ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-87/89 ( *1 )
Ι — Τα πραγματικά περιστατικά
1.
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 426/86 του Συμβουλίου, της 24ης Φεβρουαρίου 1986, για την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών (ΕΕ L 49, σ. 1 ), που αντικατέστησε τον προηγούμενο κανονισμό (ΕΟΚ) 517/77 του Συμβουλίου, καθιέρωσε στον τίτλο Ι καθεστώς ενισχύσεως στην παραγωγή για να αντισταθμίσει τη διαφορά μεταξύ της τιμής ορισμένων μεταποιημένων προϊόντων με βάση τα οπωροκηπευτικά κοινοτικής συγκομιδής και της τιμής των ίδιων προϊόντων εισαγωγής από τρίτες χώρες.
2.
Το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 989/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί καθορισμού επιπέδου εγγύησης για ορισμένα μεταποιημένα προϊόντα με βάση τα οπωροκηπευτικά (ΕΕ L 103, σ. 19), που εκδόθηκε βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 516/77 του Συμβουλίου, καθορίζει, για κάθε περίοδο, επίπεδο εγγύησης σε ποσότητα μεταποιημένων προϊόντων με βάση την τομάτα που αντιστοιχεί σε 4700000 τόνους νωπής τομάτας.
Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, σε περίπτωση υπερβάσεως του επιπέδου της εγγυήσεως για τα μεταποιημένα προϊόντα με βάση την τομάτα, η ενίσχυση μειώνεται για την επόμενη περίοδο σε συνάρτηση με την υπέρβαση. Το άρθρο 2 προβλέπει στην παράγραφο 2 ότι η υπέρβαση της παραγράφου 1 υπολογίζεται με βάση τον μέσον όρο των ποσοτήτων που παρήχθησαν κατά τη διάρκεια των τριών περιόδων που προηγούνται της περιόδου εμπορίας για την οποία πρέπει να καθοριστεί η ενίσχυση.
3.
Ο κανονισμός 1599/84 της Επιτροπής, της 5ης Ιουνίου 1984, περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του συστήματος ενίσχυσης στη παραγωγή προϊόντων που έχουν μεταποιηθεί από οπωροκηπευτικά (ΕΕ L 152, σ. 16), καθορίζει τις υποχρεώσεις των μεταποιητών και τις ευθύνες των κρατών κατά τη διαχείριση του συστήματος.
4.
Επειδή κατά τη διάρκεια των περιόδων 1982/1983 και 1983/1984 διαπιστώθηκαν θεαματική αύξηση της παραγωγής και ουσιώδης υπέρβαση των επιπέδων εγγυήσεως, το Συμβούλιο, με τον κανονισμό 1320/85 της 23ης Μαΐου 1985, σχετικά με προσωρινά μέτρα για την ενίσχυση στην παραγωγή μεταποιημένων προϊόντων με βάση τις τομάτες (ΕΕ L 137, σ. 41 ), περιόρισε τη χορήγηση της ενισχύσεως στην παραγωγή για το σύνολο των επιχειρήσεων μεταποιήσεως κάθε κράτους μέλους σε συγκεκριμένη ποσότητα, που καθορίστηκε χωριστά για τις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στη Γαλλία, στην Ελλάδα και στην Ιταλία, με αναφορά στην περίοδο εμπορίας 1982/1983.
5.
Για κάθε περίοδο εμπορίας η Επιτροπή καθορίζει την κατωτάτη τιμή που πρέπει να καταβληθεί στους παραγωγούς τομάτας, καθώς και το ποσό της ενισχύσεως στην παραγωγή για τα μεταποιημένα προϊόντα με βάση τις τομάτες:
—
για την περίοδο 1984/1985: κανονισμός (ΕΟΚ) 1925/84 της 5ης Ιουλίου 1984 ( ΕΕ L 179, σ. 15)
—
για την περίοδο 1985/1986: κανονισμός (ΕΟΚ) 2222/85 της 31ης Ιουλίου 1985 (ΕΕ L 205, σ. 16)
—
για την περίοδο 1986/1987: κανονισμός (ΕΟΚ) 2077/86 της 30ής Ιουνίου 1986 (ΕΕ L 179, σ. 11)
—
για την περίοδο 1987/1988: κανονισμός (ΕΟΚ) 2160/87 της 22ας Ιουλίου 1987 ( ΕΕ L 202, σ. 32 ).
Λόγω του ότι διαπιστώθηκαν υπερβάσεις για τις προηγούμενες περιόδους η Επιτροπή προέβη, για τις περιόδους 1984/1985, 1985/1986, 1986/1987 και 1987/1988, στις μειώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 2 του κανονισμού 989/84.
6.
Με έγγραφο της 17ης Οκτωβρίου 1986 η Société nationale interprofessionnelle de la tomate ( στο εξής: Sonito ) επέστησε την προσοχή της Επιτροπής στο γεγονός ότι, για τις περιόδους 1983/1984, 1984/1985, 1985/1986, ένα τμήμα των ενισχύσεων καταβλήθηκε κατόπιν απάτης οι απάτες αφορούσαν τόσο το επίπεδο της ποιότητας του προϊόντος όσο και το επίπεδο των ποσοτήτων που ανακοίνωσαν η Ιταλία και η Ελλάδα στην Επιτροπή και οι οποίες είχαν σε μεγάλο βαθμό υπερεκτιμηθεί. Οι απάτες αυτές προκάλεσαν ζημία στους γάλλους μεταποιητές, οφειλόμενη, αφενός, στον νοθευμένο ανταγωνισμό που αναγκάστηκαν να υποστούν από τους ιταλούς και έλληνες μεταποιητές που λαμβάνουν αδικαιολόγητες επιχορηγήσεις και μπορούν να πωλούν σε πιο ανταγωνιστικές τιμές και, αφετέρου, στη μείωση του ονομαστικού ποσού της ενισχύσεως έπειτα από την υπέρβαση των επιπέδων εγγυήσεως. Για τη δίωξη της απάτης η Επιτροπή διαθέτει τα μέσα που της παρέχει το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ για την παράβαση κράτους μέλους και το άρθρο 92 για τις απαγορευμένες κρατικές ενισχύσεις' για την ορθή εφαρμογή του επιπέδου εγγυήσεως η Επιτροπή δικαιούται να διορθώσει τα στοιχεία που της παρέχουν τα κράτη μέλη και που της φαίνονται ύποπτα. Η Sonito δήλωσε ότι περιμένει να λάβει η Επιτροπή θέση επί των διαφόρων ζητημάτων που ανέκυψαν.
7.
Στην απάντηση της 29ης Ιανουαρίου 1987 στην ερώτηση 1886/86 του Michel Debatisse, μέλους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (ΕΕ 1987, C 149, σ. 22 ), που αφορούσε τις απάτες σχετικά με τα στοιχεία για τη μεταποίηση της τομάτας, ιδίως στην Ιταλία και στην Ελλάδα, η Επιτροπή εξέθεσε ότι οι πλημμέλειες που διαπίστωσαν τα κράτη μέλη, τα οποία είχαν επιφορτιστεί με τον έλεγχο, αποτελούσαν αντικείμενο δικαστικών διώξεων. Από τους ελέγχους που πραγματοποίησε η Επιτροπή δεν προέκυψαν άλλες πλημμέλειες. Η Επιτροπή σκόπευε να παρακολουθήσει στενά την εξέλιξη του τομέα και να λάβει, αν παραστεί ανάγκη, τα κατάλληλα μέτρα.
8.
Παράλληλα με την καταγγελία τους στην Επιτροπή η Sonito και ορισμένα από τα μέλη της παρέστησαν ως πολιτική αγωγή σε ποινικές δίκες στην Ιταλία κατά μεταποιητών που κατηγορούνται ότι διέπραξαν απάτες μάταια ζήτησαν από την Επιτροπή να συνεργαστεί μαζί τους παρέχοντας τους στοιχεία για τις έρευνες που είχε πραγματοποιήσει.
9.
Έπειτα από άκαρπη ανταλλαγή απόψεων η Επιτροπή, με έγγραφο της 17ης Ιανουαρίου 1989, πληροφόρησε τη Sonito ότι από αβλεψία παρέλειψε να της επιβεβαιώσει εγγράφως τη θέση της καταγγελίας της στο αρχείο. Στο έγγραφο αυτό η Επιτροπή αναφέρθηκε στην απάντηση στη γραπτή ερώτηση 1886/86 και υπενθύμισε ότι από τις έρευνες που πραγματοποιήθηκαν δεν προέκυψαν πλημμέλειες.
II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
1.
Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Μαρτίου 1989, η Sonito και δεκαεπτά επιχειρήσεις μέλη της Sonito υπέβαλαν στο Δικαστήριο προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 17ης Ιανουαρίου 1989 και αγωγή αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης.
2.
Η Sonito και οι λοιπές προοφενγοναες-ενάγουσες εταιρίες ζητούν από Δικαστήριο:
1)
να ακυρώσει την απόφαση περί θέσεως της καταγγελίας τους στο αρχείο που τους κοινοποιήθηκε με έγγραφο της Επιτροπής της 17ης Ιανουαρίου 1989
2)
να υποχρεώσει την Επιτροπή να τους καταβάλει, νομιμοτόκως, ως αποζημίωση:
—
για τις 17 επιχειρήσεις μεταποιήσεως:
—
τη διαφορά μεταξύ της ενισχύσεως για τη μεταποίηση που πράγματι έλαβαν κατά τις περιόδους 1984/1985 και 1987/1988 και της ενισχύσεως που θα έπρεπε να είχαν λάβει, αν δεν είχε υπάρξει μείωση,
—
το ποσό που αντιστοιχεί στην εμπορική ζημία που υπέστησαν,
—
για τη Sonito: τα έξοδα της διαδικασίας στην Ιταλία
3)
να ορίσει πραγματογνώμονα για να εκτιμήσει την εμπορική ζημία που υπέστησαν οι 17 επιχειρήσεις μεταποιήσεως
4)
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
3.
Η Επιτροπή, καθήςεναγομένη, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ακυρώσεως και την αγωγή αποζημιώσεως ως απαράδεκτες
—
επικουρικώς, να τις απορρίψει ως αβάσιμες
—
να καταδικάσει τις προσφεύγουσες-ενάγουσες στα δικαστικά έξοδα.
4.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
5.
Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, το Δικαστήριο, με απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 1989, ανέθεσε την εκδίκαση της υποθέσεως στο έκτο τμήμα.
III — Λόγοι και βάσεις της προσφυγής-αγωγής και επιχειρήματα των διαδίκων
Α — Ως προς το παραδεκτό
α) Επί της προοφνγής ακυρώσεως
1.
Η Επιτροπή εκθέτει ότι η πράξη της οποίας ζητείται η ακύρωση είναι το από 17 Ιανουαρίου 1989 έγγραφο της με το οποίο πληροφόρησε την προσφεύγουσα Sonito ότι η καταγγελία της, με την οποία ζητήθηκε να κινήσει η Επιτροπή τη διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά της Ιταλίας και κατά της Ελλάδος, είχε τεθεί στο αρχείο. Η απόφαση όμως αυτή δεν αποτελεί πράξη που μπορεί να προσβληθεί δυνάμει του άρθρου 173.
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία λόγω παραβάσεως δεν περιέχει πράξη της Επιτροπής υποχρεωτικού χαρακτήρα η Επιτροπή διαθέτει ελευθερία εκτιμήσεως όσον αφορά την κίνηση της διαδικασίας αυτής και η απόφαση να μην την κινήσει δεν αφορά ατομικά και άμεσα τις προσφεύγουσες.
Μάταια οι προσφεύγουσες επιχειρούν να αναπροσδιορίσουν το αντικείμενο της προσφυγής ακυρώσεως ισχυριζόμενες ότι αφορά την άρνηση της Επιτροπής να διορθώσει το ποσό των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν στους γάλλους μεταποιητές. Το προς διόρθωση ποσό καθορίστηκε από κανονισμούς που έχουν γενική ισχύ και εφαρμόζονται στο σύνολο των μεταποιητών της Κοινότητας. Οι διατάξεις αυτές αφορούν τις προσφεύγουσες επιχειρήσεις μόνο υπό την αντικειμενική ιδιότητα τους ως παραγωγών, όπως ακριβώς και κάθε άλλο επιχειρηματία που βρίσκεται στην ίδια κατάσταση.
Κατά συνέπεια η Επιτροπή θεωρεί ότι πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως της 17ης Ιανουαρίου 1989 λόγω μη κινήσεως της διαδικασίας λόγω παραβάσεως και μη διορθώσεως των ποσών των ενισχύσεων.
2.
Οι προσφεύγουσες δεν αμφισβητούν ότι η προσφυγή ακυρώσεως αποφάσεως της Επιτροπής περί μη κινήσεως της διαδικασίας λόγω παραβάσεως είναι απαράδεκτη.
Με την προσφυγή τους ζητούν την ακύρωση της αρνήσεως της Επιτροπής να διορθώσει το ποσό των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν στους γάλλους μεταποιητές, ώστε να μην υποστούν τις συνέπειες των δηλώσεων των ιταλικών και ελληνικών αρχών σχετικά με την παραγωγή, που έχουν υπερεκτιμηθεί. Αυτή όμως η απόφαση της Επιτροπής αφορά τις προσφεύγουσες ατομικά και άμεσα.
β) Επί της αγωγής αποζημιώσεως
1.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι κατά πάγια νομολογία η ζημία που προκαλούν ενδεχομένως τα εθνικά όργανα δεν μπορεί να θέσει παρά μόνον θέμα ευθύνης των οργάνων αυτών και όχι ευθύνης της Κοινότητας ( απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1986, Krohn, 175/84, Συλλογή 1986, σ. 753, και απόφαση της 7ης Ιουλίου 1987, L'Etoile commerciale, 89/86 και 91/86, Συλλογή 1987, σ. 3005). Η προβαλλόμενη όμως ζημία οφείλεται στις παραλείψεις ή τις αμέλειες των εθνικών αρχών που είναι αρμόδιες, δυνάμει της κοινοτικής νομοθεσίας, για τον έλεγχο και την επαλήθευση των στοιχείων σχετικά με τις μεταποιηθείσες ποσότητες, καθώς και για τη δίωξη όταν διαπιστώνονται απάτες. Η κίνηση της διαδικασίας λόγω παραβάσεως αφορά αποκλειστικά τις σχέσεις μεταξύ Επιτροπής και κρατών μελών, η δε άρνηση κινήσεως της διαδικασίας αυτής δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αιτία ενδεχομένης ζημίας που υπέστησαν οι ενάγουσες.
Ακόμη και όπως αναπροσδιορίστηκε από τις ενάγουσες με το υπόμνημα τους απαντήσεως, η αγωγή αποζημιώσεως είναι απαράδεκτη.
Η άρνηση της Επιτροπής να συνεργαστεί με τις ενάγουσες στις διαδικασίες που κινήθηκαν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, γνωστοποιώντας τους πληροφορίες για τις προβαλλόμενες απάτες, δεν είναι παράνομη οι πληροφορίες που διαβίβασαν τα κράτη μέλη είναι εμπιστευτικές και μόνον οι εθνικές αρχές, και συγκεκριμένα οι δικαστικές αρχές, θα μπορούσαν να χορηγήσουν τις αιτούμενες πληροφορίες.
Επικρίνοντας την άρνηση διορθώσεως των ποσών της ενισχύσεως, στην οποία κατά τους ισχυρισμούς τους οφείλεται η ζημία, οι ενάγουσες επικρίνουν στην πραγματικότητα τη συμπεριφορά των εθνικών αρχών ελέγχου και την άρνηση της Επιτροπής να ασκήσει προσφυγή λόγω παραβάσεως κατά της Ιταλίας και της Ελλάδας.
Η αγωγή για την αποκατάσταση της ζημίας, που συνίσταται στη διαφορά μεταξύ του ποσού της ενισχύσεως που πράγματι καταβλήθηκε και του ποσού που θα έπρεπε να είχαν λάβει οι ενάγουσες, αν δεν είχε υπάρξει μείωση, αντιστοιχεί στην καταβολή του ποσού που θα προέκυπτε από την άρση ή την ακύρωση της μειώσεως της ενισχύσεως που καθορίστηκε με τους διαδοχικούς κανονισμούς της Επιτροπής. Κατά πάγια όμως νομολογία μια τέτοια αγωγή αποζημιώσεως είναι απαράδεκτη (απόφαση της 15ης Ιουλίου 1963, Plaumann, 25/62, Rec. 1963, σ. 197, και απόφαση Krohn, που προαναφέρθηκε ).
2.
Οι ενάγουσες υπογραμμίζουν ότι ουδέποτε ισχυρίστηκαν ότι η ζημία προκύπτει άμεσα από τη μη κίνηση διαδικασίας λόγω παραβάσεως.
Για να επιτύχουν την αποκατάσταση της εμπορικής τους ζημίας οι ενάγουσες κίνησαν διαδικασίες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Η άρνηση της Επιτροπής να συνεργαστεί και να παράσχει διευκρινίσεις για τις απάτες που διαπιστώθηκαν, οι οποίες θα επέτρεπαν στους γάλλους παραγωγούς και μεταποιητές να επιτύχουν τη δικαστική αναγνώριση των δικαιωμάτων τους, αποτελεί πταίσμα ικανό να γεννήσει ευθύνη της Επιτροπής.
Οι ενάγουσες ζητούν εξάλλου, σε αποκατάσταση της ζημίας που προέκυψε από το διαφυγόν κέρδος στον τομέα των ενισχύσεων, την καταβολή της διαφοράς μεταξύ της ενισχύσεως που πράγματι έλαβαν κατά τις περιόδους 1984/1985 έως 1987/1988 και της ενισχύσεως που θα έπρεπε να είχαν λάβει αν δεν είχε υπάρξει η μείωση που οφείλεται στις υπερεκτιμήσεις στην Ιταλία και στην Ελλάδα.
Β — Ως προς τψ ουσία
α) Επί της προσφυγής ακυρώσεως
1.
Οι προσφεύγουσες εκθέτουν ότι δεν αμφισβητούν τη νομιμότητα της αποφάσεως της Επιτροπής να μην κινήσει διαδικασία δυνάμει του άρθρου 169 ζητούν από το Δικαστήριο να διαπιστώσει τον παράνομο χαρακτήρα της αποφάσεως για τη θέση της καταγγελίας στο αρχείο, δεδομένου ότι η Επιτροπή έπρεπε να εξετάσει τα προβλήματα που έθεσαν οι προσφεύγουσες και να επανεξετάσει τη βάση που έγινε δεκτή για τον υπολογισμό της ενισχύσεως.
Η απόφαση περί απορρίψεως της καταγγελίας δεν δικαιολογείται από καμία παρατήρηση σχετικά με τα στοιχεία που αναφέρουν οι προσφεύγουσες και επομένως παραβιάζει το άρθρο 190 της Συνθήκης. Η Επιτροπή παρέβλεψε επίσης την αποστολή που της επιβάλλει το άρθρο 155 ως φύλακα της Συνθήκης.
Η συνοπτική απάντηση στη γραπτή ερώτηση 1886/86 δεν μπορεί να αντισταθμίσει την έλλειψη αιτιολογίας. Κάποιες αιτιολογίες που αναφέρει η Επιτροπή στο έγγραφο της της 17ης Ιανουαρίου 1989 είναι, εξάλλου, ανακριβείς. Η διαβεβαίωση της Επιτροπής ότι δεν διαθέτει στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η Ιταλία και η Ελλάδα παρέβησαν τις υποχρεώσεις τους, διαψεύδεται από το ίδιο το γεγονός της διαβιβάσεως στοιχείων που έχουν προφανώς υπερεκτιμηθεί. Η διαβεβαίωση ότι τα κράτη διώκουν, με την απαιτούμενη επιμέλεια, τις διαπιστωθείσες πλημμέλειες και αναζητούν τις αχρεωστήτως καταβληθείσες ενισχύσεις, παραβλέπει το γεγονός ότι στην Ιταλία οι απάτες εις βάρος της Κοινότητας τιμωρούνται με ποινές πολύ κατώτερες από αυτές που ισχύουν για τις απάτες εις βάρος του Δημοσίου, μεγάλος δε αριθμός καταδικασθέντων για απάτη αμνηστεύθηκε με νόμο της 23ης Δεκεμβρίου 1986.
Ενόψει της προφανούς υπερεκτιμήσεως των στοιχείων σχετικά με τη μεταποίηση που γνωστοποίησαν η Ιταλία και η Ελλάδα, η Επιτροπή δεν έπρεπε να θέσει την καταγγελία στο αρχείο χωρίς να επανεξετάσει τον καθορισμό του ποσού της ενισχύσεως. Τα αριθμητικά στοιχεία που προέβαλαν οι προσφεύγουσες είναι ορθά και η Επιτροπή δεν μπορεί να τα αμφισβητεί χωρίς να ανακοινώνει η ίδια τα στοιχεία της. Οι απαντήσεις στην αιτίαση σχετικά με την υπερεκτίμηση των στοιχείων που γνωστοποίησαν η Ιταλία και η Ελλάδα, οι οποίες προτάθηκαν στο στάδιο της παρούσας διαδικασίας, δεν μπορούν να αντισταθμίσουν την έλλειψη αιτιολογίας από την οποία πάσχει η προσβαλλόμενη απόφαση.
Η άρνηση συνεργασίας με τις προσφεύγουσες στις διαδικασίες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων συνιστά πταίσμα. Το ίδιο συμβαίνει με την παράλειψη της Επιτροπής να ενημερώσει τις προσφεύγουσες για τη θέση της καταγγελίας τους στο αρχείο και το γεγονός ότι τις άφησε, για μακρά περίοδο, να περιμένουν τη συνέχεια των ερευνών.
Η άρνηση διερευνήσεως του προβλήματος της ζημίας που υπέστησαν οι γάλλοι μεταποιητές από την εφαρμογή του επιπέδου της εγγυήσεως, αποτελεί παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων που καθιερώνεται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ.
2.
Όσον αφορά την αιτίαση περί ελλείψεως αιτιολογίας, η Επιτροπή εκθέτει ότι η επιχειρηματολογία των προσφευγουσών οφείλεται σε σύγχυση μεταξύ της διαδικασίας περί διαπιστώσεως της παραβάσεως και της διαδικασίας καταστολής της απάτης, η οποία, βάσει της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ Επιτροπής και κρατών μελών, είναι έργο αποκλειστικώς και μόνο των εθνικών αρχών.
Κατόπιν της καταγγελίας που υπέβαλαν οι προσφεύγουσες, η Επιτροπή προέβη στις επιβεβλημένες έρευνες και διαπίστωσε ότι οι απάτες δεν οφείλονταν σε παραλείψεις των εθνικών αρχών, ότι έχουν περιθωριακό χαρακτήρα και ότι οι προσήκουσες συνέπειες θα συναχθούν κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών των σχετικών περιόδων εμπορίας. Στο προσβαλλόμενο έγγραφο της 17ης Ιανουαρίου 1989 και στην απάντηση στην κοινοβουλευτική ερώτηση 1886/86η Επιτροπή εξέθεσε τους λόγους που την οδήγησαν να μην κινήσει τη διαδικασία λόγω παραβάσεως.
Τα αριθμητικά στοιχεία που αναφέρουν οι προσφεύγουσες στην καταγγελία τους, ουδόλως αποδεικνύουν την ύπαρξη υπερεκτιμήσεως εκ μέρους των ελληνικών και ιταλικών αρχών η Επιτροπή δεν είχε λόγο να αμφισβητήσει την αξιοπιστία των εθνικών στοιχείων.
Οι επικρίσεις που αφορούν την αντίδραση της Επιτροπής υπό το πρίσμα των διατάξεων του ιταλικού ποινικού κώδικα συνίστανται, στην πραγματικότητα, στην αιτίαση ότι δεν άσκησε προσφυγή λόγω παραβάσεως. Πρέπει εξάλλου να σημειωθεί ότι οι ίδιες ποινές φυλακίσεως και προστίμου επιβάλλονται στην περίπτωση απάτης σχετικής με τις ενισχύσεις του ΕΓΤΠΕ και τις εθνικές ενισχύσεις που καταβάλλει, σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία, το ιταλικό κράτος και ότι οι ποινές αυτές έχουν αποτρεπτικό χαρακτήρα.
Οι προσφεύγουσες δεν μπορούν, στο στάδιο της υποβολής του υπομνήματος απαντήσεως, να απομονώσουν ένα τμήμα της καταγγελίας τους, δηλαδή αυτό που αφορά τη διόρθωση των στοιχείων που προσκομίζουν τα κράτη μέλη, από το πλαίσιο της γενικής επικρίσεως σχετικά με τις παραλείψεις των εθνικών αρχών.
Δεν μπορεί να γίνει δεκτή η επίκριση σχετικά με την άρνηση συνεργασίας, λόγω του εμπιστευτικού χαρακτήρα των πληροφοριών που δεσμεύει την Επιτροπή.
Όσον αφορά την προθεσμία απαντήσεως, η Επιτροπή εκθέτει ότι το έγγραφο της 17ης Ιανουαρίου 1989 αποτελεί απλή τυπική επιβεβαίωση της αποφάσεως περί θέσεως της καταγγελίας στο αρχείο, της οποίας οι προσφεύγουσες έπρεπε να έχουν λάβει γνώση από την απάντηση στην κοινοβουλευτική ερώτηση 1886/86 και κατόπιν της ανταλλαγής απόψεων με τις υπηρεσίες της.
Η προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων μπορεί το πολύ να απορρέει από τις παραλείψεις που καταλογίζονται στις εθνικές αρχές.
Οι διορθώσεις που ενδεχομένως επιβάλλονται ισχύουν, εξάλλου, για όλους τους μεταποιητές τομάτας και όχι μόνο για τους γάλλους επιχειρηματίες.
β) Επί της αγωγής αποξημιώαεως
1.
Οι ενάγουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή περιέπεσε σε πταίσμα που τους προκάλεσε ζημία.
Η θέση της καταγγελίας στο αρχείο χωρίς να εξεταστούν οι προβαλλόμενες αιτιάσεις είναι παράνομη. Τα στοιχεία που διαβίβασαν οι ιταλικές και ελληνικές αρχές δεν ήταν αξιόπιστα. Ο ύποπτος χαρακτήρας των στοιχείων αυτών καθίσταται προφανής από το γεγονός ότι, κατά την έκδοση του κανονισμού 1320/85 που καθιέρωσε ποσοστώσεις παραγωγής, η Επιτροπή αναφέρθηκε στην περίοδο εμπορίας 1982/1983 και όχι στα διαθέσιμα στοιχεία για τις περιόδους 1983/1984 και 1984/1985. Αντίθετα απ' ότι στην Ιταλία και στην Ελλάδα, στη Γαλλία δεν υπήρξε υπέρβαση κατά τις περιόδους 1983/1984 και 1984/1985. Η μείωση της ενισχύσεως προς τους μεταποιητές, που επήλθε με την εφαρμογή του επιπέδου της εγγυήσεως, οφείλεται στις υπερβάσεις που σημειώθηκαν στην Ιταλία και στην Ελλάδα. Λαμβάνοντας μέτρα που θίγουν τους γάλλους παραγωγούς, ενώ αυτοί δεν είναι υπεύθυνοι για τις υπερβάσεις, η Επιτροπή παραβιάζει την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Είναι εσφαλμένος ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι οι απάτες δεν είχαν παρά περιθωριακό χαρακτήρα.
Υπάρχει άμεσος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς της Επιτροπής και της ζημίας που υπέστησαν οι ενάγουσες.
Η ζημία που υπέστησαν οι ενάγουσες συντίθεται από τρία στοιχεία: το διαφυγόν κέρδος όσον αφορά την ενίσχυση, την εμπορική ζημία και τα δικαστικά έξοδα.
Το διαφυγόν κέρδος, όσον αφορά την ενίσχυση στην παραγωγή, συνίσταται στη διαφορά μεταξύ των ποσών που πράγματι εισπράχθηκαν και αυτών που θα είχαν καταβληθεί αν δεν είχε πραγματοποιηθεί η μείωση που οφείλεται στην υπέρβαση του επιπέδου της εγγυήσεως. Η ύπαρξη της ζημίας αυτής δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και οι ενάγουσες μπορούν να παράσχουν στο Δικαστήριο λεπτομερή στοιχεία σχετικά με την καθεμία από αυτές.
Η εμπορική ζημία καλύπτει το διαφυγόν κέρδος που αφορά τις τιμές πωλήσεως Kat τις απώλειες από τις εκμεταλλεύσεις, το διαφυγόν κέρδος που αφορά τις ποσότητες που πωλήθηκαν στην αγορά και τις οικονομικές συνέπειες της παύσεως της δραστηριότητας ορισμένων επιχειρήσεων. Οι ενάγουσες προσκομίζουν αριθμητικούς πίνακες σχετικά με τις ζημίες που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν.
Με το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο οι ενάγουσες ζητούν επίσης απόδοση των δικαστικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν στις ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων δίκες.
2.
Η Επιτροπή αμφισβητεί ότι η απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1989 είναι παράνομη. Οι έρευνες που πραγματοποίησε της επέτρεψαν να συναγάγει το συμπέρασμα ότι τα στοιχεία που ανακοίνωσαν οι εθνικές αρχές ήταν αξιόπιστα. Το ότι ο κανονισμός 1320/85 αναφέρεται στην περίοδο 1982/1983 δεν σημαίνει ότι τα στοιχεία των επομένων περιόδων είναι ύποπτα, αλλά ότι δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ως αντιπροσωπευτικά μιας αγοράς που βρίσκεται σε ισορροπία. Οι υπερβάσεις των επιπέδων εγγυήσεως αποτελούν συνέπεια των πλεονασμάτων της συγκομιδής στην Κοινότητα κατά τις περιόδους 1983/1984 και 1984/1985.
Τα επίπεδα της εγγυήσεως έχουν καθοριστεί για το σύνολο της Κοινότητας και κάθε υπέρβαση των επιπέδων αυτών συνεπάγεται μείωση της ενισχύσεως για κάθε επιχειρηματία της Κοινότητας. Υπό τις συνθήκες αυτές δεν είναι δυνατόν να κατηγορηθεί η Επιτροπή ότι προέβη σε διάκριση εις βάρος των γάλλων παραγωγών.
Η ευθύνη της Κοινότητας λόγω μη διορθώσεως των ποσών της ενισχύσεως αποτελεί περίπτωση ευθύνης λόγω εκδόσεως κανονιστικών πράξεων' η ευθύνη όμως της Κοινότητας στην περίπτωση αυτή δεν γεννάται παρά μόνο σε περίπτωση επαρκώς διακεκριμένης παραβάσεως υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες (απόφαση της 25ης Μαΐου 1978, HNL, 83/76 και 94/76, 4/77, 15/77 και 40/77, Rec. 1978, σ. 1209).
Δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της μη κινήσεως της διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 169 και της προβαλλόμενης ζημίας. Η ζημία αυτή, αν υποτεθεί ότι έχει αποδειχθεί, απορρέει από τις υφιστάμενες κατά τους ισχυρισμούς των εναγουσών απάτες ορισμένων ελλήνων και ιταλών μεταποιητών, ο κολασμός των οποίων είναι έργο των κρατών μελών.
Η ζημία που συνίσταται στο διαφυγόν κέρδος όσον αφορά τις ενισχύσεις παραγωγής και η εμπορική ζημία οφείλονται στις μειώσεις των ενισχύσεων που έθιξαν το σύνολο των επιχειρήσεων μεταποιήσεως της τομάτας στην Κοινότητα. Το τμήμα των μειώσεων που μπορεί να οφείλονται στις απάτες που διέπραξαν ορισμένες επιχειρήσεις είναι σημαντικά μειωμένο στο επίπεδο των ατομικών επιχειρήσεων, λαμβανομένου υπόψη του περιθωριακού χαρακτήρα και του μέσου όρου που προκύπτει από τον τρόπο υπολογισμού της υπερβάσεως. Όσον αφορά ειδικά την κατάσταση της Γαλλίας, διαπιστώνονται αυξήσεις των ποσοτήτων που παρήχθησαν στη Γαλλία κατά τη διάρκεια των περιόδων 1984/1985 και 1985/1986, και αυτό παρά την πολύ σημαντική μείωση της ενισχύσεως. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι τα έξοδα μεταποιήσεως είναι πολύ μεγαλύτερα στη Γαλλία απ' ό,τι στην Ιταλία.
F. Α. Schockweiler
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (έκτο τμήμα)
της 17ης Μαΐου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-87/89,
1) Société nationale interprofessionnelle de la tomate (Sonito), γαλλική εταιρία με έδρα την Avignon ( Γαλλία ),
2) Beaudoux, γαλλική εταιρία με έδρα το Lambese ( Γαλλία ),
3) Coopérative agricole de transformations et de ventes, με έδρα το Camaret ( Γαλλία ),
4) Cuisine et conserves des régions de France ( CCRF ), γαλλική εταιρία με έδρα το Casseneuil ( Γαλλία ),
5) Conserve-Gard, γαλλική εταιρία με έδρα την Nîmes ( Γαλλία ),
6) Conserveries du Midi, γαλλική εταιρία με έδρα το Sarrians ( Γαλλία ),
7) Conserveries réunies de Bergerac, γαλλική εταιρία με έδρα το Bergerac ( Γαλλία ),
8) Francai, γαλλική εταιρία με έδρα το Boé ( Γαλλία ),
9) Gaston Jouval, γαλλική εταιρία με έδρα το Cavaillon ( Γαλλία ),
10) Giraud Aine, γαλλική εταιρία με έδρα το Sarrians ( Γαλλία ),
11) Conserves P. Guintrand, γαλλική εταιρία με έδρα το Carpentras ( Γαλλία ),
12) Larroche frères, γαλλική εταιρία με έδρα το Saint-Sylvestre-sur-le-Lot ( Γαλλία ),
13) Conserves alimentaires Louis Martin, γαλλική εταιρία με έδρα το Monteux ( Γαλλία ),
14) Otra, γαλλική εταιρία με έδρα το Tarascón ( Γαλλία ),
15) Piquet Paul et Pierre, γαλλική εταιρία με έδρα το Monteux ( Γαλλία ),
16) Promosud, γαλλική εταιρία με έδρα το Cahors ( Γαλλία ),
17) Société de conserves alimentaires méridionales, provençales et italiennes (Scampi), γαλλική εταιρία με έδρα την Orange ( Γαλλία ),
18) Société industrielle de transformation de produits agricoles ( Sitpa ), γαλλική εταιρία με έδρα την Auxonne ( Γαλλία ),
εκπροσωπούμενες από τους Nicole Coutrelis και André Coutrelis, δικηγόρους Παρισιού της εταιρείας δικηγόρων Coutrelis και συνεργάτες, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου Marc Loesch, 8, rue Zithe,
προσφεύγουσες-ενάγουσες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Patrick Hetsch, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής-εναγομένης,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 17ης Ιανουαρίου 1989 και αγωγή για την αποκατάσταση της ζημίας που προκάλεσε η Επιτροπή,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος,. F. Α. Schockweiler, G. F. Mancini, T. F. O'Higgins και Μ. Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Ο. Lenz
γραμματέας: J. A. Pompe, βοηθός γραμματέας
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 7ης Φεβρουαρίου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Μαρτίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Μαρτίου 1989, η Société nationale interprofessionnelle de la tomate ( στο εξής: Sonito ) και δεκαεπτά επιχειρήσεις μέλη της προαναφερθείσας άσκησαν, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής, που τους κοινοποιήθηκε στις 17 Ιανουαρίου 1989, με την οποία η Επιτροπή έθεσε στο αρχείο μία καταγγελία των προσφευγουσών, και, δυνάμει των άρθρων 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, αγωγή αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας.
2
Με την καταγγελία της 17ης Οκτωβρίου 1986, η Sonito επέστησε την προσοχή της Επιτροπής στις απάτες που διέπραξαν, στο πλαίσιο του καθεστώτος ενισχύσεως για τη μεταποίηση της τομάτας, μεταποιητές που ασκούν τη δραστηριότητα τους στην Ελλάδα και στην Ιταλία. Τα στοιχεία σχετικά με τη μεταποίηση που διαβίβασαν αυτά τα δύο κράτη μέλη για τις περιόδους 1983/1984, 1984/1985 και 1985/1986 είχαν υπερεκτιμηθεί σε μεγάλο βαθμό, γεγονός που είχε ως συνέπεια να υποστούν ζημία οι γάλλοι μεταποιητές, τόσο σε επίπεδο ανταγωνισμού όσο και λόγω μειώσεως της ενισχύσεως για τις περιόδους που ακολούθησαν εκείνη κατά τη διάρκεια της οποίας σημειώθηκε υπέρβαση του επιπέδου εγγυήσεως που προβλέπει η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση. Η Sonito έκρινε ότι η Επιτροπή μπορούσε να ασκήσει κατά των εν λόγω κρατών μελών προσφυγή λόγω παραβάσεως, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ και ότι είχε υποχρέωση να προβεί σε διόρθωση, σύμφωνα με την εφαρμοστέα κοινοτική κανονιστική ρύθμιση, των εσφαλμένων στοιχείων που διαβίβασαν τα κράτη μέλη.
3
Στο έγγραφο της 17ης Ιανουαρίου 1989 η Επιτροπή εξέθεσε ότι δεν είχε στη διάθεση της στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η Ιταλία ή η Ελλάδα δεν εξεπλήρωσαν τις υποχρεώσεις ελέγχου και εξακριβώσεως που υπέχουν και ότι από έρευνες που διεξήγαγαν οι υπηρεσίες της δεν προέκυψε η ύπαρξη πλημμελειών.
4
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας, οι λόγοι ακυρώσεως, η βάση της αγωγής και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί της προσφυγής ακυρώσεως
5
Με την προσφυγή που ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ ζητείται συγχρόνως η ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής να μην ακολουθήσει την πρόσκληση της Sonito για κίνηση της διαδικασίας λόγω παραβάσεως κατά της Ιταλίας και κατά της Ελλάδας, και της αρνήσεως της να προβεί σε αναδρομική διόρθωση των στοιχείων που προσκόμισαν τα κράτη μέλη και, κατά συνέπεια, των ποσών των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν στους γάλλους μεταποιητές.
6
Όσον αφορά την απόφαση της Επιτροπής να μην κινήσει διαδικασία λόγω παραβάσεως, από την οικονομία του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο αυτό, αλλά διαθέτει εξουσία εκτιμήσεως η οποία αποκλείει το δικαίωμα των ιδιωτών να απαιτούν από το εν λόγω όργανο να ενεργεί προς ορισμένη κατεύθυνση ασκώντας προσφυγή ακυρώσεως κατά της αρνήσεως του να ενεργήσει.
7
Συγκεκριμένα, η Επιτροπή εκδίδει αιτιολογημένη γνώμη μόνον αν θεωρεί ότι το οικείο κράτος μέλος παρέβη μία από τις υποχρεώσεις του. Εξάλλου, σε περίπτωση που το κράτος αυτό δεν συμμορφωθεί με τη γνώμη αυτή μέσα στην ταχθείσα προθεσμία, η Επιτροπή έχει εν πάση περιπτώσει την ευχέρεια, όχι όμως και την υποχρέωση, να προσφύγει στο Δικαστήριο ζητώντας να διαπιστωθεί η προσαπτόμενη παράβαση ( βλέπε, τελευταία, την απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1989, Star Fruit, 247/87, Συλλογή 1989, σ. 291 ).
8
Ως προς την άρνηση της Επιτροπής να προβεί στην αναδρομική διόρθωση του ποσού των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν, αρκεί να διαπιστωθεί ότι οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν ότι η εν λόγω άρνηση τις αφορά άμεσα και ατομικά, κατά το άρθρο 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ. Πράγματι, η αιτούμενη αναδρομική διόρθωση θα έπρεπε να γίνει υπό μορφή κανονισμού γενικής ισχύος που να αφορά, κατά τρόπο αντικειμενικό, όλους τους επιχειρηματίες της Κοινότητας υπό μόνη την ιδιότητα τους ως μεταποιητών τομάτας.
9
Η προσφυγή ακυρώσεως πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ως απαράδεκτη όσον αφορά τόσο την απόφαση της Επιτροπής να μην κινήσει τη διαδικασία δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ κατά της Ιταλίας και κατά της Ελλάδος όσο και την άρνηση της να προβεί σε αναδρομική διόρθωση του ποσού των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν.
Επί της αγωγής αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης
10
Οι ενάγουσες ζητούν την αποκατάσταση τριών ζημιών, ήτοι της διαφοράς μεταξύ του ποσού της ενισχύσεως που έλαβαν πράγματι κατά τις περιόδους 1984/1985 έως 1987/1988 και του ποσού της ενισχύσεως που θα έπρεπε να λάβουν άν δεν υπήρχε μείωση, της εμπορικής ζημίας και, μόνο για τη Sonito, την απόδοση των δικαστικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκε στην Ιταλία.
11
Η Επιτροπή αμφισβητεί το παραδεκτό της αγωγής αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης, ισχυριζόμενη ότι οι ενάγουσες θέτουν στην πραγματικότητα ζήτημα παραλείψεων ελέγχου και διώξεων που είναι έργο μόνον των εθνικών αρχών. Όμως μόνον τα εθνικά δικαστήρια είναι αρμόδια να εξασφαλίσουν την αποκατάσταση ζημίας που καταλογίζεται στις εθνικές αρχές.
12
Σχετικά πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι υπέστησαν ζημίες οι οποίες, κατά την άποψη τους, οφείλονται σε συμπεριφορά όχι των εθνικών αρχών αλλά της Επιτροπής, συμπεριφορά που ισχυρίζονται ότι είναι παράνομη και συνίσταται στην παράλειψη διορθώσεως των στοιχείων που διαβίβασαν ορισμένα κράτη μέλη και, κατά συνέπεια, των χορηγηθεισών ενισχύσεων. Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί αυτή η ένσταση απαραδέκτου.
13
Όσον αφορά το αίτημα για αποκατάσταση της ζημίας που απορρέει από τη διαφορά μεταξύ της ενισχύσεως που πράγματι καταβλήθηκε και αυτής που οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι δικαιούνται, η Επιτροπή προβάλλει μία δεύτερη ειδική ένσταση απαραδέκτου, υποστηρίζοντας ότι το πραγματικό αντικείμενο της αγωγής αυτής ισοδυναμεί με την καταβολή των ποσών που θα προέκυπταν από την ανάκληση ή την ακύρωση των διαδοχικών κανονισμών που εξέδωσε η Επιτροπή δεδομένου όμως ότι οι προσφεύγουσες-ενάγουσες δεν έχουν δικαίωμα να επιδιώξουν έναν τέτοιο σκοπό με την προσφυγή βάσει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, δεν μπορούν να τον επιδιώξουν ούτε με την αγωγή αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης δυνάμει των άρθρων 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης.
14
Πρέπει σχετικά να υπενθυμιστεί ότι η αγωγή αποζημιώσεως των άρθρων 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ έχει θεσπιστεί ως αυτοτελές ένδικο βοήθημα, που επιτελεί ιδιαίτερη λειτουργία στο πλαίσιο του συστήματος παροχής έννομης προστασίας και υπάγεται σε προϋποθέσεις ασκήσεως που έχουν οριστεί έτσι ώστε να εξυπηρετούν τον σκοπό του. Διακρίνεται ιδίως από την προσφυγή ακυρώσεως κατά το ότι με αυτήν δεν επιδιώκεται η άρση συγκεκριμένου μέτρου, αλλά η αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από τις πράξεις ενός οργάνου (βλέπε απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1986, Krohn, 175/84, Συλλογή 1986, σ. 753, 763 ).
15
Επομένως το αίτημα αποζημιώσεως που υπέβαλαν οι ενάγουσες πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο της αγωγής αυτής και μπορεί να γίνει δεκτό αν είναι βάσιμο, χωρίς να χρειάζεται να εκδώσει η Επιτροπή νέες κανονιστικές πράξεις (απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1979, Interquell, 261/78 και 262/78, Rec. 1979, σ. 3045 ). Υπό τις συνθήκες αυτές ηαγωγή πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή.
16
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου η θεμελίωση εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας εξαρτάται από την πλήρωση σειράς προϋποθέσεων που αφορούν τον παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς που προσάπτεται στα κοινοτικά όργανα, το υποστατό της ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς και της επικαλούμενης ζημίας.
17
Όσον αφορά το αίτημα αποκαταστάσεως της ζημίας που προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ της ενισχύσεως που προβλεπόταν και πράγματι καταβλήθηκε και εκείνης που θα έπρεπε να καταβληθεί και της εμπορικής ζημίας, πρέπει να τονιστεί ότι οι προσφεύγουσες δεν μπόρεσαν να αποδείξουν την ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς της Επιτροπής. Πράγματι, από τη δικογραφία και τις συζητήσεις στο ακροατήριο προκύπτει ότι η τελευταία είχε στη διάθεση της, ως προς τις απάτες που υποστηρίζεται ότι διέπραξαν επιχειρηματίες στην Ιταλία και στην Ελλάδα, μεμονωμένα μόνο και μη εξακριβωμένα στοιχεία που της κοινοποίησαν οι εθνικές αρχές. Εξάλλου, από τους ελέγχους που πραγματοποίησαν οι υπηρεσίες της Επιτροπής δεν προέκυψε ότι υπήρξαν απάτες όπως αυτές που επικαλούνται οι ενάγουσες. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή δεν μπορούσε να προβεί κατά νόμο στη διόρθωση των προσκομισθέντων στοιχείων και, κατά συνέπεια, σε αναδρομική προσαρμογή του ποσού των ενισχύσεων για τις περιόδους 1984/1985 έως 1987/1988.
18
Ως προς το αίτημα αποδόσεως των δικαστικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκε στην Ιταλία, η Sonito δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι η Επιτροπή είχε υποχρέωση να την υποστηρίξει στο πλαίσιο διαδικασιών οι οποίες, εν πάση περιπτώσει, δεν θα μπορούσαν να καταλήξουν σε αποζημίωση της για την κύρια ζημία την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη και η οποία συνίσταται στο διαφυγόν κέρδος λόγω μη προσαρμογής των χορηγηθέντων ποσών ενισχύσεως.
19
Υπό τις συνθήκες αυτές η αγωγή αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Επί των δικαστικών εξόδων
20
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες-ενάγουσες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή ακυρώσεως ως απαράδεκτη.
2)
Απορρίπτει την αγωγή αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης ως αβάσιμη.
3)
Καταδικάζει τις προσφεύγουσες-ενάγουσες στα δικαστικά έξοδα.
Κακούρης
Schockweiler
Mancini
O'Higgins
Diez de Velasco
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 17 Μαΐου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο πρόεδρος του έκτου τμήματος
Κ. Ν. Κακούρης
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy