ΈΚΘΕΣΗ ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ
στην υπόθεση C-93/89 ( *1 )
Ι — Η επίμαχη εθνική νομοθεσία και η διαδικασία πριν από την άσκηση της προσφυγής
1.
Με το άρθρο 2 του Fisheries (Amendment) Act 1983 (νόμου του 1983 για την τροποποίηση του νόμου περί αλιείας, στο εξής: νόμος του 1983 ) προστέθηκε ένα άρθρο 222 Β στον Fisheries (Consolidation) Act 1959 (νόμο του 1959 για την κωδικοποίηση των διατάξεων περί αλιείας, στο εξής: νόμος του 1959 ). Το άρθρο αυτό ορίζει ότι τα νηολογημένα στην Ιρλανδία αλιευτικά σκάφη δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται για τη θαλάσσια αλιεία ούτε στην ιρλανδική αποκλειστική ζώνη αλιείας ούτε αλλαχού, αν δεν τους έχει χορηγηθεί σχετική άδεια από τον αρμόδιο υπουργό.
2.
Το άρθρο 222 Β, παράγραφος 4, στοιχείο a, έχει ως εξής:
« Ο υπουργός θα χορηγεί άδεια βάσει του παρόντος άρθρου, μόνο αν η κυριότητα του αλιευτικού σκάφους για το οποίο χορηγείται η άδεια ανήκει πλήρως σε Ιρλανδό υπήκοο ή σε νομικό πρόσωπο που έχει συσταθεί κατά την ιρλανδική νομοθεσία και υπόκειται στη νομοθεσία αυτή και έχει το κέντρο των δραστηριοτήτων του ( principal place of business ) εντός της ιρλανδικής επικράτειας. »
3.
Το άρθρο 8 του νόμου 1983 εξαρτά τις νέες εγγραφές αλιευτικών σκαφών στα ιρλανδικά νηολόγια από την κατοχή άδειας που να έχει χορηγηθεί από τον Υπουργό Αλιείας δυνάμει του άρθρου 222 Β του νόμου του 1959.
4.
Η Επιτροπή, κρίνοντας ότι το άρθρο 222 Β, παράγραφος 4, στοιχείο a, του νόμου του 1959 αντιβαίνει προς το άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθόσον υποχρεώνει τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών να συνιστούν εταιρίες ιρλανδικού δικαίου, προκειμένου να λαμβάνουν άδειες αλιείας, ενώ στους Ιρλανδούς υπηκόους χορηγούνται οι ίδιες αυτές άδειες χωρίς να χρειάζεται να ιδρύσουν εταιρία, κάλεσε την Ιρλανδική Κυβέρνηση, με έγγραφο της 18ης Οκτωβρίου 1985, να της υποβάλει τις παρατηρήσεις της σύμφωνα με το άρθρο 169, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, εντός μηνός από την παραλαβή του εν λόγω εγγράφου.
5.
Δεδομένου ότι στο έγγραφο αυτό δεν δόθηκε καμία απάντηση, η Επιτροπή απηύθυνε προς την Ιρλανδική Κυβέρνηση στις 18 Δεκεμβρίου 1986 αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία της ζητούσε να θέσει τέρμα στην παράβαση που της καταλόγιζε εντός μηνός από την κοινοποίηση της αιτιολογημένης αυτής γνώμης.
6.
Με έγγραφο της 2ας Απριλίου 1987 η Ιρλανδική Κυβέρνηση υπεραμύνθηκε της ιρλανδικής διατάξεως, επικαλούμενη τρεις λόγους: α) την ανάγκη να εμποδίζονται οι υπήκοοι τρίτων χωρών να εγγράφουν τα αλιευτικά σκάφη τους στα ιρλανδικά νηολόγια, β ) την ανάγκη ασκήσεως ελέγχου επί των νηολογήσεων των αλιευτικών σκαφών προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος πλήρους νοθεύσεως του συστήματος των εθνικών ποσοστώσεων αλιείας, γ) την έλλειψη περιορισμών σε σχέση με τα αλιευτικά σκάφη των άλλων κράτων μελών που πλέουν υπό τη σημαία τους και αλιεύουν με βάση ιρλανδικούς λιμένες.
7.
Η Επιτροπή έκρινε ότι η απάντηση της Ιρλανδίας δεν ήταν ικανοποιητική και κατόπιν αυτού άσκησε την παρούσα προσφυγή λόγω παραβάσεως.
II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
8.
Το δικόγραφο της προσφυγής της Επιτροπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Μαρτίου 1989.
9.
Με Διάταξη της 4ης Οκτωβρίου 1989, το Δικαστήριο επέτρεψε στο Ηνωμένο Βασίλειο να παρέμβει υπέρ της Ιρλανδίας.
10.
Η έγγραφη διαδικασία διεξήχθη κανονικά. Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
11.
Η Επιροπή, προσφεύγουσα, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι η Ιρλανδία, υποχρεώνοντας τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών να συνιστούν εταιρίες ιρλανδικού δικαίου, προκειμένου να λαμβάνουν άδειες θαλάσσιας αλιείας με ιρλανδικά σκάφη, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 52 της Συνθήκης,
—
να καταδικάσει την Ιρλανδία στα δικαστικά έξοδα.
12.
Η Ιρλανδια, καθής, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή της Επιτροπής,
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
13.
Το Ηνωμένο Βασίλειο, παρεμβαίνον, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή, καθόσον δεν προκύπτει η συνδρομή παραβάσεως του άρθρου 52,
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων και των εξόδων της παρεμβάσεως.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
14.
Η Επιτροπή και η Ιρλανδία συμφωνούν ότι το αντικείμενο της παραβάσεως για την οποία κατηγορείται η Ιρλανδία αφορά μόνο τις προϋποθέσεις χορηγήσεως των αδειών αλιείας, τις οποίες θέτει το νέο άρθρο 222 Β, παράγραφος 4, στοιχείο a, του νόμου του 1959, και όχι τις πανομοιότυπες με αυτές προϋποθέσεις που θέτει η ιρλανδική νομοθεσία για τη νηολόγηση των αλιευτικών σκαφών.
15.
Η Επινροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 222 Β, παράγραφος 4, στοιχείο a, του νόμου του 1959 είναι αντίθετο προς το άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΟΚ, επειδή υποχρεώνει τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών, πλοιοκτήτες ή κυρίους αλιευτικών σκαφών νηολογημένων στην Ιρλανδία, να συνιστούν εταιρίες ιρλανδικού δικαίου, προκειμένου να λαμβάνουν άδειες αλιείας, και έτσι οι υπήκοοι αυτοί υποβάλλονται σε διάφορα έξοδα και φροντίδες, ενώ οι Ιρλανδοί πολίτες δεν υπέχουν καμία σχετική υποχρέωση. Η επίμαχη διάταξη του εθνικού δικαίου θίγει συνεπώς το δικαίωμα που παρέχει το άρθρο 52 στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών ως προς την ανάληψη « και την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων ( ... ) σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζονται από τη νομοθεσία της χώρας εγκαταστάσεως για τους δικούς της υπηκόους ».
16.
Παρά την άποψη που υποστηρίζει η Ιρλανδία με το έγγραφο της 2ας Απριλίου 1987, το επίμαχο μέτρο δεν μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει του κοινοτικού συστήματος των ποσοστώσεων αλιείας. Η Επιτροπή θεωρεί ότι το σύστημα των ποσοστώσεων που έχουν καθιερώσει οι πράξεις του παράγωγου κοινοτικού δικαίου δεν μπορεί να επιτρέπει παρεκκλίσεις από τη Συνθήκη. Αυτό το συμπέρασμα συνάγεται από την απόφαση της 20ής Απριλίου 1978, 80/77 και 81/77, Ramel ( ECR 1978, σ. 927 ), και την απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1983, 218/82, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, τη λεγόμενη απόφαση «Ρούμι» (Συλλογή 1983, σ. 4063 ).
17.
Η Ιρλανδική Κυβέρνηση επισημαίνει κατ' αρχάς ότι σκοπός της επίμαχης διάταξης είναι να τεθούν ορισμένα κριτήρια που να εξασφαλίζουν ότι το αλιευτικό σκάφος είναι ιρλανδικό. Η Ιρλανδική Κυβέρνηση αναφέρει ότι ανάλογη με την επίμαχη διάταξη υφίστατο ήδη στο ιρλανδικό δίκαιο και καταργήθηκε με τον νόμο του 1983. Κατά συνέπεια, το άρθρο 222 Β, παράγραφος 4, στοιχείο a, δεν εισάγει στο ιρλανδικό δίκαιο καμία νέα γενική αρχή σχετικά με τη χορήγηση αδειών αλιείας.
18.
Η Ιρλανδική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι η επίμαχη διάταξη του εθνικού δικαίου δεν αντιβαίνει προς το άρθρο 52 της Συνθήκης, καθόσον δεν εισάγει διακρίσεις σε βάρος των υπηκόων των άλλων κρατών μελών. Η υπό κρίση εθνική διάταξη δεν εφαρμόζεται παρά μόνο στα πλοία που έχουν νηολογηθεί ή υπόκεινται σε νηολόγηση στην Ιρλανδία βάσει της ιρλανδικής νομοθεσίας και δεν αφορά τα αλιευτικά πλοία που έχουν νηολογηθεί σε άλλα κράτη μέλη. Τα πλοία αυτά είναι ελεύθερα να αλιεύουν στα ιρλανδικά ύδατα είτε είδη που δεν υπόκεινται σε ποσοστώσεις είτε είδη που υπόκεινται σε ποσοστώσεις, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση τα αλιεύματά τους καταλογίζονται στις ποσοστώσεις του κράτους υπό τη σημαία του οποίου πλέουν. Κατά συνέπεια, η επίμαχη διάταξη δεν εμποδίζει τους κυρίους ή πλοιοκτήτες των αλιευτικών πλοίων που έχουν νηολογηθεί σε άλλα κράτη μέλη να εγκαθίστανται στην Ιρλανδία και να εκμεταλλεύονται τα σκάφη τους με βάση τους ιρλανδικούς λιμένες.
19.
Κατά την Ιρλανδική Κυβέρνηση, η επίμαχη διάταξη του εθνικού δικαίου δεν αντιβαίνει προς το άρθρο 52 της Συνθήκης και για έναν ακόμη λόγο. Πρόκειται για μέτρο προστασίας των ιρλανδικών ποσοστώσεων κατά των καταχρήσεων που συνίστανται στη λεγόμενη « λεηλασία ποσοστώσεων » ( quota hopping) και επομένως για μέτρο που αποσκοπεί στη διατήρηση της « σχετικής σταθερότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται σε κάθε απόθεμα », σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 170/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί θεσπίσεως κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων. Η αρχή της σχετικής σταθερότητας των αλιευτικών δραστηριοτήτων έχει ιδιαίτερη σημασία σε σχέση με τις ειδικές ανάγκες ορισμένων περιοχών, όπως η Ιρλανδία, των οποίων οι πληθυσμοί είναι, σύμφωνα με την έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 170/83, « ιδιαίτερα εξαρτημένοι από την αλιεία και τη συνδεδεμένη με αυτή βιομηχανία' οι ανάγκες αυτές καθορίστηκαν στην απόφαση του Συμβουλίου της 3ης Νοεμβρίου 1976, και ιδιαίτερα στο παράρτημα VII ».
20.
Δεδομένου ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση της 16ης Ιουνίου 1987, 46/86, Romkes ( Συλλογή 1987, σ. 2671 ), αναγνώρισε ότι το σύστημα κατανομής των ποσοστώσεων αλιείας σύμφωνα με την αρχή της « σχετικής σταθερότητας » δεν δημιουργεί διακρίσεις και δεδομένου ότι το σύστημα των ποσοστώσεων αλιείας έχει από την 1η Ιανουαρίου 1986, δυνάμει των άρθρων 156 έως 166 της Πράξεως Προσχωρήσεως της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, τυπική ισχύ Συνθήκης, τα μέτρα, που αναγκάζεται να λάβει ένα κράτος μέλος σε σχέση με τη χορήγηση αδειών αλιείας για να αντιμετωπίσει, επειδή δεν υφίστανται κατάλληλα κοινοτικά μέτρα, καταχρήσεις που καθιστούν ανενεργό το σύστημα αυτό και για να εξασφαλίσει ότι τα οικονομικά οφέλη από τις ποσοστώσεις του θα καρπούται ο τομέας της αλιείας του ίδιου αυτού κράτους, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αντίθετα προς το άρθρο 52 της Συνθήκης ή προς άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου.
21.
Το νομικό και πραγματικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονταν οι αποφάσεις Ramel και « Ρούμι », τις οποίες επικαλείται η Επιτροπή, ήταν τελείως διαφορετικό από το πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως. Αντίθετα, από τις αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1989 στις υποθέσεις C-3/87, Agegate ( Συλλογή 1989, σ. 4459 ), και C-216/87, Jaderow (Συλλογή 1989, σ. 4509 ), προκύπτει ότι η κοινή πολιτική αλιείας ενέχει περιορισμούς των διατάξεων της Συνθήκης ΕΟΚ, αν όχι παρεκκλίσεις από τις διατάξεις αυτές, όπως τουλάχιστον ερμηνεύονται οι διατάξεις αυτές από την Επιτροπή. Ειδικότερα, με την απόφαση Jaderow το Δικαστήριο δέχθηκε ότι κάθε κράτος μέλος μπορεί να απαιτεί την ύπαρξη πραγματικού οικονομικού συνδέσμου μεταξύ των νηολογημένων σ' αυτό σκαφών, τα αλιεύματα των οποίων αφαιρούνται από τις εθνικές ποσοστώσεις του, και της επικράτειας του.
22.
Αν τα αλιευτικά πλοία ενός κράτους μέλους μπορούσαν να ενταχθούν ελεύθερα στον αλιευτικό στόλο άλλου κράτους μέλους, όπως φαίνεται να δέχεται έμμεσα η Επιτροπή, δεν θα διακυβευόταν μόνο η εφαρμογή του συστήματος των ποσοστώσεων αλιείας, αλλά θα θιγόταν και η διαρθρωτική πολιτική της Κοινότητας στον τομέα της αλιείας, καθόσον τα κράτη μέλη δεν θα ήσαν πλέον σε θέση να μειώσουν τη συνολική δυναμικότητα των στόλων τους στο πλαίσιο των πολυετών προγραμμάτων που εγκρίνει η Κοινότητα.
23.
Τέλος, η Ιρλανδική Κυβέρνηση θεωρεί ότι, αν το Δικαστήριο δεχόταν ότι η επίμαχη διάταξη του εθνικού δικαίου είναι αντίθετη προς το άρθρο 52, η διάταξη αυτή θα ήταν δικαιολογημένη βάση του άρθρου 56, παράγραφος 1, της Συνθήκης, καθόσον είναι αναγκαία για την εφαρμογή του κοινοτικού συστήματος των συνολικών επιτρεπομένων αλιευμάτων ( TAC ) και των ποσοστώσεων.
24.
Η Επιτροπή απαντά ως εξής στα επιχειρήματα της Ιρλανδίας.
25.
Το γεγονός ότι η επίμαχη διάταξη δεν αποτελεί καινοτομία για το ιρλανδικό δίκαιο δεν συνιστά βάσιμο μέσο άμυνας.
26.
Η έλλειψη περιορισμών που να πλήττουν τους εγκατεστημένους στην Ιρλανδία υπηκόους άλλων κρατών μελών, όταν οι υπήκοοι αυτοί εκμεταλλεύονται τα πλοία τους με βάση ιρλανδικούς λιμένες υπό τη σημαία άλλου κράτους μέλους και όχι της Ιρλανδίας, δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι η επίμαχη διάταξη του εθνικού δικαίου δεν εμπίπτει στην κατά το άρθρο 52 της Συνθήκης απαγόρευση των διακρίσεων, εφόσον οι υπήκοοι αυτοί δεν μπορούν να νηολογούν και να εκμεταλλεύονται τα αλιευτικά σκάφη τους ως ιρλανδικά αλιευτικά σκάφη υπό τους ίδιους όρους που ισχύουν για τους Ιρλανδούς υπηκόους.
27.
Κατά την Επιτροπή, η επίμαχη διάταξη δεν μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει του κοινοτικού συστήματος των ποσοστώσεων αλιείας. Επ' αυτού η Επιτροπή παρατηρεί ότι οι επίμαχες εν προκειμένω προϋποθέσεις χορηγήσεως των αδειών, οι οποίες οδηγούν σε διακρίσεις, δεν ισχύουν ειδικά για την αλιεία ειδών που υπόκεινται σε ποσοστώσεις που έχουν παραχωρηθεί στην Ιρλανδία, αλλά για κάθε μορφή θαλάσσιας αλιείας.
28.
Το πλαίσιο των αποφάσεων Ramel και « Ρούμι » δεν είναι άσχετο προς το πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι ο επίμαχος στην υπόθεση Ramel κανονισμός στηριζόταν στο ίδιο άρθρο όπως και ο κανονισμός 170/83 του Συμβουλίου, για την καθιέρωση του συστήματος των ποσοστώσεων, δηλαδή στο άρθρο 43 της Συνθήκης. Επί πλέον, από τις αποφάσεις της 25ης Νοεμβρίου 1986, 201/85 και 202/85, Klensch (Συλλογή 1986, σ. 3477), και της 26ης Απριλίου 1988, 207/86, Apesco ( Συλλογή 1988, σ. 2151 ), προκύπτει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν, κατά τον καθορισμό βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 170/83 των τρόπων εκμεταλλεύσεως των ποσοστώσεων, να τηρούν τις γενικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, ιδίως δε την απαγόρευση κάθε διακρίσεως μεταξύ παραγωγών, την οποία επιβάλλει το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης, καθώς και τις γενικές αρχές της αναλογικότητας και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
29.
Η προαναφερθείσα απόφαση της 16ης Ιουνίου 1987, Romkes, δεν παρέχει έρεισμα στην 1986, 201/85 και 202/85, Klensch (Συλλογή 1986, σ. 3477), και της 26ης Απριλίου 1988, 207/86, Apesco ( Συλλογή 1988, σ. 2151 ), προκύπτει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν, κατά τον καθορισμό βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 170/83 των τρόπων εκμεταλλεύσεως των ποσοστώσεων, να τηρούν τις γενικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, ιδίως δε την απαγόρευση κάθε διακρίσεως μεταξύ παραγωγών, την οποία επιβάλλει το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης, καθώς και τις γενικές αρχές της αναλογικότητας και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. 29. Η προαναφερθείσα απόφαση της 16ης Ιουνίου 1987, Romkes, δεν παρέχει έρεισμα στην αντίθετη άποψη, την οποία υποστηρίζει η Ιρλανδία.
30.
Ομοίως, από την Πράξη Προσχωρήσεως της Ισπανίας και της Πορτογαλίας δεν προκύπτει ούτε ρητά ούτε κατ' αναγκαία συναγωγή ότι επιτρέπεται η παρέκκλιση από τις θεμελιώδεις αρχές της Συνθήκης ΕΟΚ τις οποίες αφορά η παρούσα υπόθεση.
31.
Η Επιτροπή απορρίπτει επίσης τον ισχυρισμό της Ιρλανδίας ότι η κατανομή των ποσοστώσεων σύμφωνα με την αρχή της σχετικής σταθερότητας θα διακυβευόταν από την πρακτική της « λεηλασίας ποσοστώσεων » ( quota hopping) και τις παρόμοιες πρακτικές, αν τα κράτη μέλη δεν μπορούσαν να λαμβάνουν περιοριστικά μέτρα, όπως τα μέτρα που προβλέπει το άρθρο 222 Β, παράγραφος 4, στοιχείο a. Τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να περιορίζουν και να μειώνουν τη δυναμικότητα του αλιευτικού στόλου τους και μάλιστα ενθαρρύνονται προς τούτο από τη διαρθρωτική πολιτική της Κοινότητας, υπό τον όρο ότι τα θεσπιζόμενα προς τούτο μέτρα δεν ενέχουν καμία διάκριση λόγω ιθαγένειας.
32.
Τέλος, η Επιτροπή θεωρεί ότι ο ισχυρισμός με τον οποίο η Ιρλανδία προσπαθεί να δικαιολογήσει την επίμαχη διάταξη βάσει του άρθρου 56, παράγραφος 1, της Συνθήκης αποτελεί απλώς επανάληψη, υπό άλλη μορφή, του επιχειρήματος ότι το σύστημα των ποσοστώσεων έχει χαρακτήρα παρεκκλίσεως, επιχειρήματος που εξετάστηκε παραπάνω.
33.
Η Κυβέρνηση νου Ηνωμένου Βασιλείου λαμβάνει ως αφετηρία το γεγονός ότι προϋπόθεση για την εκμετάλλευση ενός ιρλανδικού αλιευτικού πλοίου είναι η νηολόγηση και η κατοχή άδειας. Δεδομένου ότι στην Ιρλανδία οι προϋποθέσεις νηολογήσεως και οι προϋποθέσεις χορηγήσεως της άδειας είναι ίδιες, η ενδεχόμενη κατάργηση της προϋποθέσεως σχετικά με τη χορήγηση της άδειας δεν θα επηρέαζε την κατάσταση των υπηκόων των άλλων κρατών μελών πλην της Ιρλανδίας. Η προϋπόθεση για τη χορήγηση της άδειας δεν συνιστά εν προκειμένω εμπόδιο στην ελευθερία εγκα-στάσεως.
Κ. Ν. Κακούρης
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 4ης Οκτωβρίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-93/89,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Robert C. Fischer και Peter Oliver, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας της, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Guido Berardis, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας της, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενης από τον Louis J. Dockery, chief state solicitor, επικουρούμενο από τον James O' Reilly, senior counsel του δικηγορικού συλλόγου Ιρλανδίας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ιρλανδίας, 28, route d'Arlon,
καθής,
υποστηριζόμενης από το
Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, που εκπροσωπήθηκε αρχικά από την Jacqueline Gensmantel, του Treasury Solicitor's Departement, και στη συνέχεια από την Rosemary Caudwell, του Treasury Solicitor' s Departement, επικουρούμενη από τον Christopher Vajda, barrister, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία του Ηνωμένου Βασιλείου, 14, boulevard Roosevelt,
παρεμβαίνον,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ιρλανδία, απαιτώντας από τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών να συνιστούν εταιρίες ιρλανδικού δικαίου, προκειμένου να λαμβάνουν άδειες θαλάσσιας αλιείας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. F. Mancini, πρόεδρο τμήματος, προεδρεύοντα, T. F. O'Higgins, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodríguez Iglesias, M. Diez de Velasco, προέδρους τμήματος, Sir Gordon Slynn, Κ. Ν. Κακούρη, R. Joliét, F. Grévisse, M. Zuleeg και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: J.-G. Giraud
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 17ης Ιανουαρίου 1991, κατά την οποία η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου εκπροσωπήθηκε από τον Christopher Bellamy, QC,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 13ης Μαρτίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Μαρτίου 1989, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιρλανδία, απαιτώντας από τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών να συνιστούν εταιρίες ιρλανδικού δικαίου, προκειμένου να λαμβάνουν άδειες θαλάσσιας αλιείας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2
Με το άρθρο 2 του Fisheries ( Amendment ) Act 1983 ( νόμου του 1983 για την τροποποίηση του νόμου περί αλιείας, στο εξής: νόμος του 1983 ) προστέθηκε ένα άρθρο 222 Β στον Fisheries ( Consolidation ) Act 1959 (νόμο του 1959 για την κωδικοποίηση των διατάξεων περί αλιείας, στο εξής: νόμος του 1959). Το άρθρο αυτό ορίζει,στην παράγραφο 2, ότι τα νηολογημένα στην Ιρλανδία αλιευτικά σκάφη δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται για τη θαλάσσια αλιεία ούτε στην ιρλανδική αποκλειστική ζώνη αλιείας ούτε αλλαχού, αν δεν τους έχει χορηγηθεί σχετική άδεια από τον αρμόδιο υπουργό.
3
Το άρθρο 222 Β, παράγραφος 4, στοιχείο a, έχει ως εξής:
« Ο υπουργός θα χορηγεί άδεια βάσει του παρόντος άρθρου, μόνο αν η κυριότητα του αλιευτικού σκάφους για το οποίο χορηγείται η άδεια ανήκει πλήρως σε Ιρλανδό υπήκοο ή σε νομικό πρόσωπο που έχει συσταθεί κατά την ιρλανδική νομοθεσία και υπόκειται στη νομοθεσία αυτή και έχει το κέντρο των δραστηριοτήτων του ( principal place of business ) εντός της ιρλανδικής επικράτειας. »
4
Η Επιτροπή, κρίνοντας ότι το άρθρο 222 Β, παράγραφος 4, στοιχείο a, του νόμου του 1959 αντιβαίνει προς το άρθρο 52 της Συνθήκης, κίνησε κατά της Ιρλανδίας τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης.
5
Με Διάταξη της 4ης Οκτωβρίου 1989, το Δικαστήριο επέτρεψε στο Ηνωμένο Βασίλειο να παρέμβει υπέρ της Ιρλανδίας.
6
Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
7
Κατ' αρχάς επιβάλλεται να τονιστεί ότι η Επιτροπή και η Ιρλανδία συμφωνούν ότι το αντικείμενο της παραβάσεως για την οποία κατηγορείται η Ιρλανδία αφορά μόνο τις προϋποθέσεις χορηγήσεως των αδειών αλιείας, τις οποίες θέτει το άρθρο 222 Β, παράγραφος 4, στοιχείο a, του νόμου του 1959, και όχι τις πανομοιότυπες με αυτές προϋποθέσεις που θέτει η ιρλανδική νομοθεσία για τη νηολόγηση των αλιευτικών σκαφών.
8
Κατά την Επιτροπή, το άρθρο 222 Β, παράγραφος 4, στοιχείο a, του νόμου του 1959 αντιβαίνει προς το άρθρο 52 της Συνθήκης, καθόσον εισάγει διάκριση λόγω ιθαγένειας εις βάρος των υπηκόων των άλλων κρατών μελών που είναι πλοιοκτήτες ή κύριοι αλιευτικών σκαφών νηολογημένων στην Ιρλανδία. Οι εν λόγω υπήκοοι δηλαδή αναγκάζονται, αντίθετα προς τους Ιρλανδούς υπηκόους, να συνιστούν εταιρίες ιρλανδικού δικαίου, προκειμένου να λαμβάνουν άδειες αλιείας, και έτσι να υποβάλλονται σε διάφορα έξοδα και διάφορες φροντίδες.
9
Η Ιρλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η επίμαχη διάταξη του εθνικού δικαίου δεν δημιουργεί διακρίσεις. Η διάταξη αυτή, αφενός, δεν αφορά τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών, αλλά εφαρμόζεται σε όλα τα αλιευτικά σκάφη που είναι νηολογημένα ή πρέπει να νηολογηθούν στην Ιρλανδία. Αφετέρου, δεν εμποδίζει τους πλοιοκτήτες και κυρίους των αλιευτικών σκαφών που είναι νηολογημένα σε άλλα κράτη μέλη να εγκαθίστανται στην Ιρλανδία και να εκμεταλλεύονται τα σκάφη τους με βάση ιρλανδικούς λιμένες.
10
Σχετικά με τα επιχειρήματα αυτά πρέπει να τονιστεί ότι εν προκειμένω η αιτίαση της Επιτροπής δεν αφορά τη δημιουργία διακρίσεων μεταξύ σκαφών νηολογημένων σε διάφορα κράτη μέλη, αλλά τη λόγω της επίμαχης διατάξεως διαφορετική μεταχείριση αφενός των Ιρλανδών υπηκόων που είναι πλοιοκτήτες ή κύριοι αλιευτικού σκάφους νηολογημένου στην Ιρλανδία και αφετέρου των υπηκόων των άλλων κρατών μελών που είναι επίσης πλοιοκτήτες ή κύριοι αλιευτικού σκάφους νηολογημένου στην Ιρλανδία.
11
Η διαφορετική αυτή μεταχείριση συνιστά, όσον αφορά το δικαίωμα εγκαταστάσεως, διάκριση λόγω ιθαγένειας, η οποία απαγορεύεται από το άρθρο 52 της Συνθήκης.
12
Η Ιρλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει ακόμη ότι η επίμαχη διάταξη του εθνικού δικαίου δικαιολογείται βάσει του κοινοτικού συστήματος ποσοστώσεων αλιείας, καθόσον σκοπός της είναι η προστασία των ποσοστώσεων της Ιρλανδίας από τις καταχρήσεις που συνίστανται στη λεγόμενη « λεηλασία ποσοστώσεων » ( quota hopping ). Η Ιρλανδική Κυβέρνηση προσθέτει ότι η νομότυπη εφαρμογή του συστήματος αυτού εκ μέρους των κρατών μελών καλύπτεται από την έννοια της δημόσιας τάξης, όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο 56, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ.
13
Πρέπει καταρχάς να υπομνηστεί ότι, με τις αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1989 στην υπόθεση C-3/87, Agegate (Συλλογή 1989, σ. 4459), και στην υπόθεση C-216/87, Jaderow ( Συλλογή 1989, σ. 4509 ), το Δικαστήριο τόνισε ότι τα κράτη μέλη, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας που τους έχει παρασχεθεί προς καθορισμό των λεπτομερειών για τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων τους, μπορούν να καθορίζουν σε ποια από τα σκάφη του αλιευτικού τους στόλου θα επιτρέπεται να αλιεύουν στο πλαίσιο των εθνικών ποσοστώσεων, υπό τον όρο ότι τα εφαρμοζόμενα κριτήρια συμβιβάζονται προς το κοινοτικό δίκαιο. Με την τελευταία από τις ανωτέρω δύο αποφάσεις το Δικαστήριο αποφάνθηκε, μεταξύ άλλων, ότι τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν προϋποθέσεις που έχουν ως σκοπό να εξασφαλίζουν την ύπαρξη πραγματικού οικονομικού συνδέσμου μεταξύ του σκάφους και του οικείου κράτους, εφόσον ο σύνδεσμος αυτός αφορά μόνο τις σχέσεις μεταξύ των αλιευτικών δραστηριοτήτων του σκάφους αυτού και των πληθυσμών που εξαρτώνται από την αλιεία και τις συναφείς βιομηχανίες.
14
Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι οι άδειες που προβλέπονται από την επίμαχη διάταξη του εθνικού δικαίου δεν αφορούν ειδικά τα είδη που υπόκεινται σε ποσοστώσεις και επομένως σκοπός τους δεν είναι ο καθορισμός των τρόπων εκμεταλλεύσεως των ιρλανδικών ποσοστώσεων, αλλά η παροχή γενικά του δικαιώματος ασκήσεως αλιείας σε κάθε αλιευτικό σκάφος νηολογημένο στην Ιρλανδία. Κατά συνέπεια, όποιοι και αν είναι οι σκοποί που επιδιώκει ο εθνικός νομοθέτης, η διάταξη αυτή δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την ύπαρξη του κοινοτικού συστήματος εθνικών ποσοστώσεων.
15
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η Ιρλανδία, απαιτώντας από τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών να συνιστούν εταιρίες ιρλανδικού δικαίου, προκειμένου να λαμβάνουν άδειες θαλάσσιας αλιείας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Επί των δικαστικών εξόδων
16
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του αντιδίκου. Δεδομένου ότι η Ιρλανδία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Το Ηνωμένο Βασίλειο, που παρενέβη υπέρ της Ιρλανδίας, θα φέρει τα έξοδα του.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Η Ιρλανδία, απαιτώντας από τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών να συνιστούν εταιρίες ιρλανδικού δικαίου, προκειμένου να λαμβάνουν άδειες θαλάσσιας αλιείας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2)
Καταδικάζει την Ιρλανδία στα δικαστικά έξοδα.
3)
Το Ηνωμένο Βασίλειο θα φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Mancini
O'Higgins
Moitinho de Almeida
Rodríguez Iglesias
Diez de Velasco
Slynn
Κακούρης
Joliét
Grévisse
Zuleeg
Kapteyn
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 4 Οκτωβρίου 1991.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο προεδρεύων
G. F. Mancini
Πρόεδρος τμήματος
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy