ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-85/89 ( *1 )
Ι — Περιστατικά και διαδικασία
Η Μ. Ravida έχει εργαστεί ως μισθωτός στην Ιταλία και στο Βέλγιο. Λόγω της διαστηριό-τητάς της αυτής, απέκτησε δικαίωμα συντάξεως στην Ιταλία από 1ης Απριλίου 1978 και στο Βέλγιο από 1ης Απριλίου 1980.
Ο σύζυγός της, ο οποίος επίσης είχε εργαστεί στην Ιταλία και στο Βέλγιο, απεβίωσε στις 2 Σεπτεμβρίου 1978. Κατόπιν τούτου, η Ravida απέκτησε δικαίωμα συντάξεως επιζώντος στην Ιταλία· εξάλλου, άρχισε να λαμβάνει σύνταξη επιζώντος στο Βέλγιο από 1ης Απριλίου 1980.
Κατά την τελευταία ημερομηνία, τα ποσά των συντάξεων που εδικαιούτο να απαιτήσει η Ravida ήταν τα ακόλουθα [ σε βελγικά φράγκα (BFR)]:
—
βελγική σύνταξη λόγω αποχωρήσεως κατόπιν συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου υπηρεσίας (στο εξής: σύνταξη λόγω αποχωρήσεως ): 87962 BFR
—
ιταλική σύνταξη λόγω αποχωρήσεως: 14956 BFR
—
βελγική σύνταξη επιζώντος: 95543 BFR
—
ιταλική σύνταξη επιζώντος: 6041 BFR
Το άρθρο 52, όμως, του βελγικού βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967, περί γενικής ρυθμίσεως του καθεστώτος συντάξεως λόγω αποχωρήσεως και επιζώντος των μισθωτών, ορίζει ότι « σύνταξη επιζώντος χορηγουμενη κατ' εφαρμογή του βασιλικού διατάγματος 50 δεν μπορεί να σωρευθεί με μία ή περισσότερες συντάξεις λόγω αποχωρήσεως ή οποιοδήποτε άλλο ανάλογο πλεονέκτημα, που χορηγούνται δυνάμει βελγικής ή άλλης νομοθεσίας, παρά μόνο μέχρι ποσού ίσου προς το 110 % της συντάξεως επιζώντος που χορηγείται στη χήρα, πολλαπλασιαζομενης επί το αντίστροφο του κλάσματος αυτού, με περιορισμό — εφόσον συντρέχει περίπτωση — του ύψους της στο ποσό που ελήφθη υπόψη για τον υπολογισμό της συντάξεως λόγω αποχωρήσεως η οποία χρησιμεύει ως βάση υπολογισμού της συντάξεως επιζώντος ».
Στην περίπτωση της Ravida, το ανώτατον όριο σωρεύσεως της κατ' αυτόν τον τρόπο προσδιοριζομενης βελγικής συντάξεως επιζώντος με τις άλλες συντάξεις ήταν, την 1η Απριλίου 1980, 197057 BFR, ενώ το άθροισμα των προαναφερθεισών συντάξεων ήταν 204502 BFR, υπερέβαινε δηλαδή το ανώτατον όριο κατά 7445 BFR. Ως εκ τούτου, το ποσό της βελγικής συντάξεως επιζώντος που εδικαιούτο η ενδιαφερόμενη περιορίστηκε σε 88098 BFR ( δηλαδή 95543 — 7445 ). Κατόπιν τούτου, το συνολικό ποσό των συντάξεων λόγω αποχωρήσεως και επιζώντος που όφειλε ο αρμόδιος βελγικός φορέας ήταν 176060 BFR ( δηλαδή 88098 + 87962 ). Στις 10 Δεκεμβρίου 1982, ο αρμόδιος βελγικός φορέας κοινοποίησε σχετικές αποφάσεις στη Ravida, η οποία δεν τις προσέβαλε εμπροθέσμως.
Τον Μάρτιο του 1985, το Caisse nationale des pensions de retraite et de survie, βελγικός οργανισμός αρμόδιος για τη χορήγηση των παροχών (τον οποίο διαδέχθηκε, το 1987, το Office national des pensions ), έλαβε από τον αρμόδιο ιταλικό φορέα ποσό 124423 BFR, που αντιστοιχούσε στα καθυστερούμενα ποσά ιταλικής συντάξεως για την περίοδο από 1ης Απριλίου 1978 μέχρι 31 Ιανουαρίου 1984. Ζήτησε από τον ιταλικό φορέα να του αποστείλει λεπτομερή ανάλυση κατά μήνες του ποσού αυτού, το οποίο εν τω μεταξύ εκράτησε το ίδιο το Caisse national. Όταν έλαβε την ανάλυση αυτή, από την οποία προέκυπτε ότι είχε γίνει αναπροσαρμογή της ιταλικής συντάξεως λόγω αποχωρήσεως, το Caisse nationale des pensions de retraite et de survie μείωσε το ποσό της βελγικής συντάξεως επιζώντος από τον Ιούλιο του 1986, κατά τρόπον ώστε να τηρείται το ανώτατον όριο που καθορίζει η εθνική κανονιστική ρύθμιση.
Κατόπιν τούτου, η Ravida προσέφυγε ενώπιον του Tribunal du travail της Nivelles, αφενός μεν αμφισβητώντας τη νομιμότητα της αναπροσαρμογής του ποσού της βελγικής συντάξεως, η οποία έγινε ώστε να ληφθεί υπόψη η αναπροσαρμογή της ιταλικής παροχής, αφετέρου δε ζητώντας να της καταβληθεί το προαναφερθέν ποσό των 124423 BFR.
Με απόφαση της 3ης Μαΐου 1988, το Tribunal du travail της Nivelles δέχθηκε το δεύτερο από τα αιτήματα της προσφεύγουσας και διέταξε επανάληψη της συζητήσεως επί του πρώτου αιτήματος.
Σχετικώς, η Ravida επικαλέστηκε το άρθρο 51 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος [όπως έχει κωδικοποιηθεί με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, EE L 230, σ. 6]. Κατά τη Ravida, η παράγραφος 1 του εν λόγω άρθρου 51 απαγορεύει τον εκ νέου υπολογισμό της βελγικής συντάξεως επιζώντος κατόπιν της μεταβολής της ιταλικής συντάξεως η οποία επήλθε συνεπεία της εν γένει εξελίξεως της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως.
Υπ' αυτές τις συνθήκες, το Tribunal du travail της Nivelles, με απόφαση της 7ης Μαρτίου 1989, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία για να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Όταν η νομοθεσία κράτους μέλους προβλέπει ανώτατον όριο σωρεύσεως για τις συντάξεις λόγω αποχωρήσεως και επιζώντων (εν προκειμένω, το άρθρο 52 του βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967 ) και το ανώτατο αυτό όριο έχει καθοριστεί, κατά την ημερομηνία ενάρξεως της καταβολής της συντάξεως, λαμβανομένης υπόψη και της παροχής που χορηγείται σε άλλο κράτος μέλος, μπορεί ο αρμόδιος φορέας του πρώτου κράτους να λάβει υπόψη τις αναπροσαρμογές της παροχής που χορηγεί το άλλο κράτος μέλος προκειμένου να υπολογίσει εκ νέου και να μειώσει, εφαρμόζοντας σιωπηρώς το άρθρο 51, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, το ποσό της αρχικώς χορηγηθείσας σύνταξης, εάν σε δεδομένη στιγμή γίνεται υπέρβαση του εθνικού ανωτάτου ορίου λόγω της μεταβολής της παροχής που καταβάλλει το άλλο κράτος; »
Η απόφαση του Tribunal du travail της Nivelles πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Μαρτίου 1989.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Ravida, προσφεύγουσα της κυρίας δίκης, εκπροσωπούμενη από τον D. Rossini, συνδικαλιστικό εκπρόσωπο, το Office national des pensions, καθού της κυρίας δίκης, εκπροσωπούμενο από τον R. Masyn, κύριο υπάλληλο διοικήσεως, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον νομικό της σύμβουλο J.-C. Séché.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Με απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 1989, το Δικαστήριο ανέθεσε την υπόθεση στο τρίτο τμήμα.
II — Συνοπτική παρουσίαση των γραπτών παρατηρήσεων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
1.
Η προσφεύγουσα της κυρίας δίκης, Μ. Ravida, υπενθυμίζει ότι το ποσό των βελγικών συντάξεων λόγω αποχωρήσεως και επιζώντος τις οποίες όφειλε ο αρμόδιος βελγικός φορέας ανερχόταν σε 176060 BFR. Κατά την άποψη της, το ποσό αυτό έπρεπε να συνεχίσει να της καταβάλλεται, αφού υποβληθεί στις αναπροσαρμογές που προβλέπει η βελγική κανονιστική ρύθμιση, χωρίς να πρέπει να μεταβληθεί, πράγμα που έπραξε ο βελγικός φορέας από τον Ιούλιο του 1986, για να λάβει υπόψη την αναπροσαρμογή της ιταλικής συντάξεως.
Η Ravida δέχεται, βεβαίως, ότι κατά τον αρχικό προσδιορισμό των δικαιωμάτων προς λήψη παροχών η τελευταία αυτή σύνταξη επηρέασε τη βελγική σύνταξη, η οποία μειώθηκε ώστε να ληφθεί υπόψη η ιταλική σύνταξη. Προσθέτει, όμως, ότι η περίπτωση της εμπίπτει στην παράγραφο 1 του άρθρου 51 του κανονισμού 1408/71, που απαγορεύει να ληφθούν υπόψη οι αναπροσαρμογές της ιταλικής συντάξεως ώστε να μειωθεί το ποσό της βελγικής συντάξεως, εφόσον πρόκειται για αναπροσαρμογές οφειλόμενες στην οικονομική και κοινωνική εξέλιξη. Προς στήριξη της απόψεως της, η προσφεύγουσα επικαλείται την απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1982, Sinatra (7/81, Συλλογή 1982, σ. 137), και την απόφαση της 1ης Μαρτίου 1984, Cinciuolo ( 104/83, Συλλογή 1984, σ.1285). Δεν αμφισβητείται ότι η πρώτη από τις αποφάσεις αυτές αφορούσε τη σώρευση δύο παροχών της αυτής φύσεως, οφειλομένων βάσει της επαγγελματικής σταδιοδρομίας ενός και του αυτού προσώπου, η δε δεύτερη τη σώρευση δύο παροχών διαφορετικής φύσεως, επίσης οφειλομένων βάσει της επαγγελματικής σταδιοδρομίας ενός και του αυτού προσώπου, ενώ η διαφορά της κυρίας δίκης αφορά τη σώρευση παροχών διαφορετικής φύσεως, οφειλομένων βάσει δύο χωριστών επαγγελματικών σταδιοδρομιών κατά τη Ravida, όμως, η διαφορά αυτή δεν δικαιολογεί τη μη εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση των αρχών που διατύπωσε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις αυτές.
Η προσφεύγουσα της κυρίας δίκης προσθέτει ότι, αν επιτρεπόταν στους αρμοδίους φορείς να προβαίνουν κατά περιόδους σε αναθεωρήσεις μη δικαιολογημένες από νομικής απόψεως και συνεπαγόμενες μείωση του επιπέδου των ήδη εκκαθαρισμένων παροχών, οι δικαιούχοι συντάξεων θα ετίθεντο σε κατάσταση νομικής ανασφαλείας και θα στερούνταν ενός μέρους των δικαιωμάτων που παρέχει η εθνική νομοθεσία.
Συνεπώς, η Ravida προτείνει να δοθεί αρνητική απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Tribunal du travail της Nivelles.
2.
To Office national des pensions, καθού της κυρίας δίκης, θεωρεί ότι το πρόβλημα του ανωτάτου ορίου σωρεύσεως συντάξεως λόγω αποχωρήσεως και συντάξεως επιζώντος δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με « σιωπηρή εφαρμογή » του άρθρου 51, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, δεδομένου ότι εν προκειμένω δεν έλαβε χώρα καμία μεταβολή του τρόπου καθορισμού ή των κανόνων περί υπολογισμού των πλεονεκτημάτων που χορηγούνται στη Ravida.
Αντίθετα, το Office national des pensions στηρίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 12 του ιδίου κανονισμού. Η διάταξη αυτή θέτει την αρχή ότι μία εθνική διάταξη περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, όπως το άρθρο 52 του βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967, μπορεί να αντιταχθεί στους δικαιούχους παροχών χορηγουμένων δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, προβλέπει δε περιορισμούς της αρχής αυτής μόνο σε περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος λαμβάνει παροχές της αυτής φύσεως εκκαθαριζόμενες σύμφωνα με τα άρθρα 46, 50 και 51 του κανονισμού. Όπως επιβεβαιώνει, όμως, η νομολογία (αποφάσεις της 24ης Σεπτεμβρίου 1987, Coenen, 37/86, Συλλογή 1987, σ. 3589, και της 6ης Οκτωβρίου 1987, Stefanutti, 197/85, Συλλογή 1987, σ. 3855 ), η σύνταξη λόγω αποχωρήσεως που χορηγείται βάσει της επαγγελματικής σταδιοδρομίας του ενδιαφερομένου δεν είναι της αυτής φύσεως με τη σύνταξη επιζώντος που χορηγείται βάσει της επαγγελματικής σταδιοδρομίας του αποβιώσαντος συζύγου. Το καθού της κυρίας δίκης, το οποίο στηρίζεται, επίσης, σε μία κοινοβουλευτική ερώτηση ( ερώτηση άριθ. 2455/87, ΕΕ 1988, C 244, σ. 37 ), συνάγει από αυτά ότι, δυνάμει της πρώτης περιόδου του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, πρέπει εν προκειμένω να εφαρμοστεί ο κανόνας περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως τον οποίο προβλέπει η βελγική κανονιστική ρύθμιση.
Αμφισβητώντας τη δυνατότητα να ληφθούν υπόψη εν προκειμένω οι προαναφερθείσες αποφάσεις Sinatra και Cinciuolo, οι οποίες αφορούσαν περιπτώσεις όπου η επαγγελματική σταδιοδρομία, που γεννούσε δικαίωμα προς λήψη παροχών, ήταν ενός και του αυτού προσώπου, το Office national des pensions προσθέτει ότι η πρώτη περίοδος του άρθρου 12, παράγραφος 2, δεν αποκλείει την εφαρμογή του εθνικού κανόνα περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως όταν ένα από τα πλεονεκτήματα που χορηγούνται στον δικαιούχο υφίσταται αναπροσαρμογή.
Εξάλλου, κάθε άλλη ερμηνεία της διατάξεως αυτής θα της στερούσε την ουσία της και θα ήταν αντίθετη προς τον κανόνα της ίσης μεταχειρίσεως.
Επομένως, το Office national des pensions πρότεινε να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα η εξής απάντηση:
« Όταν η νομοθεσία κράτους μέλους προβλέπει ανώτατον όριο σωρεύσεως για τις συντάξεις λόγω αποχωρήσεως και επιζώντος, όπως το άρθρο 52 του βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967, ο αρμόδιος φορέας του κράτους που οφείλει να χορηγήσει το υποκείμενο σε μείωση, αναστολή ή αύξηση πλεονέκτημα πρέπει να λάβει υπόψη τις αναπροσαρμογές της παροχής την οποία καταβάλλει ήδη το άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71.»
3.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι στην προαναφερθείσα απόφαση Cinciuolo το Δικαστήριο προσδιόρισε το περιεχόμενο του άρθρου 51 του κανονισμού 1408/71 σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 46. Σημειώνει ότι το Δικαστήριο δεν έκανε καμία διάκριση, όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 51, αναλόγως των παροχών. Εξάλλου, το άρθρο αυτό δεν κάνει τέτοια διάκριση, δεδομένου ότι αναφέρεται στις « παροχές των ενδιαφερομένων κρατών που καθορίστηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46 ». Η αναφορά αυτή στο άρθρο 46 εννοεί το άρθρο αυτό στο σύνολό του, συμπεριλαμβανομένης της παραγράφου 3, δυνάμει της οποίας κατά τον υπολογισμό της συντάξεως μπορούν να ληφθούν υπόψη παροχές διαφορετικής φύσεως, κατά το μέτρο που κάτι τέτοιο προβλέπεται από τους κανόνες περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως του άρθρου 12 του κανονισμού 1408/71.
Η Επιτροπή προτείνει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα:
«Το άρθρο 51 του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι εφαρμόζεται και επί παροχών επιζώντων και γήρατος — ανεξαρτήτως του αν οι παροχές αυτές οφείλονται βάσει μιας και της αυτής επαγγελματικής σταδιοδρομίας ή διαφορετικών επαγγελματικών σταδιοδρομιών — των οποίων τα ποσά, δυνάμει των εθνικών κανόνων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, υπέστησαν αρχικώς προσαρμογές σύμφωνα με το άρθρο 46 του κανονισμού 1408/71 και των οποίων οι μεταγενέστερες προσαρμογές μπορούν να επηρεάσουν μία από αυτές τις συντάξεις.
Επομένως, σε περίπτωση μεταβολής μιας από τις παροχές αυτές λόγω της εν γένει εξελίξεως της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως δεν πρέπει να γίνεται εκ νέου υπολογισμός των συντάξεων σύμφωνα με το άρθρο 46. »
F. Grévisse
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( τρίτο τμήμα )
της 21ης Μαρτίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-85/89,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunal du travail της Nivelles προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Maria Ravida
και
Office national des pensions,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 51 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος [ όπως έχει κωδικοποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, ΕΕ L 230, σ. 6 ],
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Μ. Zuleeg, πρόεδρο τμήματος, J. C Moitinho de Almeida και F. Grévisse, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: D. Louterman, κύρια υπάλληλος διοικήσεως
αφού έλαβε υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η Μ. Ravida, εκπροσωπούμενη από τον D. Rossini, συνδικαλιστικό εκπρόσωπο,
—
το Office national des pensions, εκπροσωπούμενο από τον R. Masyn, κύριο υπάλληλο διοικήσεως, και
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον νομικό της σύμβουλο J.-C. Séché,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Μ. Ravida, του Office national des pensions, εκπροσωπουμένου από τον R. Masyn και τον J. P. Lheureux, γραμματέα διοικήσεως, και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 9ης Ιανουαρίου 1990,
καθώς και τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Φεβρουαρίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με απόφαση της 7ης Μαρτίου 1989, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 15 Μαρτίου 1989, το Tribunal du travail της Nivelles υπέβαλε, βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 51 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος [ όπως έχει κωδικοποιηθεί με τον κανονισμό ( ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, EE L 230, σ. 6 ].
2
Το ερώτημα αυτό υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της προσφεύγουσας της κυρίας δίκης, Μ. Ravida, και του Office national des pensions (στο εξής: ONP), βελγικού οργανισμού αρμοδίου για την καταβολή παροχών γήρατος.
3
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η Ravida, όπως και ο σύζυγός της, έχει εργαστεί ως μισθωτός στην Ιταλία και στο Βέλγιο.
4
Βάσει της επαγγελματικής της σταδιοδρομίας στην Ιταλία, η Ravida απέκτησε δικαίωμα συντάξεως λόγω αποχωρήσεως κατόπιν συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου υπηρεσίας (στο εξής: σύνταξη λόγω αποχωρήσεως) στο κράτος αυτό από 1ης Απριλίου 1978. Εξάλλου, απέκτησε δικαίωμα συντάξεως επιζώντος στο ίδιο κράτος βάσει της επαγγελματικής σταδιοδρομίας του συζύγου της, ο οποίος απεβίωσε τον Σεπτέμβριο του 1978.
5
Τα δικαιώματα συντάξεως λόγω αποχωρήσεως και συντάξεως επιζώντος βάσει των δραστηριοτήτων που άσκησαν στο Βέλγιο η Μ. Ravida και ο σύζυγός της, αντιστοίχως, γεννήθηκαν στο κράτος αυτό από 1ης Απριλίου 1980.
6
Κατά την ημερομηνία αυτή, το συνολικό ποσό των συντάξεων λόγω αποχωρήσεως και επιζώντος, τις οποίες ελάμβανε η Ravida από τον αρμόδιο ιταλικό φορέα, ανερχόταν σε 20997 βελγικά φράγκα ( BFR ). Το Caisse nationale des pensions de retraite et de survie (στο εξής: CNPRS), του οποίου διάδοχος είναι το ΟΝΡ, κατέβαλλε 87962 BFR και 95543 BFR ως βελγικές συντάξεις λόγω αποχωρήσεως και επιζώντος αντίστοιχα. Έτσι, η Ravida ελάμβανε συνολικώς 204502 BFR.
7
Το άρθρο 52, όμως, του βελγικού βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967 περιέχει κανόνα περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, κατά τον οποίο η σύνταξη επιζώντος δεν μπορεί να σωρευθεί με μία ή περισσότερες συντάξεις λόγω αποχωρήσεως ή οποιοδήποτε άλλο ανάλογο πλεονέκτημα, που χορηγούνται δυνάμει βελγικής ή άλλης νομοθεσίας, παρά μόνο μέχρις ενός ανωτάτου ορίου.
8
Στην περίπτωση της Ravida, το ανώτατο αυτό όριο ήταν 197057 BFR. Ως εκ τούτου, η εκκαθαρισμένη σύνταξη επιζώντος που χορηγούσε ο βελγικός φορέας μειώθηκε κατά 7445 BFR, κατά τρπον ώστε το συνολικό ποσό των βελγικών συντάξεων λόγω αποχωρήσεως και επιζώντος να ανέρχεται σε 176060 BFR και το άρθροισμα των βελγικών και ιταλικών συντάξεων να είναι ίσο προς το ανώτατο όριο των 197057 BFR.
9
Από την απόφαση περί παραπομπής πορκύπτει ότι οι αποφάσεις περί καθορισμού των ως άνω δικαιωμάτων συντάξεως της Ravida της κοινοποιήθηκαν στις 10 Δεκεμβρίου 1982 και ότι δεν προσβλήθηκαν εμπροθέσμως.
10
Εν συνεχεία, το CNPRS διαπίστωσε ότι, κατ' εφαρμογή των ιταλικών κανόνων περί αναπροσαρμογής των συντάξεων, η ιταλική σύνταξη λόγω αποχωρήσεως της Ravida είχε αυξηθεί, οπότε το συνολικό ποσό των τεσσάρων συντάξεων υπερέβαινε το ανώτατο όριο που καθορίζει η βελγική νομοθεσία. Κατόπιν αυτού, ο εν λόγω οργανισμός αποφάσισε να μειώσει, από τον Ιούλιο του 1986, το ποσό της βελγικής συντάξεως επιζώντος που ελάμβανε η ενδιαφερομένη, ώστε να τηρείται το ανώτατο αυτό όριο.
11
Η Ravida προσέφυγε τότε ενώπιον του Tribunal du travail της Nivelles, ισχυριζόμενη ότι η απόφαση αυτή ήταν αντίθετη προς το άρθρο 51, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71.
12
Υπ' αυτές τις συνθήκες, το Tribunal du travail της Nivelles ανέστειλε τη δίκη μέχρις ότου το Δικαστήριο εκδώσει προδικαστική απόφαση επί του ακολούθου ερωτήματος:
« Όταν η νομοθεσία κράτους μέλους προβλέπει ανώτατο όριο σωρεύσεως για τις συντάξεις λόγω αποχωρήσεως και επιζώντων (εν προκειμένω, το άρθρο 52 του βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967 ) και το ανώτατο αυτό όριο έχει καθοριστεί, κατά την ημερομηνία ενάρξεως της καταβολής της συντάξεως, λαμβανομένης υπόψη και της παροχής που χορηγείται σε άλλο κράτος μέλος, μπορεί ο αρμόδιος φορέας του πρώτου κράτους να λάβει υπόψη τις αναπροσαρμογές της παροχής που χορηγεί το άλλο κράτος μέλος προκειμένου να υπολογίσει εκ νέου και να μειώσει, εφαρμόζοντας σιωπηρώς το άρθρο 51, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, το ποσό της αρχικώς χορηγηθείσας σύνταξης, εάν σε δεδομένη στιγμή γίνεται υπέρβαση του εθνικού ανωτάτου ορίου λόγω της μεταβολής της παροχής που καταβάλλει το άλλο κράτος; »
13
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση εκτίθενται διεξοδικώς το ιστορικό της διαφοράς και η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον είναι απαραίτητο για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
14
Ενόψει των στοιχείων της δικογραφίας της κυρίας δίκης, το προδικαστικό ερώτημα πρέπει να εννοηθεί ότι αφορά το ζήτημα αν το άρθρο 51 του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι, όταν, βάσει εθνικών κανόνων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, το ποσό της συντάξεως που καταβάλλει ένα κράτος μέλος σε εργαζόμενο, σωρευόμενο με το ποσό παροχής διαφορετικής φύσεως την οποία καταβάλλει άλλο κράτος μέλος, δεν υπερβαίνει ορισμένο ανώτατο όριο, η σύνταξη πρέπει να υπολογίζεται εκ νέου, προκειμένου να αποφευχθεί η υπέρβαση του ανωτάτου αυτού ορίου, σε περίπτωση μεταγενεστέρων μεταβολών της άλλης παροχής λόγω της εν γένει εξελίξεως της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως.
15
Προκαταρκτικώς, πρέπει να αναφερθεί ότι, στηριζόμενο στο γεγονός ότι η σύνταξη επιζώντος που χορηγείται σε εργαζόμενο βάσει της επαγγελματικής σταδιοδρομίας του συζύγου του δεν είναι της ιδίας φύσεως με τη σύνταξη λόγω αποχωρήσεως που καταβάλλεται βάσει της επαγγελματικής σταδιοδρομίας του ιδίου εργαζομένου, το ΟΝΡ υποστηρίζει, με τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι περιπτώσεις όπως αυτή που αποτελεί αντικείμενο της κυρίας δίκης διέπονται από το άρθρο 12, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1408/71.
16
Κατά το ΟΝΡ, η διάταξη αυτή έχει ως συνέπεια ότι ο οργανισμός που οφείλει να καταβάλλει σύνταξη επιζώντος υποκείμενη σε κανόνα που προβλέπει ανώτατο όριο βάσει εθνικών διατάξεων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως μπορεί να λαμβάνει υπόψη τις από οποιαδήποτε αιτία αναπροσαρμογές παροχής διαφορετικής φύσεως χορηγουμενης στον ίδιο εργαζόμενο, κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται σταθερά η τήρηση του εθνικού κανόνα που προβλέπει ανώτατο όριο. Επομένως, είναι αλυσιτελής η αναφορά του εθνικού δικαστηρίου στο άρθρο 51 του κανονισμού 1408/71.
17
Η επιχειρηματολογία αυτή πρέπει να απορριφθεί. Ναι μεν είναι αληθές ότι οι διατάξεις που επικαλείται, κατά τα ανωτέρω, το ΟΝΡ επιτρέπουν να αντιτάσσονται στον εργαζόμενο οι κανόνες περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως τους οποίους περιέχουν οι εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις για την περίπτωση σωρεύσεως συντάξεως με παροχές διαφορετικής φύσεως, οι διατάξεις όμως αυτές πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του τρόπου υπολογισμού της συντάξεως και, ενδεχομένως, για τον εκ νέου υπολογισμό της, όχι δε και για τον προσδιορισμό των περιστάσεων υπό τις οποίες πρέπει να γίνεται εκ νέου ο υπολογισμός αυτός. Τις περιστάσεις αυτές προσδιορίζει το άρθρο 51 του κανονισμού 1408/71, του οποίου την ερμηνεία αφορά η παρούσα υπόθεση.
18
Σχετικώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, προκειμένου να υπολογίσει το ποσό των παροχών γήρατος που οφείλονται σε εργαζόμενο ο οποίος έχει υπαχθεί στη νομοθεσία δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, ο αρμόδιος φορέας καθενός από τα κράτη αυτά πρέπει να προβεί σε σύγκριση μεταξύ του ποσού που οφείλεται δυνάμει μόνης της εθνικής νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων της περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, και του ποσού που προκύπτει από την εφαρμογή του άρθρου 46 του κανονισμό 1408/71. Για την εκκαθάριση καθεμιάς από τις παροχές πρέπει να εφαρμόζεται εκείνο από τα δύο συστήματα που είναι ευνοϊκότερο για τον εργαζόμενο.
19
Όπως αναφέρει το Δικαστήριο στην απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1982, Sinatra (7/81, Συλλογή 1982, σ. 137 ), κάθε μεταγενέστερη μεταβολή της μιας από τις παροχές συνεπάγεται, καταρχήν, νέα σύγκριση μεταξύ του εθνικού συστήματος και του κοινοτικού συστήματος, για να προσδιοριστεί ποιο είναι το ευνοϊκότερο για τον εργαζόμενο ύστερα από την επελθούσα μεταβολή.
20
Με την ίδια απόφαση, ωστόσο, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, προκειμένου να μειωθεί η επιβάρυνση της Διοικήσεως την οποία συνεπάγεται η επανεξέταση της καταστάσεως του εργαζομένου σε κάθε περίπτωση μεταβολής των χορηγουμένων παροχών, το άρθρο 51, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 αποκλείει τον εκ νέου υπολογισμό των παροχών σύμφωνα με το άρθρο 46, επομένως δε και νέα σύγκριση μεταξύ του εθνικού συστήματος και του κοινοτικού συστήματος, όταν η μεταβολή οφείλεται σε γεγονότα ξένα προς την ατομική κατάσταση του εργαζομένου και είναι συνέπεια της εν γένει εξελίξεως της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως.
21
Με την απόφαση της 1ης Μαρτίου 1984, Cinciuolo ( 104/83, Συλλογή 1984, σ. 1285 ), το Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης ότι, υπό την ερμηνεία αυτή, το άρθρο 51, παράγραφος 1, εφαρμόζεται όχι μόνον όταν η μεταβολή αφορά παροχή της οποίας το ποσό έχει καθοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 46, αλλά και όταν αφορά παροχή η οποία, μέσω των εθνικών κανόνων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, έχει επηρεάσει τον αρχικό υπολογισμό των παροχών γήρατος.
22
Νέος υπολογισμός των παροχών γήρατος, δυνάμει της παραγράφου 2 του άρθρου 51, πρέπει να γίνεται μόνο σε περίπτωση που η μεταβολή οφείλεται σε αλλαγή του τρόπου καθορισμού ή των κανόνων υπολογισμού μιας παροχής, λόγω, ιδίως, μεταβολής της προσωπικής καταστάσεως του εργαζομένου.
23
Από τα ανωτέρω έπεται ότι μόνο το γεγονός ότι η παροχή που μεταβλήθηκε κατόπιν της εν γένει εξελίξεως της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως δεν είναι της ιδίας φύσεως όπως οι παροχές γήρατος δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη προκειμένου να αποκλειστεί η εφαρμογή του άρθρου 51, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την εφαρμογή — ακόμα και « σιωπηρή » — του άρθρου 51, παράγραφος 2, όπως την αντιλαμβάνεται το εθνικό δικαστήριο στην απόφαση περί παραπομπής.
24
Κατά συνέπεια, και αν ακόμα, σε περίπτωση όπως της διαφοράς της κυρίας δίκης, η σύνταξη επιζώντος την οποία χορηγεί κράτος μέλος σε εργαζόμενο υπόκειται σε ανώτατο όριο βάσει των κανόνων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως τους οποίους περιέχει η νομοθεσία του κράτους αυτού, για να ληφθεί υπόψη σύνταξη λόγω αποχωρήσεως την οποία χορηγεί στον εργαζόμενο αυτό άλλο κράτος μέλος, το άρθρο 51, παράγραφος 1, κωλύει τον εκ νέου υπολογισμό της συντάξεως επιζώντος εξ αιτίας των αναπροσαρμογών της συντάξεως λόγω αποχωρήσεως, όταν οι αναπροσαρμογές αυτές αποτελούν συνέπεια της εν γένει εξελίξεως της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως.
25
Επομένως, στο προδικαστικό ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 51 του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι, όταν, βάσει εθνικών κανόνων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, το ποσό της συντάξεως που καταβάλλει ένα κράτος μέλος σε εργαζόμενο, σωρευόμενο με το ποσό παροχής διαφορετικής φύσεως την οποία καταβάλλει άλλο κράτος μέλος, δεν υπερβαίνει ορισμένο ανώτατο όριο, η σύνταξη δεν πρέπει να υπολογίζεται εκ νέου, προκειμένου να αποφευχθεί η υπέρβαση του ανωτάτου αυτού ορίου, σε περίπτωση μεταγενεστέρων μεταβολών της άλλης παροχής λόγω της εν γένει εξελίξεως της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως.
Επί των δικαστικών εξόδων
26
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κυρίας δίκης, χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που προέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Tribunal du travail της Nivelles με διάταξη της 7ης Μαρτίου 1989, αποφαίνεται:
Το άρθρο 51 του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος, έχει την έννοια ότι, όταν, βάσει εθνικών κανόνων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, το ποσό της συντάξεως που καταβάλλει ένα κράτος μέλος σε εργαζόμενο, σωρευόμενο με το ποσό παροχής διαφορετικής φύσεως την οποία καταβάλλει άλλο κράτος μέλος, δεν υπερβαίνει ορισμένο ανώτατο όριο, η σύνταξη δεν πρέπει να υπολογίζεται εκ νέου, προκειμένου να αποφευχθεί η υπέρβαση του ανωτάτου αυτού ορίου, σε περίπτωση μεταγενεστέρων μεταβολών της άλλης παροχής λόγω της εν γένει εξελίξεως της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως.
Zuleeg
Moitinho de Almeida
Grévisse
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 21 Μαρτίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος
M. Zuleeg
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy