ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-83/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, στις 4 Ιουλίου 1983, ο Houben, προερχόμενος από τη Γερμανία και ελθών με το αυτοκίνητό του στο έδαφος του Βασιλείου του Βελγίου κατελήφθη να έχει ενσωματωμένο στο αυτοκίνητο του ένα στερεοφωνικό συγκρότημα (μάρκας Pioneer), αποτελούμενο από ένα κασετόφωνο, έναν ενισχυτή και δύο μεγάφωνα. Στον Houben προσήφθη ότι είχε εισαγάγει στο έδαφος του Βασιλείου του Βελγίου τα εμπορεύματα αυτά, χωρίς να έχει προβεί στην κατά νόμο απαιτούμενη διασάφηση και χωρίς να έχει καταβάλει τους οφειλόμενους για την εισαγωγή αυτή δασμούς. Κατόπιν ασκήσεως ποινικής διώξεως, ο Houben αθωώθηκε από το rechtbank van eerste aanleg του Tongeren. Κατά της αθωωτικής αυτής αποφάσεως το Υπουργείο Οικονομικών, μηνυτής, και η Εισαγγελική Αρχή άσκησαν έφεση ενώπιον του Hof van beroep te Antwerpen.
2.
H επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από το αν τα εμπορεύματα, ιαπωνικής κατασκευής, βρίσκονται ή όχι σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας και από το ποιος φέρει το σχετικό βάρος της αποδείξεως, προκειμένου να καθοριστεί η υποχρέωση καταβολής δασμών.
3.
Το άρθρο 9, παράγραφος 2, της Συνθήκης ορίζει:
« Οι διατάξεις του κεφαλαίου 1, τμήμα 1, και του κεφαλαίου 2, του παρόντος τίτλου εφαρμόζονται στα προϊόντα καταγωγής κρατών μελών, καθώς και στα προϊόντα προελεύσεως τρίτων χωρών που ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των κρατών μελών. »
4.
Το άρθρο 10, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ ορίζει:
« Θεωρούνται ότι ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός κράτους μέλους τα προϊόντα προελεύσεως τρίτων χωρών, για τα οποία έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις εισαγωγής και εισπραχθεί σ' αυτό το κράτος μέλος οι απαιτούμενοι δασμοί και φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος, και για τα οποία δεν έχουν επιστραφεί ολικώς ή μερικώς αυτοί οι δασμοί και επιβαρύνσεις. »
5.
Το ισχύον κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών παράγωγο δίκαιο ήταν ο κανονισμός (ΕΟΚ) 222/77 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/003, σ. 3 ), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 983/79 του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 1979, περί τροποποιήσεως του κανονισμού 222/77 περί κοινοτικής διαμετακομίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/003, σ. 215).
6.
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 222/77 προβλέπει:
«Το καθεστώς της κοινοτικής διαμετακομίσεως εφαρμόζεται στη μεταξύ δύο σημείων ευρισκομένων εντός της Κοινότητος κυκλοφορία των εμπορευμάτων που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3. Περιλαμβάνει τη διαδικασία της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως και τη διαδικασία της εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως. »
7.
Στην εσωτερική κοινοτική διαμετακόμιση υπάγονται τα εμπορεύματα που πληρούν τους όρους των άρθρων 9 και 10. Τα εμπορεύματα αυτά τα οποία ανταποκρίνονται στις εν λόγω διατάξεις καλούνται « κοινοτικά εμπορεύματα » (άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο α), του κανονισμού 222/77 ).
8.
Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο α), του κανονισμού 222/77, στην εξωτερική κοινοτική διαμετακόμιση υπάγονται « τα εμπορεύματα που δεν πληρούν τους όρους των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης ».
9.
Η εξωτερική κοινοτική διαμετακόμιση πραγματοποιείται μέσω των εντύπων ΤΙ ή ΤΙα, που προβλέπονται από το άρθρο 12 του προαναφερθέντος κανονισμού 222/77. Η εσωτερική κοινοτική διαμετακόμιση πραγματοποιείται μέσω των εντύπων Τ2 ή Τ2α που προβλέπονται από το άρθρο 39 του κανονισμού 222/77.
10.
Το άρθρο 1, παράγραφος 4, του κανονισμού 222/77 ορίζει:
«Λογίζονται ως κοινοτικά εμπορεύματα, για την εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και με την επιφύλαξη της εφαρμογής των άρθρων ... 49, παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, τα εμπορεύματα που εισέρχονται κανονικά στο έδαφος συγκεκριμένου κράτους μέλους μέσω εσωτερικών συνόρων, πλην αν έχει προσκομιστεί παραστατικό εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως που να τα αφορά. »
11.
Κατά το άρθρο 9, του κανονισμού 222/77:
«Όταν, στις περιπτώσεις που προβλέπονται από τον παρόντα κανονισμό, οι διατάξεις της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων εφαρμόζονται μόνο επί τη προσκομίσει παραστατικού εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως που εκδίδεται με σκοπό να αποδείξει τον κοινοτικό χαρακτήρα των εμπορευμάτων, ο ενδιαφερόμενος δύναται, για κάθε βάσιμη αιτία, να αποκτήσει εκ των υστέρων το παραστατικό αυτό από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αναχωρήσεως. »
12.
Το άρθρο 49, παράγραφος 1, του κανονισμού 222/77, όπως τροποποιήθηκε από τον προαναφερθέντα κανονισμό 983/79 του Συμβουλίου ορίζει:
«Το καθεστώς της κοινοτικής διαμετακομίσεως δεν είναι υποχρεωτικό για τις μεταφορές εμπορευμάτων που συνοδεύουν τους ταξιδιώτες ή περιέχονται στις αποσκευές τους, εφόσον δεν πρόκειται για εμπορεύματα που προορίζονται για εμπορικούς σκοπούς. »
13.
Το άρθρο 45 του κανονισμού (ΕΟΚ) 918/83 του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για τη θέσπιση του κοινοτικού καθεστώτος τελωνειακών ατελειών (ΕΕ L 105, σ. 1 ) ορίζει:
« 1)
Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 46 έως 49, παρέχεται τελωνειακή ατέλεια για τα εμπορεύματα που περιέχονται στις αποσκευές των προερχομένων από τρίτες χώρες ταξιδιωτών, εφόσον πρόκειται για εισαγωγές χωρίς εμπορικό χαρακτήρα.
2)
Κατά την έννοια της παραγράφου 1, νοούνται ως:
α)
“ προσωπικές αποσκευές ” ...
β)
“εισαγωγές χωρίς εμπορικό χαρακτήρα ”, οι εισαγωγές που:
—
έχουν περιστασιακό χαρακτήρα, και
—
αφορούν αποκλειστικά εμπορεύματα που προορίζονται για προσωπική χρήση των ταξιδιωτών ή των οικογενειών τους, ή για να προσφερθούν σαν δώρα, εφόσον δεν παρουσιάζουν από το είδος και την ποσότητά τους οποιοδήποτε εμπορικό ενδιαφέρον. »
14.
Εξάλλου, το άρθρο 49, παράγραφος 2, του κανονισμού 222/77, όπως τροποποιήθηκε από τον προαναφερθέντα κανονισμό 983/79, ορίζει:
« Οι διατάξεις της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος περί ελευθέρας κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εφαρμόζονται στα εμπορεύματα που, σύμφωνα με την παράγραφο 1, δεν κυκλοφορούν υπό το καθεστώς της κοινοτικής διαμετακομίσεως:
α)
όταν δηλούνται ως κοινοτικά εμπορεύματα, χωρίς να υφίσταται αμφιβολία ως προς την ειλικρίνεια της δηλώσεως αυτής·
β)
στις. λοιπές περιπτώσεις, επί τη προσκομίσει παραστατικού εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως που εκδίδεται για να αποδειχθεί ο κοινοτικός χαρακτήρας των εμπορευμάτων αυτών. »
15.
Το Hof van beroep te Antwerpen, κρίνοντας ότι η επίλυση της διαφοράς συνεπάγεται ερμηνεία των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, αποφάσισε, με απόφαση της 10ης Μαρτίου 1988, να υποβάλει στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
« Μπορεί ένα εισαχθέν από τρίτη χώρα σε κράτος μέλος αγαθό να θεωρηθεί ότι βρίσκεται σε “ ελεύθερη κυκλοφορία ” όταν το εν λόγω αγαθό έχει εισαχθεί σε άλλο κράτος μέλος, έστω και αν δεν καταβλήθηκαν εισαγωγικοί δασμοί στο πρώτο κράτος μέλος;
Αν γίνει δεκτό ότι ένα αγαθό βρίσκεται σε “ελεύθερη κυκλοφορία” μόνο εφόσον έχουν δεόντως τηρηθεί οι διατυπώσεις εισαγωγής και έχουν καταβληθεί οι δασμοί, πρέπει να τεκμαίρεται ότι οι υποχρεώσεις αυτές έχουν εκπληρωθεί, όταν τα αγαθά βρίσκονται εντός κράτους μέλους ή πρέπει να τεκμαίρεται ότι οι υποχρεώσεις αυτές δεν έχουν εκπληρωθεί, εκτός αν ο κάτοχος των αγαθών αποδεικνύει το αντίθετο;
Γενικότερα, οφείλει αυτός που εισήγαγε αγαθά καταγωγής τρίτης χώρας από ένα κράτος μέλος σε άλλο κράτος μέλος να αποδείξει, προκειμένου να αναγνωρίσει ότι τα αγαθά αυτά βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της ΕΟΚ, ότι κατέβαλε τους δασμούς στο πρώτο κράτος μέλος;»
16.
Η απόφαση του Hof van beroep te Antwerpen πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 14 Μαρτίου 1989.
17.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις, στις 8 Ιουνίου 1989, η βελγική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Koen Lenaerts, δικηγόρο Βρυξελλών, και, στις 12 Ιουνίου 1989, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον R. Barents, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, Centre Wagner, Kirchberg.
18.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετ' ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Σύμφωνα με το άρθρο 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, αποφάσισε να αναθέσει την εκδίκαση της υποθέσεως στο έκτο τμήμα.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
19.
Το Βασίλειο του Βελγίου, ύστερα από την περιγραφή των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως και της ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου διαδικασίας, εκθέτει τη σχετική βελγική νομοθεσία καθώς και τις εφαρμοστέες, κατά τη γνώμη του, κοινοτικές διατάξεις.
20.
Επί του πρώτου ερωτήματος, το Βασίλειο του Βελγίου παρατηρεί ότι δεν ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία τα εμπορεύματα προελεύσεως τρίτης χώρας που εισάγονται σε κράτος μέλος χωρίς να έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις εισαγωγής και να έχουν καταβληθεί οι εισαγωγικοί δασμοί.
21.
Το ίδιο ισχύει, κατά το Βασίλειο του Βελγίου, όταν τα εμπορεύματα αυτά επανεξά-γονται με προορισμό άλλο κράτος μέλος. Από το γεγονός ότι ο κανονισμός 222/77 κάνει διάκριση μεταξύ της διαδικασίας της εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως και της διαδικασίας της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, καταφαίνεται, κατά τη γνώμη του Βασιλείου του Βελγίου, ότι η καταβολή ακριβώς των εισαγωγικών δασμών και όχι η διέλευση των συνόρων, αποτελεί το καθοριστικό γεγονός, όσον αφορά το ζήτημα αν τα καταγόμενα από τρίτες χώρες εμπορεύματα βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία.
22.
Σχετικά με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το Βασίλειο του Βελγίου παρατηρεί ότι η υποχρέωση δηλώσεως των εμπορευμάτων προκύπτει από το κοινοτικό δίκαιο και ότι από το άρθρο 49, παράγραφος 2, του κανονισμού 222/77, προκύπτει ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν αντιτίθεται στο να φέρει ο εισαγωγέας των εμπορευμάτων το βάρος της αποδείξεως. Υπογραμμίζει επίσης ότι το προβλεπόμενο από το άρθρο 49, παράγραφος 2, στοιχείο β ), παραστατικό είναι το « μόνο » έγγραφο που θεωρείται από το τελωνείο του κράτους μέλους αποστολής.
23.
Όταν σ' έναν συνοριακό τελωνειακό σταθμό υφίσταται αμφιβολία ως προς την ακρίβεια της δηλώσεως ότι πρόκειται για εμπορεύματα που πληρούν τους προβλεπόμενους από τα άρθρα 9 και 10 της Συνθήκης όρους, ο « κοινοτικός » χαρακτήρας των εμπορευμάτων αυτών αποδεικνύεται, κατά το Βασίλειο του Βελγίου, από την προσκόμιση του « μόνου » παραστατικού που θεωρείται από τις τελωνειακές υπηρεσίες των κρατών μελών αποστολής ( άρθρο 49, παράγραφος 2, στοιχείο β ), του κανονισμού 222/77 ). Το Βασίλειο του Βελγίου παρατηρεί επίσης ότι αν ο εισαγωγέας εμπορευμάτων δεν διαθέτει το παραστατικό αυτό, μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 9 του κανονισμού 222/77, να το αποκτήσει, εκ των υστέρων, από το τελωνείο αναχωρήσεως.
24.
Από τα ανωτέρω, το Βασίλειο του Βελγίου συνάγει ότι σε περίπτωση αμφιβολίας, είναι σαφές ότι ο εισαγωγέας είναι αυτός που σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο φέρει το βάρος της αποδείξεως του « κοινοτικού » χαρακτήρα των εμπορευμάτων, δηλαδή ότι τα εμπορεύματα αυτά βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία.
25.
Συμπεραίνοντας, το Βασίλειο του Βελγίου προτείνει στο Δικαστήριο να απαντήσει στα δύο προδικαστικά ερωτήματα του Hof van beroep te Antwerpen ως εξής:
« 1)
Αγαθό που εισήχθη από τρίτη χώρα σε κράτος μέλος δεν βρίσκεται σε ελεύθερη κυκλοφορία, όταν εισάγεται σε άλλο κράτος μέλος, εφόσον δεν έχουν καταβληθεί εντός του πρώτου κράτους μέλους εισαγωγικοί δασμοί.
2)
Όταν γεννώνται αμφιβολίες ως προς το αν τα εισαχθέντα σε κράτος μέλος εμπορεύματα προελεύσεως τρίτου κράτους βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της ΕΟΚ, ο εισαγωγέας είναι αυτός που οφείλει να αποδείξει, κατά τον χρόνο που εισάγει τα εμπορεύματα αυτά από ένα κράτος μέλος σε άλλο, ότι έχουν καταβληθεί εντός του πρώτου κράτους μέλους δασμοί. »
26.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι ο κανονισμός 222/77 κάνει διάκριση μεταξύ της εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως και της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως. Στην εσωτερική κοινοτική διαμετακόμιση υπάγονται τα εμπορεύματα που πληρούν τους όρους που προβλέπονται από τα άρθρα 9 και 10 της Συνθήκης ( παράγραφος 3, στοιχείο α ), του κανονισμού 222/77 ). Τα εμπορεύματα καταγωγής κρατών μελών ή τρίτων χωρών που είναι σύμφωνα προς τις εν λόγω διατάξεις αποτελούν « κοινοτικά εμπορεύματα ». Στην εξωτερική κοινοτική διαμετακόμιση υπάγονται τα εμπορεύματα που δεν πληρούν τους όρους αυτούς (παράγραφος 2, στοιχείο α), του κανονισμού 222/77). Η εξωτερική κοινοτική διαμετακόμιση πραγματοποιείται μέσω του εντύπου ΤΙ ή ΤΙα ( άρθρο 12 του κανονισμού 222/77 ), ενώ η εσωτερική κοινοτική διαμετακόμιση μέσω του εντύπου Τ2 ή Τ2α (άρθρο 39 του κανονισμού 222/77). Κατά την Επιτροπή, πλην αντίθετης διατάξεως του εν λόγω κανονισμού, το καθεστώς της κοινοτικής διαμετακομίσεως είναι υποχρεωτικό για κάθε διακίνηση εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας. Η Επιτροπή θεωρεί, βάσει των άρθρων αυτών, ότι κάθε μεταφορά εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας πρέπει να αποτελεί το αντικείμενο δηλώσεως ΤΙ ή Τ2.
27.
Όσον αφορά το ζήτημα του πώς πρέπει να καθορίζεται αν ένα εμπόρευμα πρέπει ή όχι να θεωρείται ως « κοινοτικό », η Επιτροπή παρατηρεί ότι από το άρθρο 1, παράγραφος 4, του κανονισμού 222/77 προκύπτει ότι, για την εφαρμογή των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης, πρέπει να εφαρμόζεται η αρχή της αρνητικής αποδείξεως, κατά την οποία τα εμπορεύματα που κυκλοφορούν εντός της Κοινότητας υπό καθεστώς κοινοτικής διαμετακομίσεως θεωρούνται ως ευρισκόμενα σε ελεύθερη κυκλοφορία, εκτός αν από τα έντυπα Τ1 ή ΤΙ α αποδεικνύεται το αντίθετο. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται, κατά την Επιτροπή, και από το άρθρο 9 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο παρέχει στον ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα, αν το σχετικό εμπόρευμα είναι « κοινοτικό », αλλά δεν συνοδεύεται από έντυπο Τ2, να αποκτήσει εκ των υστέρων το έντυπο αυτό από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αναχωρήσεως.
28.
Η Επιτροπή μνημονεύει την περίπτωση των εμπορευμάτων που διασχίζουν τα σύνορα χωρίς να βρίσκονται ούτε υπό καθεστώς εσωτερικής διαμετακομίσεως ούτε υπό καθεστώς εξωτερικής διαμετακομίσεως. Κατά την Επιτροπή, το άρθρο 49, παράγραφος 1, του κανονισμού 222/77, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 983/79, ορίζει ότι το καθεστώς της κοινοτικής διαμετακομίσεως δεν είναι υποχρεωτικό για τις μεταφορές εμπορευμάτων τα οποία συνοδεύονται από τους ταξιδιώτες ή περιέχονται στις αποσκευές τους, εφόσον δεν πρόκειται για εμπορεύματα που προορίζονται για εμπορικούς σκοπούς, η δε έννοια των « αποσκευών » και των « εμπορικών σκοπών » ορίζεται στο άρθρο 45 του προαναφερθέντος κανονισμού 918/83.
29.
Κατά την Επιτροπή, από το άρθρο 1, παράγραφος 4, του κανονισμού 222/77 προκύπτει ότι επ' αυτής της κατηγορίας εμπορευμάτων δεν εφαρμόζεται η αρχή της αρνητικής αποδείξεως. Επομένως, δυνάμει της διατάξεως αυτής, επιβάλλεται, εν προκειμένω, η εφαρμογή της αρχής της θετικής αποδείξεως: ο ταξιδιώτης οφείλει να αποδείξει ότι τα περί ων ο λόγος εμπορεύματα βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία.
30.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η ρύθμιση που εισάγει εν προκειμένω το άρθρο 49, παράγραφος 2, είναι προσανατολισμένη προς τη διασυνοριακή διακίνηση ταξιδιωτών. Πρώτον, ο ταξιδιώτης μπορεί να προσκομίσει την απόδειξη αυτή μέσω παραστατικού από το οποίο προκύπτει ο κοινοτικός χαρακτήρας των εμπορευμάτων και το οποίο να έχει εκδοθεί για το σκοπό αυτό. Υφίσταται επίσης, μια δεύτερη δυνατότητα: η απλή εκ μέρους του ταξιδιώτη που συνοδεύει τα εμπορεύματα δήλωση τους ως κοινοτικών, χωρίς να υφίσταται καμιά αμφιβολία ως προς την ειλικρίνεια της δηλώσεως αυτής.
31.
Κατά την Επιτροπή, η παράγραφος 1 του άρθρου 10 της Συνθήκης θέτει σωρευτικώς τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να τηρούνται, ώστε ένα εμπόρευμα καταγωγής τρίτης χώρας να βρίσκεται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός κράτους μέλους. Αν δεν συντρέχει μια από τις προϋποθέσεις αυτές, δηλαδή η καταβολή των απαιτητέων δασμών, το περί ου ο λόγος εμπόρευμα δεν βρίσκεται σε ελεύθερη κυκλοφορία. Δεν πρόκειται, επομένως, για κοινοτικό εμπόρευμα και το εμπόρευμα αυτό δεν μπορεί να κυκλοφορεί εντός της Κοινότητας παρά μόνο μέσω της εφαρμογής της διαδικασίας της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως. Επομένως, όταν το εμπόρευμα αυτό εισέρχεται σε ένα κράτος μέλος, πρέπει να προσκομίζεται ένα έντυπο Τ1 ή Τ1α.
32.
Κατά την Επιτροπή, το γεγονός ότι ένα εμπόρευμα είναι καταγωγής τρίτης χώρας, δεν αποτελεί λόγο για να θεωρείται ως μη ευρισκόμενο σε ελεύθερη κυκλοφορία. Σε περίπτωση που δεν υφίσταται έντυπο Τ2 L, είναι δυνατό, αν χρειάζεται, να ζητηθεί εκ των υστέρων. Εφόσον τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 49 του προαναφερθέντος κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε, και εφόσον δεν είναι υποχρεωτικό το καθεστώς της κοινοτικής διαμετακομίσεως, ο ταξιδιώτης πρέπει να προσκομίσει θετική απόδειξη περί του ότι τα εμπορεύματα που μεταφέρει στις αποσκευές του είναι « κοινοτικά » εμπορεύματα. Στην ουσία, αυτό σημαίνει ότι ο ταξιδιώτης οφείλει να έχει μαζί του δικαιολογητικά όπως, παραδείγματος χάρη, τιμολόγιο από το οποίο να αποδεικνύεται ο « κοινοτικός » χαρακτήρας του οικείου εμπορεύματος.
33.
Η Επιτροπή προτείνει στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα του Hof van beroep te Antwerpen ως εξής:
« 1)
Ένα αγαθό καταγωγής τρίτου κράτους, το οποίο έχει κανονικά εισαχθεί από κράτος μέλος σε άλλο κράτος μέλος, λογίζεται ως ευρισκόμενο σε ελεύθερη κυκλοφορία, εκτός αν έχει προσκομιστεί για το αγαθό αυτό παραστατικό εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως.
2)
α)
Ο κάτοχος τέτοιου αγαθού δεν είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθορίζει το άρθρο 10, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ.
β)
Αν πρόκειται περί αγαθού περιεχόμενου στις αποσκευές ενός ταξιδιώτη κατά την έννοια του άρθρου 49, παράγραφος 1, του κανονισμού 222/77 του Συμβουλίου, ο ταξιδιώτης οφείλει να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθορίζει το άρθρο 10, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ. »
Κ. Ν. Κακούρης
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (έκτο τμήμα)
της 22ας Μαρτίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-83/89,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Hof van beroep te Antwerpen προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Openbaar Ministerie και Minister van Financiën
και
Vincent Houben,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου σχετικά με τα αγαθά που βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( έκτο τμήμα ),
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, Τ. Koopmans, G. F. Mancini, T. F. O'Higgins και Μ. Díez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: H. A. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
η βελγική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Koen Lenaerts, δικηγόρο Βρυξελλών,
—
η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον René Barents, μέλος της νομικής της υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του Minister van Financiën, εκπροσωπούμενου από τον Ι. Maselis, δικηγόρο Βρυξελλών, και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 12ης Δεκεμβρίου 1989,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 23ης Ιανουαρίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με απόφαση της 10ης Μαρτίου 1989, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 14 Μαρτίου 1989, το Hofvan beroep te Antwerpen υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, διάφορα προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, όσον αφορά εμπορεύματα που κυκλοφορούν εντός της Κοινότητας. Ειδικότερα, τα ερωτήματα αφορούν την έννοια της έκφρασης « εμπορεύματα που ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία » των άρθρων 9, παράγραφος 2, και 10, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και το βάρος της αποδείξεως, όσον αφορά την τήρηση των διατυπώσεων εισαγωγής τέτοιων εμπορευμάτων στην Κοινότητα και της καταβολής των δασμών που, ενδεχομένως, οφείλονται.
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο ποινικής διώξεως που άσκησε η Openbaar Ministerie ( Εισαγγελική Αρχή ) και ο μηνυτής Minister van Financiën ( Υπουργός των Οικονομικών ) του Βασιλείου του Βελγίου κατά του Houben, ο οποίος κατηγορείται ότι εισήλθε στο Βέλγιο, προερχόμενος από τη Γερμανία, έχοντας στην κατοχή του ένα στερεοφωνικό συγκρότημα ιαπωνικής κατασκευής, ενσωματωμένο στο αυτοκίνητο του, χωρίς να έχει υποβάλει την υπό του νόμου απαιτούμενη διασάφηση και χωρίς να έχει καταβάλει τους οφειλόμενους για την εισαγωγή αυτή δασμούς.
3
Το Rechtbank van eerste aanleg του Tongeren, το οποίο επελήφθη της υποθέσεως, κρίνοντας ότι τα γεγονότα για τα οποία ο τελευταίος κατηγορείτο δεν είχαν αποδειχθεί, αθώωσε τον Houben με απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 1986. Κατά της αποφάσεως αυτής η Openbaar Ministerie και ο μηνυτής Minister van Financiën άσκησαν έφεση ενώπιον του Hof van beroep te Antwerpen, το οποίο, προκειμένου να επιλύσει τη διαφορά, ανέστειλε τη σχετική διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
« Μπορεί ένα εισαχθέν από τρίτη χώρα σε κράτος μέλος αγαθό να θεωρηθεί ότι βρίσκεται σε “ ελεύθερη κυκλοφορία ” όταν το εν λόγω αγαθό έχει εισαχθεί σε άλλο κράτος μέλος, έστω και αν δεν καταβλήθηκαν εισαγωγικοί δασμοί στο πρώτο κράτος μέλος;
Αν γίνει δεκτό ότι ένα αγαθό βρίσκεται σε “ ελεύθερη κυκλοφορία ” μόνο εφόσον έχουν δεόντως τηρηθεί οι διατυπώσεις εισαγωγής και έχουν καταβληθεί οι δασμοί, πρέπει να τεκμαίρεται ότι οι υποχρεώσεις αυτές έχουν εκπληρωθεί, όταν τα αγαθά βρίσκονται εντός κράτους μέλους ή πρέπει να τεκμαίρεται ότι οι υποχρεώσεις αυτές δεν έχουν εκπληρωθεί, εκτός αν ο κάτοχος των αγαθών αποδεικνύει το αντίθετο;
Γενικότερα, οφείλει αυτός που εισήγαγε αγαθά καταγωγής τρίτης χώρας από ένα κράτος μέλος σε άλλο κράτος μέλος να αποδείξει, προκειμένου να αναγνωριστεί ότι τα αγαθά αυτά βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της ΕΟΚ, ότι κατέβαλε τους δασμούς στο πρώτο κράτος μέλος; »
4
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, οι σχετικές κοινοτικές διατάξεις, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
5
Τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα μπορούν να συνοψιστούν στα εξής δύο ερωτήματα.
6
Το πρώτο ερώτημα αφορά το ζήτημα αν είναι δυνατό, και υπό ποιες προϋποθέσεις, να θεωρηθεί ότι ένα εισαχθέν από τρίτη χώρα εμπόρευμα βρίσκεται σε « ελεύθερη κυκλοφορία » εντός της Κοινότητας, έστω και αν ούτε οι διατυπώσεις εισαγωγής έχουν συμπληρωθεί ούτε οι δασμοί έχουν καταβληθεί.
7
To δεύτερο προδικαστικό ερώτημα αφορά το ζήτημα ποιος φέρει το βάρος της αποδείξεως, κατά την εισαγωγή από ένα κράτος μέλος σε άλλο, ότι τα εμπορεύματα που συνοδεύονται από τους ταξιδιώτες ή περιέχονται στις αποσκευές τους βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας.
Επί του πρώτου ερωτήματος
8
Στο ερώτημα αυτό η απάντηση δίνεται από το άρθρο 10, παράγραφος 1, της Συνθήκης, κατά το οποίο « θεωρούνται ότι ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός κράτους μέλους τα προϊόντα προελεύσεως τρίτων χωρών, για τα οποία έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις εισαγωγής και εισπραχθεί σ' αυτό το κράτος μέλος οι απαιτούμενοι δασμοί και φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος, και για τα οποία δεν έχουν επιστραφεί ολικώς ή μερικώς αυτοί οι δασμοί και επιβαρύνσεις ».
9
Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση του της 15ης Δεκεμβρίου 1976, Donckerwolcke (41/76, Rec. 1976, σ. 1921 ), λογίζονται ως προϊόντα που βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία τα προϊόντα τα οποία, προερχόμενα από τρίτο κράτος, έχουν κανονικά εισαχθεί σε οποιοδήποτε από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του προαναφερθέντος άρθρου 10.
10
Πράγματι, η διάταξη αυτή δεν κάνει διάκριση μεταξύ εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί από τρίτη χώρα και κυκλοφορούν εντός κράτους μέλους όπου έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις εισαγωγής και καταβληθεί οι διάφοροι δασμοί και εμπορευμάτων τα οποία, μετά την κανονική συμπλήρωση των διατυπώσεων εισαγωγής και την καταβολή των διάφορων δασμών εντός κράτους μέλους, εισάγονται, στη συνέχεια, σε άλλο κράτος μέλος.
11
Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 9 και 10 της Συνθήκης πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι τα εμπορεύματα που εισάγονται από τρίτη χώρα εντός της Κοινότητας θεωρούνται ότι βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία, εφόσον έχουν συμπληρωθεί οι διατυπώσεις εισαγωγής και έχουν καταβληθεί οι διάφοροι δασμοί.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
12
Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης, το πρόβλημα αυτό της αποδείξεως ρυθμιζόταν από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 222/77 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/003, σ. 3 ), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 983/79 του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 1979 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 215 ). Επομένως, πρέπει να ερμηνευθεί η ρύθμιση αυτή.
13
Πρέπει, καταρχάς, να υπομνησθεί ότι ο κανονισμός 222/77 προβλέπει δύο διαδικασίες κοινοτικής διαμετακομίσεως. Η μία, καλούμενη διαδικασία εξωτερικής διαμετακομίσεως, εφαρμόζεται κατ' ουσίαν, όπως προκύπτει από το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 222/77, επί των εμπορευμάτων που δεν πληρούν τους όρους των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης, δηλαδή των εμπορευμάτων που προέρχονται από τρίτες χώρες και δεν βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας· τα εμπορεύματα αυτά πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 222/77, να αποτελέσουν το αντικείμενο δηλώσεως συντασσόμενης επί εντύπου ΤΙ. Το έντυπο αυτό, το οποίο θεωρείται από την αρμόδια τελωνειακή αρχή, αποτελεί την απόδειξη του μη κοινοτικού χαρακτήρα των εμπορευμάτων αυτών.
14
Η άλλη, καλούμενη διαδικασία της εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, εφαρμόζεται κατ' ουσίαν, όπως προκύπτει από το άρθρο 1, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού, επί των εμπορευμάτων που πληρούν τους όρους των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης, δηλαδή των εμπορευμάτων που κατάγονται από κράτη μέλη ή βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας και ονομάζονται « κοινοτικά εμπορεύματα ». Τα εμπορεύματα αυτά πρέπει να αποτελέσουν, σύμφωνα με το άρθρο 39, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού, το αντικείμενο δηλώσεως συντασσόμενης επί εντύπου Τ2. Το έντυπο αυτό, το οποίο θεωρείται από την αρμόδια τελωνειακή αρχή, αποτελεί την απόδειξη του κοινοτικού χαρακτήρα των εμπορευμάτων αυτών.
15
Πρέπει, περαιτέρω, να επισημανθεί ότι, από ειδικές διατάξεις του κανονισμού 222/77, προβλέπονται περιπτώσεις κατά τις οποίες κοινοτικά εμπορεύματα δεν κυκλοφορούν σύμφωνα με τη διαδικασία της εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως.
16
Για τα κοινοτικά αυτά εμπορεύματα που δεν κυκλοφορούν σύμφωνα με τη διαδικασία της εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, όταν η τελευταία δεν είναι υποχρεωτική, o κανονισμός (EOΚ) 223/77 της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1976, περί των διατάξεων εφαρμογής, ως και των μέτρων απλουστεύσεως του καθεστώτος της κοινοτικής διαμετακομίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/012, σ. 27) προβλέπει ως μέσον αποδείξεως το παραστατικό Τ2 L, του οποίου το περιεχόμενο είναι αντίστοιχο προς αυτό του παραστατικού Τ2 της εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως (βλέπε ένατη αιτιολογική σκέψη και άρ9ρο 1, παράγραφος 8, του κανονισμού 223/77).
17
Από τα ανωτέρω απορρέει ότι με τους κανονισμούς 222/77 και 223/77 τίθεται ο κανόνας ότι ο κοινοτικός χαρακτήρας των εμπορευμάτων πρέπει να αποδεικνύεται, εκτός προβλεπόμενης εξαιρέσεως, αποκλειστικά μέσω του παραστατικού Τ2 ή του παραστατικού Τ2 L.
18
Πρέπει, στη συνέχεια, να επισημανθεί ότι το άρθρο 49, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 222/77, όπως τροποποιήθηκε από τον προαναφερθέντα κανονισμό 983/79, ορίζει:
« 1)
Το καθεστώς της κοινοτικής διαμετακομίσεως δεν είναι υποχρεωτικό για τις μεταφορές εμπορευμάτων συνοδευόμενων υπό των ταξιδιωτών ή περιεχομένων στις αποσκευές τους, εφόσον δεν πρόκειται για εμπορεύματα που προορίζονται για εμπορικούς σκοπούς.
2)
Οι διατάξεις της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας περί ελευθέρας κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, εφαρμόζονται στα εμπορεύματα που σύμφωνα με την παράγραφο 1, δεν κυκλοφορούν υπό το καθεστώς της κοινοτικής διαμετακομίσεως:
α)
όταν δηλούνται ως κοινοτικά εμπορεύματα, χωρίς να υφίσταται αμφιβολία ως προς την ειλικρίνεια της δηλώσεως αυτής·
β)
στις λοιπές περιπτώσεις, επί τη προσκομίσει παραστατικού εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως που εκδίδεται για να πιστοποιηθεί ο κοινοτικός χαρακτήρας των εμπορευμάτων αυτών. »
19
Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, στην περίπτωση μεταφοράς εμπορευμάτων που δεν προορίζονται για εμπορικούς σκοπούς, αρκεί, προκειμένου τα εμπορεύματα που συνοδεύονται από ταξιδιώτη ή περιέχονται στις αποσκευές του να θεωρούνται ως κοινοτικά, δήλωση που να μην αφήνει καμιά αμφιβολία ως προς την ειλικρίνειά της· μόνο σε περίπτωση αμφιβολίας των τελωνειακών αρχών οφείλει ο ταξιδιώτης να προσκομίσει παραστατικό εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως ( Τ2 ή Τ2 L).
20
Πρέπει, ωστόσο, να διευκρινιστεί, ως προς το ζήτημα αυτό, ότι το γεγονός ότι το επίμαχο εμπόρευμα κατασκευάστηκε σε τρίτη χώρα δεν αρκεί για να δημιουργήσει από μόνο του αμφιβολίες κατά την έννοια της προαναφερθείσας διατάξεως. Οι αμφιβολίες των τελωνειακών αρχών ως προς την ειλικρίνεια της δηλώσεως του ταξιδιώτη πρέπει να ερείδονται επί αντικειμενικών στοιχείων τα οποία να προκύπτουν, παραδείγματος χάρη, από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της εν λόγω εισαγωγής ή πληροφορίες που οι εν λόγω αρχές έχουν λάβει σχετικά με την εισαγωγή αυτή. Οι υποκειμενικές εκτιμήσεις των επιφορτισμένων με τον έλεγχο υπαλλήλων δεν αρκούν για να υποχρεωθεί ο ταξιδιώτης να προσκομίσει παραστατικό εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως.
21
Η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη προς τον σκοπό της εν λόγω διατάξεως, δηλαδή τη διευκόλυνση της μεταφοράς των μη προοριζόμενων για εμπορικούς σκοπούς εμπορευμάτων τα οποία συνοδεύονται από τους ταξιδιώτες ή περιέχονται στις αποσκευές τους και την απαλλαγή των τελευταίων από το βάρος της αποδείξεως, που θα τους εξανάγκαζε να τηρούν τις διατυπώσεις που προβλέπονται από το καθεστώς της εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως.
22
Ενόψει των προηγούμενων σκέψεων πρέπει στο δεύτερο ερώτημα να δοθεί η απάντηση ότι η κοινοτική ρύθμιση πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, στην περίπτωση μεταφοράς εμπορευμάτων μη προοριζόμενων για εμπορικούς σκοπούς, η δήλωση του ταξιδιώτη που τα συνοδεύει ή στις αποσκευές του οποίου περιέχονται τα εν λόγω εμπορεύματα αρκεί ώστε να θεωρούνται αυτά ως κοινοτικά. Ωστόσο, ο ταξιδιώτης οφείλει να προσκομίσει παραστατικό εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως σε περίπτωση που υφίστανται, όσον αφορά την ειλικρίνεια της δηλώσεως αυτής, αμφιβολίες στηριζόμενες επί αντικειμενικών στοιχείων.
Επί των δικαστικών εξόδων
23
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν το Βασίλειο του Βελγίου και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των, δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Hof van beroep te Antwerpen, με απόφαση της 10ης Μαρτίου 1989, αποφαίνεται:
1)
Τα άρθρα 9 και 10 της Συνθήκης πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι τα εμπορεύματα που εισάγονται από τρίτη χώρα εντός της Κοινότητας θεωρούνται ότι βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία, εφόσον έχουν συμπληρωθεί οι διατυπώσεις εισαγωγής και έχουν καταβληθεί οι διάφοροι δασμοί.
2)
Η κοινοτική ρύθμιση πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, στην περίπτωση μεταφοράς εμπορευμάτων μη προοριζόμενων για εμπορικούς σκοπούς, η δήλωση του ταξιδιώτη που τα συνοδεύει ή στις αποσκευές του οποίου περιέχονται τα εν λόγω εμπορεύματα αρκεί ώστε να θεωρούνται αυτά ως κοινοτικά. Ωστόσο, ο ταξιδιώτης οφείλει να προσκομίσει παραστατικό εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως σε περίπτωση που υφίστανται, όσον αφορά την ειλικρίνεια της δηλώσεως αυτής, αμφιβολίες στηριζόμενες επί αντικειμενικών στοιχείων.
Κακούρης
Koopmans
Mancini
Ο' Higgins
Díez de Velasco
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 22 Μαρτίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο πρόεδρος του έκτου τμήματος
Κ. Ν. Κακούρης
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy