ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΟ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-64/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
Η εταιρία Deutsche Fernsprecher GmbH (στο εξής: Deutsche Fernsprecher) αμφισβητεί, στη διαφορά της κύριας δίκης, τη νομιμότητα της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών δασμών για ορισμένα εξαρτήματα τηλεφωνικών εγκαταστάσεων που αποτέλεσαν αντικείμενο τελειοποιήσεως προς επανεισα-γωγή.
2.
Μεταξύ 10ης Ιουνίου 1981 και 27ης Μαΐου 1982, η Deutsche Fernsprecher έθεσε σε ελεύθερη κυκλοφορία, μέσω της τελωνειακής υπηρεσίας του Hauptzollamt (κεντρικού τελωνείου) του Gießen (στο εξής: HZA), εξαρτήματα τηλεφωνικών εγκαταστάσεων τα οποία, στο πλαίσιο προηγουμένης τελειοποιήσεως προς επανεισαγωγή, είχαν κατά το κύριο μέρος κατασκευασθεί από εμπορεύματα που είχαν προηγουμένως εξαχθεί από την Κοινότητα χωρίς απαλλαγή ή επιστροφή δασμών. Εν πάση περιπτώσει τα εμπορεύματα είχαν απαλλαγεί από δασμούς λόγω του ότι η τελωνειακή υπηρεσία παρέλειψε να προσθέσει την αξία των εξαχθέντων υλικών στην αξία των πράξεων τελειοποιήσεως.
3.
Με δύο διορθωτικές αποφάσεις της 1ης και 2ας Ιουλίου 1982, το HZA αποφάσισε την εκ των υστέρων είσπραξη δασμών, το συνολικό ποσό των οποίων καθορίστηκε, κατόπιν ενστάσεως της Deutsche Fernsprecher, σε 27114,70 γερμανικά μάρκα (DM). Στη συνέχεια η Deutsche Fernsprecher άσκησε προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht, το οποίο ακύρωσε τις προαναφερθείσες διορθωτικές αποφάσεις, λόγω του ότι η είσπραξη αυτή ήταν αντίθετη προς το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της « εκ των υστέρων » εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254 ). Κατά το άρθρο αυτό,
« οι αρμόδιες αρχές δύνανται να μην προβαίνουν σε ενέργειες εισπράξεως “ εκ των υστέρων” ποσού εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν καταβλήθηκε συνεπεία λάθους αυτών των ιδίων των αρμόδιων αρχών που λογικά δεν ηδύνατο να ανακαλυφθεί από τον φορολογούμενο ο οποίος, από μέρους του, ενήργησε καλόπιστος και τήρησε όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία, όσον αφορά την κατάθεση τελωνειακής διασαφήσεως ».
Κατά την άποψη του Finanzgericht η προσφεύγουσα δεν μπορούσε, συγκεκριμένα, να διαγνώσει την πλάνη της τελωνειακής υπηρεσίας που βασιζόταν σε εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων περί καθορισμού της δασμολογητέας αξίας των εν λόγω εμπορευμάτων.
4.
Το Bundesfinanzhof, ενώπιον του οποίου το HZA άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής, διερωτάται αν το HZA εδικαιούτο να αποφασίσει, χωρίς προηγουμένως να ζητήσει την έκδοση αποφάσεως από την Επιτροπή, ότι δεν υπήρχε λόγος, στην προκειμένη περίπτωση, να μην πραγματοποιηθεί η εκ των υστέρων είσπραξη των εν λόγω δασμών. Το Bundesfinanzhof* θέτει σχετικά το πρόβλημα της ερμηνείας του άρθρου 4 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1573/80 της Επιτροπής, της 20ής Ιουνίου 1980, περί καθορισμού των διατάξεων εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 11/020, σ. 243 ), κατά το οποίο η αρμοδία αρχή του κράτους μέλους όπου έλαβε χώρα το σφάλμα απευθύνεται στην Επιτροπή με αίτηση περί λήψεως αποφάσεως οσάκις το ύψος των εν λόγω δασμών είναι ίσο ή ανώτερο των 2000 ECU. Το Bundesfinanzhof εκφράζει αμφιβολίες ως προς το αν αυτή η απόφαση της Επιτροπής είναι αναγκαία μόνον όταν η αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους θεωρεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 ή απλώς όταν πρόκειται για εκ των υστέρων είσπραξη που αφορά ποσό τουλάχιστον 2000 ECU, και, επομένως, ακόμη και όταν η αρμόδια αρχή δεν θεωρεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις.
5.
Το Bundesfïnanshof θεωρεί εξάλλου ότι η απόφαση του εξαρτάται από την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, ιδίως όσον αφορά το νομικό κριτήριο που εφαρμόζεται για να εκτιμηθεί το διαγνώ-σιμο της πλάνης των αρμοδίων αρχών. Σύμφωνα με όσα διαπίστωσε το Finanzgericht, ως αφετηρία πρέπει να γίνει δεκτό ότι ήταν αντικειμενικά δυνατό στην προσφεύγουσα να διαγνώσει την πλάνη των τελωνειακών αρχών βάσει των δημοσιευμένων νομοθετικών κειμένων, που εφαρμόζονται στις τελωνειακές υποθέσεις, και ότι επομένως δεν επρόκειτο για ζήτημα ερμηνείας ασαφούς ή ατελούς ρυθμίσεως. Το Bundesfinanzhof παρατηρεί, εντούτοις, ότι κατά την εκτίμηση του Finanzgericht η πλάνη δεν μπορούσε να διαγνωσθεί από την προσφεύγουσα, στο μέτρο που δεν είναι δυνατόν να αναμένεται από την προσφεύγουσα να έχει πιο εκτεταμένες γνώσεις από αυτές των ιδίων των υπαλλήλων του τελωνείου, οι οποίοι έδωσαν δύο φορές εσφαλμένες πληροφορίες που δεν δεσμεύουν τη διοίκηση.
6.
Κατά συνέπεια, το Bundesfinanzhof, με Διάταξη της 24ης Ιανουαρίου 1989, που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Μαρτίου 1989, υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
'Εχει το ισχύον κοινοτικό δίκαιο, ιδίως το άρθρο 4, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1573/80 της Επιτροπής, της 20ής Ιουνίου 1980, την έννοια ότι κατά την εκ των υστέρων είσπραξη δασμών ύψους 2000 ECU ή μεγαλυτέρου ύψους δεν χρειάζεται αίτηση προς την Επιτροπή για έκδοση αποφάσεως της περί μη πραγματοποιήσεως της εκ των υστέρων εισπράξεως, σε περίπτώση που η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους, στο οποίο έχει εμφιλοχωρήσει η πλάνη συνιστώσα την αιτία της μη εισπράξεως των εν λόγω δασμών, φρονεί ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: έχει το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1697/79 την έννοια ότι το μη διαγνωστό της πλάνης για τον υπόχρεο καταβολής δασμών πρέπει να ορίζεται με αντικειμενικά κριτήρια, το δε διαγνωστό, επομένως, να γίνεται δεκτό σε περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος μπορούσε να έχει διαπιστώσει την πλάνη, με τη βοήθεια των κρισίμων — δημοσιευθεισών — μήτε ασαφών μήτε ατελών διατάξεων ή πρέπει η πλάνη να αξιολογείται ως μη διαγνώ-σιμη και στην περίπτωση κατά την οποία η τελωνειακή αρχή έχει διατυπώσει την εσφαλμένη άποψη της στην οποία βασίζεται η δασμολογική αντιμετώπιση του ενδιαφερομένου με δύο ανακοινώσεις — χωρίς νομικά δεσμευτικά αποτελέσματα; »
7.
Κατά το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η ισπανική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Javier Conde de Saro και τη Rosario Silva de Lapuerta, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον νομικό της σύμβουλο Jörn Sack, επικουρούμενο από τη Renate Kubicki, υπάλληλο του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η οποία έχει αποσπασθεί στην Επιτροπή στο πλαίσιο του προγράμματος ανταλλαγών κοινοτικών και εθνικών υπαλλήλων.
8.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων και ανέθεσε την εκδίκαση της υποθέσεως στο πέμπτο τμήμα κατά το άρθρο 95, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο
9.
Η Επιτροπή παρατηρεί προκαταρκτικώς ότι η κοινοτική ρύθμιση στον τομέα της τελειοποιήσεως προς επανεισαγωγή αποσκοπεί στο να αποφευχθεί η επιβολή εισαγωγικών δασμών επί των προσωρινώς εξαχθέντων εμπορευμάτων ή επί του τμήματος της αξίας των επανεισαχθέντων τελειοποιηθέντων προϊόντων, το οποίο αντιπροσωπεύουν τα προσωρινώς εξαχθέντα εμπορεύματα. Η ολική ή μερική απαλλαγή από τους εισαγωγικούς δασμούς που προβλέπει το σύστημα αυτό συνίσταται στην αφαίρεση από το ποσό των εισαγωγικών δασμών που αναφέρονται στα επανεισαγόμενα προϊόντα του ποσού των εισαγωγικών δασμών που θα έπρεπε να εισαχθούν για τα προσωρινώς εξαχθέντα προϊόντα αν αυτά είχαν εισαχθεί στην Κοινότητα από τη χώρα όπου υπέστησαν εργασίες τελειοποιήσεως ή τη χώρα όπου υπέστησαν την τελευταία εργασία τελειοποιήσεως [βλέπε το άρθρο 10 της οδηγίας 76/119/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1975, περί εναρμονίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν το καθεστώς της τελειοποιήσεως προς επανεισαγωγή ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/002, σ. 121 ) που ίσχυε τότε].
1. Επί της ερμηνάας τον άρθρον 4 rov κανονισμού 1573/80
10.
α )
Η ισπανική κνβέρνηοη θεωρεί ότι το άρθρο 4 του κανονισμού 1573/80 έχει την έννοια ότι η απόφαση της Επιτροπής είναι απαραίτητη όταν το ποσό των απαιτουμένων δασμών είναι ίσο ή ανώτερο των 2000 ECU και οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους θεωρούν ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79. Η απάντηση αυτή προκύπτει, κατά την άποψη της κυβερνήσεως αυτής, από τη διατύπωση του προαναφερθέντος άρθρου 4, που προβλέπει ότι η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους πρέπει να απευθύνεται στην Επιτροπή με αίτηση περί λήψεως αποφάσεως, μεταξύ άλλων, όταν δεν είναι σε θέση να διασφαλίσει με τα ίδια της μέσα ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79.
11.
Κατά την ισπανική κυβέρνηση, ο προαναφερθείς κανόνας διατηρήθηκε στο σχέδιο κανονισμού που καθορίζει τις νέες διατάξεις εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, το οποίο επίσης απαιτεί προηγούμενη απόφαση της Επιτροπής σε περιπτώσεις όπως αυτές της παρούσας υπόθεσης.
12.
β) Η Επιτροπή παρατηρεί καταρχάς ότι η πρακτική των γερμανικών τελωνειακών αρχών, να ζητούν από την Επιτροπή να λάβει αποφάσεις δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες το ύψος των δασμών που πρέπει να εισπραχθούν εκ των υστέρων υπερβαίνει τις 2000 ECU και η αίτηση του ενδιαφερομένου θεωρείται δικαιολογημένη από την εθνική διοίκηση, είναι απολύτως σύμφωνη με την πρακτική των υπολοίπων κρατών μελών και με την άποψη της Επιτροπής επί του ζητήματος αυτού.
13.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι αυτή η πρακτική δικαιολογείται από τη διατύπωση των άρθρων 2 και 4 του κανονισμού 1573/80 που αφορούν μόνο την περίπτωση στην οποία, δεδομένου ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, η εθνική αρχή αποφασίζει να μην προβεί σε εκ των υστέρων είσπραξη και καθιερώνει διαδικασίες διαφορετικές αναλόγως του αν το προς είσπραξη ποσό υπερβαίνει ή όχι τις 2000 ECU. Η εθνική αρχή μπορεί επομένως να αποφασίσει η ίδια στο μέτρο που θεωρεί ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
14.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, η ερμηνεία αυτή απορρέει επίσης από τον σκοπό της αναγνωρίσεως της εξουσίας της Επιτροπής να αποφασίζει και αυτό, ιδίως, για τους δύο ακολούθους λόγους.
15.
Πρώτον, το γεγονός ότι η Επιτροπή έχει εξουσία να αποφασίζει μόνο στις οικονομικά σημαντικότερες περιπτώσεις καθιστά δυνατή την εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, η οποία θα διέτρεχε κίνδυνο αν οι εθνικές αρχές συνέχιζαν να αναφέρονται σε κριτήρια και εθνικές πρακτικές για την ερμηνεία και την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, ιδίως όσον αφορά την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Η ενότητα του κοινοτικού δικαίου κινδυνεύει ιδίως στις περιπτώσεις που γίνεται δεκτή αίτηση για τη μη πραγματοποίηση της εκ των υστέρων εισπράξεως, εφόσον η απόφαση των εθνικών αρχών είναι σχεδόν πάντοτε οριστική και δημιουργεί τετελεσμένα γεγονότα, διότι ο ενδιαφερόμενος συνήθως δεν στρέφεται κατά της αποφάσεως αυτής και η Επιτροπή δεν παρεμβαίνει. Αντίθετα, μικρότερες είναι οι συνέπειες που έχει για την ενότητα του κοινοτικού δικαίου μία απόφαση περί της εκ των υστέρων εισπράξεως. Δεν αποκλείεται τα κράτη μέλη να αντιμετωπίζουν τις περιπτώσεις αυτές με διαφορετικό τρόπο, εναπόκειται όμως στον ενδιαφερόμενο να ζητήσει ή όχι την τροποποίηση της αποφάσεως και να εξασφαλίσει με τον τρόπο αυτό την εφαρμογή ενιαίων κριτηρίων στην περίπτωση του.
16.
Δεύτερον, η εξουσία της Επιτροπής να λαμβάνει αποφάσεις στηρίζεται στο γεγονός ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 αφορά παραίτηση από ιδίους πόρους της Κοινότητας. Δεδομένου ότι η Επιτροπή αποτελεί το αρμόδιο όργανο για την εκτέλεση του προϋπολογισμού της Κοινότητας, είναι κατανοητό ότι επιθυμεί να ασκεί σημαντική επιρροή σε τέτοιου είδους αποφάσεις. Από αυτό προκύπτει, κατά την άποψη της Επιτροπής, ότι δεν είναι ανάγκη να της αναγνωρίζεται εξουσία λήψεως αποφάσεως όταν οι εθνικές αρχές διατάσσουν την εκ των υστέρων είσπραξη.
17.
Εξάλλου, η Επιτροπή θεωρεί ότι η εξουσία της να λαμβάνει αποφάσεις επί του ζητήματος αυτού πρέπει ουσιαστικά να παραμείνει εξαιρετική, εφόσον μάλιστα η διαδικασία ενώπιον της είναι σαφώς πιο δαπανηρή από αυτήν που ακολουθείται σε εθνικό επίπεδο. Για τον λόγο αυτό, η Επιτροπή προσπαθεί τελευταίως να μεταβιβάσει, στον μεγαλύτερο δυνατό — αλλά πολύ συγκεκριμένο — αριθμό περιπτώσεων, την εξουσία λήψεως αποφάσεων που διαθέτει στις αρχές των κρατών μελών.
18.
Η Επιτροπή προτείνει επομένως να δοθεί στο πρώτο ερώτημα η απάντηση ότι τα άρθρα 2 και 4 του κανονισμού 1573/80 έχουν την έννοια ότι, μολονότι το ύψος των μη εισπραχθέντων δασμών είναι ίσο ή ανώτερο των 2000 ECU, οι εθνικές αρχές δεν οφείλουν να υποβάλλουν στην Επιτροπή αίτηση για τη λήψη αποφάσεως ως προς τη δυνατότητα μη πραγματοποιήσεως της εκ των υστέρων εισπράξεως δασμών, εφόσον κρίνουν ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 περί προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και ως εκ τούτου διατάσσουν την είσπραξη αυτή.
2. Επί της ερμηνείας τον άρθρον 5, παράγραφος 2, τον κανονισμού 1697/79
19.
Η
ισπανική κνβέρνηση θεωρεί ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή η υποκειμενική ερμηνεία της εννοίας του σφάλματος (πλάνης) του άρθρου 5, παράγραφος 2, που προαναφέρθηκε, εφόσον έτσι η εκ των υστέρων είσπραξη θα εστερείτο κάθε αποτελέσματος στην περίπτωση που ο υπόχρεος προς καταβολή δασμού θα ήταν καλόπιστος και θα είχε τηρήσει τις ισχύουσες διατάξεις. Δεν έχει πλέον νόημα η απαίτηση ότι ο υπόχρεος προς καταβολή δασμών δεν πρέπει να μπορεί να διαγνώσει την πλάνη, διότι, αν είναι βέβαιον ότι ο υπόχρεος διαθέτει σε κάθε περίπτωση λιγότερες γνώσεις από αυτές των τελωνειακών αρχών, το σφάλμα τους αποτελεί πάντοτε πλάνη που δεν μπορεί να διαγνωσθεί από τον ενδιαφερόμενο.
20.
Επομένως η ισπανική κυβέρνηση θεωρεί ότι στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 έχει την έννοια ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη αντικειμενικά κριτήρια για να καθορισθεί αν η πλάνη μπορούσε να διαγνωσθεί από τον υπόχρεο προς καταβολή δασμών.
21.
β
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 έχει την έννοια ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τόσο τα αντικειμενικά όσο και τα υποκειμενικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ερμηνεία αυτή προκύπτει ιδίως από το γαλλικό και αγγλικό κείμενο της προαναφερθείσας διάταξης, που χρησιμοποιούν αντίστοιχα τον όρο « raisonnablement » και « reasonably ». Επομένως, κατά την άποψη της Επιτροπής, το ζήτημα δεν είναι αν είναι αντικειμενικά δυνατό να διαγνωσθεί το σφάλμα των εθνικών αρχών, εφόσον κάθε σφάλμα μπορεί να διαγνωσθεί κατά κάποιο τρόπο. Το ζήτημα συνίσταται μάλλον στο αν υπό τις δεδομένες, τόσο υποκειμενικές όσο και αντικειμενικές, συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως, μπορούσε ο ενδιαφερόμενος να διαγνώσει το σφάλμα.
22.
Η Επιτροπή διατύπωσε εξάλλου την αντίθεση της προς την άποψη του Finanzgericht, κατά την οποία δεν είναι δυνατό να αναμένεται να έχει ο ενδιαφερόμενος εκτενέστερη γνώση των εφαρμοζομένων διατάξεων από τους αρμοδίους τελωνειακούς υπαλλήλους. Αν γινόταν δεκτή η άποψη αυτή, θα ήταν στην πράξη αδύνατη η εκ των υστέρων είσπραξη, εφόσον το σφάλμα διεπράχθη αναγκαστικά πάντοτε από αρμόδιο υπάλληλο. Κατά την άποψη της Επιτροπής, όσο χονδροειδέστερο είναι το σφάλμα, τόσο πιο εύκολο είναι για τον ενδιαφερόμενο να το διαγνώσει.
23.
Τέλος, η Επιτροπή θεωρεί ότι, σε περίπτωση όπως αυτή της διαφοράς της κύριας δίκης, δεν πρέπει να γίνεται αναφορά, όσον αφορά την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, αποκλειστικά ή κυρίως στη νομική όψη του προβλήματος. Είναι, κατά την άποψη της, σαφές ότι σε μία τέτοια περίπτωση ο υπόχρεος μπορούσε να διαγνώσει το σφάλμα της τελωνειακής αρχής, αν όχι στο νομικό πεδίο, τουλάχιστον στο οικονομικό πεδίο, διότι η μέθοδος υπολογισμού που χρησιμοποιήθηκε για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας ήταν τελείως αντίθετη προς το ισχύον σύστημα τελειοποιήσεως προς επανεισαγωγή και έπρεπε κανονικά να καταλήξει σε πλήρως εσφαλμένα αποτελέσματα. Κατά την άποψη της Επιτροπής, είναι αναμενόμενο μία επιχείρηση που διενεργεί εμπορικές πράξεις να μπορεί να διαγνώσει ένα τέτοιο σφάλμα, ακόμη και αν η τελωνειακή αρχή επέμεινε στην εσφαλμένη της άποψη, ενώ ο ενδιαφερόμενος της είχε γνωστοποιήσει τις αμφιβολίες του επί του ζητήματος αυτού.
24.
Η Επιτροπή προτείνει επομένως να δοθεί στο δεύτερο ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 έχει την έννοια ότι, στο πλαίσιο σύνθετης, αλλά μη διφορούμενης, νομικής καταστάσεως, ένα χονδροειδέστατο σφάλμα των τελωνειακών αρχών πρέπει να θεωρείται ότι μπορεί να διαγνωσθεί όταν η νομική κατάσταση δικαιολογείται λογικά από οικονομικούς λόγους και είναι σαφές για τον ενδιαφερόμενο ότι μία λογική, από οικονομικής απόψεως, ρύθμιση είναι αντίθετη προς την απόφαση των τελωνειακών αρχών που τον ευνοεί.
Μ. Zuleeg
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( πέμπτο τμήμα )
της 26ης Ιουνίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-64/89,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesfinanzhof προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρ-μογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Hauptzollamt Gießen
και
Deutsche Fernsprecher GmbH, Marburg,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της « εκ των υστέρων εισπράξεως » εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254 ) και του άρθρου 4 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1573/80 της Επιτροπής, της 20ής Ιουνίου 1980, περί καθορισμού των διατάξεων εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/020, σ. 243),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πέμπτο τμήμα ),
συγκείμενο από τους Μ. Zuleeg, πρόεδρο τμήματος, προεδρεύοντα, R. Joliét, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodríguez Iglesias και F. Grévisse, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η ισπανική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Javier Conde de Saro και τη Rosario Silva de Lapuerta,
—
η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον Jörn Sack, νομικό σύμβουλο, επικουρούμενο από τη Renate Kubicki, υπάλληλο του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, που έχει αποσπασθεί στη νομική υπηρεσία της Επιτροπής,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της ισπανικής κυβερνήσεως και της Επιτροπής κατά τη συνεδρίαση της 8ης Φεβρουαρίου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 8ης Μαρτίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 24ης Ιανουρίου 1989, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 3 Μαρτίου 1989, το Bundesfinanzhof υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1573/80 της Επιτροπής, της 20ής Ιουνίου 1980, περί καθορισμού των διατάξεων εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/020, σ. 243· στο εξής: κανονισμός της Επιτροπής) καθώς και του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της « εκ των υστέρων » εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφήστηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254· στο εξής: κανονισμός του Συμβουλίου ).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Deutsche Fernspecher GmbH (στο εξής: Deutche Femspecher) και του Hauptzollamt Gießen ( κεντρικού τελωνείου του Gießen, στο εξής: Hauptzollamt ) σχετικά με τη νομιμότητα της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών δασμών επί εξαρτημάτων τηλεφωνικών εγκαταστάσεων που αποτέλεσαν αντικείμενο τελειοποιήσεως προς επανεισαγωγή.
3
To καθεστώς της τελειοποιήσεως προς επανεισαγωγή επιτρέπει, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2473/86 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986, σχετικά με το καθεστώς της παθητικής τελειοποίησης και το σύστημα σταθερών ανταλλαγών ( ΕΕ L 212, σ. 1 ) την προσωρινή εξαγωγή κοινοτικών εμπορευμάτων εκτός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας με σκοπό την υποβολή τους σε πράξεις τελειοποιήσεως και τη θέση των προϊόντων που προέρχονται από τις πράξεις τελειοποιήσεως ( των καλουμένων « τελειοποιημένων προϊόντων » ) σε ελεύθερη κυκλοφορία στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, με πλήρη ή μερική απαλλαγή από τους εισαγωγικούς δασμούς.
4
Μεταξύ 10ης Ιουνίου 1981 και 27ης Μαΐου 1982 η Deutsche Femsprecher έθεσε σε ελεύθερη κυκλοφορία, μέσω υπηρεσίας του Hauptzollamt, εξαρτήματα τηλεφωνικών εγκαταστάσεων τα οποία, στο πλαίσιο προηγουμένης τελειοποιήσεως προς επανεισαγωγή, είχαν κατ' ουσίαν κατασκευαστεί από εμπορεύματα που είχαν προηγουμένως εξαχθεί από την Κοινότητα χωρίς απαλλαγή ή επιστροφή δασμών.
5
Στην τελωνειακή της διασάφηση η Deutsche Fernsprecher ανέφερε όλα τα στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη για την επιβολή δασμών, ιδίως την αξία των αντικειμένων που είχαν προσωρινώς εξαχθεί. Στη συνέχεια όμως τα εμπορεύματα απηλλάγησαν από τους δασμούς, διότι η δασμολογητέα αξία των προϊόντων που υποβλήθηκαν σε τελειοποίηση υπολογίστηκε βάσει του ποσού που καταβλήθηκε για τις πράξεις τελειοποιήσεως, χωρίς να ληφθεί υπόψη η αξία των κοινοτικών εμπορευμάτων που είχαν προσωρινώς εξαχθεί. Η Deutsche Fernsprecher, αμφιβάλλοντας για τη νομιμότητα της απαλλαγής αυτής, ζήτησε από το τελωνείο να επανεξετάσει την περίπτωση της· έλαβε έτσι από τον διευθυντή του τελωνείου επιβεβαίωση της δασμολογικής απαλλαγής.
6
Με δύο διορθωτικές αποφάσεις της 1ης και 2ας Ιουλίου 1982, το Hauptzollamt αποφάσισε την εκ των υστέρων είσπραξη των δασμών, το συνολικό ύψος των οποίων καθορίστηκε, έπειτα από ένσταση της Deutsche Fernsprecher, σε 27114,70 γερμανικά μάρκα ( DM ).
7
Στη συνέχεια η Deutsche Fernsprecher άσκησε προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht, το οποίο ακύρωσε τις προαναφερθείσες αποφάσεις, λόγω του ότι η είσπραξη αυτή ήταν αντίθετη προς το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού του Συμβουλίου. Κατά την άποψη του Finanzgericht, η προσφεύγουσα δεν μπορούσε, συγκεκριμένα, να διαγνώσει την πλάνη της τελωνειακής αρχής που στηριζόταν σε εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων περί καθορισμού της δασμολογητέας αξίας των εν λόγω εμπορευμάτων.
8
Το Bundesfinanzhof, ενώπιον του οποίου το Hauptzollamt άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής, διατηρώντας αμφιβολίες τόσον όσον αφορά την αρμοδιότητα των γερμανικών αρχών να αποφασίσουν, χωρίς να υποβάλουν προηγουμένως το ζήτημα στην Επιτροπή, για τη δυνατότητα της εκ των υστέρων εισπράξεως, καθώς και όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού του Συμβουλίου από το Finanzgericht, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Έχει το ισχύον κοινοτικό δίκαιο, ιδίως το άρθρο 4, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1573/80 της Επιτροπής, της 20ής Ιουνίου 1980, την έννοια ότι κατά την εκ των υστέρων είσπραξη δασμών ύψους 2000 ECU ή μεγαλυτέρου ύψους δεν χρειάζεται αίτηση προς την Επιτροπή για έκδοση αποφάσεως της περί μη πραγματοποιήσεως της εκ των υστέρων εισπράξεως, σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους, στο οποίο έχει εμφιλοχωρήσει η πλάνη συνιστώσα την αιτία της μη εισπράξεως των εν λόγω δασμών, φρονεί ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, έχει το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1697/79 την έννοια ότι το μη διαγνώσιμο της πλάνης για τον υπόχρεο καταβολής δασμών πρέπει να ορίζεται με αντικειμενικά κριτήρια, το δε διαγνωστό, επομένως, να γίνεται δεκτό σε περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος μπορούσε να έχει διαπιστώσει την πλάνη, με τη βοήθεια των κρισίμων — δημοσιευθεισών — μήτε ασαφών μήτε ατελών διατάξεων ή πρέπει η πλάνη να αξιολογείται ως μη διαγνώσιμη και στην περίπτωση κατά την οποία η τελωνειακή αρχή έχει διατυπώσει την εσφαλμένη άποψη της στην οποία βασίζεται η δασμολογική αντιμετώπιση του ενδιαφερομένου με δύο ανακοινώσεις — χωρίς νομικά δεσμευτικά αποτελέσματα; »
9
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
10
Η παρούσα υπόθεση αφορά κατ' ουσίαν δύο διατάξεις:
—
το άρθρο 4 του κανονισμού της Επιτροπής, που ορίζει ότι « οσάκις η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου έλαβε χώρα το σφάλμα δεν είναι σε θέση να διασφαλίσει με τα ίδια της μέσα ότι όλες οι καθοριζόμενες στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού βάσεως προϋποθέσεις πληρούνται, ή οσάκις το ποσό των εν λόγω δασμών είναι ίσο ή ανώτερο των 2000 ECU, απευθύνεται στην Επιτροπή με αίτηση αποφάσεως που περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία εκτιμήσεως »·
καθώς και
—
το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού του Συμβουλίου που προβλέπει ότι « οι αρμόδιες αρχές δύνανται να μην προβαίνουν σε ενέργειες εισπράξεως “ εκ των υστέρων ” ποσού εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν καταβλήθηκε συνεπεία λάθους αυτών των ιδίων των αρμόδιων αρχών που λογικά δεν ηδύνατο να ανακαλυφθεί από τον φορολογούμενο ο οποίος, από μέρους του, ενήργησε καλοπίστως και τήρησε όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία, όσον αφορά την κατάθεση τελωνειακής διασαφήσεως ».
Επί της ερμηνείας του άρθρου 4 του κανονισμού της Επιτροπής
11
Με το πρώτο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, αν, δυνάμει του άρθρου 4 του κανονισμού της Επιτροπής, οι εθνικές αρχές υποχρεούνται να ζητούν από την Επιτροπή να λάβει απόφαση σχετικά με τη δυνατότητα μη πραγματοποιήσεως της εκ των υστέρων εισπράξεως των δασμών, όταν το ποσό των μη εισπραχθέντων δασμών είναι ίσο ή ανώτερο των 2000 ECU, ακόμη και αν κρίνουν ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού του Συμβουλίου.
12
Πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο κανονισμός της Επιτροπής έχει ως αντικείμενο να καθορίσει τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού του Συμβουλίου, δηλαδή της διατάξεως που επιτρέπει, σε ορισμένες περιπτώσεις, τη μη πραγματοποίηση της εισπράξεως. Από αυτό προκύπτει ότι το άρθρο 4 του κανονισμού της Επιτροπής δεν αφορά την περίπτωση κατά την οποία οι αρμόδιες αρχές έχουν πεισθεί ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού του Συμβουλίου και θεωρούν επομένως ότι πρέπει να προβούν στην είσπραξη.
13
Η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη προς τους σκοπούς του κανονισμού της Επιτροπής. Πράγματι, η αναγνώριση της εξουσίας λήψεως αποφάσεως της Επιτροπής όσον αφορά την εκ των υστέρων είσπραξη των δασμών έχει ως σκοπό να εξασφαλίζει την ενιαία εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Αυτή διατρέχει κίνδυνο στις περιπτώσεις στις οποίες γίνεται δεκτή η αίτηση για μη πραγματοποίηση εκ των υστέρων εισπράξεως, διότι η εκτίμηση στην οποία στηρίζονται τα κράτη μέλη για να λάβουν ευνοϊκή απόφαση μπορεί, στην πράξη, λόγω της πιθανής ελλείψεως κάθε ενδίκου βοηθήματος, να μην υπάγεται σε έλεγχο εξασφαλίζοντα την ομοιόμορφη εφαρμογή των προϋποθέσεων που θέτει η κοινοτική νομοθεσία. Αντίθετα, αυτό δεν συμβαίνει όταν οι εθνικές αρχές προβαίνουν στην είσπραξη, ασχέτως του ποιο είναι το εν λόγω ποσό. Ο ενδιαφερόμενος μπορεί τότε να προσβάλει την απόφαση αυτή ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο θα μπορεί να εξασφαλίσει την ενότητα του κοινοτικού δικαίου στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.
14
Στο πρώτο ερώτημα πρέπει επομένως να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4 του κανονισμού 1573/80 της Επιτροπής, της 20ής Ιουνίου 1980, έχει την έννοια ότι, οσάκις το ποσό των μη εισπραχθέντων δασμών είναι ίσο ή ανώτερο των 2000 ECU, οι εθνικές αρχές δεν οφείλουν να υποβάλλουν στην Επιτροπή αίτηση για τη λήψη αποφάσεως ως προς τη δυνατότητα μη πραγματοποιήσεως της εκ των υστέρων εισπράξεως δασμών, εφόσον κρίνουν ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979.
Επί της ερμηνείας του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού του Συμβουλίου
15
Με το δεύτερο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά ποια κριτήρια πρέπει να εφαρμοσθούν για τον ορισμό της πλάνης που μπορεί λογικά να διαγνώσει ο υπόχρεος προς καταβολή δασμών κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού του Συμβουλίου.
16
Ως προς το ζήτημα αυτό το Bundesfinanzhof διερωτάται ιδίως ως προς το βάσιμο της απόψεως του Finanzgericht, κατά την οποία δεν πρέπει να απαιτούνται από τους εισαγωγείς πιο εκτεταμένες γνώσεις από αυτές των ιδίων των τελωνειακών υπαλλήλων.
17
Η άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πράγματι, η αναγωγή της σε γενική αρχή θα είχε ως συνέπεια, όπως υπογράμμισαν η Επιτροπή και η ισπανική κυβέρνηση, ότι θα ήταν πρακτικώς αδύνατο να πραγματοποιηθεί εκ των υστέρων είσπραξη, διότι το σφάλμα έχει αναγκαστικά πάντοτε διαπραχθεί από αρμόδιο υπάλληλο που δεν εξέτασε όλες τις πτυχές συγκεκριμένης πραγματικής ή νομικής καταστάσεως. Το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού του Συμβουλίου θα εστερείτο αντικειμένου, διότι προϋποθέτει αναγκαστικά ότι οι εν λόγω δασμοί δεν εισπράχθηκαν συνεπεία πλάνης των ιδίων των αρμοδίων αρχών.
18
Πρέπει εντούτοις να παρατηρηθεί ότι είναι αναγκαίο να πραγματοποιηθεί συγκεκριμένη εκτίμηση όλων των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως για να κριθεί αν ο ενδιαφερόμενος επιχειρηματίας μπορούσε να διαγνώσει την πλάνη ή όχι.
19
Πρέπει σχετικά να ληφθούν υπόψη ιδίως η ακριβής φύση της πλάνης, η επαγγελματική πείρα και η επιμέλεια του επιχειρηματία.
20
Όσον αφορά την ακριβή φύση της πλάνης, πρέπει κάθε φορά να εξετάζεται αν η εν λόγω ρύθμιση είναι πολύπλοκη ή αν, αντίθετα, είναι αρκετά απλή ώστε η εξέταση των πραγματικών περιστατικών να καθιστά δυνατή την εύκολη διάγνωση της πλάνης. Πρέπει να παρατηρηθεί ότι σε περίπτωση όπως η προκειμένη, στην οποία ο επιχειρηματίας έλαβε δύο φορές επιβεβαίωση της εσφαλμένης απόψεως στην οποία στηρίχθηκε η δασμολογική του αντιμετώπιση, η επανειλημμένως εκδηλωθείσα πλάνη της τελωνειακής αρχής αποτελεί ένδειξη που τείνει να αποδείξει ότι το προς επίλυση πρόβλημα ήταν πολύπλοκο.
21
Όσον αφορά την επαγγελματική πείρα του επιχειρηματία, πρέπει να ερευνηθεί αν πρόκειται για επαγγελματία επιχειρηματία, η δραστηριότητα του οποίου συνίσταται, κατά κύριο λόγο, σε πράξεις εισαγωγής και εξαγωγής, και αν είχε ήδη κάποια πείρα στο εμπόριο των εν λόγω ειδών, ιδίως δε αν είχε προβεί κατά το παρελθόν σε τέτοιες πράξεις για τις οποίες είχαν ορθώς υπολογιστεί οι δασμοί.
22
Όσον αφορά την επιμέλεια του επιχειρηματία, πρέπει να παρατηρηθεί ότι αυτός πρέπει, εφόσον έχει ο ίδιος αμφιβολίες ως προς την ορθότητα του υπολογισμού της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων, να ζητήσει πληροφορίες και όλες τις δυνατές διευκρινίσεις για να εξακριβώσει αν ευσταθούν οι αμφιβολίες του.
23
Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει αν, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως, πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές.
24
Υπό τις συνθήκες αυτές στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, προκειμένου να εκτιμηθεί αν συντρέχει « λάθος ( πλάνη ) που λογικά δεν θα ηδύνατο να ανακαλυφθεί από τον φορολογούμενο » κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, πρέπει να ληφθεί υπόψη ιδίως η φύση της πλάνης, η επαγγελματική πείρα του ενδιαφερομένου επιχειρηματία και η επιμέλεια που επέδειξε. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει αν, με βάση την ερμηνεία αυτή, ο υπόχρεος προς καταβολή δασμών μπορούσε ή όχι να διαγνώσει την πλάνη στην οποία οφείλεται η μη είσπραξη των δασμών.
Επί των δικαστικών εξόδων
25
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν το Βασίλειο της Ισπανίας και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πέμπτο τμήμα ),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με διάταξη της 24ης Ιανουαρίου 1989, το Bundesfinanzhof, αποφαίνεται:
1)
Το άρθρο 4 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1573/80 της Επιτροπής, της 20ής Ιουνίου 1980, περί καθορισμού των διατάξεων εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1697/79 του Συμβουλίου, περί της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφήστηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών, έχει την έννοια ότι, όταν το ποσό των μη εισπραχθέντων δασμών είναι ίσο ή ανώτερο των 2000 ECU, οι εθνικές αρχές δεν οφείλουν να υποβάλλουν στην Επιτροπή αίτηση για τη λήψη αποφάσεως ως προς τη δυνατότητα μη πραγματοποιήσεως της εκ των υστέρων εισπράξεως δασμών, εφόσον κρίνουν ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979.
2)
Προκειμένου να εκτιμηθεί αν συντρέχει « λάθος ( πλάνη ) που λογικά δεν θα ηδύνατο να ανακαλυφθεί από τον φορολογούμενο » κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, πρέπει να ληφθεί υπόψη ιδίως η φύση της πλάνης, η επαγγελματική πείρα του ενδιαφερομένου επιχειρηματία και η επιμέλεια που επέδειξε. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει αν, με βάση την ερμηνεία αυτή, ο υπόχρεος προς καταβολή δασμών μπορούσε ή όχι να διαγνώσει την πλάνη στην οποία οφείλεται η μη είσπραξη των δασμών.
Zuleeg
Joliét
Moitinho de Almeida
Rodríguez Iglesias
Grévisse
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο, στις 26 Ιουνίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο πρόεδρος τμήματος,
εκτελών καθήκοντα προέδρου του πέμπτου τμήματος
Μ. Zuleeg
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy