ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-11/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1. Πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης
Η προσφεύγουσα είναι γερμανική θυγατρική εταιρία του ομίλου Unifert των Βρυξελλών. Η αγορά λιπασμάτων από τρίτες χώρες για λογαριασμό του ομίλου αυτού πραγματοποιείται από άλλη θυγατρική, την Ferdis SA, που μεταπωλεί άνευ δασμού το μη εκτελωνισμένο αυτό λίπασμα στις λοιπές ευρωπαϊκές θυγατρικές. Η προσφεύγουσα ανέφερε στις δηλώσεις της για τη δασμολογητέα αξία την Ferdis ως πωλητή, στηριζόμενη στα τιμολόγια που της είχε παραδώσει η Ferdis.
Στη δήλωση για τη δασμολογητέα αξία δήλωσε « ανακατασκευασμένη » τιμή, υπολογιζόμενη με πολλαπλασιασμό του πραγματικού βάρους του εμπορεύματος κατά την εκφόρτωση επί την τιμή ανά τόνο που συμφωνήθηκε με την Ferdis. Επειδή το βάρος αυτό ήταν κατώτερο του προβλεπομένου στη σύμβαση, η δηλούμενη αξία ήταν επίσης κατώτερη από την τιμή που πράγματι καταβλήθηκε από την προσφεύγουσα στην Ferdis ( κατά τη σύμβαση αποκλίσεις της τάξεως του 1 έως 2 % δεν συνεπάγονται μείωση της τιμής). Στην τιμή αυτή προστέθηκαν τα έξοδα μεταφοράς και ασφαλίσεως ελεύθερου στα σύνορα, όχι όμως και τα έξοδα σταλίας ( αποζημίωση για την αναμονή των πλοίων σε περίπτωση καθυστερήσεως της φορτώσεως ).
Η προσφεύγουσα δεν περιέλαβε επίσης στη δήλωση της την « προμήθεια αγοράς » που κατέβαλε στην Ferdis, ίση προς το 6 % του ποσού που εισπράχθηκε κατά τα τιμολόγια για κάθε παρτίδα.
Κατόπιν επιτόπιου ελέγχου το κεντρικό τελωνείο ζήτησε την καταβολή επιπλέον εισαγωγικών δασμών ύψους 172099,60 γερμανικών μάρκων ( DM ).
Κατά της σχετικής πράξεως η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht που απορρίφθηκε. Στη συνέχεια άσκησε αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Bundesfinanzhof, το οποίο, με διάταξη της 6ης Δεκεμβρίου 1988, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
α)
Μπορεί να θεωρηθεί ως συναλλακτική αξία κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1224/80 και το τίμημα που προβλέπεται σε σύμβαση πωλήσεως μεταξύ προσώπων εγκατεστημένων στην Κοινότητα;
β)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα α ):
μπορεί ο ενδιαφερόμενος να προσδιορίσει ποια τιμή θα ληφθεί ως βάση για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας, εφόσον οι προϋποθέσεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1224/80 πληρούνται και στην περίπτωση τιμημάτων από άλλες συμβάσεις πωλήσεως; Δεσμεύεται ο ενδιαφερόμενος από την αρχική του επιλογή;
γ)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα α):
περιλαμβάνει η τιμή αυτή και τη λεγόμενη προμήθεια λόγω πωλήσεως;
2)
Είναι τα λεγόμενα έξοδα “σταλίας” (αποζημίωση για την αναμονή των πλοίων σε περίπτωση καθυστερήσεως της φορτώσεως) έξοδα μεταφοράς κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο ε ), του κανονισμού 1224/80;
3)
Αποτελεί συναλλακτική αξία κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού 1224/80 όλη η καταβληθείσα ή καταβλητέα τιμή, όταν πριν από τον κρίσιμο χρόνο διαπιστώνονται μικρότερες ποσότητες σε σύγκριση με τις αγορασθείσες, οι οποίες όμως δεν υπερβαίνουν τα συμφωνηθέντα ανεκτά όρια απώλειας βάρους και δεν έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση του τιμήματος;
2. Σκεπτικό της αιατάξεως περί παραπομπής
Το Bundesfinanzhof zzanti όν. κατά τον καθορισμό της συναλλακτικής αξίας πρέπει να ληφθεί υπόψη το τίμημα βάσει της συμβάσεως μεταξύ της προσφεύγουσας και της Ferdis, συμπεριλαμβανομένης της « προμήθειας αγοράς ». Η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη προς τη συμφωνία περί της εφαρμογής του άρθρου VII της ΓΣΔΕ που εγκρίθηκε από την Κοινότητα ( ABI. L 71 της 17.3.1980, σ. 1 ) και προς το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κανονισμού 1224/80, κατά τα οποία μόνο μία τιμή για την αγορά της χώρας εισαγωγής μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά τον υπολογισμό της δασμολογητέας αξίας. Αρκεί η οικεία τιμή να προκύπτει από σύμβαση η οποία, όπως εν προκειμένω, αποβλέπει πράγματι σε διακρατική μετακίνηση εμπορευμάτων. Κατά το αιτούν δικαστήριο δεν υφίστανται βάσιμοι λόγοι για μία στενή ερμηνεία του όρου « πώληση προς εισαγωγή ». Ο εισαγωγέας πρέπει να μπορεί να επιλέξει μεταξύ της τιμής που αναγράφεται στο τιμολόγιο του προμηθευτού της τρίτης χώρας και της τιμής που συμφωνήθηκε κατά τη δεύτερη αγορά. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται εξάλλου από το άρθρο 6 του κανονισμού 1495/80 της Επιτροπής, της 11ης Ιουνίου 1980, περί της θεσπίσεως εκτελεστικών διατάξεων ορισμένων ρυθμίσεων των άρθρων 1, 3 και 8 του κανονισμού 1224/80 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 218 ) όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1580/81, της 13ης Ιουνίου 1981 (ΕΕ L 154 της 13.6.1981, σ. 36).
Η προσφεύγουσα άσκησε αυτό το δικαίωμα προαιρέσεως, αναφέροντας στη δήλωση για τη δασμολογητέα αξία την τιμή της συμβάσεως που είχε συνάψει με την Ferdis. Κατά το εθνικό δίκαιο που εξακολουθεί να έχει εφαρμογή ελλείψει κοινοτικών διατάξεων, η προσφεύγουσα δεν μπορούσε να ανακαλέσει αυτήν της την επιλογή.
Η συναλλακτική αξία περιλαμβάνει επομένως όλα τα ποσά που κατέβαλε η προσφεύγουσα στην Ferdis SA, συμπεριλαμβανομένης της προμήθειας αγοράς που ήταν μέρος του τιμήματος. Κατά το Bundesfinanzhof η άποψη της προσφεύγουσας ότι τα έξοδα που προέκυψαν στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να περιληφθούν στη συναλλακτική αξία δεν ευσταθεί.
Κατά το Bundesfinanzhof τα έξοδα σταλιάς πρέπει να θεωρηθούν ως έξοδα μεταφοράς κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο ε), i ), του κανονισμού. Η έννοια « έξοδα μεταφοράς » περιλαμβάνει επίσης τα έξοδα που δεν αφορούν την ίδια τη μεταφορά, αλλά προκύπτουν επ' ευκαιρία της. Κατά το Bundesfinanzhof οι αποκλίσεις μεταξύ του εκφορτωθέντος και του συμφωνηθέντος βάρους είναι κατώτερες από τις συμφωνηθείσες ελάχιστες αποκλίσεις. Η προσφεύγουσα κατέβαλε πάντοτε τη συνολική τιμή του τιμολογίου, και βάσει αυτής της τιμής πρέπει να καθοριστεί η συναλλακτική αξία. Η συναλλακτική αξία, δεν συνίσταται στην τιμή που συμφωνείται εκάστοτε ανά τόνο, αλλά στο σύνολο των ποσών που καταβάλλονται για τα εισαγόμενα εμπορεύματα κατά το άρθρο 3, παράγραφος 3, στοιχείο α ), του κανονισμού.
3. Αιαοικασία ενόχιιον τον Δικαστηρίου
Η Διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Ιανουαρίου 1989.
Κατά το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν στις 7 Απριλίου 1989 η προσφεύγουσα, εκπροσωπούμενη από τον δικηγόρο Ehle, και στις 17 Απριλίου 1989 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον νομικό της σύμβουλο Jörn Sack.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
Επί τον ερωτήματος Ι, στοιχείο α)
Κατά την προοφεύγονοα, ως « πράγματι πλη-ρωθείσα (καταβληθείσα) ή πληρωτέα ( καταβλητέα ) τιμή » μπορεί να εννοηθεί μόνο η τιμή που καταβλήθηκε στον προμηθευτή της τρίτης χώρας. Η προσφεύγουσα παραπέμπει στο γράμμα του άρθρου 3, παράγραφος 1, και υπογραμμίζει την άμεση σχέση που πρέπει να υφίσταται μεταξύ της καταβλητέας τιμής και της πωλήσεως « προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας ». Για τον λόγο αυτό τονίζεται στη γνωμοδότηση του συμβουλίου τελωνειακής συνεργασίας ότι κατά τον υπολογισμό μπορούν να λαμβάνονται υπόψη μόνο συμβάσεις που συνεπάγονται διακρατική μετακίνηση εμπορευμάτων. Από έγγραφο του Συμβουλίου προκύπτει, εξάλλου, ότι μία πώληση στην εσωτερική αγορά μιας χώρας δεν πληροί αυτή την προϋπόθεση. Κατά την προσφεύγουσα η ερμηνεία αυτή του άρθρου 3 είναι κατά τα λοιπά σύμφωνη προς το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κώδικα της ΓΣΔΕ περί της δασμολογητέας αξίας.
Κατά την προσφεύγουσα, μια ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, που θα καθιστούσε δυνατό τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας βάσει τιμής περιεχόμένης σε άλλη σύμβαση πωλήσεως του εμπορεύματος θα ήταν εσφαλμένη και αντίθετη προς το γράμμα του εν λόγω άρθρου. Δεν μπορεί να γίνει, εξάλλου, δεκτό ότι η έννοια « πώληση προς εξαγωγή » μπορεί να εξομοιωθεί προς την έννοια « πώληση προς εισαγωγή ». Κατά την προσφεύγουσα η άποψη αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στο άρθρο 2, παράγραφος 4, στοιχείο α), γ) και ε), επειδή οι διατάξεις αυτές δεν έχουν εφαρμογή κατά τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας βάσει του άρθρου 3.
Ως προς το άρθρο 3, παράγραφος 3, στοιχείο α), του κανονισμού που αναφέρεται στη « συνολική πληρωμή ( καταβολή ) που έγινε ή πρόκειται να γίνει από τον αγοραστή », η εν λόγω διάταξη πρέπει να ερμηνευτεί υπό το φως της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου. Συνεπώς, η έκφραση αυτή αναφέρεται στην τιμή που καταβάλλεται στον προμηθευτή της τρίτης χώρας.
Το άρθρο 6 του κανονισμού 1495/80 της Επιτροπής, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1580/81, στο οποίο αναφέρεται η διάταξη του Bundesfinanzhof, διευκολύνει απλώς τον έλεγχο της συναλλακτικής αξίας θεσπίζοντας το τεκμήριο ότι τα εμπορεύματα των οποίων ζητήθηκε ο εκτελωνισμός για να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας πωλήθηκαν προκειμένου να εξαχθούν προς το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, ακόμη κι αν η σύμβαση πωλήσεως συνήφθη με αγοραστή εγκατεστημένο εκτός της Κοινότητας. Εν πάση περιπτώσει ο κανονισμός 1495/80 δεν μπορεί να τροποποιήσει τον βασικό κανονισμό.
Ο σκοπός του κανονισμού να θεσπίσει ένα δίκαιο, ομοιόμορφο και ουδέτερο σύστημα τελωνειακής εκτιμήσεως θα διακυβευόταν, αν η συναλλακτική αξία υπολογιζόταν βάσει τιμής άλλης από την τιμή πωλήσεως που αναφέρεται στην « πώληση προς εξαγωγή ».
Τέλος, οι τιμές που κατέβαλε η Ferdis στους προμηθευτές της είναι πάντοτε κατώτερες των τιμών που εισπράττει, στη συνέχεια, από την προσφεύγουσα. Δεν υφίσταται, επομένως, κανείς λόγος για να γίνει δεκτή μία ευρεία ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, επειδή κανείς εισαγωγέας δεν θέλει να δηλώνει ως βάση για την δασμολογητέα αξία τιμή υψηλότερη από την τιμή της πωλήσεως προς εξαγωγή.
Η προσφεύγουσα, προτείνει επομένως, να δοθεί η εξής απάντηση στο ερώτημα 1, στοιχείο α):
« Ως συναλλακτική αξία κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1224/80 πρέπει να θεωρείται μόνο η πράγματι καταβληθείσα ή καταβλητέα τιμή, που λαμβάνεται υπόψη κατά την πώληση ( “ συναλλαγή ” ) προς εξαγωγή στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας. Ως συναλλακτική αξία δεν μπορούν να λαμβάνονται υπόψη τιμές αναφερόμενες σε σύμβαση πωλήσεως μεταξύ προσώπων εγκατεστημένων στην Κοινότητα. »
Η Επιτροπή, θεωρεί ότι το γεγονός ότι οι συμβαλλόμενοι είναι εγκατεστημένοι στην Κοινότητα δεν έχει σημασία για την εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού.
Αντίθετα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η μεταπώληση υπό όρους CIF στην Κοινότητα εμπορευμάτων που αγοράστηκαν σε τρίτη χώρα υπό όρους FOB, η οποία πραγματοποιείται προ της εισαγωγής, ως « πώληση προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας » πρέπει να εκληφθεί κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως. Η έκφραση « πώληση προς εξαγωγή », σημαίνει, κατά την Επιτροπή, ότι είναι βέβαιο κατά τον χρόνο της πωλήσεως ότι τα εμπορεύματα καταγωγής τρίτης χώρας πρέπει να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας. Η άποψη αυτή ανταποκρίνεται στον σκοπό του κανονισμού και της συμφωνίας περί εφαρμογής του άρθρου VII της ΓΣΔΕ, επί της οποίας ο κανονισμός αυτός στηρίζεται και κατά την οποία η δασμολογητέα αξία καθορίζεται κατά το δυνατόν βάσει της συναλλακτικής αξίας.
Εξάλλου, κατά την Επιτροπή δεν υπάρχει λόγος να αμφισβητηθεί η ισχύς του άρθρου 6 του κανονισμού 1495/80, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, το οποίο διευκρινίζει ότι η δήλωση για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας πρέπει να θεωρείται επαρκής απόδειξη του γεγονότος ότι τα εμπορεύματα πωλήθηκαν προκειμένου να εξαχθούν με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας.
Η Επιτροπή προτείνει, κατά συνέπεια, να δοθεί η εξής απάντηση στο ερώτημα 1, στοιχείο α).
« Ως συναλλακτική αξία κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού 1224/80 του Συμβουλίου της 28ης Μαΐου 1980 περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων πρέπει να θεωρείται κατά το άρθρο 6 του κανονισμού 1495/80 της Επιτροπής και η τιμή που προκύπτει από σύμβαση πωλήσεως μεταξύ προσώπων εγκατεστημένων στην Κοινότητα, ιδίως μάλιστα αν ο πωλητής αγόρασε τα εμπορεύματα σε τρίτη χώρα και τα μεταπώλησε στον αγοραστή προ της ολοκληρώσεως των τελωνειακών διατυπώσεων εισαγωγής. »
Επί τον ερωτήματος 1, στοιχείο β)
Κατά την προσφεύγουσα το ζήτημα αυτό έχει ήδη επιλυθεί με την απάντηση επί του ερωτήματος 1, στοιχείο α ). Οι παρατηρήσεις της στο σημείο αυτό έχουν, επομένως, επικουρικό χαρακτήρα.
Κατά την προσφεύγουσα το εν λόγω ερώτημα προκύπτει από αναληθή πραγματικά περιστατικά. Ουδέποτε στήριξε τη δήλωση της σχετικά με τη δασμολογητέα αξία στην τιμή που αναγραφόταν στο τιμολόγιο της Ferdis την οποία κατά λάθος ανέφερε ως πωλήτρια. Επομένως, δεν άσκησε δικαίωμα προαιρέσεως ως προς τη βάση υπολογισμού της δασμολογητέας αξίας και δήλωνε πάντοτε τη μοναδική πραγματική τιμή, δηλαδή την τιμή που κατέβαλε στον προμηθευτή της τρίτης χώρας, όπως προέκυπτε από τα τιμολόγια.
Εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 3, παράγραφος 1, δεν θεμελιώνει δικαίωμα επιλογής ως προς τη δασμολογητέα αξία. Το άρθρο 2 του κανονισμού ορίζει ότι η δασμολογητέα αξία πρέπει « να καθορίζεται κατ' εφαρμογήν του άρθρου 3 ». Μόνο σφάλματα κατά τη δήλωση μπορούν να διορθώνονται εκ των υστέρων.
Ως προς το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος η προσφεύγουσα παραπέμπει στο άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1430/79 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1979, περί της επιστροφής ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή της διαγραφής χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών, κατά το οποίο σφάλματα κατά τον υπολογισμό της δασμολογητέας αξίας διορθώνονται εφόσον ο εισπραχθείς δασμός υπερβαίνει λόγω σφάλματος το ποσό που έπρεπε να εισπραχθεί κατά νόμο.
Κατά την προσφεύγουσα στο ερώτημα αυτό προσήκει επομένως αρνητική απάντηση.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι από το άρθρο 6 του κανονισμού 1495/80, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, προκύπτει επίσης ότι σε περίπτωση διαδοχικών πωλήσεων του εμπορεύματος ο εισαγωγέας έχει συνήθως δυνατότητα να επιλέγει μια από τις συμφωνηθείσες τιμές ως βάση για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας 79/695 του Συμβουλίου περί εναρμονίσεως των διαδικασιών θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 262 ) η διόρθωση της δηλώσεως σχετικά με τη δασμολογητέα αξία δεν είναι πλέον δυνατή μετά την έκδοση αδείας παραλαβής του εμπορεύματος για ελεύθερη κυκλοφορία. Η διάταξη αυτή υπερισχύει του εθνικού δικαίου.
Η Επιτροπή προτείνει να δοθεί η εξής απάντηση στο ερώτημα 1, στοιχείο β):
«Όταν, σε περίπτωση διαδοχικών πωλήσεων εμπορεύματος, πολλές πράγματι καταβληθείσες ή καταβλητέες τιμές πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 του εν λόγω κανονισμού, κάθε μία απ' αυτές μπορεί να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό της συναλλακτικής αξίας. Αν ο εισαγωγέας ανέφερε μία από τις τιμές αυτές στην τελωνειακή διασάφηση, αποκλείεται η διόρθωση της τελωνειακής διασαφήσεως μετά την έκδοση αδείας παραλαβής του εμπορεύματος για ελεύθερη κυκλοφορία κατά το άρθρο 8 της οδηγίας 79/695 του Συμβουλίου. »
Επί τον ερωτήματος Ι, στοιχείο y)
Η προσφεύγουσα παρατηρεί ότι, ενόψει της απαντήσεως επί του ερωτήματος 1, στοιχείο α), στο παρόν ερώτημα προσήκει αρνητική απάντηση.
Επικουρικά στρέφεται όμως κατά της απόψεως του Bundesfinanzhof ότι η λεγόμενη « προμήθεια αγοράς» αποτελεί συστατικό στοιχείο της τιμής. Η « προμήθεια αγοράς » που εισπράττεται από τις θυγατρικές εταιρίες του ομίλου υπολογίζεται σε προοδευτική συνάρτηση προς τον κύκλο εργασιών (όπως διαπίστωσε και το Finanzgericht ) και δεν συνδέεται προς τα εμπορεύματα, αλλά αφορά τις υπηρεσίες που παρέσχε η Ferdis και τα έξοδα που προκύπτουν γι' αυτή στις Βρυξέλλες. Η « προμήθεια αγοράς » περιελήφθη στο τιμολόγιο μόνο για πρακτικούς λόγους. Δεν μπορεί, επομένως, κατά την προσφεύγουσα, να αποτελέσει συστατικό στοιχείο της συναλλακτικής αξίας. Εξάλλου, μόνο ορισμένα στοιχεία της λεγόμενης « προμήθειας αγοράς » αποτελούν συστατικό στοιχείο της προμήθειας αγοράς κατά την έννοια του άρθρου 8 του κανονισμού. Οι προμήθειες αυτές δεν περιλαμβάνονται όμως στη δασμολογητέα αξία, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο α ), i ), και παράγραφος 4.
Επειδή δεν υφίσταται σχετική ειδική διάταξη, δεν είναι, εξάλλου, δυνατός ο συνυπολογισμός στη δασμολογητέα αξία εξόδων που προέκυψαν εντός της Κοινότητας. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται από το άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού, κατά το οποίο η δασμολογητέα αξία δεν περιλαμβάνει τα έξοδα μεταφοράς μετά την εισαγωγή στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, καθώς και από το άρθρο 2, παράγραφος 1, που κάνει λόγο για δασμολογητέα αξία « εισαγομένων εμπορευμάτων ». Ο συνυπολογισμός των εξόδων αυτών στη δασμολογητέα αξία θα αντέβαινε, κατά τα λοιπά, στην ουδετερότητα του συστήματος και θα συνεπαγόταν άνιση μεταχείριση μεταξύ της επιχειρήσεως που εισάγει απευθείας και των επιχειρήσεων που ανήκουν σε όμιλο με συγκεντρωτικό σύστημα αγορών. Στο εν λόγω ερώτημα προσήκει επομένως αρνητική απάντηση.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι δεν θα είχε συναφθεί η σύμβαση χωρίς την καταβολή της « προμήθειας αγοράς », πράγμα που την ωθεί στη σκέψη ότι η εν λόγω προμήθεια αποτελεί μέρος της τιμής. Αποκλείεται, εξάλλου, να θεωρηθεί η προμήθεια ως το κόστος της συνάψεως της συμβάσεως, αφού δεν προοριζόταν να καλύψει κάποιο κόστος που θα βάρυνε τον αγοραστή. Δεν μπορεί, συναφώς, να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι πρόκειται για « προμήθεια αγοράς» κατά την éwota του άρθρου 8 του κανονισμού. Η έννοια αυτή ορίζεται στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου και περιορίζεται στα « ποσά που καταβάλλονται από έναν εισαγωγέα στον αντιπρόσωπο του για τις υπηρεσίες που συνίστανται στην αντιπροσώπευση του για την αγορά των υπό εκτίμηση προϊόντων ». Στην παρούσα περίπτωση η προσφεύγουσα αγόρασε τα εμπορεύματα από την Ferdis χωρίς εξωτερική βοήθεια και χωρίς να τίθεται ζήτημα « προμήθειας αγοράς » κατά την έννοια του κανονισμού, ανεξαρτήτως του όρου που χρησιμοποιείται στη σύμβαση.
Η Επιτροπή προτείνει συνεπώς την εξής απάντηση στο παρόν ερώτημα:
« Η “ προμήθεια αγοράς ” που καταβλήθηκε ή πρέπει να καταβληθεί από τον αγοραστή στον πωλητή και αναφέρεται χωριστά δεν περιλαμβάνεται στο κόστος που απορρέει για τον αγοραστή από τη σύναψη της συμβάσεως, αλλά αποτελεί μέρος του πράγματι καταβληθέντος ή καταβλητέου τιμήματος. »
Επί τον δευτέρου ερωτήματος
Κατά την προσφεύγουσα τα έξοδα σταλιάς δεν αποτελούν έξοδα μεταφοράς κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο ε), i). Κατά τη νομική φύση των εξόδων αυτών πρόκειται για χρηματική ποινή, που δεν καταβάλλεται στον πωλητή του εμπορεύματος, αλλά στον εφοπλιστή λόγω του ότι δεν χρησιμοποιεί αμέσως το πλοίο. Επειδή τα έξοδα σταλίας πρέπει να καταβληθούν πριν από τη φόρτωση των εμπορευμάτων, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως έξοδα συναφή με τη μεταφορά « εισαγομένων εμπορευμάτων », όπως απαιτεί το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο ε), i).
Δεν υπάρχει λόγος να διευρυνθεί η έννοια των « εξόδων μεταφοράς », ώστε να καλύψουν και έξοδα « συναφή με την προετοιμασία των αναγκαίων μεταφορικών μέσων », όπως πρότεινε το Bundesfinanzhof. Κατά την προσφεύγουσα η άποψη αυτή προσκρούει στο άρθρο 8, παράγραφος 3, που αποκλείει τα επιπλέον ποσά που δεν προβλέπονται στο άρθρο 8. Και η γερμανική πρακτική φαίνεται να εξαιρεί τη χρηματική ποινή από την καταβληθείσα ή καταβλητέα τιμή.
Επί του δευτέρου ερωτήματος προτείνεται, συνεπώς, η εξής απάντηση:
« Τα λεγόμενα έξοδα σταλίας ( αποζημίωση για την αναμονή των πλοίων σε περίπτωση καθυστερήσεως της φορτώσεως) δεν αποτελούν έξοδα μεταφοράς κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο ε), του κανονισμού 1224/80. »
Κατά την Επιτροπή στα έξοδα μεταφοράς και ενδεχομένως στα έξοδα φορτώσεως κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο ε), περιλαμβάνονται όλα τα ποσά που καταβάλλονται για ή σε σχέση με τη μεταφορά και ενδεχομένως με τη φόρτωση των εμπορευμάτων. Οι σταλίες εισπράττονται βάσει της συναφθείσας συμβάσεως μεταφοράς και περιλαμβάνονται στα ποσά που πρέπει να καταβληθούν για τη μεταφορά. Η ειδικότερη νομική φύση αυτών των ποσών δεν έχει σημασία.
Η Επιτροπή προτείνει να δοθεί η εξής απάντηση στο ερώτημα 2:
« Οι σταλίες ( έξοδα που απορρέουν από την αναμονή των πλοίων ) είναι μέρος των εξόδων μεταφοράς ή φορτώσεως κατά την έννοια του άρθρου 8 του εν λόγω κανονισμού. »
Επί τον τρίτον ερωτήματος
Η προσφεύγουσα δικαιολογεί τον νέο υπολογισμό της τιμής αναφερόμενη στο άρθρο 4 του κανονισμού 1495/80, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1580/81. Η διάταξη αυτή επιτρέπει την αναλογική κατανομή της τιμής, όταν τα δηλωθέντα εμπορεύματα αποτελούν τμήμα μεγαλύτερης παρτίδας όμοιων εμπορευμάτων ή όταν επέρχεται μερική απώλεια των εμπορευμάτων πριν αυτά τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία. Αναγνωρίζει ότι η συναλλακτική αξία πρέπει να υπολογίζεται βάσει της συμφωνηθείσας τιμής, όταν οι αποκλίσεις ως προς την ποσότητα βρίσκονται εντός του ανεκτού ορίου απώλειας βάρους ή τιμήματος ( κατά κανόνα της τάξεως του 1 ή 2 ο/ο ). Όταν όμως οι αποκλίσεις υπερβαίνουν αυτό το ανεκτό όριο απώλειας βάρους, η τιμή αγοράς πρέπει να διορθωθεί αντίστοιχα κατά την τελωνειακή διασάφηση. Αυτό προκύπτει από το ότι η συναλλακτική αξία είναι η τιμή που καταβλήθηκε « για τα εμπορεύματα ». Αν η ποσότητα εμπορευμάτων που συμφωνήθηκε στη σύμβαση δεν αντιστοιχεί πράγματι στην εισαχθείσα ποσότητα, το τίμημα πρέπει να προσαρμοστεί αντίστοιχα. Η άποψη αυτή είναι γενικά παραδεκτή, όταν ο αγοραστής πιστώνεται έναντι της μειώσεως της ποσότητας. Το ίδιο πρέπει όμως να ισχύει όταν οι περιστάσεις καθιστούν αδύνατη τη χορήγηση πιστώσεως (όταν για παράδειγμα ο πωλητής είναι εγκατεστημένος σε χώρα κρατικού εμπορίου ).
Η προσφεύγουσα προτείνει, επομένως, να δοθεί η εξής απάντηση στο ερώτημα 3 :
« Όταν στο πλαίσιο σύνθετης συμβατικής σχέσεως, που εκτυλίσσεται σε κατ' ιδίαν συναλλαγές, διαπιστώνεται συνολική απόκλιση ως προς την ποσότητα που υπερβαίνει το συμφωνηθέν ανεκτό όριο απώλειας βάρους και τιμήματος, η δασμολογητέα αξία πρέπει να μειώνεται αντίστοιχα, ακόμη και χωρίς τη χορήγηση αντίστοιχης πιστώσεως. Οι προβαίνοντες στη δήλωση σχετικά με τη δασμολογητέα αξία έχουν το δικαίωμα, σε περίπτωση σύνθετης συμβατικής σχέσεως, να δηλώσουν την τελωνειακή αξία βάσει της τιμής που αναλογεί στο διαπιστωθέν κατά την εκφόρτωση βάρος, και να προβούν — μετά την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων — σε διόρθωση της δασμολογητέας αξίας, εφόσον το σύνολο των αποκλίσεων ως προς το βάρος δεν υπερβαίνει το ανεκτό όριο απώλειας βάρους. »
Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο κανονισμός δίνει σαφή απάντηση στο εν λόγω ερώτημα. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, κάνει λόγο μόνο για την τιμή που πράγματι καταβλήθηκε από τον εισαγωγέα. Δεν έχει, επομένως, σημασία αν στη σύμβαση συμφωνήθηκε άλλο ποσό ή αν η προσφεύγουσα είχε νομική υποχρέωση να καταβάλει αυτή την τιμή.
Η Επιτροπή προτείνει να δοθεί η εξής απάντηση στο εν λόγω ερώτημα:
« Αν ο αγοραστής εμπορεύματος δεν επικαλεστεί διαπιστωθείσες απώλειες, αλλά καταβάλλει χωρίς έκπτωση τιμή που πράγματι αναγράφεται στο τιμολόγιο του πωλητή, η τιμή αυτή αποτελεί τη συναλλακτική αξία κατά την έννοια του άρθρου 3 του εν λόγω κανονισμού. »
G. C. Rodríguez Iglesias
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( πρώτο τμήμα )
της 6ης Ιουνίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-11/89,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesfinanzhof προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρ-μογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Unifert Handels GmbH, Warendorf,
και
Hauptzollamt ( κεντρικό τελωνείο ) Münster,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 218 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα ),
συγκείμενο από τους Μ. Zuleeg, πρόεδρο τμήματος, προεδρεύοντα, R. Joliét και G. C Rodríguez Iglesias,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: J.-G. Giraud
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η Unifert Handels GmbH, εκπροσωπούμενη από τον Dietrich Ehle, δικηγόρο Κολωνίας,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον νομικό της σύμβουλο Jörn Sack,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 7ης Φεβρουαρίου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Μαρτίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 6ης Δεκεμβρίου 1988, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 13 Ιανουαρίου 1989, το Bundesfinanzhof υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του κανονισμού 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 218, στο εξής: βασικός κανονισμός ).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Unifert Handel (στο εξής: Unifert) και του Hauptzollamt Münster με αντικείμενο ορισμένες πράξεις επιβολής δασμών επί εισαγωγών λιπασμάτων.
3
Τα εν λόγω λιπάσματα αγοράστηκαν σε τρίτες χώρες από εταιρία ανήκουσα στον ίδιο όμιλο με την Unifert, την επιχείρηση Ferdis SA, που έχει έδρα τις Βρυξέλλες (στο εξής: Ferdis ). Η επιχείρηση αυτή μεταπώλησε τα λιπάσματα, πριν αφιχθούν στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, στην Unifert, η οποία, στις δηλώσεις της σχετικά με τη δασμολογητέα αξία, ανέφερε την Ferdis ως πωλήτρια, στηριζόμενη στα τιμολόγια που αυτή της είχε παραδώσει
4
Για κάθε εισαγωγή η Unifert δήλωσε ως δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων ποσό που δεν αντιστοιχούσε στην πράγματι καταβλητέα τιμή, αλλά σε ανακατασκευασμένη τιμή, που προέκυπτε από τον πολλαπλασιασμό του συνολικού εκφορτωθέντος βάρους ( βάρους μικρότερου από το προβλεπόμενο στη σύμβαση ) επί την τιμή ανά τόνο που είχε συμφωνήσει με την Ferdis. Το ποσό που αναγραφόταν ως δασμολογητέα αξία δεν περιλάμβανε ούτε τα έξοδα σταλιάς ( έξοδα λόγω της αναμονής των πλοίων πέραν του συνήθους χρόνου ) ούτε τη λεγόμενη προμήθεια « αγοράς », ίση προς το 6 % του ποσού που αναγραφόταν στο τιμολόγιο για κάθε ιδιαίτερη παρτίδα, το οποίο είχε καταβάλει στην Ferdis.
5
Κατόπιν ελέγχου το Hauptzollamt Münster εξέδωσε σειρά αποφάσεων, με τις οποίες ζητούσε από την Unifert να καταβάλει επιπροσθέτως το συνολικό ποσό 172099,60 γερμανικών μάρκων ( DM ). Με τις αποφάσεις αυτές το Hauptzollamt, αφενός, συνυπολόγισε στη δασμολογητέα αξία τα έξοδα σταλιάς και τις λεγόμενες προμήθειες « αγοράς » και, αφετέρου, απέρριψε την ανακατασκευασθείσα τιμή που δηλώθηκε από την Unifert ως βάση υπολογισμού της δασμολογητέας αξίας. Η τιμή αυτή αντικαταστάθηκε από τη συνολική τιμή που είχε συμφωνηθεί μεταξύ Unifert και Ferdis.
6
Μετά την απόρριψη της προσφυγής της κατά των αποφάσεων αυτών από το Finanzgericht, η Unifert άσκησε αναίρεση ενώπιον του Bundesfinanzhof, που αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
α)
Μπορεί να θεωρηθεί ως συναλλακτική αξία κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1224/80 και το τίμημα που προβλέπεται σε σύμβαση πωλήσεως μεταξύ προσώπων εγκατεστημένων στην Κοινότητα;
β)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα α ):
μπορεί ο ενδιαφερόμενος να προσδιορίσει ποια τιμή θα ληφθεί ως βάση για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας, εφόσον οι προϋποθέσεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1224/80 πληρούνται και στην περίπτωση τιμημάτων από άλλες συμβάσεις πωλήσεως; Δεσμεύεται ο ενδιαφερόμενος από την αρχική του επιλογή;
γ)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα α ):
περιλαμβάνει η τιμή αυτή και τη λεγόμενη προμήθεια λόγω πωλήσεως;
2)
Αποτελούν τα λεγόμενα έξοδα “ σταλιάς ” ( αποζημίωση για την αναμονή των πλοίων σε περίπτωση καθυστερήσεως της φορτώσεως) έξοδα μεταφοράς κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο ε), του κανονισμού 1224/80;
3)
Αποτελεί συναλλακτική αξία κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού 1224/80 όλη η καταβληθείσα ή καταβλητέα τιμή, όταν πριν από τον κρίσιμο χρόνο διαπιστώνονται μικρότερες ποσότητες σε σύγκριση με τις αγορασθείσες, οι οποίες όμως δεν υπερβαίνουν τα συμφωνηθέντα ανεκτά όρια απώλειας βάρους και δεν έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση του τιμήματος;
7
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, η διαδικασία, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω, παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου ερωτήματος
8
Το πρώτο ερώτημα αφορά το ζήτημα αν η τιμή που προκύπτει από σύμβαση πωλήσεως που συνήφθη μεταξύ προσώπων εγκατεστημένων στην Κοινότητα μπορεί να θεωρηθεί ως συναλλακτική αξία κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού.
9
Η συναλλακτική αξία ορίζεται, βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, ως « η πράγματι πληρωθείσα ( καταβληθείσα ) ή πληρωτέα ( καταβλητέα ) για τα εμπορεύματα τιμή, όταν πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας ». Στον ορισμό δεν λαμβάνεται υπόψη ο τόπος εγκαταστάσεως των συμβαλλομένων στην αγοραπωλησία μερών.
10
Η Unifert ισχυρίζεται, ωστόσο, ότι μόνο η πώληση που πραγματοποιείται από προμηθευτή εγκατεστημένο σε τρίτη χώρα μπορεί να θεωρηθεί ως πώληση « προς εξαγωγή » και ότι, επομένως, μόνον η τιμή που προκύπτει από την πώληση αυτή μπορεί να ληφθεί υπόψη για τη συναλλακτική αξία.
11
Η άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Το κριτήριο που προκύπτει από την έκφραση « πωλούνται προς εξαγωγή » αναφέρεται στα εμπορεύματα και όχι στην κατάσταση του πωλητή. Η εν λόγω έκφραση σημαίνει, στο πλαίσιο των συμφραζομένων της, ότι κατά τον χρόνο της πωλήσεως τα εμπορεύματα καταγωγής τρίτης χώρας προορίζονται για το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας. Κατά συνέπεια, τίποτε δεν κωλύει το να είναι εγκαταστημένοι στην Κοινότητα και τα δύο μέρη της εν λόγω συμβάσεως πωλήσεως.
12
Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται, εξάλλου, από το άρθρο 6 του κανονισμού 1495/80 της Επιτροπής, της 11ης Ιουνίου 1980, περί της θεσπίσεως εκτελεστικών διατάξεων ορισμένων ρυθμίσεων των άρθρων 1, 3 και 8 του κανονισμού 1224/80 (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 270), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1580/81, της 12ης Ιουνίου 1981 ( ΕΕ L 154, σ. 36 ). Κατά τη διάταξη αυτή:
« Για τον σκοπό του άρθρου 3 του κανονισμού ( ΕΟΚ) αριθ. 1224/80, το γεγονός ότι τα εμπορεύματα, τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο πωλήσεως, δηλώνονται για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητος πρέπει να θεωρείται ως επαρκής απόδειξη του γεγονότος ότι επωλήθησαν, προκειμένου να εξαχθούν με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητος. Το ίδιο σε περίπτωση διαδοχικών πωλήσεων, οι οποίες έχουν πραγματοποιηθεί πριν από την τελωνειακή εκτίμηση και κάθε μία από τις τιμές, οι οποίες έχουν προκύψει από τις πωλήσεις αυτές, δύναται να ληφθεί ως βάση εκτιμήσεως, με την επιφύλαξη των διατάξεων του κανονισμού ( ΕΟΚ ) αριθ. 1496/80. »
13
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τους σκοπούς του άρθρου 3, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, είναι δυνατό να ληφθεί υπόψη όχι μόνο το τίμημα της συμβάσεως πωλήσεως που συνήφθη ακριβώς πριν από την εξαγωγή από τρίτη χώρα, αλλά και κάθε τίμημα που προκύπτει από τις πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν μετά την εξαγωγή, αλλά πριν τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας, ανεξαρτήτως μάλιστα του τόπου εγκαταστάσεως των μερών της συμβάσεως πωλήσεως.
14
Στο πρώτο ερώτημα προσήκει, επομένως, η απάντηση ότι η τιμή που προκύπτει από σύμβαση πωλήσεως που συνήφθη μεταξύ προσώπων εγκατεστημένων εντός της Κοινότητας μπορεί να θεωρηθεί ως συναλλακτική αξία, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
15
Με το δεύτερο ερώτημα τίθεται το ζήτημα αν, στην περίπτωση που, επί διαδοχικών πωλήσεων εμπορεύματος, πολλές πράγματι καταβληθείσες ή καταβλητέες τιμές πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1224/80, κάθε μία από τις τιμές αυτές μπορεί να επιλεγεί από τον εισαγωγέα προς προσδιορισμό της συναλλακτικής αξίας και αν ο εισαγωγέας που προέβη στην επιλογή αυτή μπορεί να διορθώσει εκ των υστέρων τη δήλωση του.
16
Από το άρθρο 6 του προαναφερθέντος κανονισμού 1495/80 προκύπτει ότι, σε περίπτωση διαδοχικών πωλήσεων εμπορευμάτων, με σκοπό την εξαγωγή προς το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, ο εισαγωγέας είναι ελεύθερος να επιλέξει, μεταξύ των τιμών που συμφωνήθηκαν για κάθε πώληση, την τιμή που θα λάβει ως βάση για τη δασμολογητέα αξία, υπό τον όρον ότι είναι σε θέση να προσκομίσει στις τελωνειακές αρχές όλα τα απαραίτητα στοιχεία και έγγραφα, σύμφωνα με τον κανονισμό 1496/80 της Επιτροπής, της 11ης Ιουνίου 1980, περί της δηλώσεως των στοιχείων για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας και περί παροχής των σχετικών εγγράφων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 272).
17
Κατά το άρθρο 1 του τελευταίου αυτού κανονισμού, η σχετική με τη δασμολογητέα αξία δήλωση επισυνάπτεται στη διασάφηση για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία που υποβάλλεται για τα οικεία εμπορεύματα. Η τελευταία πρέπει, κατά το άρθρο 2 της οδηγίας 79/695/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί εναρμονίσεως των διαδικασιών θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 262), να κατατεθεί στο τελωνείο. Το άρθρο 8, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας επιτρέπει στον διασαφηστή να προβεί σε διόρθωση των δηλώσεων που έγιναν αποδεκτές από τις τελωνειακές υπηρεσίες, υπό την προϋπόθεση όμως, ιδίως, ότι η διόρθωση ζητείται πριν από την έκδοση αδείας παραλαβής των εμπορευμάτων για ελεύθερη κυκλοφορία.
18
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο εισαγωγέας, ο οποίος στη δήλωση του σχετικά με τη δασμολογητέα αξία επέλεξε την τιμή που θα χρησιμεύσει ως βάση προσδιορισμού της αξίας αυτής, δεν μπορεί να τροποποιήσει τη δήλωση του και, επομένως, τα στοιχεία που αφορούν τη δασμολογητέα αξία μετά την έκδοση από την τελωνειακή υπηρεσία αδείας παραλαβής των εμπορευμάτων για ελεύθερη κυκλοφορία.
19
Το συμπέρασμα αυτό δεν εξασθενεί με τη δυνατότητα που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 1430/79 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1979, περί της επιστροφής ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή της διαγραφής χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/015, σ. 161 ), να επιστραφεί ή να διαγραφεί χρέος εισαγωγικών δασμών μετά τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, εφόσον βεβαιωθεί ότι το ποσό που ελήφθη υπόψη για τους δασμούς αυτούς είναι ανώτερο, ανεξαρτήτως λόγου, από εκείνο που νομίμως έπρεπε να εισπραχθεί.
20
Από τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1430/79 προκύπτει, βέβαια, ότι η επιστροφή ή η διαγραφή χρέους δασμών δικαιολογείται συνεπεία λήψεως υπόψη ανακριβών ή ελλείπων στοιχείων δασμολογήσεως, ιδίως όσον αφορά την αξία που λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό του ύψους των δασμών. Πρέπει, ωστόσο, να παρατηρηθεί ότι, όταν ο διασαφηστής επέλεξε μεταξύ των διαφόρων δυνατών βάσεων εκτιμήσεως, τα στοιχεία που προσκόμισε στη συνέχεια προς στήριξη της επιλογής του δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως ανακριβή ή ελλειπή για τον μόνο λόγο ότι μια άλλη επιλογή θα συνεπαγόταν την είσπραξη ποσού εισαγωγικών δασμών κατώτερου του εισπραχθέντος.
21
Στο δεύτερο ερώτημα προσήκει, επομένως, η απάντηση ότι, σε περίπτωση που, επί διαδοχικών πωλήσεων εμπορεύματος, πολλές πράγματι καταβληθείσες ή καταβλητέες τιμές πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1224/80, καθεμία από τις τιμές αυτές μπορεί να επιλεγεί από τον εισαγωγέα για τον προσδιορισμό της συναλλακτικής αξίας. Αν ο εισαγωγέας ανέγραψε μία από τις τιμές αυτές στη δήλωση του σχετικά με τη δασμολογητέα αξία, δεν μπορεί να προβεί σε διόρθωση της εν λόγω δηλώσεως μετά την έκδοση αδείας παραλαβής των εμπορευμάτων για ελεύθερη κυκλοφορία, βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/695/ΕΟΚ του Συμβουλίου.
Επί του τρίτου ερωτήματος
22
Το τρίτο ερώτημα αφορά το ζήτημα αν ποσό που καταβλήθηκε από τον αγοραστή στον πωλητή, τιμολογήθηκε χωριστά και χαρακτηρίστηκε ως « προμήθεια αγοράς » αποτελεί τμήμα της πράγματι καταβληθείσας ή καταβλητέας για τα εμπορεύματα τιμής, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού.
23
Πρέπει να υπομνηστεί συναφώς ότι κατά το άρθρο 3, παράγραφος 3, στοιχείο α ), του βασικού κανονισμού « η πράγματι πληρωθείσα ( καταβληθείσα ) ή πληρωτέα ( καταβλητέα ) τιμή είναι η συνολική πληρωμή που έγινε ή επρόκειτο να γίνει από τον αγοραστή προς τον πωλητή ή υπέρ του πωλητού, για τα εισαγόμενα εμπορεύματα... ». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι όλα τα ποσά που καταβάλλονται από τον αγοραστή στον πωλητή ως αντάλλαγμα για την πώληση περιλαμβάνονται στην πράγματι καταβληθείσα ή καταβλητέα τιμή και, επομένως, στη συναλλακτική αξία.
24
Είναι ακριβές ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο α, i), του ίδιου κανονισμού εξαιρεί τις προμήθειες αγοράς από τη δασμολογητέα αξία. Ωστόσο, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 4, η έκφραση « προμήθεια αγοράς » σημαίνει τα ποσά που καταβάλλονται από τον εισαγωγέα στον αντιπρόσωπο του για τις υπηρεσίες που συνίστανται στην αντιπροσώπευση του για την αγορά των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων. Δεν περιλαμβάνει, επομένως, το ποσό που καταβάλλεται από τον αγοραστή στον πωλητή, ακόμη και αν ο τρόπος υπολογισμού του καθιστά δυνατό στον πωλητή να καλύψει τα διαχειριστικά και άλλα γενικά του έξοδα, που δεν συνδέονται άμεσα προς την οικεία πώληση.
25
Το επιχείρημα της Unifert, ότι τα έξοδα που ανακύπτουν εντός της Κοινότητας δεν μπορούν, σε καμιά περίπτωση, να ληφθούν υπόψη γι τον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας, δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Αρκεί να παρατηρηθεί συναφώς ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β), i), απαιτεί να προστίθεται στην πράγματι καταβληθείσα ή καταβλητέα τιμή η αξία ορισμένων προϊόντων που παρέχονται από τον αγοραστή αδαπάνως ή με μειωμένο κόστος και χρησιμοποιούνται κατά την παραγωγή και την πώληση για την εξαγωγή των εισαγομένων εμπορευμάτων, στο μέτρο που η αξία αυτή δεν έχει περιληφθεί στην εν λόγω τιμή. Δεν έχει, συναφώς, σημασία αν τα έξοδα που προκλήθηκαν από την παραγωγή αυτών των συστατικών, μερών και παρόμοιων στοιχείων που ενσωματώνονται στα εισαγόμενα εμπορεύματα ανέκυψαν εντός της Κοινότητας ή αλλού.
26
Η Unifert ισχυρίζεται, εξάλλου, ότι ο συνυπολογισμός στη δασμολογητέα αξία της λεγόμενης « προμήθειας αγοράς » θα έθιγε την ουδετερότητα του συστήματος τελωνειακής εκτιμήσεως, καθόσον θα συνεπαγόταν άνιση μεταχείριση μεταξύ των επιχειρήσεων που εισάγουν απευθείας και εκείνων που ανήκουν σε όμιλο με συγκεντρωτικό σύστημα αγοράς. Και αυτή η άποψη πρέπει να απορριφθεί. Είναι θέμα βουλήσεως κάθε επιχειρήσεως που βρίσκεται στη θέση της Unifert να στηρίζει τη δήλωση της σχετικά με τη δασμολογητέα αξία στην τιμή που πράγματι καταβλήθηκε για τα εισαγόμενα προϊόντα από το μέλος του ομίλου το επιφορτισμένο με την αγορά από προμηθευτή που βρίσκεται σε τρίτη χώρα. Ενδεχόμενη ανισότητα στον εν λόγω τομέα προκύπτει, επομένως, όχι από τον βασικό κανονισμό, αλλά μάλλον από την επιλογή στην οποία προβαίνει ο εισαγωγέας.
27
Στο τρίτο ερώτημα προσήκει, επομένως, η απάντηση ότι καταβολή που πραγματοποιείται από τον αγοραστή στον πωλητή, τιμολογείται χωριστά και χαρακτηρίζεται ως « προμήθεια αγοράς », αποτελεί τμήμα της πράγματι καταβληθείσας ή καταβλητέας για τα εισαγόμενα εμπορεύματα τιμής, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού.
Επί του τετάρτου ερωτήματος
28
Το τέταρτο ερώτημα αφορά το ζήτημα αν τα έξοδα σταλιάς ( αποζημιώσεις για την αναμονή των πλοίων) αποτελούν μέρος των εξόδων μεταφοράς κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο ε), του βασικού κανονισμού.
29
Πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο ε), i), του βασικού κανονισμού, για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας, στην πράγματι καταβληθείσα ή καταβλητέα για τα εισαγόμενα εμπορεύματα τιμή προστίθενται τα έξοδα μεταφοράς μέχρι του τόπου εισόδου των εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας.
30
Πρέπει να παρατηρηθεί συναφώς ότι η έκφραση « έξοδα μεταφοράς » πρέπει να ερμηνευθεί ως καλύπτουσα όλα τα έξοδα, κύρια ή παρεπόμενα, που συνδέονται με τη μετακίνηση των εμπορευμάτων προς το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας. Επομένως, τα έξοδα σταλίας, που συνίστανται σε αποζημίωση υπέρ του εφοπλιστή προβλεπόμενη στη σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς και προορίζονται να αντισταθμίσουν την καθυστέρηση κατά τη φόρτωση του πλοίου, πρέπει να θεωρηθεί ότι εμπίπτουν στην έννοια των « εξόδων μεταφοράς ».
31
Στο τέταρτο ερώτημα του Bundesfinanzhof προσήκει επομένως η απάντηση ότι τα έξοδα σταλίας (αποζημιώσεις για την αναμονή των πλοίων) αποτελούν τμήμα των εξόδων μεταφοράς, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο ε), του βασικού κανονισμού.
Επί του πέμπτου ερωτήματος
32
Το πέμπτο ερώτημα αφορά το ζήτημα αν, για τον υπολογισμό της συναλλακτικής αξίας, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, πρέπει να μειωθεί αναλογικά η πράγματι καταβληθείσα ή καταβλητέα τιμή, όταν μεταξύ της ποσότητας των εμπορευμάτων που εκφορτώθηκαν και εκείνης που αγοράστηκε διαπιστωθεί απόκλιση κατώτερη του ανεκτού ορίου απώλειας βάρους που συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών, η οποία δεν συνεπάγεται μείωση της συμφωνηθείσας τιμής αγοράς.
33
Η Unifert υποστηρίζει ότι, για την περίπτωση στην οποία αναφέρεται το εν λόγω ερώτημα, πρέπει να εφαρμοστεί το άρθρο 4 του κανονισμού 1495/80, όπως τροποποιήθηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 1580/81, διάταξη που προβλέπει μείωση της πράγματι καταβληθείσας ή καταβλητέας τιμής σε περίπτωση μερικής απώλειας ή βλάβης πριν από τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία. Το Δικαστήριο ακολούθησε αυτή την κατεύθυνση στην απόφαση της 12ης Ιουνίου 1986, Repenning ( 183/85, Συλλογή 1986, σ. 1873).
34
Η Επιτροπή θεωρεί, αντίθετα, ότι ο κανονισμός παρέχει σαφή απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα, καθόσον το άρθρο 3, παράγραφος 1, αναφέρει μόνο την πράγματι καταβληθείσα ή καταβλητέα από τον εισαγωγέα τιμή, έτσι ώστε να είναι αδιάφορο αν στη σύμβαση συμφωνήθηκε άλλο ποσό ή αν ο εισαγωγέας είχε νομική υποχρέωση να καταβάλει την τιμή αυτή.
35
Πρέπει να υπομνηστεί ότι, όπως προκύπτει από την έκτη αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού, η κοινοτική νομοθεσία περί τελωνειακής εκτιμήσεως έχει σκοπό να καθιερώσει ένα σύστημα δίκαιο, ομοιόμορφο και ουδέτερο, το οποίο να αποκλείει τη χρησιμοποίηση αυθαιρέτων ή πλασματικών δασμολογητέων αξιών. Για τον λόγο αυτό, οι απρόβλεπτες μειώσεις της εμπορικής αξίας του εμπορεύματος, μετά την αγορά του αλλά πριν από τη θέση του σε ελεύθερη κυκλοφορία, πρέπει να συνεπάγονται αντίστοιχη μείωση της πράγματι καταβληθείσας ή καταβλητέας τιμής. Στις περιπτώσεις αυτές αναφέρεται το άρθρο 4 του κανονισμού 1495/80, καθώς και η προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Ιουνίου 1986.
36
Τελείως διαφορετική είναι η περίπτωση στην οποία η πιθανότητα αποκλίσεως μεταξύ της ποσότητας εμπορευμάτων που αγοράστηκε και της ποσότητας που εκφορτώθηκε προβλέφθηκε ειδικά από τα μέρη στη σύμβαση πωλήσεως, με την οποία ο αγοραστής αποδέχθηκε τον εν λόγω κίνδυνο μέχρι του συμφωνηθέντος ανεκτού ορίου απώλειας βάρους. Στην περίπτωση αυτή δεν γίνεται καμιά μείωση της τιμής αγοράς και, από εμπορικής απόψεως, η αξία της παρτίδας διατηρείται αμετάβλητη. Είναι, επομένως, σύμφωνο προς τους σκοπούς του κοινοτικού συστήματος δασμολογικής εκτιμήσεως να ληφθεί υπόψη ως βάση της εκτιμήσεως ολόκληρη η καταβληθείσα ή καταβλητέα τιμή.
37
Στο πέμπτο ερώτημα προσήκει, επομένως, η απάντηση ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν απαιτείται η αναλογική μείωση της πράγματι καταβληθείσας ή καταβλητέας τιμής, όταν μεταξύ της ποσότητας εμπορεύματος που εκφορτώθηκε και εκείνης που αγοράστηκε διαπιστώνεται απόκλιση κατώτερη του ανεκτού ορίου απώλειας βάρους που συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών, εφόσον η απόκλιση αυτή δεν συνεπάγεται μείωση της συμφωνηθείσας τιμής αγοράς.
Eni των δικαστικών εξόδων
38 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα ),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που υπέβαλε το Bundesfinanzhof, με διάταξη της 6ης Δεκεμβρίου 1988, αποφαίνεται:
1)
Η τιμή που προκύπτει από σύμβαση πωλήσεως που συνήφθη μεταξύ προσώπων εγκατεστημένων εντός της Κοινότητας μπορεί να θεωρηθεί ως συναλλακτική αξία, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων.
2)
Σε περίπτωση που, επί διαδοχικών πωλήσεων εμπορεύματος, πολλές πράγματι καταβληθείσες ή καταβλητέες τιμές πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1224/80, καθεμία από τις τιμές αυτές μπορεί να επιλεγεί από τον εισαγωγέα για τον προσδιορισμό της συναλλακτικής αξίας. Αν ο εισαγωγέας ανέγραψε μία από τις τιμές αυτές στη δήλωση του σχετικά με τη δασμολογητέα αξία, δεν μπορεί να προβεί σε διόρθωση της εν λόγω δηλώσεως μετά την έκδοση αδείας παραλαβής των εμπορευμάτων για ελεύθερη κυκλοφορία, βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/695/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί εναρμονίσεως των διαδικασιών θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων.
3)
Πληρωμή που πραγματοποιείται από τον αγοραστή στον πωλητή, τιμολογείται χωριστά και χαρακτηρίζεται ως « προμήθεια αγοράς », αποτελεί τμήμα της πράγματι καταβληθείσας ή καταβλητέας για τα εισαγόμενα εμπορεύματα τιμής κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1224/80.
4)
Τα έξοδο σταλίας ( αποζημιώσεις για την αναμονή των πλοίων ) αποτελούν τμήμα των εξόδων μεταφοράς κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο ε ), του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1224/80.
5)
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1224/80 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν απαιτείται η αναλογική μείωση της πράγματι καταβληθείσας ή καταβλητέας τιμής, όταν μεταξύ της ποσότητας εμπορεύματος που εκφορτώθηκε και εκείνης που αγοράστηκε διαπιστώνεται απόκλιση κατώτερη του ανεκτού ορίου απώλειας βάρους που συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών, εφόσον η απόκλιση αυτή δεν συνεπάγεται μείωση της συμφωνηθείσας τιμής αγοράς.
Zuleeg
Joliét
Rodríguez Iglesias
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 6 Ιουνίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο πρόεδρος τμήματος προεδρεύων του πρώτου τμήματος
Μ. Zuleeg
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy