινοτικού καθεστώτος ποσοστώσεων, περιλαμβανόμενες στα μέτρα διαχειρίσεως που προβλέπει ρητώς το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 170/83. Κατά συνέπεια, ο δι' εθνικών κανόνων καθορισμός των λεπτομερειών για τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων γίνεται κατ' ενάσκηση κοινοτικής αρμοδιότητας η οποία εκχωρείται στα κράτη μέλη. Η νομική αυτή κατάσταση δείχνει, κατά το Συμβούλιο, τη βρετανική κυβέρνηση και την Επιτροπή, ότι η στάση της ισπανικής κυβερνήσεως είναι αντίθετη προς την αρχή της κοινοτικής αλληλεγγύης, βάσει της οποίας τα κράτη μέλη οφείλουν να παρέχουν αμοιβαία συνδρομή κατά την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου.
δ) Συμπληρωματικός έλεγχος των « καθ' υπο-τροπήν» τελούντων παραβάσεις σκαφών (άρθρο 11β)
Κατά την ισπανική κυβέρνηση, το άρθρο 11β επιβάλλει στα σκάφη που παρέβησαν τις κοινοτικές ή τις εθνικές διατάξεις την υποχρέωση, πριν επιχειρήσουν να πωλήσουν τα αλιεύματά τους εντός κράτους μέλους διαφορετικού από το κράτος μέλος της νηολογήσεως, να επιστρέψουν στο κράτος μέλος της σημαίας για να υποβληθούν σε επιθεώρηση και να μπορέσουν εν συνεχεία να λάβουν τη βεβαίωση που θα τους επιτρέψει να εκφορτώσουν και να πωλήσουν το φορτίο τους στον λιμένα της επιλογής τους.
Τα προϊόντα της θαλάσσιας αλιείας πρέπει να θεωρούνται ως αποκτώμενα εξ ολοκλήρου εντός μιας χώρας εφόσον εξάγονται από τη θάλασσα υπό σκαφών νηολογημένων στη χώρα αυτή. Επομένως, η εκφόρτωση και η πώληση ιχθύων εντός λιμένος κράτους μέλους διαφορετικού από το κράτος της σημαίας αποτελεί εξαγωγή. Υπ' αυτές τις συνθήκες, το άρθρο 11 β αποτελεί μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εξαγωγών απαγορευόμενο από το άρθρο 34 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθόσον θέτει φραγμούς στην εξαγωγή ιχθύων από τα λεγόμενα καθ' υποτροπήν τελούντα παραβάσεις σκάφη.
Την άποψη αυτή υποστήριξε και η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της επί της υποθέσεως C-216/87, The Queen κατά Υπουργού Γεωργίας, Αλιείας και Τροφίμων ex parte Jaderow ( στο εξής: Jaderow, απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1989, Συλλογή 1989, σ. 4509 ) βρετανική νομοθετική ρύθμιση κατά την οποία η χορήγηση αδειών αλιείας συνοδεύεται από την υποχρέωση εκφορτώσεως και πωλήσεως του 50 ο/ο των αλιευμάτων εντός βρετανικού λιμένος πρέπει, κατά την Επιτροπή, να θεωρηθεί ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος ασυμβίβαστο προς το άρθρο 34 της Συνθήκης ΕΟΚ. Είναι αλήθεια ότι, κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 34 αφορά τα εθνικά μέτρα που έχουν ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα τον περιορισμό ειδικώς των εξαγωγικών εμπορικών ρευμάτων και την καθιέρωση, κατ' αυτόν τον τρόπο, διαφορετικής μεταχειρίσεως μεταξύ του εσωτερικού εμπορίου του κράτους μέλους και του εξαγωγικού του εμπορίου, εις τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται ένα ιδιαίτερο πλεονέκτημα υπέρ της εθνικής παραγωγής ή της εσωτερικής αγοράς του οικείου κράτους. Στην υπόθεση Jaderow, όμως, ο σκοπός και το αποτέλεσμα του βρετανικού μέτρου είναι ακριβώς η εξασφάλιση οικονομικού πλεονεκτήματος υπέρ του Ηνωμένου Βασιλείου διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως της βιομηχανίας και της απασχολήσεως στη χώρα αυτή.
Το άρθρο 11β έχει ανάλογο σκοπό. Οι πλοιοκτήτες αλιευτικών σκαφών δεν μπορούν, στην πράξη, να επωφεληθούν των υψηλότερων τιμών που προσφέρονται εντός των κρατών μελών διαφορετικών από το κράτος της σημαίας. Επομένως, η επίμαχη διάταξη είναι αντίθετη προς την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
Το Συμβούλιο, η βρετανική κνβέρφηαη και η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι το άρθρο 11β δεν αποτελεί μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εξαγωγών. Δεν μπορεί να γίνει επίκληση της θέσεως που υποστήριξε η Επιτροπή στην υπόθεση C-216/87, Jaderow, με σκοπό την κατάληξη σε διαφορετική άποψη. Στην περίπτωση αυτή, επρόκειτο για εθνική διάταξη που εμπόδιζε, ως προς ορισμένη ποσότητα, κάθε απευθείας εξαγωγή προς άλλα κράτη μέλη, μέτρο που είχε ως σκοπό να εξασφαλίσει ότι τα σκάφη ασκούν τις δραστηριότητες τους έχοντας ως βάση το Ηνωμένο Βασίλειο. Αντίθετα, το άρθρο 11β απλώς και μόνον προβλέπει τη δυνατότητα να επιβάλλεται στα αλιευτικά σκάφη η υποχρέωση να φέρουν έγγραφο που να βεβαιώνει ότι υποβλήθηκαν σε επιθεώρηση κατά τους δύο τελευταίους μήνες· εξάλλου, εφαρμόζεται μόνον επί σκαφών τα οποία έχουν ήδη τελέσει παραβάσεις. Ένα τέτοιο βάρος επιβαλλόμενο σε περιορισμένη ομάδα σκαφών δεν είναι δυσανάλογο προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, δηλαδή τον αυστηρότερο έλεγχο.
Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, εξάλλου, το άρθρο 34 της Συνθήκης ΕΟΚ αφορά τα εθνικά μέτρα που έχουν ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα τον περιορισμό ειδικώς των εξαγωγικών εμπορικών ρευμάτων και την καθιέρωση, κατ' αυτόν τον τρόπο, διαφορετικής μεταχειρίσεως μεταξύ του εσωτερικού εμπορίου του κράτους μέλους και του εξαγωγικού του εμπορίου, εις βάρος της παραγωγής ή του εμπορίου άλλων κρατών μελών. Για να αποτελεί παράβαση του άρθρου 34 της Συνθήκης, το εθνικό μέτρο πρέπει να επιδιώκει σκοπό προστατευτικό. Ο χαρακτηρισμός αυτός δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να προσδοθεί στο άρθρο 11 β.
Η βρετανική κυβέρνηση προσθέτει ότι μπορούν να πραγματοποιούνται επιθεωρήσεις κατά διαστήματα δύο μηνών εντός του κράτους μέλους της νηολογήσεως αν τυχόν τα σκάφη για τα οποία πρόκειται επισκεφθούν το κράτος μέλος αυτό σε δεδομένη στιγμή για άλλους λόγους, όπως αντικατάσταση του πληρώματος ή ανεφοδιασμό.
ε) Διώξεις από το κράτος μέλος της εκφορτώσεως (άρθρο Ily)
Η ισπανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα κράτη μέλη δεν έχουν αρμοδιότητα να επιβάλλουν κυρώσεις λόγω παραβάσεων που τελούν σκάφη υπό ξένη σημαία εκτός της επικρατείας τους. Η ισπανική νομοθεσία ορίζει ότι εφαρμόζεται μόνον εντός της ισπανικής επικρατείας.
Εξάλλου, η κύρωση της απωλείας ενός μέρους της ποσοστώσεως, την οποία προβλέπει το άρθρο 11γ σε περίπτωση μη κινήσεως των διώξεων, είναι μέτρο δυσανάλογο προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Σε κάθε κράτος μέλος εναπόκειται να διαχειρίζεται τις ποσοστώσεις του και να εξασφαλίζει την ορθή εφαρμογή του καθεστώτος αδειών. Δεν μπορεί όμως να επιβάλλει κυρώσεις σε άλλο κράτος μέλος για συμπεριφορά που δεν καταλογίζεται σ' αυτό.
Η διαδικασία που προβλέπεται για τον καθορισμό των ποσοτήτων ιχθύων που πρέπει να καταλογισθούν στην ποσόστωση του κράτους μέλους της εκφορτώσεως κινείται κατόπιν αιτήσεως του κράτους μέλους της νηολογήσεως, το οποίο είναι το μόνο που μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή να ενεργήσει. Μια τόσο σοβαρή κύρωση, όμως, δεν μπορεί να πλήττει ένα κράτος μέλος ως αποτέλεσμα αποφάσεως της Επιτροπής εκδιδομένης κατά τη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως. Με τα άρθρα 169 και 170 της Συνθήκης ΕΟΚ καθιερώνεται το ένδικο βοήθημα της προσφυγής λόγω παραβάσεως κοινοτικών υποχρεώσεων, οι διατάξεις δε αυτές προβλέπουν διαδικαστικές εγγυήσεις. Κατά συνέπεια, μια διαδικασία που εξαρτάται από την αίτηση κράτους μέλους και μόνον είναι ανεπίτρεπτη.
Το Συμβούλιο, η βρετανική κυβέρνηση και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι το άρθρο 11γ δεν παραβαίνει κανένα κανόνα περί αρμοδιότητος και ότι συνάδει προς το σύστημα της Συνθήκης. Το γεγονός ότι το άρθρο 11γ επιφορτίζει το κράτος μέλος της εκφορτώσεως με τη διενέργεια συμπληρωματικού ελέγχου έχει ως βάση την αρχή της συνεργασίας και του καταμερισμού των καθηκόντων, στην οποία στηρίζεται η κοινή πολιτική αλιείας.
Η ισπανική κυβέρνηση έκανε εσφαλμένη παρουσίαση του άρθρου 11 γ, αναφέροντας ότι το άρθρο αυτό επιβάλλει στο κράτος μέλος της εκφορτώσεως την υποχρέωση να επιβάλλει κυρώσεις στα σκάφη που ετέλεσαν παραβάσεις. Η διάταξη αυτή δημιουργεί μάλλον υποχρέωση κινήσεως διώξεως, σύμφωνα με την αρχή που θέτει το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2241/87. Οι διώξεις αυτές πρέπει να ασκούνται βάσει των οικείων διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας του κράτους μέλους της εκφορτώσεως, τηρουμένης της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών. Εξάλλου, έχει προβλεφθεί και εναλλακτική λύση: το κράτος της εκφορτώσεως μπορεί να μεταβιβάσει το δικαίωμα διώξεως στο κράτος της νηολογήσεως.
Η στενά εδαφική αντίληψη του δικαιώματος επιβολής κυρώσεων, την οποία δέχεται η ισπανική κυβέρνηση, δεν συμβιβάζεται προς την αρχή lex loci delicti commissi που ισχύει στο διεθνές δίκαιο όσον αφορά την ποινική ευθύνη. Κατά τη νομοθεσία της κοινής πολιτικής αλιείας, η κυρία πράξη δεν είναι η αλί-ευση, αλλά η εκφόρτωση ή η μεταφόρτωση. Κατά συνέπεια, υπάρχει ουσιώδης σύνδεσμος μεταξύ του τόπου τελέσεως του αδικήματος και του κατ' αρχήν εφαρμοστέου νόμου, δηλαδή του νόμου του κράτους της εκφορτώσεως. Εξάλλου, ο ισπανικός νόμος 53/1982, περί παραβάσεων σχετικών με την αλιεία, προβλέπει ρητώς ότι εφαρμόζεται εφ' όλων των διοικητικών παραβάσεων στον τομέα της αλιείας οι οποίες τελούνται εντός των υπαγομένων στην ισπανική δικαιοδοσία υδάτων.
Εν προκειμένω, η ratio legis είναι η εξασφάλιση ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, και ειδικότερα ιδίως των μέτρων ελέγχου. Κατά την απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, Deutsche Milchkontor (205/82 έως 215/82, Συλλογή 1983, σ. 2633), τα κράτη μέλη οφείλουν να εξασφαλίζουν την εφαρμογή των κοινοτικών κανονισμών στο έδαφος τους. Κατά το μέτρο που το κοινοτικό δίκαιο δεν προβλέπει κοινούς κανόνες, οι εθνικές αρχές πρέπει να ενεργούν βάσει των κανόνων του εθνικού τους δικαίου εις τρόπον ώστε η εφαρμογή αυτή να συμβιβάζεται προς τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου. Κατά την παγία νομολογία του Δικαστηρίου, βάσει της αρχής της αναλογικότητας απαιτείται οι πράξεις των κοινοτικών οργάνων να μην υπερβαίνουν τα όρια του προς επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού καταλλήλου και αναγκαίου μέσου. Δεν υπάρχει καμία εναλλακτική λύση προκειμένου να επιτευχθεί η συμμόρφωση προς το καθεστώς των ποσοστώσεων αλιείας: ο καταλογισμός των ποσοτήτων στην ποσόστωση του κράτους μέλους της εκφορτώσεως φαίνεται πως είναι ο πλέον κατάλληλος τρόπος, διότι συνδέεται ευθέως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
Η διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως, η οποία προβλέπεται για τη μείωση των ποσοστώσεων σε περίπτωση παραβάσεως του άρθρου 11γ, δεν αντίκειται στα άρθρα 169 και 170 της Συνθήκης ΕΟΚ. Πρώτα-πρώτα, διότι ο καταλογισμός στην ποσόστωση του κράτους μέλους της εκφορτώσεως δεν έχει χαρακτήρα κυρώσεως, δεδομένου ότι πρέπει να θεωρείται ως μέτρο διαχειρίσεως, κατά τα ήδη προβλεπόμενα από το άρθρο 11γ. Αν ένα κράτος μέλος ανεχθεί την πραγματοποίηση παρανόμων εκφορτώσεων, η διαχείριση των ποσοστώσεων του κράτους μέλους της νηολογήσεως καθίσταται μη αποτελεσματική' στην περίπτωση αυτή, το υπερβάλλον πρέπει να καταλογισθεί στην ποσόστωση του κράτους μέλους της εκφορτώσεως, υπευθύνου για την υπέρβαση της ποσοστώσεως. Όσον αφορά τη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως, είναι ενδιαφέρον να επισημανθεί ότι η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται και επί μειώσεως των ποσοστώσεων των κρατών μελών σε περίπτωση διακοπής των αλιευτικών δραστηριοτήτων κατόπιν εντολής της Επιτροπής' στην περίπτωση αυτή προβλέπεται διαβούλευση με τα δύο ενδιαφερόμενα κράτη μέλη. Επομένως, προβλέπονται πλήρεις εγγυήσεις για την προστασία των συμφερόντων του κράτους της εκφορτώσεως.
Τ. Koopmans
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 27ης Μαρτίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-9/89,
Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από τον Javier Conde de Saro, γενικό διευθυντή νομικού και θεσμικού συντονισμού κοινοτικών θεμάτων, και τη Rosario Silva de Lapuerta, Abogado del Estado, της υπηρεσίας κοινοτικών διαφορών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ισπανίας, 4-6, boulevard Emmanuel-Servais,
προσφεύγον,
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένου από τους Antonio Sacchettini, διευθυντή της νομικής υπηρεσίας, Jacques Delmoly, κύριο υπάλληλο διοικήσεως στην υπηρεσία αυτή, και Germán-Luis Ramos Ruano, μέλος της ιδίας υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Jörg Käser, διευθυντή νομικών υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Τραπέζης Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad-Adenauer,
καθού,
υποστηριζόμενου από την
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους νομικούς της συμβούλους Robert Caspar Fischer και Francisco José Santaolalla, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
παρεμβαίνουσα,
και από το
Ηνωμένο Βασίλειο, εκπροσωπούμενο από τον J. Ε. Collins, Assistant Treasury Solicitor, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Μεγάλης Βρετανίας και της Βορείου Ιρλανδίας, 14, boulevard Roosevelt,
παρεμβαίνον,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3483/88 του Συμβουλίου, της 7ης Νοεμβρίου 1988, για την τροποποίηση του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2241/87 για τη θέσπιση ορισμένων μέτρων ελέγχου για τις αλιευτικές δραστηριότητες (EEL 306, σ. 2),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, πρόεδρο, Sir Gordon Slynn και F. Α. Schockweiler, προέδρους τμήματος, Τ. Koopmans, G. F. Mancini, R. Joliét, T. F. O'Higgins, G. C. Rodríguez Iglesias και Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: J.-G. Giraud
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 31ης Ιανουαρίου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 22ας Φεβρουαρίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Ιανουαρίου 1989, το Βασίλειο της Ισπανίας ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, την ακύρωση του κανονισμού (ΕΟΚ) 3483/88 του Συμβουλίου, της 7ης Νοεμβρίου 1988, για την τροποποίηση του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2241/87 για τη θέσπιση ορισμένων μέτρων ελέγχου για τις αλιευτικές δραστηριότητες (EE L 306, σ. 2).
2
Τα μέτρα ελέγχου τα οποία αφορά η παρούσα υπόθεση είναι τα θεσπισθέντα βάσει των άρθρων 10 και 11 του κανονισμού (ΕΟΚ) 170/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί θεσπίσεως κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων ( ΕΕ L 24, σ. 1 ). Κατά το άρθρο 1 αυτού, ο κανονισμός έχει ως αντικείμενο τη θέσπιση κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων με σκοπό « την προστασία των αλιευτικών πεδίων, τη διατήρηση των θαλασσίων βιολογικών πόρων και την ισόρροπη εκμετάλλευση τους σε διαρκή βάση και υπό κατάλληλες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες ». Προς τους σκοπούς αυτούς, το εν λόγω καθεστώς πρέπει να περιλαμβάνει ιδίως μέτρα διατηρήσεως, κανόνες για τη χρησιμοποίηση και την κατανομή των πόρων, ειδικές διατάξεις για την παράκτια αλιεία και μέτρα ελέγχου.
3
Ύστερα από ουσιώδεις τροποποιήσεις που έγιναν όσον αφορά την επιθεώρηση και τον έλεγχο των αλιευτικών δραστηριοτήτων, ο κανονισμός 2241/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη θέσπιση ορισμένων μέτρων ελέγχου για τις αλιευτικές δραστηριότητες ( ΕΕ L 207, σ. 1 ), κωδικοποίησε, χάριν σαφήνειας, τους εφαρμοστέους στον τομέα αυτό κανόνες. Κατά τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού αυτού, οι κανόνες αυτοί πρέπει να περιλαμβάνουν διατάξεις που θα αφορούν την επιθεώρηση και τον έλεγχο, από τις αρχές των κρατών μελών, όλων των αλιευτικών σκαφών, συμπεριλαμβανομένων των σκαφών των τρίτων χωρών, τόσο στη θάλασσα όσο και στα λιμάνια, καθώς και όλων των δραστηριοτήτων των οποίων η επιθεώρηση θα καθιστούσε δυνατή την εξακρίβωση της εφαρμογής του κανονισμού και την καταστολή των παραβάσεων της εφαρμοστέας νομοθεσίας.
4
Ο κανονισμός αριθ. 3483/88, του οποίου τη νομιμότητα αμφισβητεί το Βασίλειο της Ισπανίας, επέφερε ορισμένες τροποποιήσεις στις διατάξεις του κανονισμού 2241/87, προσθέτοντας πέντε νέα άρθρα. Κατά τις αιτιολογικές σκέψεις του, ο κανονισμός εμπνέεται από την ανάγκη ενισχύσεως της εφαρμογής των κανόνων διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων με τη βελτίωση της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών προς αποφυγή της υπέρμετρης εκμεταλλεύσεως, προς τούτο δε προβλέπει τη δυνατότητα των κρατών μελών να λαμβάνουν γρηγορότερα, κατόπιν αιτήσεως τους, λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με τις εκφορτώσεις των σκαφών τους σε άλλα κράτη μέλη.
5
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση εκτίθενται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων και των παρεμβαινόντων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθ' όσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
6
Οι τέσσερις λόγοι ακυρώσεως τους οποίους προβάλλει η ισπανική κυβέρνηση αναφέρονται, αντιστοίχως, στα άρθρα 9α, 11α, 11β και 11γ, τα οποία προσέθεσε ο κανονισμός 3483/88 στις διατάξεις του κανονισμού 2241/87. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να εξεταστούν διαδοχικώς.
α) Άρθρο 9α ( παροχή στοιχείων )
7
Κατά το άρθρο 9α, το κράτος μέλος στο οποίο είναι νηολογημένα ή του οποίου τη σημαία φέρουν τα αλιευτικά σκάφη μπορεί να ζητεί από τα άλλα κράτη μέλη στοιχεία σχετικά με τις εκφορτώσεις ή τις μεταφορτώσεις τις οποίες πραγματοποιούν τα σκάφη αυτά στα λιμάνια τους ή στα θαλάσσια ύδατά τους, όταν τα στοιχεία αυτά αφορούν συγκεκριμένο απόθεμα ή ομάδα αποθεμάτων που υπάγεται σε ποσόστωση η οποία έχει παραχωρηθεί στο εν λόγω κράτος μέλος της νηολογήσεως. Τα άλλα κράτη μέλη πρέπει να παρέχουν τα στοιχεία αυτά εντός τεσσάρων ημερών τα στοιχεία διαβιβάζονται και στην Επιτροπή.
8
Η ισπανική κυβέρνηση προβάλλει κατά της νέας αυτής διατάξεως ότι επιφορτίζει με τη διενέργεια του ελέγχου των αλιευτικών δραστηριοτήτων το κράτος μέλος όπου πραγματοποιούνται οι εκφορτώσεις και ότι κατ' αυτόν τον τρόπο μεταθέτει τις ευθύνες από το κράτος μέλος της νηολογήσεως στο κράτος μέλος της εκφορτώσεως. Οι ποσοστώσεις παραχωρούνται με βάση τη σημαία ή τη νηολόγηση των αλιευτικών σκαφών, οπότε κάθε κράτος οφείλει να ελέγχει τη δραστηριότητα των δικών του σκαφών.
9
Πρώτον, πρέπει να υπομνηστεί, όπως ορθώς υποστήριξαν η βρετανική κυβέρνηση και η Επιτροπή, παρεμβαίνουσες, ότι το προ της ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού 3483/88 εφαρμοστέο καθεστώς επέβαλλε την υποχρέωση ελέγχου της τηρήσεως των κανόνων περιορισμού των αλιευμάτων σε όλα τα κράτη μέλη και όχι μόνο στο κράτος μέλος της νηολογήσεως. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 2241/87, κάθε κράτος μέλος διενεργεί τους ελέγχους « στο έδαφός του και στα θαλάσσια ύδατα που υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία του »· οι έλεγχοι αυτοί πρέπει, ιδίως, να αφορούν τις δραστηριότητες εκφορτώσεως, πωλήσεως και εναποθηκεύσεως ιχθύων και καταγραφής των εκφορτώσεων και των πωλήσεων.
10
Επομένως, ο κανονισμός 2241/87 καθιερώνει την από κοινού ευθύνη των κρατών μελών όσον αφορά τον έλεγχο του καθεστώτος περιορισμού των αλιευμάτων. Με το ίδιο πνεύμα, το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού υποχρεώνει τα κράτη μέλη να συντονίζουν τις ενέργειες ελέγχου τους και να εισάγουν « μέτρα που επιτρέπουν τόσο στις αρμόδιες αρχές τους όσο και στην Επιτροπή να αλληλοενημερώνονται σε τακτά διαστήματα για την αποκτηθείσα πείρα ». Το άρθρο 9α απλώς και μόνον προσδιορίζει ειδικότερα το περιεχόμενο αυτών των υποχρεώσεων πληροφορήσεως.
11
Δεύτερον, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η ισπανική κυβέρνηση δεν κατόρθωσε να δείξει ποιοι νομικοί λόγοι κωλύουν τη μεταβολή του καθεστώτος ελέγχου το οποίο προέβλεπε αρχικώς ο κανονισμός 2241/87. Στο δικόγραφο της προσφυγής της αρκέστηκε στην επίκληση των νέων μέτρων ελέγχου και των προσθέτων δαπανών που θα συνεπαγόταν η νέα διάταξη, χωρίς ωστόσο, να δείξει γιατί τα στοιχεία αυτά μπορούν να θέσουν εν αμφιβόλω το κύρος της. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η ισπανική κυβέρνηση επικαλέστηκε την αρχή της αναλογικότητας, παρέλειψε όμως να εξηγήσει κατά τι τα μέτρα του άρθρου 9α είναι επαχθέστερα απ' όσο χρειάζεται για την ολοκλήρωση ενός συστήματος ελέγχου με συνοχή.
12
Κατά συνέπεια, ο λόγος ακυρώσεως τον οποίο προβάλλει η ισπανική κυβέρνηση κατά του άρθρου 9α είναι απορριπτέος.
β ) Άρθρο 11α ( έλεγχος των αδειών )
13
Αν ένα κράτος μέλος, στο πλαίσιο της ποσοστώσεως που του έχει παραχωρηθεί, απαιτεί άδεια για την άσκηση αλιευτικών δραστηριοτήτων από τα σκάφη του, πρέπει να παρέχει ορισμένα στοιχεία στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη, δυνάμει του άρθρου 11α, παράγραφος 1. Κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, απαγορεύεται « να αλιεύονται, να φυλάσσονται επί του σκάφους, να μεταφορτώνονται ή να εκφορτώνονται ιχθύες της εν λόγω ποσόστωσης, εκτός εάν το σκάφος έχει άδεια να αλιεύει στα πλαίσια αυτής της ποσόστωσης », καθώς και σε περίπτωση που η άδεια έχει ανακληθεί ή ανασταλεί. Ο έλεγχος της υπάρξεως αδείας επί του σκάφους μπορεί επομένως να διενεργείται από τις αρχές του κράτους μέλους εκφορτώσεως ή μεταφορτώσεως.
14
Η ισπανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η νέα αυτή διάταξη τροποποιεί ουσιωδώς το γενικό καθεστώς αδειών αλιείας, υποχρεώνοντας το κράτος μέλος της εκφορτώσεως να αναλαμβάνει να ελέγχει την τήρηση ενός καθεστώτος αδειών το οποίο έχει θεσπίσει άλλο κράτος μέλος. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το καθεστώς αδειών βαίνει προς « κοινοτικοποίηση ».
15
Σχετικώς, πρέπει να σημειωθεί ότι με τον κανονισμό 170/83 θεσπίστηκε, από τον Ιανουάριο του 1983, « κοινοτικό καθεστώς » διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων (άρθρο 1, πρώτο εδάφιο). Το καθεστώς αυτό περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, μέτρα διατηρήσεως που μπορούν να προβλέπουν περιορισμό των αλιευμάτων [ άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο δ ) ]. Προς τούτο, καθορίζεται το σύνολο των επιτρεπομένων αλιευμάτων ανά απόθεμα ή ομάδα αποθεμάτων, ώστε να προσδιορίζεται, βάσει αυτού, η διαθέσιμη για την Κοινότητα ποσότητα αλιευμάτων ( άρθρο 3 ). Εν συνεχεία, αυτή η ποσότητα « κατανέμεται μεταξύ των κρατών μελών » ( άρθρο 4, παράγραφος 1 ). Στις αρχές των κρατών μελών εναπόκειται να καθορίζουν σύμφωνα με τις εφαρμοστέες κοινοτικές διατάξεις, τις λεπτομέρειες για τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων που τους έχουν παραχωρηθεί.
16
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η υπό του κράτους μέλους της νηολογήσεως θέσπιση καθεστώτος αδειών αποτελεί μία από τις μεθόδους που διαθέτουν τα κράτη μέλη προς εξασφάλιση της τηρήσεως των ορίων για τα αλιεύματα τα οποία επιβάλλονται στο πλαίσιο του κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως. Επομένως, το Συμβούλιο μπορούσε να ενισχύσει την τήρηση των καθεστώτων αδειών, επιβάλλοντας τη συνεργασία κρατών μελών εκτός του κράτους μέλους της νηολογήσεως, χωρίς να παραβαίνει κανένα κανόνα της Συνθήκης ούτε καμία αρχή του δικαίου.
17
Επομένως, ο δεύτερος από τους λόγους ακυρώσεως που προβάλλει η ισπανική κυβέρνηση δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
γ ) Άρθρο 11β ( έλεγχος βεβαιώσεων )
18
Το άρθρο 11β αφορά το ειδικό πρόβλημα των σκαφών που δεν έχουν συμμορφωθεί προς τους κανόνες διατηρήσεως ή προς τα μέτρα ελέγχου που έχει θεσπίσει η Κοινότητα ή το κράτος μέλος της νηολογήσεως. Για τον λόγο αυτό, μπορούν να τους επιβληθούν συμπληρωματικά μέτρα ελέγχου προβλέποντα ότι, το πολύ για διάστημα ενός έτους, πρέπει να φέρουν έγγραφο επικυρωμένο από το κράτος μέλος της νηολογήσεως, το οποίο βεβαιώνει ότι το κράτος αυτό έχει επιθεωρήσει το σκάφος κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο μηνών. Το άρθρο 11β προβλέπει ότι τα σκάφη αυτά δεν μπορούν να εκφορτώνουν ή να μεταφορτώνουν σε λιμένα ή εντός των θαλασσίων υδάτων άλλου κράτους μέλους αλιεύματα υπαγόμενα σε ποσόστωση χωρίς να αποδείξουν ότι υπάρχει επί του σκάφους η βεβαίωση.
19
Κατά την ισπανική κυβέρνηση, το εν λόγω συμπληρωματικό μέτρο ελέγχου υποχρεώνει το σκάφος για το οποίο πρόκειται να μην πωλεί τα αλιεύματα του εντός κράτους μέλους της Κοινότητας χωρίς πρώτα να επιστρέψει στο κράτος μέλος της νηολογήσεως για να υποβληθεί σε επιθεώρηση και να λάβει τη βεβαίωση που θα του επιτρέψει να εκφορτώσει τα αλιεύματά του στον λιμένα της επιλογής του. Ένα τέτοιο μέτρο δυσχεραίνει την εξαγωγή των ιχθύων από το κράτος μέλος της νηολογήσεως και επομένως αποτελεί μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εξαγωγών, απαγορευόμενο από το άρθρο 34 της Συνθήκης ΕΟΚ.
20
Καταρχάς, επιβάλλεται η διαπίστωση — όπως υπογράμμισε, εξάλλου, και το Συμβούλιο — ότι το άρθρο 11β δεν επιβάλλει περιορισμούς επί της εξαγωγής ιχθύων, αλλ' αφορά την επί του σκάφους ύπαρξη εγγράφου βεβαιούντος ότι το σκάφος έχει υποβληθεί σε επιθεώρηση κατά τους τελευταίους δύο μήνες. Η υποχρέωση αυτή καταλαμβάνει μόνο σκάφη που έχουν ήδη τελέσει παραβάσεις του καθεστώτος διατηρήσεως.
21
Εν συνεχεία, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 34 αφορά μόνο τα μέτρα που έχουν ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα τον περιορισμό ειδικώς των εξαγωγικών εμπορικών ρευμάτων και την καθιέρωση, κατ' αυτόν τον τρόπο, διαφορετικής μεταχειρίσεως μεταξύ του εσωτερικού εμπορίου κράτους μέλους και του εξαγωγικού του εμπορίου, εις τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται ιδιαίτερο πλεονέκτημα υπέρ της εθνικής παραγωγής ή της εσωτερικής αγοράς, εις βάρος της παραγωγής ή του εμπορίου άλλων κρατών μελών ( απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1979, Groenveld, 15/79, Rec. 1979, σ. 3409 ).
22
Η ισπανική κυβέρνηση δεν κατόρθωσε να αποδείξει γιατί η από την κοινοτική νομοθεσία επιβαλλόμενη υποχρέωση της υπάρξεως πιστοποιητικού επί του αλιευτικού σκάφους είναι ικανή να περιορίσει ειδικώς τα εξαγωγικά εμπορικά ρεύματα μεταξύ των κρατών μελών και θα μπορούσε, επομένως, να θεωρηθεί ως εμπόδιο των εξαγωγών κατά την έννοια του άρθρου 34 της Συνθήκης.
23
Επομένως, ο κατά του άρθρου 11 β προβαλλόμενος λόγος είναι απορριπτέος.
δ ) Άρθρο Ily ( δίωξη των παραβάσεων )
24
Το άρθρο 11γ αναφέρεται στις υποχρεώσεις των αρχών του κράτους μέλους της εκφορτώσεως ή της μεταφορτώσεως όσον αφορά την επιβολή κυρώσεων. Όταν οι αρχές αυτές διαπιστώνουν ορισμένες παραβάσεις του καθεστώτος περιορισμού των αλιευμάτων, οφείλουν να κινούν κατά του πλοιάρχου του οικείου σκάφους ή οποιουδήποτε άλλου υπευθύνου ποινική ή διοικητική διαδικασία η οποία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να στερηθούν οι υπεύθυνοι το οικονομικό όφελος που αποκόμισαν από την παράβαση, ή οποιοδήποτε άλλο αποτέλεσμα ανάλογο με τη βαρύτητα της παραβάσεως, το οποίο να τους αποτρέπει αποτελεσματικά από την τέλεση παρομοίων παραβάσεων στο μέλλον. Το κράτος μέλος της εκφορτώσεως μπορεί, ωστόσο, να μεταβιβάσει το δικαίωμα δίωξης λόγω τέτοιας παραβάσεως στο κράτος μέλος της νηολογήσεως, εάν συμφωνεί και αυτό. Οι παρανόμως εκφορτωθείσες ή μεταφορτωθείσες ποσότητες μπορούν να καταλογιστούν στην ποσόστωση που έχει παραχωρηθεί στο κράτος μέλος της εκφορτώσεως ή της μεταφορτώσεως, όταν το κράτος αυτό δεν κινήσει ποινική ή διοικητική διαδικασία κατά των υπευθύνων ή δεν μεταβιβάσει το δικαίωμα δίωξης στο κράτος μέλος της νηολογήσεως.
25
Η ισπανική κυβέρνηση προβάλλει διάφορες αιτιάσεις κατά της διατάξεως αυτής, ορισμένες από τις οποίες στηρίζονται στη μετάθεση των ευθυνών του κράτους μέλους της νηολογήσεως στο κράτος μέλος της εκφορτώσεως · οι αιτιάσεις αυτές πρέπει να απορριφθούν για τους λόγους οι οποίοι εκτέθηκαν ήδη κατά την εξέταση των κατά των άρθρων 9α και 11α προβαλλομένων λόγων ακυρώσεως.
26
Η ισπανική κυβέρνηση προβάλλει, επίσης, δύο νέες αιτιάσεις. Κατά την πρώτη εξ αυτών, οι αρχές του κράτους της εκφορτώσεως δεν έχουν αρμοδιότητα να επιβάλλουν κυρώσεις για ενέργειες αλλοδαπών σκαφών οι οποίες δεν έλαβαν χώρα στην επικράτειά τους, δεδομένου ότι η εξουσία του κράτους να επιβάλλει κυρώσεις είναι, σύμφωνα με τους κανόνες του δημοσίου διεθνούς δικαίου, εδαφικού χαρακτήρα. Η δεύτερη από τις νέες αιτιάσεις αφορά τον καταλογισμό των παρανόμως εκφορτωθέντων ή μεταφορτωθέντων αλιευμάτων στην ποσόστωση του κράτους μέλους της εκφορτώσεως ή της μεταφορτώσεως. Το μέτρο αυτό αποτελεί κύρωση δυσανάλογη σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ο οποίος συνίσταται στην εξασφάλιση της ορθής εφαρμογής του συστήματος ποσοστώσεων, και στερούμενη διαδικαστικών εγγυήσεων.
27
Όσον αφορά την αρμοδιότητα του κράτους μέλους της εκφορτώσεως να διώκει τον πλοίαρχο σκάφους φέροντος τη σημαία άλλου κράτους μέλους, πρέπει, καταρχάς, να παρατηρηθεί ότι το άρθρο 11γ ναι μεν αποσκοπεί στην ενίσχυση του συστήματος ελέγχου, δεν υποχρεώνει όμως τα κράτη μέλη να επεκτείνουν τις εξουσίες τους πέραν των ορίων τα οποία προκύπτουν από τις γενικώς παραδεδεγμένες αρχές σχετικά με την κατανομή των ποινικών αρμοδιοτήτων μεταξύ των κρατών. Το ίδιο το γράμμα του άρθρου αναφέρεται ρητώς στις « σχετικές διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας ».
28
Εν συνεχεία, πρέπει να σημειωθεί ότι η υπέρβαση των ποσοστώσεων, στην αποφυγή της οποίας αποσκοπεί το σύστημα ελέγχου, πραγματοποιείται όχι μόνο με την αλίευση ορισμένων ιχθύων, αλλά και με την εκφόρτωση ή τη μεταφόρτωση ποσοτήτων αλιευμάτων που υπερβαίνουν την ποσόστωση. Πράγματι, από το άρθρο 1 του κανονισμού 2241/87 προκύπτει ότι οι έλεγχοι και οι επιθεωρήσεις που επιβάλλει η κοινοτική νομοθεσία αφορούν τις « δραστηριότητες εκφόρτωσης, πώλησης και εναποθήκευσης ιχθύων και καταγραφής των εκφορτώσεων και των πωλήσεων ». Τα άρθρα 6 και 7 του ιδίου κανονισμού καθορίζουν τις υποχρεώσεις του πλοιάρχου αλιευτικού σκάφους που φέρει τη σημαία κράτους μέλους ή είναι νηολογημένο σε κράτος μέλος· οι υποχρεώσεις αυτές περιλαμβάνουν, ιδίως, τις δηλώσεις που πρέπει να υποβάλλει και τα στοιχεία που πρέπει να παράσχει ο πλοίαρχος σχετικά με τα αλιεύματα κατά την εκφόρτωση ή τη μεταφόρτωση οιωνδήποτε ποσοτήτων αποθεμάτων ή ομάδων αποθεμάτων ιχθύων τα οποία υπόκεινται σε περιορισμό αλιευμάτων.
29
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι παραβάσεις του καθεστώτος ποσοστώσεων, για τις οποίες το κράτος μέλος της εκφορτώσεως ή της μεταφορτώσεως πρέπει να επιβάλλει κυρώσεις δυνάμει του άρθρου 11γ, είναι οι τελούμενες κατά την εκφόρτωση ή κατά τη μεταφόρτωση αλιευμάτων σε λιμένα αυτού του κράτους μέλους ή εντός των θαλασσίων υδάτων που υπάγονται στην κυριαρχία του ή στη δικαιοδοσία του. Επομένως, η αιτίαση της ισπανικής κυβερνήσεως πρέπει να απορριφθεί.
30
Όσον αφορά τον καταλογισμό των παρανόμως εκφορτωθέντων ή μεταφορτωθέντων αλιευμάτων στην ποσόστωση του κράτους μέλους της εκφορτώσεως ή της μεταφορτώσεως, η Επιτροπή υποστήριξε ότι ο καταλογισμός αυτός δεν αποτελεί κύρωση λόγω παραβάσεως των υποχρεώσεων του οικείου κράτους, αλλ εφαρμογή του κανόνος της αφαιρέσεως των καθ' υπέρβαση της ποσοστώσεως αλιευθεισών ποσοτήτων, η οποία είναι απαραίτητη για τη διαχείριση του συστήματος ποσοστώσεων στο πλαίσιο του συνόλου των επιτρεπομένων αλιευμάτων. Χωρίς το άρθρο 11γ, η αφαίρεση αυτή θα έπληττε μόνο το κράτος μέλος της νηολογήσεως, καθ' ον χρόνον μάλιστα η υπέρβαση θα εξέφευγε εντελώς του ελέγχου του. Ο καταλογισμός στην ποσόστωση του κράτους μέλους της εκφορτώσεως θα συνιστούσε επαρκή αντίδραση στις υπερβάσεις τις οποίες θα προκαλούσε ο ασθενής έλεγχος εκ μέρους αυτού του κράτους μέλους.
31
Η επιχειρηματολογία αυτή της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτή. Το Συμβούλιο μπορούσε να αποφασίσει, χωρίς να παραβεί την αρχή της αναλογικότητας, ότι η από κοινού ευθύνη των κρατών μελών όσον αφορά τον έλεγχο του συστήματος περιορισμού των αλιευμάτων σημαίνει όχι μόνον ότι ορισμένα έργα επιθεωρήσεως και ελέγχου βαρύνουν το κράτος μέλος της εκφορτώσεως, αλλά και ότι η μείωση των ποσοστώσεων η οποία πραγματοποιείται κατόπιν της υπερβάσεώς τους δεν γίνεται κατ' ανάγκην εις βάρος των ποσοστώσεων που έχουν παραχωρηθεί στο κράτος μέλος της νηολογήσεως των αλιευτικών σκαφών για τα οποία πρόκειται, όταν η υπέρβαση εξηγείται, μεταξύ άλλων από το γεγονός ότι το κράτος μέλος της εκφορτώσεως παρέλειψε να λάβει τα απαραίτητα μέτρα ελέγχου. Πράγματι, μπορεί να είναι σκόπιμο να αποφασιστεί ότι οι παρανόμως εκφορτωθείσες ή μεταφορτωθείσες ποσότητες μπορούν να αφαιρεθούν από τις ποσοστώσεις που έχουν χορηγηθεί στο κράτος μέλος όπου έλαβαν χώρα οι δραστηριότητες αυτές, όταν οι αρχές αυτού του κράτους μέλους ούτε έχουν κινήσει ποινική ή διοικητική διαδικασία ούτε έχουν μεταβιβάσει το δικαίωμα δίωξης στο κράτος μέλος της νηολογήσεως.
32
Εξάλλου, πρέπει να διευκρινιστεί ότι κάθε απόφαση της Επιτροπής περί μειώσεως των ποσοστώσεων ορισμένου κράτους μέλους μπορεί να προσβληθεί από το κράτος αυτό με προσφυγή ακυρώσεως βάσει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ.
33
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
34
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το Βασίλειο της Ισπανίας ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή. Η βρετανική κυβέρνηση πρέπει να φέρει τα έξοδα της παρεμβάσεως της, δεδομένου ότι δεν προέβαλε σχετικό αίτημα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή.
3)
Το Ηνωμένο Βασίλειο φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
Due
Slynn
Schockweiler
Koopmans
Mancini
Joliet
O'Higgins
Rodríguez Iglesias
Díez de Velasco
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 27 Μαρτίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.
Full & Egal Universal Law Academy