ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-17/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Η Olivetti αγόρασε υπολογιστικές μηχανές παραδοτέες « fob Χονγκ Κονγκ ». Ακολούθως συμφώνησε ενιαίο ναύλο [ 5583,03 γερμανικών μάρκων (DM)] με γερμανική εταιρία μεταφορών για τη μεταφορά από το Χονγκ Κονγκ στη Φραγκφούρτη. Τα εμπορεύματα, τα οποία ήταν τοποθετημένα σε εμπορευματοκιβώτιο, μεταφέρθηκαν διά θαλάσσης μέχρι το Αμβούργο και, κατόπιν, διά ξηράς μέχρι τη Φραγκφούρτη.
Στην δήλωση της τελωνειακής αξίας η Olivetti προσέθεσε στην πράγματι καταβληθείσα για τα εμπορεύματα τιμή (τη « συναλλακτική αξία » ), τα έξοδα μεταφοράς και ασφαλίσεως μέχρι το σημείο εισόδου των εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, κατά τα άρθρα 3 και 8, παράγραφος 1, στοιχείο ε), του κανονισμού. Υπολόγισε τα έξοδα μεταφοράς σε 3624,32 DM, βάσει του τιμολογίου της εταιρίας θαλασσίων μεταφορών Evergreen Container Line.
Με απόφαση της 30ής Μαΐου 1984 και κατόπιν ελέγχου που πραγματοποιήθηκε στις εγκαταστάσεις της Olivetti, το Hauptzollamt ζήτησε την καταβολή προσθέτου δασμού. Προέβη σε νέο υπολογισμό των εξόδων μεταφοράς βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 2, στοιχείο α), του κανονισμού το οποίο ορίζει:
« Όταν τα εμπορεύματα μεταφέρονται με το ίδιο μέσο μεταφοράς μέχρις ενός σημείου πού ευρίσκεται πέρα από τον τόπο εισόδου στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητος, τα έξοδα μεταφοράς κατανέμονται κατ' αναλογία προς τη διανυόμενη απόσταση εκτός και εντός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητος, εκτός αν παρέχεται στην τελωνειακή υπηρεσία απόδειξη των εξόδων που επραγματοποιήθησαν, βάσει υποχρεωτικού και γενικού τιμολογίου, για τη μεταφορά των εμπορευμάτων μέχρι του τόπου εισόδου στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητος. »
Ο συνολικός ναύλος που κατέβαλε η Olivetti για τη μεταφορά κατανεμήθηκε κατ' αναλογία της αποστάσεως που διανύθηκε εντός και εκτός της Κοινότητας ( 18305 χιλιόμετρα: 510 χιλιόμετρα). Η απόσταση που διανύθηκε μεταξύ Αμβούργου και Φραγκφούρτης αντιπροσωπεύει το 2,70% του συνόλου της διαδρομής. Επί του ποσοστού αυτού εφαρμόστηκε συντελεστής 2, λόγω των αυξημένων εξόδων μεταφοράς υπό μορφή μεμονωμένων προϊόντων εντός της Κοινότητας, με αποτέλεσμα το ποσοστό του ναύλου για την κοινοτική διαδρομή να ανέλθει σε 5,40 ο/ο και για τη διαδρομή εκτός Κοινότητας σε 94,60 ο/ο ( δηλαδή 5281,55 DM). Δεδομένου ότι το ποσό αυτό υπερβαίνει κατά 1657,23 DM το ποσό που είχε δηλωθεί, επιβλήθηκε πρόσθετος δασμός 240,40 DM.
Η Olivetti προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του Finanzgericht, υποστηρίζοντας ότι το άρθρο 15, παράγραφος 2, στοιχείο α), του κανονισμού, το οποίο προβλέπει την αναλογική κατανομή των εξόδων μεταφοράς, έχει εφαρμογή μόνο όταν τα εμπορεύματα μεταφέρονται με « το ίδιο μέσο μεταφοράς »· μέχρι σημείου ευρισκόμενου πέραν του σημείου εισόδου στην Κοινότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, τα εμπορεύματα έφθασαν μέχρι το Αμβούργο διά θαλάσσης, κατόπιν δε η μεταφορά τους συνεχίστηκε διά ξηράς. Πρέπει, συνεπώς, να ληφθούν ως βάση οι γενικώς ισχύοντες ναύλοι για τις θαλάσσιες μεταφορές. Το Finanzgericht δικαίωσε την Olivetti υπογραμμίζοντας ότι εφόσον τα εμπορεύματα μεταφορτώθηκαν προφανώς από το εμπορευματοκιβώτιο στο Αμβούργο, δεν είναι δυνατόν να υποστηρίζεται ότι η μεταφορά τους πραγματοποιήθηκε με εμπορευματοκιβώτιο χωρίς καμία διακοπή.
Το Hauptzollamt άσκησε αναίρεση ενώπιον του Bundesfinanzhof, προβάλλοντας παραβίαση διαδικαστικών κανόνων εκ μέρους του Finanzgericht. Κατά την άποψη του, δεν αποδείχθηκε ότι τα εμπορεύματα εκφορτώθηκαν στο Αμβούργο. Πράγματι, οι μηχανές παρέμειναν στο ίδιο εμπορευματοκιβώτιο καθ' όλη τη διάρκεια της διαδρομής από το Χονγκ Κονγκ μέχρι τη Φραγκφούρτη. Υποστήριξε, επίσης, ότι το Finanzgericht στηρίχθηκε σε πεπλανημένη ερμηνεία της έννοιας του « μέσου μεταφοράς », που περιέχεται στο άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού, καθώς και ότι η μεταφορά με εμπορευματοκιβώτιο πρέπει να θεωρηθεί ως « ίδιο μέσο μεταφοράς ».
Η Olivetti αντέταξε ότι η μεταφορά με εμπορευματοκιβώτιο δεν συνιστά «»· δεν έχει, συνεπώς, σημασία αν τα εμπορεύματα εκφορτώθηκαν στο Αμβούργο.
Το Bundesfinanzhof φρονεί ότι για τον υπολογισμό των εξόδων μεταφοράς πρέπει να εκληφθεί ως βάση το ποσό που πράγματι κατέβαλε η Olivetti για τη διαδρομή από το Χονγκ Κονγκ έως τη Φραγκφούρτη, αφαιρουμένων από το ποσό αυτό των εξόδων που αφορούν τη διαδρομή εντός της Κοινότητας. Το ζήτημα είναι βάσει ποίων κριτηρίων πρέπει να πραγματοποιηθεί η αφαίρεση των εξόδων αυτών.
Το Bundesfinanzhof έκρινε ότι το άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού, κατά το οποίο η δασμολογητέα αξία δεν περιλαμβάνει τα έξοδα μεταφοράς μετά από την είσοδο του εμπορεύματος στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, υπό τον όρο ότι τα έξοδα αυτά διακρίνονται από την τιμή που καταβλήθηκε για τα εμπορεύματα, δεν έχει εφαρμογή, καθόσον αναφέρεται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η καταβληθείσα τιμή περιλαμβάνει τα έξοδα μεταφοράς (τιμή caf). Έκρινε, ωστόσο, ότι το άρθρο 15, παράγραφος 2, έχει, καταρχήν, εφαρμογή στην περίπτωση κατά την οποία τα έξοδα μεταφοράς έχουν προστεθεί στην καταβληθείσα τιμή (περίπτωση κατά την οποία δεν έχει, συνεπώς, εφαρμογή το άρθρο 15, παράγραφος 1 ).
Ανέκυψε, ακολούθως, το ζήτημα αν η μεταφορά με εμπορευματοκιβώτιο αποτελεί « μέσο μεταφοράς », κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 2 ( έστω και εάν ληφθεί ως δεδομένο ότι η μεταφορά πραγματοποιήθηκε με το ίδιο εμπορευματοκιβώτιο, χωρίς διακοπή, από το Χονγκ Κονγκ έως τη Φραγκφούρτη). Το Bundesfinanzhof φρονεί ότι ο όρος αυτός αναφέρεται στο μεταφορικό μέσο (πλοίο, αεροπλάνο, κλπ. ) με το οποίο πραγματοποιήθηκε η μεταφορά. Κατά συνέπεια, ακόμα και αν το εμπορευματοκιβώτιο θεωρηθεί ως μεταφορικό μέσο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ειδικό μέσο μεταφοράς. Θα ήταν, εξάλλου, παράλογη η κατ' αναλογία κατανομή των εξόδων στην περίπτωση που η μεταφορά πραγματοποιήθηκε με το ίδιο εμπορευματοκιβώτιο, αλλά με διαφορετικά μέσα μεταφοράς, το κόστος των οποίων παρουσιάζει σημαντικές διαφορές.
Συνεπώς, αν το άρθρο 15, παράγραφος 2, δεν έχει απευθείας εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, πρέπει να αναζητηθούν άλλα κριτήρια για τον υπολογισμό του ποσού που πρέπει να προστεθεί στην πληρωθείσα τιμή, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο ε). Το Bundesfinanzhof εξέτασε σχετικώς τρεις δυνατότητες· πρώτον, την κατ' αναλογία εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 2, που αντιστοιχεί στη μέθοδο που εφάρμοσε το Hauptzollamt και η οποία συνίσταται στην κατανομή των εξόδων κατ' αναλογία της αποστάσεως που διανύθηκε εκτός και εντός του εδάφους της Κοινότητας και στην εφαρμογή διορθωτικού συντελεστή που να λαμβάνει υπόψη το διαφορετικό κόστος των δύο συγκεκριμένων μέσων μεταφοράς. Η δεύτερη λύση είναι εκείνη που προτείνει η Olivetti: ελλείψει δεσμευτικού και γενικού τιμολογίου, μπορεί να ληφθεί υπόψη τιμολόγιο που να αντανακλά τις συνήθως εφαρμοζόμενες για τη συγκεκριμένη διαδρομή τιμές. Τέλος, το Bundesfinanzhof εξετάζει τη δυνατότητα αφαιρέσεως από την τιμή που κατέβαλε η Olivetti των εξόδων που αφορούν τη διαδρομή Αμβούργο-Φραγκφούρτη, βάσει του ισχύοντος γερμανικού τιμολογίου. Απορρίπτει, ωστόσο, τη λύση αυτή, η οποία θα είχε ως συνέπεια τη στρέβλωση των εξόδων που αφορούν την εκτός της Κοινότητας διαδρομή, δεδομένου ότι τα έξοδα ανά μονάδα αποστάσεως μειώνονται γενικώς όσο μεγαλύτερη είναι η απόσταση.
Το Bundesfinanzhof, με Διάταξη της 14ης Δεκεμβρίου 1988, η οποία πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Ιανουαρίου 1989, αποφάσισε να ζητήσει από το Δικαστήριο να αποφανθεί προδικαστικώς επί των ακολούθων ερωτημάτων:
« Βάσει ποίων κριτηρίων πρέπει να καθοριστούν τα έξοδα μεταφοράς τα οποία, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο ε), σημείο i ), του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1224/80, πρέπει να συνυπολογίζονται στην, κατά το άρθρο 3, πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή, όταν στο πλαίσιο των όρων παραδόσεως fob ο εισαγωγέας κατέβαλε ενιαία τιμή για τη μεταφορά μέχρι σημείου του εδάφους της Κοινότητας ευρισκομένου πέραν του σημείου εισόδου εντός αυτής; Έχει σχετικώς σημασία ότι το εμπόρευμα, που εισήχθη με εμπορευματοκιβώτιο, μεταφέρθηκε καθ' όλη τη διαδρομή με το ίδιο εμπορευματοκιβώτιο; »
II — Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
Κατά το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις στις 24 Απριλίου 1989 η Deutsche Olivetti GmbH, εκπροσωπούμενη από τον δικηγόρο Dirk Kruger, και στις 21 Απριλίου 1989 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον νομικό της σύμβουλο Jörn Sack, επικουρούμενο από τον δικηγόρο Στρασβούργου Jean Imbach.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
III — Σύνοψη των γραπτών παρατηρήσεων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
— Ως προς τη μεταφορά με εμπορευματοκιβώτιο
Η Olivetti και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι η μεταφορά με εμπορευματοκιβώτιο δεν αποτελεί « μέσο μεταφοράς », κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 2, σημείο α), του κανονισμού και ότι, κατά συνέπεια, η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 2, σημείο α), η οποία στηρίζεται στην αρχή ότι πρέπει να εφαρμόζεται η ίδια τιμή για ολόκληρη τη διαδρομή, καταλήγει σε αυθαίρετες συνέπειες, λόγω των τεραστίων διαφορών που υπάρχουν μεταξύ της μεταφοράς ενός εμπορευματοκιβωτίου με πλοίο ή με αεροπλάνο.
Η Olivetti υποστηρίζει ότι δεν πρέπει, επίσης, να θεωρηθεί ότι η μεταφορά με εμπορευματοκιβώτιο αποτελεί μέσο μεταφοράς, με συνέπεια την κατ' αναλογία εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 2, στοιχείο α), λόγω των ανακριβειών που θα προέκυπταν.
— Ως προς τα κριτήρια βάσει των οποίων πρέπει να υπολογίζονται τα έξοοα μεταφοράς
Η Olivetti τονίζει, καταρχάς, ότι σκοπός του κανονισμού είναι η θέσπιση δικαίου, ενιαίου και ουδέτερου συστήματος υπολογισμού της τελωνειακής αξίας. Προς τον σκοπό αυτό, το άρθρο 2, παράγραφος 4, στοιχείο ζ ), του κανονισμού απαγορεύει τον υπολογισμό της τελωνειακής αξίας βάσει αυθαιρέτων ή πλασματικών τιμών αντιθέτως, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, κάθε στοιχείο που προστίθεται στην πράγματι καταβληθείσα τιμή, όπως τα έξοδα μεταφοράς, πρέπει να στηρίζεται αποκλειστικώς σε αντικειμενικά και δυνάμενα να εκφρασθούν ποσοτικώς στοιχεία. Συνεπώς, οι' τελωνειακές υπηρεσίες δεν έχουν το δικαίωμα να υπολογίζουν οι ίδιες την αξία των εμπορευμάτων ούτε να απαιτούν από εκείνους που υποβάλλουν τελωνειακή δήλωση να δηλώνουν τις κατ' αυτόν τον τρόπο υπολογισθείσες αξίες.
Η Olivetti υποστηρίζει ότι η τελωνειακή της δήλωση στηριζόταν πράγματι επί στοιχείων αντικειμενικών και δυναμένων να εκφρασθούν ποσοτικώς. Κατέβαλε 126 δολάρια ΗΠΑ/m3 για τη διαδρομή από το Χονγκ Κονγκ έως τη Φραγκφούρτη και δήλωσε ποσό 85 δολαρίων ΗΠΑ/m3 ως ναύλο θαλασσίας μεταφοράς, βάσει εγγράφου της εταιρίας που ανέλαβε τη μεταφορά. Φρονεί, συνεπώς, ότι, εφόσον προέβη σε ακριβή δήλωση των εξόδων μεταφοράς, δεν υπήρχε λόγος να πραγματοποιηθεί ο υπολογισμός στον οποίο προέβη το Hauptzollamt. Εάν το Hauptzollamt είχε αμφιβολίες ως προς το δηλωθέν ποσό, είχε την δυνατότητα, κατά το άρθρο 10 του κανονισμού, να προβεί σε ελέγχους επί της μεταφορικής εταιρίας.
Εν πάση περιπτώσει, η λύση που επελέγη και, ιδίως, ο διορθωτικός συντελεστής που εφάρμοσε το Hauptzollamt συνεπάγονται, κατά την Olivetti, τη χρησιμοποίηση αυθαιρέτων ή πλασματικών κριτηρίων εκτιμήσεως τα οποία, κατά τις διατάξεις του κανονισμού, είναι απαράδεκτα. Δεδομένου ότι οι συντελεστές καθορίζονται κατόπιν διαπραγματεύσεων μεταξύ του τελωνειακού γραφείου και του δηλούντος, οι δασμολογητέες αξίες μπορεί να παρουσιάζουν διαφορές και για περιπτώσεις ανάλογες.
Κατά συνέπεια, η Olivetti προτείνει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο πρώτο ερώτημα:
« Στην περίπτωση που τα έξοδα μεταφοράς έχουν υπολογισθεί με ενιαίο συντελεστή, η δε εισαγωγή δεν έχει πραγματοποιηθεί με το ίδιο μέσο μεταφοράς, τα έξοδα μεταφοράς που πράγματι καταβλήθηκαν μέχρι το σημείο εισόδου στην Κοινότητα πρέπει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 3 και 8 του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας, να προστίθενται στην τιμή των εμπορευμάτων, κατά τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας.
Το άρθρο 15, παράγραφος 2, στοιχείο α), του εν λόγω κανονισμού έχει εφαρμογή μόνο όταν τα εισαχθέντα εμπορεύματα μεταφέρθηκαν με το ίδιο μέσο μεταφοράς και πέραν του σημείου εισόδου στην Κοινότητα. »
Οι παρατηρήσεις της Επιτροπής επί του θέματος αυτού στηρίζονται στο άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού, το οποίο ορίζει ότι η δασμολογητέα αξία δεν περιλαμβάνει τα έξοδα μεταφοράς μετά από το σημείο εισόδου στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, υπό τον όρο ότι τα έξοδα αυτά διακρίνονται από τη συναλλακτική αξία των εμπορευμάτων. Ωστόσο, η διάταξη αυτή, η εφαρμογή της οποίας δεν περιορίζεται, αντιθέτως προς την άποψη του Bundesfinanzhof, στις πωλήσεις caf, δεν συμβάλλει πολύ στην επίλυση της παρούσας διαφοράς.
Δεδομένου ότι αποκλείεται η εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 2, στοιχείο α), δεν απομένει παρά η εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού, το οποίο ορίζει ότι αν η δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων δεν μπορεί να καθοριστεί κατ' εφαρ-μογήν των άρθρων 3 έως 7, καθορίζεται με εύλογο τρόπο, σύμφωνο προς τις αρχές και τις γενικές διατάξεις του άρθρου VII της γενικής συμφωνίας δασμών και εμπορίου (GATT) ( βλέπε ABI. L 71 της 17.3.1980, σ. 1 ).
Η Επιτροπή δέχεται ότι το άρθρο αυτό αφορά ρητώς μόνο τον καθορισμό της συναλλακτικής αξίας, φρονεί, όμως, ότι, λόγω νομικού κενού, έχει επίσης εφαρμογή και επί των λοιπών στοιχείων της δασμολογητέας αξίας. Τόσο η συμφωνία όσο και ο κανονισμός αποβλέπουν στον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας βάσει των πραγματικών τιμών και όχι βάσει πλασματικών αξιών.
Για τον λόγο αυτό η Επιτροπή θεωρεί ότι το ποσό που δήλωσε η Olivetti δεν είναι εύλογο, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3. Κατά την άποψη της, το ποσό αυτό στηρίζεται σε τιμολόγιο το οποίο δεν ήταν δεσμευτικό και το οποίο δεν ελάμβανε καθόλου υπόψη τα έξοδα που έπρεπε να καταβληθούν στην εταιρία μεταφοράς για τις υπηρεσίες που προσέφερε.
Έχοντας υπόψη ότι το άρθρο 2, παράγραφος 3, αναφέρεται ρητώς « στα διαθέσιμα στοιχεία εντός της Κοινότητας », η Επιτροπή θεωρεί ότι θα έπρεπε να υπολογιστεί συγκεκριμένα η τιμή που καθορίστηκε για την ενδοκοινοτική ( Αμβούργο-Φραγκφούρτη ) διαδρομή και να αφαιρεθεί από την τιμή που κατεβλήθη για τη διαδρομή Χονγκ Κονγκ-Φραγκφούρτη. Η λύση αυτή είναι σύμφωνη προς την άποψη που εξέφρασε το Δικαστήριο με την απόφαση του της 10ης Δεκεμβρίου 1985, UZH Schweinfurt/Mainfrucht ( 290/84, Συλλογή 1985, σ. 3909 ). Εξάλλου, η λύση αυτή είναι η περισσότερο εύλογη, καθόσον ο δηλών έχει τη δυνατότητα να απευθυνθεί στη μεταφορική εταιρία που χρησιμοποίησε προκειμένου να προσδιορίσει το ακριβές ποσό των εξόδων που αφορούν την ενδοκοινοτική μεταφορά, αν κρίνει ότι το ποσό που υπολόγισαν σχετικώς οι τελωνειακές αρχές δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι πρέπει, επίσης, να αφαιρεθούν από τα συνολικά έξοδα μεταφοράς τα έξοδα που αφορούν την εντός της Κοινότητας μεταφορά καθώς και τα έξοδα μεταφορτώσεως.
Η Επιτροπή προτείνει, κατά συνέπεια, να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο πρώτο ερώτημα του Bundesfinanzhof:
« Στην περίπτωση που εισαγωγέας συμφώνησε με μεταφορική επιχείρηση ενιαία τιμή για τη μεταφορά μέχρι τον τόπο προορισμού εντός της Κοινότητας και έχουν χρησιμοποιηθεί διαφορετικά μέσα μεταφοράς, εντός και εκτός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας, τα έξοδα μεταφοράς που πρέπει να προστεθούν στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο ε), σημείο i), του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80, πρέπει, ελλείψει κανονιστικής ρυθμίσεως περισσότερο επακριβούς από εκείνη του άρθρου 15, να υπολογίζονται βάσει των αρχών που θέτει το άρθρο 2, παράγραφος 3, του ιδίου κανονισμού. Κατά συνέπεια, τα έξοδα μεταφοράς εντός της Κοινότητας, καθώς και τα έξοδα, που προέκυψαν επίσης εντός της Κοινότητας, για άλλες συνδεόμενες με τη μεταφορά υπηρεσίες, πρέπει να αφαιρούνται από τη συμφωνηθείσα για τη μεταφορά συνολική τιμή. Ως προς το θέμα αυτό, μπορεί να έχει σημασία αν τα εμπορεύματα μεταφορτώθηκαν ή όχι εντός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας. Ελλείψει συγκεκριμένων δικαιολογητικών, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι καθορισθείσες ή συνήθως ισχύουσες τιμές. »
R. Joliét
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( πρώτο τμήμα )
της 6ης Ιουνίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-17/89,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesfinanzhof προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρ-μογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Hauptzollamt Frankfurt am Main-Ost (κεντρικό τελωνείο της ανατολικής Φραγκφούρτης επί του Μάιν ), καθού και αναιρεσείοντος,
και
Deutsche Olivetti GmbH, προσφεύγουσας και αναιρεσίβλητης,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 8 και 15 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 218 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα ),
συγκείμενο από τους Μ. Zuleeg, πρόεδρο τμήματος, ασκούντα καθήκοντα προέδρου, R. Joliét και G. C. Rodríguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: J.-G. Giraud
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η Deutsche Olivetti GmbH, εκπροσωπούμενη από τον δικηγόρο Φραγκφούρτης Dirk Krüger,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον νομικό της σύμβουλο Jörn Sack, επικουρούμενο από τον δικηγόρο Στρασβούργου Jean Imbach,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 7ης Φεβρουαρίου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Μαρτίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 14ης Δεκεμβρίου 1988, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 23 Ιανουαρίου 1989, το Bundesfinanzhof υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο ε), σημείο i), του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 218, στο εξής: κανονισμός περί δασμολογητέας αξίας ).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Deutsche Olivetti GmbH ( στο εξής: Olivetti ) και του Hauptzollamt Frankfurt ( στο εξής: HZA ) σχετικής με τον υπολογισμό των εξόδων μεταφοράς που αφορούσαν την εισαγωγή εμπορευμάτων που πραγματοποιήθηκε τον Μάιο του 1982.
3
Μετά την αγορά των εμπορευμάτων αυτών στο Χονγκ Κονγκ, η Olivetti συμφώνησε με εταιρία μεταφορών ενιαίο ναύλο για τη μεταφορά τους από το Χονγκ Κονγκ μέχρι τη Φραγκφούρτη. Τα εμπορεύματα αυτά συσκευασμένα εντός εμπορευματοκιβωτίου μεταφέρθηκαν διά θαλάσσης μέχρι το Αμβούργο, κατόπιν δε διά ξηράς μέχρι τη Φραγκφούρτη.
4
Σύμφωνα με τα άρθρα 3, παράγραφος 1, και 8, παράγραφος 1, στοιχείο ε ), σημείο i ), του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας, η Olivetti, κατά την τελωνειακή διασάφηση, προσέθεσε στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή τα έξοδα μεταφοράς και ασφαλίσεως μέχρι το σημείο εισόδου των εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας. Τα δηλωθέντα έξοδα υπολογίστηκαν βάσει του τιμολογίου που συνήθως εφαρμόζει ιδιωτική επιχείρηση θαλασσίων μεταφορών για τη διαδρομή Χονγκ Κονγκ-Αμβούργο.
5
Κατόπιν ελέγχου, το HZA προέβη σε νέο υπολογισμό των εξόδων μεταφοράς και ζήτησε από την Olivetti την καταβολή προσθέτου δασμού. Το HZA παρέπεμψε στο άρθρο 15, παράγραφος 2, στοιχείο α), του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας, το οποίο ορίζει ότι:
« Όταν τα εμπορεύματα μεταφέρονται με το ίδιο μέσο μεταφοράς μέχρις ενός σημείου που ευρίσκεται πέρα από τον τόπο εισόδου στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητος, τα έξοδα μεταφοράς κατανέμονται κατ' αναλογία προς τη διανυόμενη απόσταση εκτός και εντός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητος, εκτός αν παρέχεται στην τελωνειακή υπηρεσία απόδειξη των εξόδων που επραγματοποιήθησαν, βάσει υποχρεωτικού και γενικού τιμολογίου, για τη μεταφορά των εμπορευμάτων μέχρι του τόπου εισόδου στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητος. »
6
Το HZA κατένειμε, κατά συνέπεια, τα έξοδα μεταφοράς που πράγματι κατέβαλε η Olivetti, κατ' αναλογία της αποστάσεως που διανύθηκε εκτός και εντός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας. Κατόπιν, το ποσοστό που αντιπροσώπευε την απόσταση που διανύθηκε μεταξύ Αμβούργου και Φραγκφούρτης διπλασιάστηκε λόγω του μεγαλύτερου ύψους των μεταφορικών εξόδων στο εσωτερικό της Κοινότητας.
7
Η Olivetti άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Finanzgericht. Προς στήριξη της προσφυγής της ισχυρίστηκε ότι το άρθρο 15, παράγραφος 2, στοιχείο α ), έχει εφαρμογή μόνο επί των εμπορευμάτων που « μεταφέρονται με το ίδιο μέσο μεταφοράς μέχρις ενός σημείου που ευρίσκεται πέρα από τον τόπο εισόδου στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητος », ενώ στην παρούσα υπόθεση τα εμπορεύματα μεταφέρθηκαν, καταρχάς, διά θαλάσσης και, κατόπιν, διά ξηράς.
8
Αφού το Finanzgericht δέχθηκε την προσφυγή της Olivetti, το HZA άσκησε αναίρεση ενώπιον του Bundesfinanzhof, ισχυριζόμενο ότι η μεταφορά με εμπορευματοκιβώτιο έπρεπε να θεωρηθεί ως « μέσο μεταφοράς ».
9
Προς επίλυση αυτής της διαφοράς, το Bundesfinanzhof αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
« Βάσει ποίων κριτηρίων πρέπει να καθοριστούν τα έξοδα μεταφοράς τα οποία, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο ε), σημείο i), του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80, πρέπει να συνυπολογίζονται στην, κατά το άρθρο 3, πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή, όταν στο πλαίσιο των όρων παραδόσεως fob ο εισαγωγέας κατέβαλε ενιαία τιμή για τη μεταφορά μέχρι σημείου του εδάφους της Κοινότητας ευρισκομένου πέραν του σημείου εισόδου εντός αυτής; Έχει σχετικώς σημασία ότι το εμπόρευμα, που εισήχθη με εμπορευματοκιβώτιο, μεταφέρθηκε καθ' όλη τη διαδρομή με το ίδιο εμπορευματοκιβώτιο; »
10
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά και το κανονιστικό πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
11
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, το Bundesfinanzhof με τα ερωτήματα του ζητεί να διευκρινιστεί αν η μεταφορά με εμπορευματοκιβώτιο μπορεί να θεωρηθεί ως « μέσο μεταφοράς », κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 2, στοιχείο α ), του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας και, σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, να διευκρινιστεί, κατόπιν, πώς πρέπει να υπολογίζονται τα κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο ε), σημείο i), έξοδα μεταφοράς στην περίπτωση που ο εισαγωγέας έχει καταβάλει ενιαία τιμή για τη μεταφορά μέχρις ενός σημείου ευρισκομένου πέραν του σημείου εισόδου των εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, όταν βεβαίως τα εμπορεύματα έχουν μεταφερθεί με περισσότερα του ενός και διαφορετικά μέσα μεταφοράς.
Eni του πρώτου ερωτήματος
12
Επιβάλλεται, καταρχάς, να υπογραμμιστεί ότι κατά το άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας, « η δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων δεν περιλαμβάνει τα έξοδα μεταφοράς μετά την εισαγωγή στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητος, υπό τον όρο ότι τα έξοδα αυτά διακρίνονται από την πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εισαγόμενα εμπορεύματα τιμή ». Η διάταξη αυτή επαναλαμβάνει τον κανόνα των άρθρων 3, παράγραφος 1, και 8, παράγραφος 1, στοιχείο ε), σημείο i), κατά τον οποίο η συναλλακτική αξία των εμπορευμάτων αυξάνει κατά τα έξοδα μεταφοράς μέχρι το σημείο εισόδου στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας.
13
Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 15 περιέχει ειδικές διατάξεις περί υπολογισμού των εξόδων μεταφοράς εντός της Κοινότητας, στην περίπτωση που τα έξοδα αυτά δεν διακρίνονται σαφώς από τα έξοδα μεταφοράς εκτός της Κοινότητας. Κατά το άρθρο 15, παράγραφος 2, στοιχείο α), τα έξοδα μεταφοράς κατανέμονται ανάλογα με την απόσταση που διανύθηκε εκτός και εντός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας, στην περίπτωση μεταφοράς των εμπορευμάτων με το ίδιο μέσο μεταφοράς.
14
Η κατ' αναλογία κατανομή των εξόδων προϋποθέτει ότι ο ίδιος ναύλος ή, εν πάση περιπτώσει, ναύλοι που δεν διαφέρουν αισθητά ισχύουν για το σύνολο της διαδρομής. Στις περιπτώσεις αυτές, το ποσοστό της συνολικής διαδρομής που αντιπροσωπεύει η εκτός της Κοινότητας διαδρομή αντιστοιχεί στο ποσοστό των συνολικών εξόδων που καταβλήθηκαν για την εκτός της Κοινότητας μεταφορά. Αντιθέτως, σε περίπτωση χρησιμοποιήσεως πολλών μέσων μεταφοράς και, κατά συνέπεια, εφαρμογής διαφόρων ναύλων, δεν υφίσταται πλέον απευθείας σύνδεσμος μεταξύ του ποσοστού της συνολικής αποστάσεως που αντιπροσωπεύει η εκτός Κοινότητας διαδρομή και του ποσοστού των αναλογούντων εξόδων. Στην περίπτωση αυτή, η κατανομή των εξόδων ανάλογα με τη διανυθείσα απόσταση θα κατέληγε σε αυθαίρετες και πλασματικές τιμές, πράγμα που ρητώς απαγορεύει το άρθρο 2, παράγραφος 4, στοιχείο ζ ), του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας.
15
Κατά συνέπεια, η μεταφορά με εμπορευματοκιβώτιο δεν συνιστά μέσο μεταφοράς, κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 2, στοιχείο α), του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας, καθόσον μπορεί να πραγματοποιηθεί με διαφόρους τρόπους ( οδικώς, αεροπορικώς, σιδηροδρομικώς ή ατμοπλοϊκώς ), τα δε έξοδα μεταφοράς ποικίλλουν ανάλογα με το επιλεγόμενο μέσο μεταφοράς.
16
Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η μεταφορά με εμπορευματοκιβώτιο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως « μέσο μεταφοράς », κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 2, στοιχείο α), του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας.
Επί too δευτέρου ερωτήματος
17
Επιβάλλεται να τονιστεί ότι, ελλείψει περισσότερο λεπτομερούς κανονιστικής ρυθμίσεως, τα έξοδα μεταφοράς εκτός Κοινότητας, τα οποία, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας, περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων, πρέπει να καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού, κατά τρόπο σύμφωνο προς τις αρχές και τις γενικές διατάξεις της συμφωνίας περί εφαρμογής του άρθρου VII της γενικής συμφωνίας περί δασμών και εμπορίου ( που δημοσιεύθηκε ως παράρτημα της αποφάσεως 80/271/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Δεκεμβρίου 1979, περί συνάψεως των πολυμερών συμφωνιών που απορρέουν από τις εμπορικές διαπραγματεύσεις 1973-1979, ΕΕ ειδ. έκδ. 11/019, σ. 3, στο εξής: συμφωνία) και του άρθρου VII της γενικής συμφωνίας περί δασμών και εμπορίου και βάσει των εντός της Κοινότητας διαθεσίμων στοιχείων.
18
Από την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της συμφωνίας προκύπτει ότι τα κριτήρια βάσει των οποίων πρέπει να καθορίζεται η δασμολογητέα αξία πρέπει να είναι απλά, δίκαια και σύμφωνα με την εμπορική πρακτική.
19
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, βάσει αυτών των σκέψεων, ο υπολογισμός των εξόδων μεταφοράς μέχρι του σημείου εισόδου των εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας πρέπει να γίνεται αφού προηγουμένως καθοριστεί η τιμή που συμφωνήθηκε, ή που γενικώς ισχύει, για τη διαδρομή που ακολούθησαν τα εμπορεύματα εντός της Κοινότητας, αφαιρούμενης, κατόπιν, της τιμής αυτής από τα γενικά έξοδα μεταφοράς που πράγματι κατέβαλε ή πρόκειται να καταβάλει ο εισαγωγέας.
20
Τη μέθοδο αυτή απέκλεισε προσωρινώς το αιτούν δικαστήριο λόγω των στρεβλώσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν, δεδομένου ότι το ανά μονάδα πραγματικό κόστος μεταφοράς μειώνεται, κατά κανόνα, όσο η απόσταση μεγαλώνει. Πρέπει, ωστόσο, να τονιστεί ότι το επιχείρημα αυτό ισχύει κυρίως στην περίπτωση που η διαδρομή δεν έχει διακοπεί και έχει πραγματοποιηθεί με ένα και μόνο μεταφορικό μέσο, περίπτωση στην οποία ειδικώς αναφέρεται το άρθρο 15, παράγραφος 2, στοιχείο α), του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας. 'Οπως, όμως, προκύπτει από την απάντηση στο πρώτο ερώτημα αυτό δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση.
21
Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το κριτήριο που προτείνει η Επιτροπή είναι σύμφωνο προς τον κανονισμό περί δασμολογητέας αξίας και μπορεί να εφαρμοστεί για τον καθορισμό των εξόδων μεταφοράς που πρέπει να περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία.
22
Στο σκεπτικό της Διατάξεως περί παραπομπής, το Bundesfinanzhof θέτει, επίσης, το ερώτημα αν η συναλλακτική αξία πρέπει να αυξάνει κατά τα έξοδα της εκτός Κοινότητας μεταφοράς, που καθορίζονται βάσει του συνήθως ισχύοντος για το συγκεκριμένο μέσο μεταφοράς τιμολογίου.
23
Επιβάλλεται, σχετικώς, να τονιστεί ότι προτιμήθηκε ρητώς η λύση αυτή στο άρθρο 15, παράγραφος 2, στοιχείο γ ), του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας για τον υπολογισμό των εξόδων μεταφοράς στην περίπτωση που η μεταφορά πραγματοποιείται δωρεάν ή με τα μέσα μεταφοράς του αγοραστή. Η λύση αυτή μπορεί, επίσης, να εφαρμοστεί, κατ' αναλογία, στην περίπτωση στην οποία αναφέρεται το δεύτερο ερώτημα.
24
Τέλος, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα δύο κριτήρια που εξετάστηκαν ανωτέρω λαμβάνουν υπόψη τις συνήθως εφαρμοζόμενες τιμές για το συγκεκριμένο μέσο μεταφοράς. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται, συνεπώς, για υπολογισμό των εξόδων μεταφοράς βάσει των διαθεσίμων εντός της Κοινότητας στοιχείων. Στις εθνικές αρχές εναπόκειται να επιλέξουν το κριτήριο εκείνο βάσει του οποίου αποφεύγεται η διαμόρφωση αυθαιρέτων και πλασματικών αξιών.
25
Συνεπώς, στο δεύτερο ερώτημα επιβάλλεται να δοθεί ως απάντηση ότι, οσάκις ο εισαγωγέας καταβάλλει ενιαία τιμή για τη μεταφορά μέχρις ενός σημείου ευρισκομένου πέραν του σημείου εισόδου των εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, τα δε εμπορεύματα μεταφέρονται με περισσότερα και διαφορετικά μέσα μεταφοράς, τα κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο ε ), σημείο i ), του εν λόγω κανονισμού έξοδα μεταφοράς πρέπει να υπολογίζονται είτε δι' αφαιρέσεως, από τα πράγματι καταβληθέντα ή καταβλητέα έξοδα, του κόστους μεταφοράς εντός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας, το οποίο καθορίζεται βάσει των συνήθως εφαρμοζομένων τιμολογίων, είτε δι' απευθείας καθορισμού των εξόδων μεταφοράς μέχρι του σημείου εισόδου των εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, βάσει των συνήθως εφαρμοζομένων τιμολογίων. Στις εθνικές αρχές εναπόκειται να επιλέξουν το προσφορότερο κριτήριο προκειμένου να αποφεύγονται αυθαίρετες και πλασματικές τιμές.
Eni των δικαστικών εξόδων
26
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει, έναντι των διαδίκων της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων,
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα ),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Bundesfinanzhof, με Διάταξη της 14ης Δεκεμβρίου 1988, αποφαίνεται:
1)
Η μεταφορά με εμπορευματοκιβώτιο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως « μέσο μεταφοράς », κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 2, στοιχείο α ), του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί δασμολογητέας αξίας (ΕΕ L 134, σ. 1 ).
2)
Οσάκις ο εισαγωγέας καταβάλλει ενιαία τιμή για τη μεταφορά μέχρις ενός σημείου ευρισκομένου πέραν του σημείου εισόδου των εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, τα δε εμπορεύματα μεταφέρονται με περισσότερα και διαφορετικά μέσα μεταφοράς, τα κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο ε ), σημείο i ), του εν λόγω κανονισμού έξοδα μεταφοράς πρέπει να υπολογίζονται είτε δι' αφαιρέσεως, από τα πράγματι καταβληθέντα ή καταβλητέα έξοδα, του κόστους μεταφοράς εντός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας, το οποίο καθορίζεται βάσει των συνήθως εφαρμοζομένων τιμολογίων, είτε δι' απευθείας καθορισμού των εξόδων μεταφοράς μέχρι του σημείου εισόδου των εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, βάσει των συνήθως εφαρμοζομένων τιμολογίων. Στις εθνικές αρχές εναπόκειται να επιλέξουν το προσφορότερο κριτήριο προκειμένου να αποφεύγονται αυθαίρετες και πλασματικές τιμές.
Zuleeg
Joliét
Rodríguez Iglesias
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 6 Ιουνίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο πρόεδρος τμήματος, ασκών καθήκοντα προέδρου του πρώτου τμήματος
M. Zuleeg
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy