ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-99/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Α — Κανονιστικό πλούοιο
Το άρθρο 73, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73 ), πριν τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3427/89 του Συμβουλίου, της 30ής Οκτωβρίου 1989 (ΕΕ L 331, σ. 1) όριζε ότι:
« 1)
Ο μισθωτός που υπάγεται στη νομοθεσία κράτους μέλους, εκτός της Γαλλίας, δικαιούται οικογενειακών παροχών για τα μέλη της οικογένειας του που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους κατά τη νομοθεσία του πρώτου κράτους, σαν να κατοικούσαν τα μέλη αυτά στο έδαφος του.
2)
Ο μισθωτός που υπάγεται στη γαλλική νομοθεσία δικαιούται για τα μέλη της οικογένειας του που κατοικούν στο έδαφος κράτους μέλους, εκτός της Γαλλίας, οικογενειακών επιδομάτων κατά τη νομοθεσία του κράτους στο έδαφος του οποίου τα μέλη αυτά κατοικούν ο εργαζόμενος πρέπει να πληροί τους σχετικούς με την απασχόληση όρους, από τους οποίους εξαρτά η γαλλική νομοθεσία τη γένεση του δικαιώματος παροχών. »
Το άρθρο 99 του κανονισμού 1408/71, το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 1, παράγραφος 4, του κανονισμού 3427/89 προέβλεπε:
« Προ της 1ης Ιανουαρίου 1973, το Συμβούλιο επανεξετάζει, προτάσει της Επιτροπής, το σύνολο του προβλήματος της πληρωμής των οικογενειακών παροχών στα μέλη της οικογένειας που δεν κατοικούν στο έδαφος του αρμόδιου κράτους, για να επιτύχει ενιαία λύση για όλα τα κράτη μέλη. »
Στην απόφαση του της 15ης Ιανουαρίου 1986, Pinna (41/84, Συλλογή 1986, σ. 1 ), κρίνοντας επί προδικαστικού ερωτήματος που του υπέβαλε το γαλλικό Cour de cassation, το Δικαστήριο αποφάνθηκε:
« 1)
Το άρθρο 73, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 είναι άκυρο κατά το μέτρο που αποκλείει τη χορήγηση γαλλικών οικογενειακών παροχών στους εργαζομένους που υπάγονται στη γαλλική νομοθεσία για τα μέλη της οικογένειας τους που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.
2)
Η διαπιστωθείσα ακυρότητα του άρθρου 73, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 δεν μπορεί να προβληθεί προς στήριξη αξιώσεων επί παροχών για περιόδους προγενέστερες της ημερομηνίας της παρούσας απόφασης, πλην των περιπτώσεων των εργαζομένων που έχουν ζητήσει έννομη προστασία ή υποβάλει διοικητική ένσταση με ανάλογο περιεχόμενο προ της ημερομηνίας αυτής. »
Μετά την έκδοση αυτής της αποφάσεως και στο πλαίσιο της ίδιας πάντοτε αιτήσεως αναιρέσεως, το Cour de cassation ανέστειλε και πάλι τη διαδικασία και υπέβαλε προδικα-στικώς στο Δικαστήριο ερωτήματα σχετικά με τις συνέπειες της ανωτέρω αποφάσεως. Στην απόφαση του της 2ας Μαρτίου 1989, Pinna (359/87, Συλλογή 1989, σ. 585), το Δικαστήριο, κρίνοντας επ' αυτών των προδικαστικών ερωτημάτων, αποφάνθηκε:
« Ενόσω το Συμβούλιο δεν έχει θεσπίσει νέους κανόνες σύμφωνους προς το άρθρο 51 της Συνθήκης ΕΟΚ, η κήρυξη του άρθρου 73, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 ως ανίσχυρου συνεπάγεται τη γενίκευση της εφαρμογής του συστήματος καταβολής των οικογενειακών παροχών που προβλέπεται στο άρθρο 73, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού. »
Στις 30 Οκτωβρίου 1989, μετά την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση, το Συμβούλιο εξέδωσε τον προαναφερθέντα κανονισμό 3427/89. Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, το ισχύον τότε άρθρο 73 αντικαταστάθηκε με την ακόλουθη διάταξη:
« Ο μισθωτός ή μη μισθωτός που υπάγεται στη νομοθεσία κράτους μέλους δικαιούται, για τα μέλη της οικογένειας του που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, τις οικογενειακές παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία του πρώτου κράτους, σαν να κατοικούσαν τα μέλη αυτά στο έδαφος του κράτους αυτού, με την επιφύλαξη των διατάξεων του παραρτήματος VI. »
Κατά το άρθρο 3 του κανονισμού 3427/89 ο κανονισμός αυτός αρχίζει να εφαρμόζεται από τις 15 Ιανουαρίου 1986.
Το άρθρο 60 της Πράξεως για τους όρους προσχώρησης του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και για τις προσαρμογές των Συνθηκών, της προσαρτημένης στη Συνθήκη της 12ης Ιουνίου 1985 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενεργείας (στο εξής: Πράξη Προσχωρήσεως), ορίζει:
« 1)
Μέχρις ότου αρχίσει να ισχύει για όλα τα κράτη μέλη η ενιαία λύση, η οποία αναφέρεται στο άρθρο 99 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 για την εφαρμογή των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και τα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας και πάντως το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1988, τα άρθρα 73, παράγραφοι 1 και 3, 74, παράγραφος 1, και 75, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 καθώς και άρθρα 86 και 88 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 574/72 για τον τρόπο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, δεν εφαρμόζονται στους ισπανούς εργαζόμενους που απασχολούνται σε άλλο κράτος μέλος εκτός από την Ισπανία και των οποίων τα μέλη της οικογένειας διαμένουν στην Ισπανία.
Τα άρθρα 73, παράγραφος 2, 74, παράγραφος 2, 75, παράγραφος 2, και 94, παράγραφος 9, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, καθώς και τα άρθρα 87, 89, 98 και 120 του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 εφαρμόζονται κατ' αναλογία στους εργαζόμενους αυτούς.
Δεν θίγονται πάντως οι διατάξεις της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους οι οποίες προβλέπουν ότι οι οικογενειακές παροχές οφείλονται για τα μέλη της οικογένειας, οποιαδήποτε και εάν είναι η χώρα στην οποία διαμένουν.
2)
Παρά το άρθρο 6 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1408/71, οι ακόλουθες διατάξεις των συμβάσεων κοινωνικής ασφάλισης εξακολουθούν να εφαρμόζονται στους ισπανούς εργαζόμενους κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 1:
α)
...
β)
Ισπανία — Γερμανία
άρθρο 40, παράγραφος 1, σημεία 1 έως 4, της σύμβασης της 4ης Δεκεμβρίου 1973, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 2 της τροποποιητικής συμφωνίας της 17ης Δεκεμβρίου 1975·
... »
Ανάλογες διατάξεις προβλέπει το άρθρο 220 της Πράξεως Προσχωρήσεως ως προς τους πορτογάλους εργαζόμενους που απασχολούνται σε κράτος μέλος εκτός της Πορτογαλίας και των οποίων τα μέλη της οικογένειας κατοικούν στην Πορτογαλία.
Β — Πραγματικά περιστταηκά
O Yáñez-Campoy, προσφεύγων της κύριας δίκης, είναι ισπανός υπήκοος. Κατοικεί και εργάζεται ως μισθωτός στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Τα τέκνα του, Francisco José και Enrique, κατοικούν στην Ισπανία.
Το Bundesanstalt für Arbeit, αρμόδιος γερμανικός φορέας, κατέβαλε στον προσφεύγοντα οικογενειακά επιδόματα ανερχόμενα σε 10 γερμανικά μάρκα ( DM ) για το πρώτο τέκνο και σε 25 DM για το δεύτερο τέκνο, κατά το άρθρο 40 της γερμανοισπανικής σύμβασης για την κοινωνική ασφάλιση, της 4ης Δεκεμβρίου 1973. Το ύψος των οικογενειακών επιδομάτων που προβλέπει το άρθρο 10 του γερμανικού νόμου περί οικογενειακών παροχών ανέρχεται σε 50 DM για το πρώτο τέκνο και σε 100 DM για το δεύτερο τέκνο.
O προσφεύγων υπέβαλε διοικητική ένσταση στο Arbeitsamt Frankfurt υποστηρίζοντας ότι έπρεπε να του καταβληθούν οικογενειακά επιδόματα αντίστοιχα προς το ποσό που ορίζει το άρθρο 10 του ομοσπονδιακού νόμου περί οικογενειακών παροχών, αντί των ικογενειακών επιδομάτων που του καταβλήθηκαν. Μετά την απόρριψη της διοικητικής του ενστάσεως ο προσφεύγων άσκησε προσφυγή ενώπιον του Sozialgericht Frankfurt am Main. Ενώπιον του δικαστηρίου αυτού ο προσφεύγων υποστήριξε ότι κατά το άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως, το άρθρο 73 του κανονισμού 1408/71 έχει εφαρμογή, υπέρ των ισπανών μισθωτών, από τον Ιανουάριο του 1986, βάσει της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 15ης Ιανουαρίου 1986, Pinna, προαναφερθείσα.
Γ — Προοικαστικό ερώτημα
Με Διάταξη της 13ης Μαρτίου 1989 το Sozialgericht Frankfurt am Main αποφάσισε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, να αναστείλει τη διαδικασία μέχρις ότου αποφανθεί προδικαστικώς το Δικαστήριο επί του ακολούθου ερωτήματος:
« Εχει τεθεί σε ισχύ από τον Ιανουάριο 1986η ενιαία για όλα τα κράτη μέλη λύση του άρθρου 99 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 και, επομένως, εφαρμόζεται από τον Ιανουάριο του 1986 το άρθρο 73, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 για τα κατοικούντα στην Ισπανία τέκνα ισπανού εργαζομένου ο οποίος εργάζεται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας; »
Όπως συνάγεται από τη Διάταξη παραπομπής το Sozialgericht κρίνει ότι η ενιαία για όλα τα κράτη μέλη λύση η σχετική με το σύστημα οικογενειακών παροχών έχει τεθεί σε εφαρμογή από τον Ιανουάριο του 1986 μετά την έκδοση της προαναφερθείσας απόφασης του Δικαστηρίου, της 15ης Ιανουαρίου 1986, κατά την οποία το άρθρο 73, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 είναι άκυρο καθόσον αποκλείει τη χορήγηση των γαλλικών οικογενειακών παροχών στους εργαζομένους που υπάγονται στη γαλλική νομοθεσία για τα μέλη της οικογένειας τους που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.
Το παραπέμπον δικαστήριο κρίνει ότι η απόφαση αυτή πληροί την πρώτη από τις δύο εναλλακτικές προϋποθέσεις των άρθρων 60 και 220 της Πράξεως Προσχωρήσεως, ώστε να μη χρειάζεται να τηρηθεί η προθεσμία της 31ης Δεκεμβρίου 1988. Συνεπώς, το κοινοτικό σύστημα οικογενειακών παροχών έχει εφαρμογή επί των ισπανών μισθωτών ήδη από τον Ιανουάριο του 1986.
Δ — Διαοικααία
Η Διάταξη του Sozialgericht Frankfurt am Main πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 24 Μαρτίου 1989.
Κατά το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ, κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις o Yáñez-Campoy, εκπροσωπούμενος από τον Angel González Maeztu της Κοινωνικής Υπηρεσίας του Ισπανικού Προξενείου της Φραγκφούρτης, η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τον Helmut Kaupper, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, η Κυβέρνηση του Βασιλείου της Ισπανίας, εκπροσωπούμενη από τον Javier Conde de Saro, Γενικό Διευθυντή της Υπηρεσίας Νομικού και Θεσμικού Συντονισμού επί Κοινοτικών Θεμάτων, και τη Rosario Silva de Lapuerta, Abogado del Estado, η Κυβέρνηση της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον Luís Inês Fernandes, Διευθυντή της Υπηρεσίας Νομικών Υποθέσεων της Γενικής Διευθύνσεως Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και τον Sebastião Pizarro, Υποδιευθυντή του τμήματος Διεθνών Σχέσεων και Συμβάσεων Κοινωνικής Ασφαλίσεως, η Κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από την Edwige Belliard και τον Claude Chavance, αναπληρωτή, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον νομικό της σύμβουλο Δημήτριο Γκουλούση και τον Jurgen Grunwald, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας της Επιτροπής.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Με απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 1990 το Δικαστήριο αποφάσισε, επίσης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, να αναθέσει την εκδίκαση της υποθέσεως στο έκτο τμήμα.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
O Yáñez-Campoy, προσφεύγων της κύριας δίκης, θεωρεί ότι οι προαναφερθείσες αποφάσεις της 15ης Ιανουαρίου 1986 και της 2ας Μαρτίου 1989 επηρεάζουν άμεσα το άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως, καθόσον κηρύσσουν ανίσχυρο το άρθρο 73, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71.
Μετά την κήρυξη ως ανίσχυρου του εν λόγω άρθρου, είναι πλέον αδύνατη η υπό τους όρους που συμφωνήθηκαν τήρηση της μεταβατικής περιόδου των τριών ετών που προβλέπει το άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως. Κατά συνέπεια, το άρθρο 60 πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να επιλύει το πρόβλημα της εφαρμογής του.
Το πρώτο ζήτημα που ανακύπτει είναι αν η Πράξη Προσχωρήσεως επηρεάζεται από την κήρυξη ως ανίσχυρου του άρθρου 73, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, δεδομένου ότι πρόκειται για αυτοτελή νομική πράξη. Στο ζήτημα αυτό επιβάλλεται να δοθεί απάντηση καταφατική, καθόσον το άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως δεν παραπέμπει σε κάποια αρχή αλλά σε συγκεκριμένο άρθρο του κανονισμού. Η ακυρότητα του άρθρου αυτού επηρεάζει ασφαλώς τη δυνατότητα εφαρμογής της μεταβατικής περιόδου στον τομέα των οικογενειακών παροχών.
Η ακυρότητα του άρθρου 73, παράγραφος 2, δημιουργεί νομικό κενό στο άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως, το οποίο δεν μπορεί να καλυφθεί απλώς με την εφαρμογή του άρθρου 60, παράγραφος 2. Οι διατάξεις των συμβάσεων που έχουν συναφθεί μεταξύ της Ισπανίας και των άλλων κρατών μελών, στις οποίες αναφέρεται η εν λόγω διάταξη, συνιστούν αποκλειστικώς βελτίωση σε σχέση προς τους κανόνες του άρθρου 73, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71. Αφορούν ποσά μεγαλύτερα εκείνων που θα εδικαιούντο οι ενδιαφερόμενοι δυνάμει του άρθρου 73, παράγραφος 2, αλλά, εν πάση περιπτώσει, μικρότερα εκείνων που θα έπρεπε να καταβληθούν σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 73, παράγραφος 1. Η εφαρμογή του άρθρου 60, παράγραφος 2, της Πράξεως Προσχωρήσεως εξαρτάται από το κύρος του άρθρου 73, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71.
Κατά τον προσφεύγοντα, το νομικό κενό στο άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως μπορεί να καλυφθεί αν ληφθεί υπόψη η λύση που απορρέει από την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου, της 2ας Μαρτίου 1989. Κατά την απόφαση αυτή « οι εθνικές αρχές υποχρεούνται να εφαρμόζουν, ακόμα και στους εργαζομένους που υπάγονται στη γαλλική νομοθεσία, το σύστημα του άρθρου 73, παράγραφος 1, που παραμένει, προς το παρόν, το μόνο έγκυρο σύστημα αναφοράς ».
Ο προσφεύγων αντιπαραθέτει τη μεταβατική περίοδο για τις οικογενειακές παροχές, που καθορίστηκε στην περίπτωση της Ισπανίας με το άρθρο 60, με την περίοδο που είχε καθοριστεί για την Ελληνική Δημοκρατία. Το άρθρο 48 της πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των συνθηκών, προσαρτημένης στη Συνθήκη της 28ης Μαΐου 1979, περί προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενεργείας, δεν περιλαμβάνει διάταξη ανάλογη προς την παράγραφο 2 του άρθρου 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως της Ισπανίας και της Πορτογαλίας αντιθέτως παρουσιάζει μια σημαντική διαφορά: ενώ οι μεταβατικές διατάξεις που ίσχυσαν στην περίπτωση της Ελληνικής Δημοκρατίας προέβλεπαν ενιαία και πάγια προθεσμία, την 31η Δεκεμβρίου 1983, η μεταβατική περίοδος που καθορίστηκε για την Ισπανία αναλύεται σε δύο εναλλακτικές λύσεις, σε μία απώτατη προθεσμία που λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 1988 και, πράγμα που συνιστά στην πράξη διαλυτική προϋπόθεση, στη θέση σε ισχύ της ενιαίας λύσεως για όλα τα κράτη μέλη που προβλέπει το άρθρο 99 του κανονισμού 1408/71.
Ο προσφεύγων διερωτάται αν η προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου, της 15ης Ιανουαρίου 1986, αποτελεί την ενιαία λύση στην οποία αναφέρεται το άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως. Συμπεραίνει ότι η απόφαση αυτή κατέστησε πράγματι δυνατή την επίτευξη ενιαίας λύσεως για τη χορήγηση των οικογενειακών παροχών.
Ο προσφεύγων θέτει ακόμα το ζήτημα αν η λύση που προκύπτει από την απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1986 συνιστά λύση κατά την έννοια του άρθρου 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως. Το ενδεχόμενο να αποτελεί την ενιαία λύση προσκρούει στο γεγονός ότι η διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 99 του κανονισμού 1408/71, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 60, παράγραφος 1, της Πράξεως Προσχωρήσεως, δεν κινήθηκε εντός της προθεσμίας που είχε οριστεί (31 Δεκεμβρίου 1972). Δεδομένου ότι η Πράξη Προσχωρήσεως υπογράφηκε δώδεκα και πλέον έτη μετά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας, είναι αδύνατον το άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως να αναφέρεται σε μια γραμματική ερμηνεία του άρθρου 99 του κανονισμού. Συνεπώς, οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί η ενιαία λύση πρέπει να καθοριστούν βάσει μιας τελολογικής ερμηνείας του άρθρου 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως.
Το άρθρο 60, παράγραφος 1, της Πράξεως Προσχωρήσεως θέτει δύο εναλλακτικές προϋποθέσεις. Συνεπώς, πρόθεση των συμβαλλομένων μερών ήταν, εν πάση περιπτώσει, η επί μία μεταβατική περίοδο τριών κατ' ανώτατο όριο ετών χορήγηση των οικογενειακών παροχών για τα τέκνα που κατοικούν στην Ισπανία βάσει του συστήματος του άρθρου 73, παράγραφος 2, μέχρι της εφαρμογής ενός συστήματος αναλόγου εκείνου των άλλων κρατών μελών και επί των κοινοτικών εργαζομένων που απασχολούνται στη Γαλλία. Πρόθεση των συμβαλλομένων μερών ήταν να μη συνιστά ακριβώς η μεταβατική περίοδος παρέκκλιση από την ενιαία λύση, όταν αυτή επιτευχθεί. Με την προαναφερθείσα απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1986, η οποία είναι δεσμευτική, επιτεύχθηκε η ενιαία λύση που προβλέπει το άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως, καθόσον επιτεύχθηκε ο κύριος σκοπός του άρθρου 99 του κανονισμού 1408/71 και, παράλληλα, ικανοποιήθηκε η πρώτη από τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως.
Καταλήγοντας ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι « βάσει των αποφάσεων του Δικαστηρίου, της 15ης Ιανουαρίου 1986 και της 2ας Μαρτίου 1989, το άρθρο 73, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση, διότι έχει ήδη επιτευχθεί ενιαία λύση για την καταβολή των οικογενειακών παροχών ή, αντιθέτως, διότι το προαναφερθέν άρθρο κηρύχθηκε άκυρο, συνεπώς, η ρητή παραπομπή του άρθρου 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως στη διάταξη αυτή έχει καταστεί ανίσχυρη ».
Η Κυβέρνηση της Ομοσπονοιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας παρατηρεί ότι, δυνάμει του άρθρου 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως, μέχρι να τεθεί σε εφαρμογή η ενιαία για όλα τα κράτη μέλη λύση που προβλέπει το άρθρο 99 του κανονισμού 1408/71, και το βραδύτερο μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1988, το άρθρο 73, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 δεν έχει εφαρμογή. Εκείνο που αντιθέτως εφαρμόζεται είναι το άρθρο 40, παράγραφος 1, σημεία 1 έως 4, της γερμανοισπανικής σύμβασης της 4ης Δεκεμβρίου 1973, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 της τροποποιητικής συμφωνίας της 17ης Δεκεμβρίου 1975. Από 1ης Ιανουαρίου 1979 η μεταβατική αυτή περίοδος έχει λήξει.
Πρέπει, βεβαίως, να γίνει δεκτό ότι μετά τις προαναφερθείσες αποφάσεις Pinna, το άρθρο 73, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 εφαρμόζεται κατά τρόπο ενιαίο σε όλα τα κράτη μέλη. Ωστόσο, είναι αμφίβολο αν αυτό αποτελεί «έναρξη της ισχύος», κατά την έννοια του άρθρου 60, παράγραφος 1, της Πράξεως Προσχωρήσεως, της ενιαίας λύσεως στην οποία αναφέρεται το άρθρο 99 του κανονισμού 1408/71. Στο ερώτημα αυτό η απάντηση πρέπει να είναι αρνητική.
Δεν μπορεί να γίνει λόγος για θέση σε ισχύ μιας ενιαίας λύσεως παρά μόνο εφόσον το Συμβούλιο εξέδωσε και δημοσίευσε σχετική πράξη. Η μεταβατική περίοδος μπορεί να συντομευθεί μόνο με την έκδοση σχετικού κανονισμού. Κατά τον χρόνο καταθέσεως των παρατηρήσεων της Γερμανικής Κυβερνήσεως, το Συμβούλιο δεν είχε ακόμα αποδεχθεί σχετική πρόταση κανονισμού.
Απόφαση του Δικαστηρίου δεν μπορεί να αντικαταστήσει την απαιτούμενη νομοθετική ρύθμιση, καθόσον η λήξη της προθεσμίας πρέπει να καθορίζεται κατά τρόπο ενιαίο και βέβαιο έναντι πάντων. Ούτε μπορεί, συνεπώς, να εξεταστεί το ενδεχόμενο μιας αναλογικής εφαρμογής των αποτελεσμάτων του κανονισμού του Συμβουλίου στην παρούσα περίπτωση, κατά την οποία το Δικαστήριο προέβη σε ορισμένες διευκρινίσεις, καθόσον αν τα κράτη μέλη είχαν προβλέψει αυτή την εξέλιξη θα είχαν ασφαλώς προτιμήσει τον σαφή καθορισμό της προθεσμίας από μια τέτοια μεθόδευση.
Η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας προτείνει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο:
« Η ενιαία για όλα τα κράτη μέλη λύση που προβλέπει το άρθρο 99 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, δεν τέθηκε σε ισχύ τον Ιανουάριο του 1986 το άρθρο 73, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 δεν εφαρμόζεται παρά μετά την 1η Ιανουαρίου 1989 επί των τέκνων των ισπανών μισθωτών που απασχολούνται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. »
Η Κυβέρνηση του Βασαείου της Ιοπανίας παρατηρεί ότι το πρόβλημα που τίθεται είναι να καθοριστεί αν η ενιαία λύση που προβλέπει το άρθρο 99 του κανονισμού 1408/71 δεν έχει ακόμα τεθεί σε ισχύ, οπόταν το σύστημα των οικογενειακών παροχών που χορηγούνται σε Ισπανό που εργάζεται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας διέπεται από τη γερμανοισπανική σύμβαση περί κοινωνικής ασφαλίσεως, ιδίως το άρθρο 40 αυτής, ή αν, αντιθέτως, η ενιαία λύση έχει τεθεί σε ισχύ, οπόταν πρέπει αυτομάτως να θεωρηθεί ότι έληξε η μεταβατική περίοδος που προβλέπει το άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως και ότι το άρθρο 74 του κανονισμού 1408/72 εφαρμόζεται πλήρως στους ισπανούς εργαζομένους.
Μετά την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου, της 15ης Ιανουαρίου 1986, απαλείφθηκε ο διττός χαρακτήρας των προβλεπομένων στο άρθρο 73 του κανονισμού 1408/71 παροχών και ισχύει πλέον ένα ενιαίο σύστημα για όλα τα κράτη μέλη: έχει, συνεπώς, τεθεί σε εφαρμογή η ενιαία λύση στην οποία αναφέρεται το άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως και, κατά συνέπεια, τερματίστηκε η μεταβατική περίοδος που προβλέπει το εν λόγω άρθρο για τους ισπανούς εργαζομένους, ως εναλλακτική λύση, μέχρι να εξευρεθεί η ενιαία λύση. Η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη προς την απόφαση του Δικαστηρίου, της 2ας Μαρτίου 1989.
Κατά συνέπεια, η Κυβέρνηση του Βασιλείου της Ισπανίας θεωρεί ότι πρέπει να δοθεί ως απάντηση στο αιτούν δικαστήριο ότι « με την απόφαση που εκδόθηκε στις 15 Ιανουαρίου 1986 στην υπόθεση 41/84 δόθηκε η ενιαία λύση στην οποία αναφέρεται το άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως της Ισπανίας και της Πορτογαλίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και, επομένως, το άρθρο 73, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 έχει εφαρμογή, από τον Ιανουάριο του 1986 επί των κατοικούντων στην Ισπανία τέκνων ισπανού εργαζομένου ο οποίος εργάζεται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ».
Η Κυβέρνηση της Πορτογαλικής Δημοκρατίας παρατηρεί ότι η γενίκευση του συστήματος καταβολής των οικογενειακών παροχών που είχε ως αποτέλεσμα η προαναφερθείσα απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1986, αποτελεί ενιαία λύση, κατά την έννοια του άρθρου 99 του κανονισμού 1408/71.
Ο λόγος για τον οποίο περιελήφθησαν τα άρθρα 60 και 220 στην Πράξη Προσχωρήσεως ήταν η έλλειψη, σε επίπεδο κοινοτικού δικαίου, μιας λύσεως σχετικής με το σύστημα οικογενειακών παροχών που να εφαρμόζεται ενιαία σε όλα τα κράτη μέλη. Το άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως προβλέπει δύο δυνατότητες τερματισμού του μεταβατικού συστήματος: μία ανώτατη διάρκεια εφαρμογής του συστήματος αυτού και τη δυνατότητα τερματισμού του ευθύς μετά την εφαρμογή μιας ενιαίας λύσεως για όλα τα κράτη μέλη, όπως προβλέπει το άρθρο 99 του κανονισμού 1408/71.
Με τη γενίκευση του συστήματος καταβολής των οικογενειακών παροχών που προβλέπει το άρθρο 73, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, μετά την κήρυξη ως ανίσχυρου της δευτέρας παραγράφου του εν λόγω άρθρου, πραγματοποιήθηκε μία από τις δύο εναλλακτικές προϋποθέσεις των άρθρων 60 και 220 της Πράξεως Προσχωρήσεως, ώστε να παρέλκει πλέον η αναμονή μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1988, που είχε προβλεφθεί ως ημερομηνία λήξεως της μεταβατικής περιόδου.
Η Κυβέρνηση της Πορτογαλικής Δημοκρατίας προσθέτει ότι, εφόσον το κεφάλαιο του κανονισμού 1408/71 περί οικογενειακών παροχών δεν εφαρμόστηκε ευθύς μετά την προσχώρηση της Ισπανίας και της Πορτογαλίας στις Κοινότητες, έναντι των διακινουμένων ισπανών και πορτογάλων εργαζομένων, διότι δεν υφίστατο ενιαία λύση μεταξύ των δέκα άλλων κρατών μελών, είναι απαράδεκτο, τόσο από νομικής όσο και από κοινωνικής απόψεως, να μην επεκταθεί η εφαρμογή του και στα δώδεκα κράτη μέλη, μετά την επίτευξη ενιαίας λύσεως, καθόσον η μερική αυτή μη εφαρμογή συνεπάγεται τη διατήρηση μιας δυαδικής λύσεως που λαμβάνει υπόψη της την αντίστοιχη ιθαγένεια των συγκεκριμένων εργαζομένων.
Η κατ' αναλογία εφαρμογή του άρθρου 73, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, που προβλέπουν τα άρθρα 60 και 220 της Πράξεως Προσχωρήσεως, έχει περιέλθει σε αχρησία, καθόσον από 16ης Ιανουαρίου 1986 η διάταξη αυτή, κηρυχθείσα ανίσχυρη, έχει απαλειφθεί από την κοινοτική έννομη τάξη. Είναι αδύνατη η κατ' αναλογία εφαρμογή διατάξεως η οποία έχει δικαστικώς κηρυχθεί ανίσχυρη.
Η απόφαση της 2ας Μαρτίου 1989 δεν απέκλεισε καμία περίπτωση από τις συνέπειες της γενικεύσεως- εναπόκειται, κατά συνέπεια, στους αρμόδιους φορείς όλων των κρατών μελών, χωρίς εξαίρεση, να εφαρμόζουν, από της ημερομηνίας ενάρξεως των εννόμων συνεπειών της αποφάσεως της 15ης Ιανουαρίου 1986, το μόνο έγκυρο σύστημα αναφοράς, δηλαδή το άρθρο 73, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71.
Η Κυβέρνηση της Πορτογαλικής Δημοκρατίας προτείνει στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο αιτούν Δικαστήριο:
« Η ενιαία για όλα τα κράτη μέλη λύση που απορρέει από τη γενίκευση του άρθρου 73, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 εφαρμόζεται, επίσης, από 16ης Ιανουαρίου 1986, στα κατοικούντα στην Ισπανία και την Πορτογαλία τέκνα ισπανών και πορτογάλων εργαζομένων που απασχολούνται σε άλλα κράτη μέλη και, κατά συνέπεια, η μεταβατική περίοδος στην οποία αναφέρονται τα άρθρα 60 και 220 της Πράξεως Προσχωρήσεως έληξε από της ημερομηνίας αυτής. »
Η Κυβέρνηση νης ΓαΑλικής Δημοκρατίας παρατηρεί ότι ο κανονισμός 1408/71 προβαίνει σε συντονισμό των εθνικών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως. Δεν αποτελεί κανονισμό εναρμονίσεως, όπως ισχυρίζεται η Γαλλική Κυβέρνηση η οποία επικαλείται σχετικώς την πάγω νομολογία του Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, την προαναφερθείσα απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1986). Η ίδια η έννοια του συντονισμού δεν αποκλείει περιπτώσεις διαφορετικής μεταχειρίσεως από το ένα κράτος στο άλλο, ως συνέπεια των διαφορών των εθνικών νομοθεσιών, δεδομένου ότι ο κανονισμός 1408/71 δεν αποβλέπει στην ανατροπή των υφισταμένων μεθόδων οργανώσεως των εθνικών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως. Η εφαρμογή της αρχής του συντονισμού επιτρέπει, εξάλλου, να θεωρηθεί ως σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο η εφαρμογή για μια ορισμένη περίοδο, ενός ειδικού συστήματος καταβολής των οικογενειακών παροχών στους υπηκόους νέων κρατών μελών της Κοινότητας, όπως του συστήματος που προβλέπουν τα άρθρα 60 και 220 της Πράξεως Προσχωρήσεως.
Η παρούσα διαφορά θέτει το πρόβλημα αν πράγματι διαμορφώθηκε ενιαία λύση, κατά την έννοια του άρθρου 99 του κανονισμού 1408/71, κατά τρόπο έμμεσο, από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου, της 15ης Ιανουαρίου 1986 και της 2ας Μαρτίου 1989. Το ζήτημα αυτό έχει αποσαφηνιστεί, ως προς τα άλλα κράτη μέλη εκτός της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, με την απόφαση της 2ας Μαρτίου 1989. Αντιθέτως, το ζήτημα του συστήματος που πρέπει να εφαρμόζεται στους ισπανούς και πορτογάλους εργαζομένους είναι εντελώς ανεξάρτητο του ζητήματος που εξετάστηκε στις αποφάσεις Pinna λόγω των ειδικών διατάξεων που προβλέπει η Πράξη Προσχωρήσεως σχετικά με το σύστημα αυτό.
Η Κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας αμφισβητεί την άποψη κατά την οποία το σύνολο των ρυθμίσεων που προβλέπει η Πράξη Προσχωρήσεως δεν εφαρμόζεται πλέον μετά την κήρυξη ως ανίσχυρου του άρθρου 73, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, η δε ενιαία λύση η οποία τερματίζει τη μεταβατική περίοδο που προβλέπουν τα άρθρα 60 και 220 της Πράξεως Προσχωρήσεως έχει αρχίσει να εφαρμόζεται από 15ης Ιανουαρίου 1986. Στην περίπτωση αυτή θα ήταν περιττή η θέσπιση νέου κανόνα από το Συμβούλιο.
Η άποψη αυτή είναι αβάσιμη καθόσον το σύστημα που απορρέει από τις προαναφερθείσες διατάξεις της Πράξεως Προσχωρήσεως ισχύει ειδικά για την Ισπανία και την Πορτογαλία και συνιστά απόκλιση από την κοινή ρύθμιση που προβλέπει ο κανονισμός 1408/71. Η άποψη που διατυπώνει η Γαλλική Κυβέρνηση συμπίπτει με την άποψη της Επιτροπής, σχετικώς δε επικαλείται την απάντηση της Επιτροπής σε γραπτή ερώτηση ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετική με τα άρθρα 60, εδάφιο 2, και 220, εδάφιο 2, της Πράξεως Προσχωρήσεως.
Μολονότι το Δικαστήριο δεν έχει ακόμα αποφανθεί ως προς το αν υφίσταται στο κοινοτικό δίκαιο ενιαία λύση, κατά την έννοια του άρθρου 99 του κανονισμού 1408/71, μετά τις αποφάσεις του της 15ης Ιανουαρίου 1986 και της 2ας Μαρτίου 1989, ωστόσο, στην τελευταία αυτή απόφαση του τόνισε ότι εναπόκειτο πλέον στο Συμβούλιο να αποφανθεί ως προς τους κανόνες καταβολής των οικογενειακών παροχών βάσει του άρθρου 73 του κανονισμού 1408/71.
Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Πράξη Προσχωρήσεως, η οποία από πλευράς ιεραρχίας των κανόνων του κοινοτικού δικαίου τοποθετείται στο ίδιο επίπεδο με τη Συνθήκη ΕΟΚ, μπορεί να περιέχει διατάξεις που εισάγουν αποκλίσεις, αφενός μεν, από την ίδια τη Συνθήκη, αφετέρου δε, από τις πράξεις του παραγώγου δικαίου, όπως ο κανονισμός 1408/71, που ιεραρχικώς τοποθετούνται σε επίπεδο κατώτερο της εν λόγω Πράξεως. Με παγία νομολογία του το Δικαστήριο έχει υπογραμμίσει ότι δεν είναι αρμόδιο να κρίνει τις διατάξεις της Πράξεως Προσχωρήσεως σε σχέση με τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ ή σε σχέση με μία πράξη του παραγώγου δικαίου (βλ. την απόφαση της 28ης Απριλίου 1988, LAISA και CPC España SA, 31/86 και 35/86, Συλλογή 1988, σ. 2285 ).
Η Γαλλική Κυβέρνηση προτείνει στο Δικαστήριο να δώσει ως απάντηση στο αιτούν δικαστήριο ότι « το μεταβατικό σύστημα που προβλέπει, ιδίως έναντι των ισπανών εργαζομένων, το άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως, εφαρμόζεται μέχρι τις 31 Ιανουαρίου 1988, ελλείψει “ενιαίας λύσεως”, κατά την έννοια του άρθρου 99 του κανονισμού 1408/71, που να έχει θεσπιστεί από το Συμβούλιο κατ' εφαρμογή της διαδικασίας που προβλέπει το ανωτέρω άρθρο. Κατά την περίοδο αυτή οι ισπανοί εργαζόμενοι υπάγονται στο σύστημα που προβλέπει το άρθρο 73, παράγραφος 2, καθώς και το άρθρο 94, παράγραφος 9, του κανονισμού 1408/71, στις περιπτώσεις υπάρξεως ευνοϊκότερων ρητρών στις διμερείς συμβάσεις περί κοινωνικής ασφαλίσεως που έχει συνάψει η Ισπανία με το κράτος απασχολήσεως των συγκεκριμένων εργαζομένων ».
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αμφισβητεί την άποψη κατά την οποία η « ενιαία για όλα τα κράτη μέλη λύση », κατά την έννοια του άρθρου 99 του κανονισμού 1408/71, επιτεύχθηκε μετά την κήρυξη ως ανίσχυρου του άρθρου 73, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού. Η ερμηνεία αυτή πρέπει να απορριφθεί, καθόσον το άρθρο 99 παραπέμπει σε ενιαία λύση που θα εφαρμοστεί βάσει κανονισμού που θα θεσπίσει το Συμβούλιο κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής. Ο κανονισμός του Συμβουλίου, την έκδοση του οποίου προϋποθέτει το προαναφερθέν άρθρο 99, δεν μπορεί να αντικατασταθεί με απόφαση του Δικαστηρίου, πράγμα που εμμέσως βεβαιώνει η απόφαση της 2ας Μαρτίου 1989, κατά την οποία η νομική κατάσταση που διαμορφώνεται με την απόφαση αυτή εφαρμόζεται μέχρις ότου το Συμβούλιο θεσπίσει νέο σύστημα οικογενειακών παροχών σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 51 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Η Επιτροπή εξετάζει κατόπιν το ζήτημα αν η κήρυξη του άρθρου 73, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 ως ανίσχυρου και η απόφαση εφαρμογής του γενικού συστήματος που προβλέπει το άρθρο 73, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού επηρεάζουν τη νομική κατάσταση που διαμορφώνει το άρθρο 60, παράγραφος 1, εδάφιο 2, της Πράξεως Προσχωρήσεως για τους ισπανούς εργαζομένους, δεδομένου ότι η κατ' αναλογία εφαρμογή του άρθρου 73, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, η οποία επίσης προβλέπεται, είναι ανεφάρμοστη, οι δε ισπανοί εργαζόμενοι πρέπει επίσης να υπόκεινται στο σύστημα που προβλέπει το άρθρο 73, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού.
Κατά την Επιτροπή, στις προαναφερθείσες αποφάσεις επί των υποθέσεων Pinna δεν μπορεί να προσδοθεί ένα τέτοιο αποτέλεσμα, λόγω των διαφορετικών καταστάσεων που αφρρούν. Στις υποθέσεις εκείνες το Δικαστήριο αποφάνθηκε μόνο ως προς τον διττό χαρακτήρα της χορηγήσεως οικογενειακών παροχών που είχαν τα συστήματα που προέβλεπαν, αφενός μεν, το άρθρο 73, παράγραφος 1, αφετέρου δε, το άρθρο 73, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71. Το συγκεκριμένο ζήτημα που είχε υποβληθεί στην κρίση του Δικαστηρίου ήταν αν η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως επέτρεπε σε κράτος μέλος να εφαρμόζει διαφορετικό σύστημα χορηγήσεως των οικογενειακών παροχών απ' ό,τι τα εννέα υπόλοιπα κράτη μέλη.
Αντιθέτως, το προβλεπόμενο στο άρθρο 60, παράγραφος 1, της Πράξεως Προσχωρήσεως σύστημα αφορά τη σχέση μεταξύ των δέκα αρχικών κρατών μελών και της Ισπανίας. Βεβαίως, η χορήγηση οικογενειακών παροχών στους ισπανούς εργαζομένους διέπεται, για μία ορισμένη μεταβατική περίοδο, από την ίδια αρχή της κατοικίας που προβλέπεται και για τη Γαλλία, το σύστημα όμως αυτό βαίνει πολύ πέραν του τομέα εφαρμογής του άρθρου 73, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, καθόσον δεν περιορίζεται να εξαρτήσει το δικαίωμα ισπανού εργαζομένου που εργάζεται στη Γαλλία από την αρχή της κατοικίας, αλλά έχει εφαρμογή και επί των ισπανών εργαζομένων που απασχολούνται σε άλλα κράτη μέλη. Η κατ' αναλογία εφαρμογή του άρθρου 73, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, που προβλέπει το άρθρο 60, παράγραφος 1, εδάφιο 2, της Πράξεως Προσχωρήσεως δεν παραπέμπει, από την άποψη αυτή, σε μία πραγματική κατάσταση. Η διάταξη αυτή έχει αξία αυτοτελούς ρυθμίσεως, μόνο δε σε ό,τι αφορά τις νομικές συνέπειες — εφαρμογή της αρχής της κατοικίας — γίνεται παραπομπή στο προβλεπόμενο από το άρθρο 73, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 σύστημα.
Το γεγονός ότι το κανονιστικό περιεχόμενο του άρθρου 60, παράγραφος 1, της Πράξεως Προσχωρήσεως εισάγει επίσης ένα διαλυστικό σύστημα μεταξύ της Κοινότητας υπό τη σύνθεση που είχε πριν από την προσχώρηση της Ισπανίας και του νέου αυτού κράτους μέλους, δικαιολογείται από τον μεταβατικό χαρακτήρα της διατάξεως αυτής. Χαρακτηριστικό των μεταβατικών συστημάτων είναι ακριβώς ότι θεσπίζουν σε συγκεκριμένες περιπτώσεις διατάξεις οι οποίες συνιστούν απόκλιση από τη ρύθμιση που ισχύει στα αρχικά κράτη μέλη. Αν τα μεταβατικά συστήματα που ισχύουν για τα νέα κράτη μέλη διέπονταν από τις αρχές που ρυθμίζουν την εφαρμογή και το κύρος των κοινοτικών διατάξεων που εφαρμόζονται επί των πλήρως ενσωματωμένων κρατών μελών, τότε τα μεταβατικά συστήματα δεν θα είχαν κανένα νόημα, θα διαμορφωνόταν δε η νομική κατάσταση η οποία θα έπρεπε κανονικώς να ισχύσει μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου. Το αποτέλεσμα αυτό θα ήταν αντίθετο προς τη ρύθμιση του άρθρου 6 της Πράξεως Προσχωρήσεως, κατά το οποίο για την εκ νέου ρύθμιση νομικών καταστάσεων που απορρέουν από την Πράξη Προσχωρήσεως ακολουθείται η διαδικασία τροποποιήσεως που προβλέπουν οι ιδρυτικές Συνθήκες.
Αναφερόμενη στη διάταξη αυτή η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία το ανίσχυρο του άρθρου 73, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 επεκταθεί και στο άρθρο 60, παράγραφος 1, εδάφιο 2, της Πράξεως Προσχωρήσεως αυτό δεν θα είχε ως συνέπεια την εφαρμογή του γενικού συστήματος που προβλέπει το άρθρο 73, παράγραφος Ι, του εν λόγω κανονισμού για την καταβολή των οικογενειακών παροχών. Αυτό θα ήταν αντίθετο προς τις σαφείς διατάξεις του άρθρου 60, παράγραφος 1, εδάφιο 1, της ανωτέρω Πράξεως Προσχωρήσεως, κατά τις οποίες το άρθρο 73, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 θα μπορεί να εφαρμοστεί μόνο εφόσον θα έχει θεσπιστεί με κανονισμό του Συμβουλίου ενιαία για όλα τα κράτη μέλη λύση ή εφόσον θα έχει παρέλθει η ημερομηνία της 31ης Δεκεμβρίου 1988 που έχει οριστεί ως ημερομηνία λήξεως της μεταβατικής περιόδου.
Το ότι οι αρχές που απορρέουν από τις αποφάσεις που εξέδωσε το Δικαστήριο στις υποθέσεις 41/84 και 359/87 δεν έχουν εφαρμογή επί της νομικής καταστάσεως που έχει διαμορφώσει το άρθρο 60, παράγραφος 1, της Πράξεως Προσχωρήσεως, συνάγεται, τέλος, και από το γεγονός ότι η αρμοδιότητα που έκρινε ότι έχει το Δικαστήριο στις προαναφερθείσες αποφάσεις δεν περιελάμβανε και την κρίση του κύρους ή της ακυρότητας διατάξεως της Πράξεως Προσχωρήσεως. Βεβαίως, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται και επί ζητημάτων σχετικών με την ερμηνεία ή το κύρος διατάξεων της Πράξεως Προσχωρήσεως (βλ. το άρθρο 1, παράγραφος 3, της Πράξεως Προσχωρήσεως) ωστόσο, οι διαπιστώσεις αυτές δεν ισχύουν για τις διαδικασίες που κινήθηκαν βάσει του άρθρου 177, παράγραφος 1, στοιχείο β, της Συνθήκης ΕΟΚ, όπως στις υποθέσεις 41/84 και 359/87.
Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου στις υποθέσεις εκείνες περιορίστηκε στην κρίση του κύρους ή της ακυρότητας διατάξεως του παραγώγου κοινοτικού δικαίου, ενώ ως προς τους κανόνες που θέτει το άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως, επρόκειτο για το κύρος και την εφαρμογή διατάξεως του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου. Κατά συνέπεια, στην υπόθεση αυτή, κατά την άποψη της Επιτροπής, το Δικαστήριο δεν είχε ούτε την απαιτούμενη αρμοδιότητα να αποφανθεί σχετικά με το κύρος των διατάξεων της Πράξεως Προσχωρήσεως.
Η Επιτροπή προτείνει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο Sozialgericht Frankfurt:
« Η ενιαία για όλα τα κράτη μέλη λύση που προβλέπει το άρθρο 99 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 δεν τέθηκε σε ισχύ τον Ιανουάριο του 1986 και, κατά συνέπεια, τα δικαιώματα των ισπανών εργαζομένων που απασχολούνται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επί οικογενειακών παροχών, για τέκνα που κατοικούν στην Ισπανία, πρέπει να εκτιμώνται κατά τις διατάξεις του άρθρου 60 της πράξεως για τους όρους προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και για τις προσαρμογές των συνθηκών. »
III — Γραπτά ερωτήματα και απαντήσεις
Με απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 1990 το Δικαστήριο αποφάσισε να υποβάλει το ακόλουθο ερώτημα στον προσφεύγοντα της κύριας δίκης, στις Κυβερνήσεις της Πορτογαλίας, της Γαλλίας, της Ισπανίας και της Γερμανίας καθώς και στην Επιτροπή:
« Ο προσφεύγων της κύριας δίκης, η Επιτροπή, οι Κυβερνήσεις της Πορτογαλίας, της Γαλλίας, της Ισπανίας και της Γερμανίας καλούνται να διατυπώσουν μέχρι τις 26 Φεβρουαρίου 1990 ( περιλαμβανομένης της παρεκτάσεως της προθεσμίας λόγω αποστάσεως) την άποψη τους ως προς το αν η θέσπιση του κανονισμού 3427/89 είχε ως αποτέλεσμα να τεθεί σε ισχύ από 15ης Ιανουαρίου 1986 (ημερομηνία κατά την οποία άρχισε να εφαρμόζεται ο κανονισμός 3427/89 ) η ενιαία λύση, κατά την έννοια του άρθρου 99 του κανονισμού 1408/71 και του άρθρου 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως του ΒασΛείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας. »
Ο προαφείψων απάντησε στην υποβληθείσα ερώτηση ότι η απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1986 συνιστά την ενιαία λύση στην οποία αναφέρονται το άρθρο 99 του κανονισμού 1408/71 και το άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως.
Ο κανονισμός 3427/89 και, ιδίως το άρθρο 3 αυτού, αίρουν και την παραμικρότερη αμφιβολία ως προς την εφαρμογή της ενιαίας λύσεως, από 15ης Ιανουαρίου 1986, επί των ισπανών και πορτογάλων εργαζομένων που απασχολούνται σε κράτη μέλη.
Κατά το άρθρο 189 της Συνθήκης ΕΟΚ οι κανονισμοί έχουν νομοθετικό χαρακτήρα και δεν εφαρμόζονται σε περιορισμένο μόνο αριθμό προσώπων που ρητώς αναφέρονται ή εύκολα προσδιορίζονται, αλλά σε αριθμό προσώπων που καθορίζονται κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο. Συνεπώς, αν ο κανονισμός 3427/89 δεν επρόκειτο να έχει εφαρμογή επί των ισπανών και πορτογάλων, θα έπρεπε να τους εξαιρεί με ρητή διάταξη.
Ο προσφεύγων θεωρεί ότι η ενιαία λύση για τους ισπανούς και πορτογάλους εργαζομένους τέθηκε σε εφαρμογή κατά την ημερομηνία δημοσιεύσεως του κανονισμού 3427/89 στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, δηλαδή στις 16 Νοεμβρίου 1989.
Το άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως ορίζει ως ημερομηνία εφαρμογής του άρθρου 73, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 την ημερομηνία εφαρμογής της ενιαίας λύσεως, η οποία δεν συμπίπτει με την ημερομηνία δημοσιεύσεως του κανονισμού ο οποίος θεσπίζει την ενιαία λύση.
Το άρθρο 191 της Συνθήκης ΕΟΚ διακρίνει μεταξύ της «ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος» και της «ημερομηνίας δημοσιεύσεως » των κανονισμών και αναθέτει στο όργανο το οποίο εξέδωσε τον κανονισμό να διευκρινίσει την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος. Η διάκριση στην οποία προβαίνει το άρθρο 3 του κανονισμού 3427/89 μεταξύ « ενάρξεως της ισχύος » και « εφαρμογής » η οποία απαντάται επίσης και σε άλλους κανονισμούς που τροποποιούν τον βασικό κανονισμό 1408/71, μπορεί να κατανοηθεί μόνο στο πλαίσιο του εν λόγω άρθρου 191. Η ημερομηνία που καθόρισε το Συμβούλιο, η 15η Ιανουαρίου 1986, για την έναρξη εφαρμογής της ενιαίας λύσεως που προβλέπει το νέο άρθρο 73 του κανονισμού 1408/71 είναι η ημερομηνία της « αναδρομικής ενάρξεως της ισχύος », η οποία διαφέρει από την ημερομηνία της « δημοσιεύσεως » του, που είναι η 16η Νοεμβρίου 1989.
Ως προς την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 3427/89, ο προσφεύγων παραπέμπει στην απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 1989, Delbar (C-114/88, Συλλογή 1989, σ. 4067), η οποία αναγνωρίζει το δικαίωμα των μη μισθωτών εργαζομένων για οικογενειακές παροχές — δικαίωμα που δεν προέβλεπε το παλαιό άρθρο 73 του κανονισμού 1408/71 — από της ημερομηνίας που καθορίζεται στο άρθρο 3 του κανονισμού 3427/89, δηλαδή από της 15ης Ιανουαρίου 1986.
Κατά τις τελευταίες πληροφορίες που έχει συγκεντρώσει ο προσφεύγων, ο καθοό της κύριας δίκης στηρίζει την επιχειρηματολογία του στην επιφύλαξη που διατύπωσε η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση στις 30 Οκτωβρίου 1989, η οποία εκτενέστερα αναπτύσσεται κατωτέρω, κατά τη θέσπιση του κανονισμού 3427/89. Ο προσφεύγων δεν γνωρίζει την ύπαρξη μιας τέτοιας επιφυλάξεως. Εξάλλου, ακόμα και αν η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση είχε διατυπώσει μια τέτοια επιφύλαξη, οι συνέπειες της θα ήταν ανύπαρκτες, καθόσον δεν περιλαμβάνεται στον κανονισμό.
Η Κυβέρνηση νης Πορτογαλικής Αΐ1μοκρατίας απάντησε ότι η θέσπιση του κανονισμού 3427/89 συνεπάγεται αναγκαστικώς ότι η ενιαία λύση στην οποία αναφέρεται το άρθρο 99 του κανονισμού 1408/71 και τα άρθρα 60 και 220 της Πράξεως Προσχωρήσεως έχει τεθεί σε ισχύ από την 15η Ιανουαρίου 1986.
Πράγματι, ο νέος κανονισμός δεν προβλέπει, ως προς τα άρθρα 73 έως 75, καμία παρέκκλιση ή εξαίρεση από την αρχή της εφαρμογής του από της 15ης Ιανουαρίου 1986' είναι, συνεπώς, παράνομο να μην αρχίσει η εφαρμογή του από της ημερομηνίας αυτής.
Πράγματι, στην περίπτωση κατά την οποία ο νέος κανονισμός προέβλεπε παρέκκλιση από την αρχή της εφαρμογής του από της ημερομηνίας αυτής, θα το είχε ορίσει ρητώς, όπως συνάγεται και από το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 3, κατά το οποίο η εφαρμογή του άρθρου 76 μετατίθεται στην 1η Μαΐου 1990.
Εξάλλου, η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη προς το ίδιο το περιεχόμενο της έννοιας του κανονισμού, όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 189 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Η Γαλλική Κυβέρνηση απάντησε ότι οι διατάξεις των άρθρων 60 και 220 της Πράξεως Προσχωρήσεως είχαν πλήρη εφαρμογή μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1988, ελλείψει ενιαίας λύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 99 του κανονισμού 1408/71. Μετά την ημερομηνία αυτή, δυνάμει των διατάξεων της Πράξεως Προσχωρήσεως, οι ισπανοί και πορτογάλοι εργαζόμενοι που υπόκειντο στις διατάξεις αυτές υπήχθησαν, μετά τη λήξη της εν λόγω μεταβατικής περιόδου, στο σύστημα καταβολής οικογενειακών παροχών που προβλέπει το εφαρμοζόμενο ήδη στα εννέα άλλα κράτη μέλη άρθρο 73, παράγραφος 1.
« Ενιαία λύση » που να ισχύει για όλους του εργαζομένους που υπόκεινται στις διατάξεις του κανονισμού 1408/71, προέκυψε με τον κανονισμό 3427/89 ο οποίος γενικεύει το σύστημα της « χώρας απασχολήσεως ».
Ως προς τους ισπανούς και πορτογάλους εργαζομένους, ο κοινοτικός νομοθέτης δεν διατύπωσε καμία επιφύλαξη στο άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3427/89. Κατά την άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως, η διατύπωση επιφυλάξεως δεν ήταν απαραίτητη: οι διατάξεις της Πράξεως Προσχωρήσεως ανέπτυξαν τις έννομες συνέπειες τους, μετά δε την 1η Ιανουαρίου 1989 η μεταβατική περίοδος έληξε. Απέμενε μόνο να καθοριστεί το σύστημα το εφαρμοζόμενο στους εργαζομένους που είναι υπήκοοι των άλλων κρατών μελών πλην της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, μετά δε την 1η Ιανουαρίου 1989, στους εργαζομένους των κρατών μελών που απασχολούνται στη Γαλλία. Πράγματι, ο κανονισμός 3427/89 δεν τροποποίησε το σύστημα καταβολής των οικογενειακών παροχών που ισχύει για τα ένδεκα υπόλοιπα κράτη μέλη. Απλώς επεξέτεινε νομικώς στη Γαλλία, σύμφωνα με τις αποφάσεις της 15ης Ιανουαρίου 1986 και της 2ας Μαρτίου 1989 και κατά τους τύπους που προβλέπει το άρθρο 51 της Συνθήκης ΕΟΚ και το άρθρο 99 του κανονισμού 1408/71, το σύστημα της «χώρας απασχολήσεως», υπό τους όρους που καθόρισε το Συμβούλιο.
Συνεπώς, ο κανονισμός 3427/89 δεν ίσχυσε αναδρομικώς παρά μόνο ως προς τη ρύθμιση της καταστάσεως των εργαζομένων υπηκόων κρατών μελών, των υπαγομένων στο γαλλικό δίκαιο κοινωνικής ασφαλίσεως, εκτός των ισπανών και πορτογάλων εργαζομένων οι οποίοι ανήκαν στην κατηγορία αυτή κατά την προβλεπόμενη από την Πράξη Προσχωρήσεως μεταβατική περίοδο η οποία διήρκεσε μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1988.
Εξάλλου, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι διατάξεις του κανονισμού 3427/89 δεν μπορούν, εν πάση περιπτώσει, να αντιβαίνουν προς ρυθμίσεις απορρέουσες από ιεραρχικώς ανώτερους κανόνες, όπως τα άρθρα 60 και 220 της Πράξεως Προσχωρήσεως, οι οποίοι κατά τον χρόνο θεσπίσεως του εν λόγω κανονισμού, δηλαδή την 30ή Οκτωβρίου 1989 είχαν ήδη αναπτύξει πλήρως τις έννομες συνέπειες τους, και με τον τρόπο αυτό να αμφισβητηθούν αναδρομικώς, στις 15 Ιανουαρίου 1986, έννομες καταστάσεις που δημιουργήθηκαν βάσει των εν λόγω διατάξεων τόσο έναντι των εργαζομένων που λαμβάνουν οικογενειακές παροχές, όσο και έναντι των οικείων φορέων κοινωνικής ασφαλίσεως.
Πράγματι, οποιαδήποτε τροποποίηση των διατάξεων του κανονισμού 1408/71 δεν θα μπορούσε να επηρεάσει το σύστημα καταβολής των επιδομάτων που ίσχυε κατά τη μεταβατική περίοδο που ορίζουν τα προαναφερθέντα άρθρα 60 και 220. Το σύστημα αυτό που προκύπτει από αυτοτελή κανόνα, την Πράξη Προσχωρήσεως, η οποία τοποθετείται στο ίδιο επίπεδο με τη Συνθήκη ΕΟΚ στην ιεραρχία των κανόνων του κοινοτικού δικαίου, είναι ανεξάρτητο από τις λαμβανόμενες σε άλλο πλαίσιο αποφάσεις, εκτός από την περίπτωση της επιτεύξεως της προβλεπόμενης από την ίδια την Πράξη Προσχωρήσεως ενιαίας λύσεως, πριν την 31η Δεκεμβρίου 1988, η οποία θα συνεπαγόταν αυτομάτως τη λήξη της μεταβατικής περιόδου λόγω επεκτάσεως του ιδίου συστήματος καταβολής των παροχών στο σύνολο των κρατών μελών.
Αυτό, όμως, δεν συνέβη, η δε ενιαία λύση η οποία θεσπίστηκε μόλις στις 30 Οκτωβρίου 1989, τέθηκε σε ισχύ κατά την ημερομηνία δημοσιεύσεως του κανονισμού 3427/89 στην Επίσημη Εφημερίδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3, εδάφιο 1, δηλαδή στις 16 Νοεμβρίου 1989.
Κατά συνέπεια, η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι ο τρόπος καταβολής των οικογενειακών παροχών στα μέλη της οικογένειας εργαζομένου υπηκόου κράτους μέλους, τα οποία δεν κατοικούν στο κράτος απασχολήσεως του τελευταίου, όπως καθορίστηκε με το τροποποιημένο άρθρο 73 του κανονισμού 1408/71, συνιστούν πράγματι την « ενιαία λύση » στην οποία αναφέρεται το άρθρο 99 του κανονισμού 1408/71, αλλά δεν επηρεάζουν το σύστημα καταβολής οικογενειακών παροχών που ίσχυε για τους ισπανούς και πορτογάλους εργαζομένους κατά τη μεταβατική περίοδο, η οποία ολοκληρώθηκε χωρίς να έχει επιτευχθεί η ενιαία αυτή λύση στην οποία αναφέρονται οι διατάξεις της Πράξεως Προσχωρήσεως.
Κατά συνέπεια, η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι οι ισπανοί και πορτογάλοι εργαζόμενοι που απασχολούνται σε κράτος μέλος εκτός της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, τα μέλη της οικογένειας των οποίων κατοικούν στη χώρα καταγωγής τους, δεν μπορούν να επωφεληθούν από τις ευεργετικές διατάξεις του τροποποιημένου άρθρου 73 του κανονισμού 1408/71 από 15ης Ιανουαρίου 1986, αλλά μόνο από 1ης Ιανουαρίου 1989, μετά την έκδοση του προαναφερθέντος κανονισμού 3427/89, ανεξαρτήτως των διατάξεων του τελευταίου αυτού κανονισμού.
Η Κυβέρνηση του Βασιλείου της Ισπανίας απάντησε στο ερώτημα που υποβλήθηκε ότι η ενιαία λύση στην οποία αναφέρεται το άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως επιτεύχθηκε με την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 15 Ιανουαρίου 1986, Pinna, ο δε κανονισμός 3427/89 απλώς επαναλαμβάνει σε μια πράξη που έχει νομοθετικό χαρακτήρα όσα είχε ήδη διαπιστώσει στην προαναφερθείσα απόφαση του το Δικαστήριο.
Ακόμα όμως και στην περίπτωση που αμφισβητηθεί η ερμηνεία αυτή, η λύση που θα πρέπει να δοθεί είναι ίδια, καθόσον ο κανονισμός 3427/89 ορίζει ως ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της ενιαίας λύσεως την 15η Ιανουαρίου 1986, ημερομηνία από την οποία, κατά το άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού, άρχεται η εφαρμογή όλων των διατάξεων του, πλην του άρθρου 76. Συνεπώς, από της ημερομηνίας αυτής υφίσταται ενιαίο σύστημα οικογενειακών παροχών κοινό για όλα τα κράτη μέλη.
Βεβαίως, ένας κοινοτικός κανόνας μπορεί να αναπτύσσει αναδρομικές έννομες συνέπειες, το δε Δικαστήριο έχει επανειλημμένως αποφανθεί ότι η ισχύς μιας κοινοτικής πράξεως μπορεί να ανάγεται σε χρόνο προγενέστερο της δημοσιεύσεως της (βλ. π.χ. τις αποφάσεις της 25ης Ιανουαρίου 1979, Decker, 99/78, Sig. 1979, σ. 101, και της 30ής Σεπτεμβρίου 1982, Amylum κατά Συμβουλίου, 108/81, Συλλογή 1982, σ. 3107).
Η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας απάντησε στο ερώτημα που υποβλήθηκε ότι δυνάμει του άρθρου 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3427/89 ο κανονισμός αυτός τέθηκε σε ισχύ στις 16 Νοεμβρίου 1989, ημερομηνία της δημοσιεύσεως του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Ωστόσο, κατά το άρθρο 3, εδάφιο 1, του εν λόγω κανονισμού η εφαρμογή του άρχεται από 15ης Ιανουαρίου 1986. Ωστόσο, η αναδρομική αυτή εφαρμογή δεν επηρεάζει τα δικαιώματα των διακινουμένων ισπανών και πορτογάλων εργαζομένων. Η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση επικαλείται σχετικώς το ίδιο το γράμμα του κανονισμού και, ιδίως, τη φράση « αρχίζει να ισχύει », κατ' αντίθεση προς τη φράση « εφαρμόζεται από ». Γι' αυτόν τον λόγο η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση ενέκρινε τον κανονισμό 3427/89.
Εξάλλου, κατά την ψήφιση του κανονισμού 3427/89, στις 30 Οκτωβρίου 1989, η γερμανική αντιπροσωπεία ζήτησε να περιληφθεί στα πρακτικά του Συμβουλίου η ακόλουθη δήλωση:
« Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δηλώνει, συμφωνώντας με την άποψη που διατύπωσε η Επιτροπή ενώπιον του Δικαστηρίου: “ το γεγονός ότι ο εν λόγω κανονισμός εφαρμόζεται αναδρομικώς από 15ης Ιανουαρίου 1986, κατά το άρθρο 3 αυτού, δεν σημαίνει ότι τίθεται επίσης αναδρομικώς σε ισχύ η ενιαία λύση κατά την έννοια της Πράξεως Προσχωρήσεως της Ισπανίας και της Πορτογαλίας ”. »
Ούτε η Επιτροπή ούτε κάποιο κράτος μέλος διατύπωσαν αντιρρήσεις για τη δήλωση αυτή.
Το προβλεπόμενο από την Πράξη Προσχωρήσεως σύστημα, κατά το οποίο το συμβατικό δίκαιο εξακολουθεί να εφαρμόζεται μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1989, υπερισχύει ως ειδική νομοθετική ρύθμιση.
Η Επιτροπή απάντησε ότι η θέσπιση του κανονισμού 3427/89, έχει ως συνέπεια ότι η ενιαία λύση στην οποία αναφέρεται το άρθρο 99 του κανονισμού 1408/71 και το άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως, έχει τεθεί σε ισχύ από 15ης Ιανουαρίου 1986.
Τ. F. O'Higgins
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (έκτο τμήμα)
ης 13ης Νοεμβρίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-99/89,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Sozialgericht Frankfurt am Main προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
του Francisco Yáñez-Campoy
και
του Bundesanstalt für Arbeit,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1408/71 του Συμβουλίου περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( έκτο τμήμα ),
συγκείμενο από τους G. F. Mancini, πρόεδρο τμήματος, Τ. F. O'Higgins, Μ. Diez de Velasco, Κ. Ν. Κακούρη και Ρ. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C Ο. Lenz
γραμματέας: D. Louterman, κύρια υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
ο Yáñez Campoy, εκπροσωπούμενος από τον Angel González Maeztu, της υπηρεσίας κοινωνικών υποθέσεων του Προξενείου της Ισπανίας στη Φραγκφούρτη,
—
η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τον Helmut Kaupper, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων,
—
η Κυβέρνηση του Βασιλείου της Ισπανίας, εκπροσωπούμενη από τον Javier Conde de Saro, Γενικό Διευθυντή Νομικού και Θεσμικού Συντονισμού επί Κοινοτικών Θεμάτων και τη Rosario Silva de Lapuerta, Abogado del Estado,
—
η Κυβέρνηση της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον Luis Inez Fernandes, Διευθυντή των Υπηρεσιών Νομικών Υποθέσεων στη Γενική Διεύθυνση Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και τον Sebastião Pizarro, Υποδιευθυντή του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων και Συμβάσεων Κοινωνικής Ασφαλίσεως,
—
η Κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από την Edwige Belhard και τον Claude Chavance,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον νομικό της σύμβουλο Δημήτριο Γκουλούση και τον Jürgen Grunwald, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας της Επιτροπής,
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του Yáñez Campoy, της Γαλλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον Ρ. Pouzoulet, της Πορτογαλικής και Ισπανικής Κυβερνήσεως καθώς και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 3ης Μαΐου
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 6ης Ιουνίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 13ης Μαρτίου 1989, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Μαρτίου 1989, το Sozialgericht Frankfurt am Main υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 73, παράγραφος 1, και 99 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου της 2ας Ιουνίου 1983 ( ΕΕ L 230, σ. 6 ).
2
Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς που έχει ως αντικείμενο την απόφαση του Bundesanstalt für Arbeit περί χορηγήσεως στον Yáñez Campoy οικογενειακών επιδομάτων κατά το άρθρο 40 της γερμανοισπανικής συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως, της 4ης Δεκεμβρίου 1973, και όχι κατ' εφαρμογή του άρθρου 10 του γερμανικού νόμου περί οικογενειακών παροχών, το οποίο προβλέπει αισθητά υψηλότερα οικογενειακά επιδόματα.
3
Το άρθρο 73, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1408/71, πριν τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3427/89 του Συμβουλίου, της 30ής Οκτωβρίου 1989 (ΕΕ L 331, σ. 1 ), όριζε:
« 1)
Ο μισθωτός που υπάγεται στη νομοθεσία κράτους μέλους, εκτός της Γαλλίας, δικαιούται οικογενειακών παροχών για τα μέλη της οικογένειας του που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους κατά τη νομοθεσία του πρώτου κράτους, σαν να κατοικούσαν τα μέλη αυτά στο έδαφος του.
2)
Ο μισθωτός που υπάγεται στη γαλλική νομοθεσία δικαιούται για τα μέλη της οικογένειας του που κατοικούν στο έδαφος κράτους μέλους, εκτός της Γαλλίας, οικογενειακών επιδομάτων κατά τη νομοθεσία του κράτους στο έδαφος του οποίου τα μέλη αυτά κατοικούν ο εργαζόμενος πρέπει να πληροί τους σχετικούς με την απασχόληση όρους, από τους οποίους εξαρτά η γαλλική νομοθεσία τη γένεση του δικαιώματος παροχών. »
4
Το άρθρο 99 του κανονισμού 1408/71, το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 1, παράγραφος 4, του κανονισμού 3427/89, όριζε:
« Προ της 1ης Ιανουαρίου 1973, το Συμβούλιο επανεξετάζει, προτάσει της Επιτροπής, το σύνολο του προβλήματος της πληρωμής των οικογενειακών παροχών στα μέλη της οικογένειας που δεν κατοικούν στο έδαφος του αρμόδιου κράτους, για να επιτύχει ενιαία λύση για όλα τα κράτη μέλη. »
5
Με την απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1986, Pinna (41/84, Συλλογή 1986, σ. 1 ) το Δικαστήριο, κρίνοντας επί προδικαστικού ερωτήματος που του υπέβαλε το Cour de cassation της Γαλλίας, αποφάνθηκε ότι:
« 1)
Το άρθρο 73, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 είναι άκυρο κατά το μέτρο που αποκλείει τη χορήγηση γαλλικών οικογενειακών παροχών στους εργαζομένους που υπάγονται στη γαλλική νομοθεσία για τα μέλη της οικογένειας τους που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.
2)
Η διαπιστωθείσα ακυρότητα του άρθρου 73, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 δεν μπορεί να προβληθεί προς στήριξη αξιώσεων επί παροχών για περιόδους προγενέστερες της ημερομηνίας της παρούσας απόφασης, πλην των περιπτώσεων των εργαζομένων που έχουν ζητήσει έννομη προστασία ή υποβάλει διοικητική ένσταση με ανάλογο περιεχόμενο προ της ημερομηνίας αυτής. »
6
Μετά την απόφαση αυτή, και στο πλαίσιο της ίδιας αναιρετικής δίκης, το Cour de cassation ανέστειλε και πάλι τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα ως προς τις συνέπειες της εν λόγω αποφάσεως. Με την απόφαση της 2ας Μαρτίου 1989, Pinna (359/87, Συλλογή 1989, σ. 585), το Δικαστήριο, κρίνοντας επ' αυτού του προδικαστικού ερωτήματος, αποφάνθηκε ότι:
« Ενόσω το Συμβούλιο δεν έχει θεσπίσει νέους κανόνες σύμφωνους προς το άρθρο 51 της Συνθήκης, η κήρυξη του άρθρου 73, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 ως ανίσχυρου συνεπάγεται τη γενίκευση της εφαρμογής του συστήματος καταβολής των οικογενειακών παροχών που προβλέπεται στο άρθρο 73, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού. »
7
Στις 30 Οκτωβρίου 1989, μετά την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση, το Συμβούλιο εξέδωσε τον προαναφερθέντα κανονισμό 3427/89. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού το προαναφερθέν άρθρο 73 αντικαταστάθηκε με την ακόλουθη διάταξη:
« Ο μισθωτός ή μη μισθωτός που υπάγεται στη νομοθεσία κράτους μέλους δικαιούται, για τα μέλη της οικογένειας του που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, τις οικογενειακές παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία του πρώτου κράτους, σαν να κατοικούσαν τα μέλη αυτά στο έδαφος του κράτους αυτού, με την επιφύλαξη των διατάξεων του παραρτήματος VI. »
8
Δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού 3427/89, ο εν λόγω κανονισμός τέθηκε σε ισχύ την ημέρα της δημοσιεύσεως του στην Επίοημη Εφημερίοα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, δηλαδή στις 16 Νοεμβρίου 1989, η εφαρμογή του δε άρχισε από τις 15 Ιανουαρίου 1986.
9
Το άρθρο 60 της Πράξεως για τους όρους προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και για τις προσαρμογές των συνθηκών, που προσαρτήθηκε στη Συνθήκη της 12ης Ιουνίου 1985, για την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενεργείας ( στο εξής: Πράξη Προσχωρήσεως ) ορίζει:
« 1)
Μέχρις ότου αρχίσει να ισχύει για όλα τα κράτη μέλη η ενιαία λύση, η οποία αναφέρεται στο άρθρο 99 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 για την εφαρμογή των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και τα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας και πάντως το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1988, τα άρθρα 73, παράγραφοι 1 και 3, 74, παράγραφος 1, και 75, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1408/71, καθώς και άρθρα 86 και 88 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 574/72 για τον τρόπο εφαρμογής του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1408/71, δεν εφαρμόζονται στους ισπανούς εργαζόμενους που απασχολούνται σε άλλο κράτος μέλος εκτός από την Ισπανία και των οποίων τα μέλη της οικογένειας διαμένουν στην Ισπανία.
Τα άρθρα 73, παράγραφος 2, 74, παράγραφος 2, 75, παράγραφος 2, και 94, παράγραφος 9, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, καθώς και τα άρθρα 87, 89, 98 και 120 του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 εφαρμόζονται κατ' αναλογία στους εργαζόμενους αυτούς.
Δεν θίγονται πάντως οι διατάξεις της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους οι οποίες προβλέπουν ότι οι οικογενειακές παροχές οφείλονται για τα μέλη της οικογένειας, οποιαδήποτε και εάν είναι η χώρα στην οποία διαμένουν.
2)
Παρά το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, οι ακόλουθες διατάξεις των συμβάσεων κοινωνικής ασφάλισης εξακολουθούν να εφαρμόζονται στους ισπανούς εργαζόμενους κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 :
α)
...
β)
Ισπανία — Γερμανία
το άρθρο 40, παράγραφος 1, σημεία 1 έως 4, της σύμβασης της 4ης Δεκεμβρίου 1973, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 2 της τροποποιητικής συμφωνίας της 17ης Δεκεμβρίου 1975
... »
10
Ο Yáñez Campoy, προσφεύγων της κύριας δίκης, είναι ισπανός υπήκοος. Κατοικεί και εργάζεται ως μισθωτός στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Τα δύο τέκνα του κατοικούν στην Ισπανία.
11
Άσκησε προσφυγή ενώπιον του Sozialgericht Frankfurt am Main κατά της προαναφερθείσας απόφασης του Bundesanstalt für Arbeit, ισχυριζόμενος ότι έπρεπε να του χορηγηθούν τα οικογενειακά επιδόματα που προβλέπει το άρθρο 10 του ομοσπονδιακού νόμου περί οικογενειακών παροχών, αντί των οικογενειακών επιδομάτων που του καταβάλλονται κατά το άρθρο 40 της γερμανο-ισπανικής συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως. Ο προσφεύγων θεώρησε ότι, κατά το άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως και μετά την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου, της 15ης Ιανουαρίου 1986, Pinna, το άρθρο 73, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 έχει εφαρμογή από τον Ιανουάριο του 1986 υπέρ των Ισπανών που εργάζονται ως μισθωτοί.
12
Το Sozialgericht Frankfurt am Main αποφάσισε ra ζητήσει από το Δικαστήριο να αποφανθεί προδικαστικώς επί του ακολούθου ερωτήματος:
« Έχει τεθεί σε ισχύ από τον Ιανουάριο 1986η ενιαία για όλα τα κράτη μέλη λύση του άρθρου 99 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 και, επομένως, εφαρμόζεται από τον Ιανουάριο του 1986 το άρθρο 73, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1408/71 για τα κατοικούντα στην Ισπανία τέκνα ισπανού εργαζομένου ο οποίος εργάζεται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας; »
13
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
14
Το ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου αναφέρεται στο αν η ενιαία για όλα τα κράτη μέλη λύση, που προβλέπει το άρθρο 99 του κανονισμού 1408/71, τέθηκε σε ισχύ στις 15 Ιανουαρίου 1986 και αν, κατά συνέπεια, το άρθρο 73, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως, από της ημερομηνίας αυτής επί των ισπανών εργαζομένων που απασχολούνται σε κράτος μέλος πλην της Ισπανίας, τα μέλη της οικογένειας των οποίων κατοικούν στην Ισπανία.
15
Επιβάλλεται, κατ'αρχάς, να παρατηρηθεί ότι το άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως θέσπισε μεταβατικό σύστημα για τα οικογενειακά επιδόματα που χορηγούνται^ σε ισπανούς εργαζομένους οι οποίοι απασχολούνται σε κράτος μέλος πλην της Ισπανίας, τα μέλη της οικογένειας των οποίων κατοικούν στην Ισπανία. Στο πλαίσιο αυτού του μεταβατικού συστήματος, το άρθρο 73, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 εφαρμόζεται κατ' αναλογία επί των εν λόγω εργαζομένων.
16
Το άρθρο 60 προβλέπει δύο εναλλακτικές δυνατότητες ως προς τη λήξη του μεταβατικού συστήματος και την εφαρμογή του άρθρου 73, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 στους ισπανούς εργαζομένους και τα μέλη της οικογενείας τους, συγκεκριμένα, τη θέση σε ισχύ της ενιαίας λύσεως που προβλέπει το άρθρο 99 του κανονισμού 1408/71 ή, ελλείψει αυτής, τη λήξη της μεταβατικής περιόδου στις 31 Δεκεμβρίου 1988.
17
Η παρούσα υπόθεση αφορά την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1986, ημερομηνία προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1988, ημερομηνία λήξεως της μεταβατικής περιόδου και θέτει το ζήτημα αν, κατά την περίοδο αυτή, συνέτρεχε η προβλεπόμενη από το άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως πρώτη προϋπόθεση, αν, δηλαδή, είχε τεθεί σε ισχύ η προβλεπόμενη από το άρθρο 99 του κανονισμού 1408/71 ενιαία λύση.
18
Επιβάλλεται να τονιστεί ότι μετά την απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Ιανουαρίου 1986 το άρθρο 73, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 είναι εξ υπαρχής άκυρο. Ωστόσο, το Δικαστήριο περιόρισε τις διαχρονικές συνέπειες της αποφάσεως αυτής και αποφάνθηκε ότι η διαπιστωθείσα ακυρότητα του άρθρου 73, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 δεν μπορεί να προβληθεί προς στήριξη αξιώσεων προς παροχές για περιόδους προγενέστερες της ημερομηνίας της αποφάσεως του, πλην των περιπτώσεων των εργαζομένων που έχουν ζητήσει έννομη προστασία ή υποβάλει διοικητική ένσταση με ανάλογο περιεχόμενο προ της ημερομηνίας αυτής.
19
Ακολούθως, με την απόφαση του της 2ας Μαρτίου 1989, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, εφόσον το Συμβούλιο δεν έχει θεσπίσει νέους κανόνες σύμφωνους προς το άρθρο 0ľ] Ci El)v9l!|K1lC Ε0Κ' η Κ1ίρυ^η του άΡθΡ°υ 73> παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 ως ανίσχυρου συνεπάγεται τη γενίκευση της εφαρμογής του συστήματος καταβολής των οικογενειακών παροχών που προβλέπεται στο άρθρο 73, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού.
20
Βάσει αυτής της διαπιστώσεως και λαμβανομένου υπόψη ότι το Δικαστήριο περιόρισε τις διαχρονικές συνέπειες της αποφάσεως του της 15ης Ιανουαρίου 1986, συνάγεται ότι η ενιαία για όλα τα κράτη μέλη λύση που προβλέπει το άρθρο 99 του κανονισμού 1408/71 τέθηκε σε ισχύ με την απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1986.
21
Συνεπώς, οι ισπανοί εργαζόμενοι που απασχολούνται σε κράτος μέλος πλην της Ισπανίας, τα μέλη της οικογένειας των οποίων κατοικούν στην Ισπανία, μπορούν, κατά το άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως, να επικαλούνται την εφαρμογή του άρθρου 73, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 από της ημερομηνίας δημοσιεύσεως της εν λόγω αποφάσεως.
22
Κατά συνέπεια, επιβάλλεται να δοθεί ως απάντηση στο ερώτημα που υποβλήθηκε ότι η ενιαία για όλα τα κράτη μέλη λύση, την οποία προβλέπει το άρθρο 99 του κανονισμού 1408/71, τέθηκε σε ισχύ στις 15 Ιανουαρίου 1986 και, κατά συνέπεια, το άρθρο 73, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως, από της ημερομηνίας αυτής, επί των ισπανών εργαζομένων που απασχολούνται σε κράτος μέλος πλην της Ισπανίας, τα μέλη της οικογενείας των οποίων κατοικούν στην Ισπανία.
Επί των δικαστικών εξόδων
23
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι Κυβερνήσεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, του Βασιλείου της Ισπανίας, της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επι των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Sozialgericht Frankfurt am Main, με διάταξη της 13ης Μαρτίου 1989, αποφαίνεται:
Η ενιαία για όλα τα κράτη μέλη λύση, την οποία προβλέπει το άρθρο 99 του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, τέθηκε ε ισχύ στις 15 Ιανουαρίου 1986 και, κατά συνέπεια, το άρθρο 73, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 60 της πράξεως για τους όρους προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, από της ημερομηνίας αυτής, επί των ισπανών εργαζομένων που απασχολούνται σε κράτος μέλος πλην της Ισπανίας, τα μέλη της οικογενείας των οποίων κατοικούν στην Ισπανία.
Mancini
O'Higgins
Diez de Velasco
Κακούρης
Kapteyn
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 13 Νοεμβρίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο πρόεδρος του έκτου τμήματος
G. F. Mancini
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy