ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-111/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1. Το νομικό πλαίσιο νης διαφοράς
Κατά το άρθρο 6α του ολλανδικού νόμου της 5ης Απριλίου 1951 περί των ασθενειών των φυτών, είναι δυνατόν, για τις αναλύσεις ή εξετάσεις στις οποίες προβαίνει δυνάμει του εν λόγω νόμου η υπηρεσία φυτοϋγειονομικών ελέγχων, να εισπράττεται αμοιβή σύμφωνα με πίνακα που καταρτίζει ο αρμόδιος υπουργός.
Δυνάμει της διατάξεως αυτής, ο πίνακας αμοιβών της υπηρεσίας φυτοϋγειονομικών ελέγχων καθορίστηκε με απόφαση της 23ης Ιουνίου 1967. Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, της απόφασης αυτής, τα τέλη για τους φυτοϋγειονομικούς ελέγχους υπολογίζονται βάσει είτε του βάρους των παρτίδων φυτών που πρόκειται να εξαχθούν είτε του καθαρού ποσού που αναγράφεται στο σχετικό τιμολόγιο.
Όσον αφορά τους επιτόπιους ελέγχους, μόνο το 75 % των σχετικών εξόδων χρεώνεται στους εξαγωγείς, εφόσον μόνο το 75 ο/ο της παραγωγής προορίζεται για εξαγωγή. Το εναπομένον 25 ο/ο δεν καταβάλλεται ούτε από τους εξαγωγείς ούτε από τους εμπόρους που πωλούν τα προϊόντα τους στην εγχώρια αγορά.
Από το 1982 ισχύει, κατόπιν της εκδόσεως ενός νόμου για τον έλεγχο των γεωργικών προϊόντων, ένα σύστημα κατά το οποίο οι επιτόπιοι έλεγχοι ανατίθενται σε φορέα ιδιωτικού δικαίου, προς τον οποίο καταβάλλουν εισφορές όλοι οι παραγωγοί, αδιακρίτως του προορισμού των προϊόντων.
Όσον αφορά τους βολβούς και τα ριζώματα ανθέων, η κανονιστική απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1987 ορίζει ότι κανένα πλέον ποσό δεν εισπράττεται για την κάλυψη του κόστους των ελέγχων κατά την έννοια της προαναφερθείσας αποφάσεως της 23ης Ιουνίου 1967.
2. Το ιστορικό νης διαφοράς
Κατά την μεταξύ 1974 και 1977 περίοδο, η ολλανδική υπηρεσία φυτοϋγειονομικών ελέγχων προέβη σε πολλούς ελέγχους επί των φυτών που η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης (στο εξής: Bakker) προόριζε για εξαγωγή, και ιδίως επί βολβών ανθέων. Δυνάμει της ανωτέρω αποφάσεως της 23ης Ιουνίου 1967, το Δημόσιο χρέωσε στη Bakker, για τους ελέγχους αυτούς, τέλη συνολικού ύψους 317400,09 ολλανδικών φιορινιών ( HFL ). Στο ποσό αυτό περιλαμβάνονταν τόσο τα έξοδα εξετάσεως των ζώντων φυτών όσο και τα έξοδα επιτόπιων ελέγχων εντός της επιχειρήσεως.
Κρίνοντας ότι τα τέλη αυτά ήταν ασυμβίβαστα με το κοινοτικό δίκαιο, η Bakker αρνήθηκε να τα καταβάλει. Κατόπιν τούτου, το Δημόσιο προέβη, για την είσπραξη τους, στην άσκηση αγωγής ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων. Με οριστική απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 1984, το Rechtbank (Πρωτοδικείο) έκανε δεκτό το αίτημα του Δημοσίου, για ποσό ύψους 277513,37 HFL, προσαυξημένο κατά τους νομίμους τόκους από τις 2 Φεβρουαρίου 1978. Το ποσό αυτό αντιστοιχούσε στα έξοδα επιτόπιων ελέγχων εντός της επιχειρήσεως, όχι όμως και στα έξοδα εξετάσεως των ζώντων φυτών.
Το Rechtbank έκρινε ότι ένα σύστημα, κατά το οποίο το ολικό ποσό που εισπράττεται για ελέγχους κατά την εξαγωγή δεν υπερβαίνει το συνολικό ύψος όλων των εξόδων, άμεσων και έμμεσων, που συνεπάγονται οι έλεγχοι αυτοί — συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής στα διοικητικά έξοδα και τις λοιπές γενικές δαπάνες προσωπικού Kat διαχειρίσεως του οργανισμού ελέγχου — και κατά το οποίο το κόστος κάθε ελέγχου εξαρτάται από την ποσότητα των ελεγχόμενων προϊόντων ή το ποσό που αναγράφεται στο σχετικό τιμολόγιο, δεν εξέρχεται των ορίων που έχουν καθοριστεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατά την οποία το ύψος των εισπραττόμενων τελών δεν πρέπει να υπερβαίνει το πραγματικό κόστος των εργασιών για τις οποίες εισπράττονται τα τέλη αυτά.
Ωστόσο, το Rechtbank δεν έλαβε υπόψη, στην οριστική του απόφαση, το κόστος των ελέγχων επί ζώντων φυτών, επειδή έκρινε ότι οι έλεγχοι αυτοί δεν αποσκοπούν στη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, αφού αφορούν όχι μόνο τους βολβούς και τα ριζώματα ανθέων που προορίζονται για εξαγωγή, αλλά και τους βολβούς και τα ριζώματα ανθέων που διατίθενται στην εγχώρια αγορά, και αφού κανένα τέλος δεν εισπράττεται για τους ελέγχους επί ζώντων φυτών που δεν είναι βολβοί ή ριζώματα προοριζόμενα για εξαγωγή.
Κατά των αποφάσεων αυτών το ολλανδικό Δημόσιο άσκησε έφεση ενώπιον του Gerechtshof (Εφετείου) της Χάγης, ενώ η Bakker άσκησε αντέφεση. Με απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1987, το εν λόγω εφετείο επικύρωσε τις αποφάσεις του Rechtbank, με εξαίρεση το κεφάλαιο περί δικαστικών εξόδων. Κατά της αποφάσεως του Gerechtshof και οι δύο διάδικοι άσκησαν αναίρεση ενώπιον του Hoge Raad.
3. Τα προοικαονικά ερωτήματα
Κρίνοντας ότι από τη διαφορά ανέκυπτε πρόβλημα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, το Hoge Raad ανέστειλε με απόφαση της 31ης Μαρτίου 1987 την ενώπιον του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Επιτρέπει το κοινοτικό δίκαιο, ειδικότερα τα άρθρα 12, 16 και 36 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, να μη θεωρούνται τα τέλη που εισπράττονται για τους ελέγχους των προς εξαγωγή φυτών (ή τμημάτων φυτών) και υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, του σχετικού πίνακα της υπηρεσίας φυτοϋγειονομικών ελέγχων, δηλαδή βάσει του βάρους ή του ποσού του τιμολογίου, ως επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος με δασμούς, όταν το ολικό ποσό που εισπράττεται για τους εξαγωγικούς ελέγχους αυτούς δεν υπερβαίνει το συνολικό ύψος του άμεσου και έμμεσου κόστους των ελέγχων αυτών, ή τα εν λόγω τέλη επιτρέπεται να μη θεωρούνται ως επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες το ύψος του τέλους είναι ανάλογο προς το κόστος του συγκεκριμένου ελέγχου για τον οποίο εισπράττεται το τέλος αυτό;
2)
Αν:
α)
οι έλεγχοι επί ζώντων φυτών διενεργούνται διότι ορισμένες ασθένειες δεν μπορούν να διαπιστωθούν παρά μόνο εφόσον τα φυτά είναι ακόμα ζωντανά, στις σχετικές δε δηλώσεις πρέπει να αναφέρεται ότι τα εν λόγω φυτά δεν πάσχουν από αυτές τις ασθένειες, και
β)
κατά τον χρόνο των ελέγχων ζώντων φυτών η αγορά προορισμού των ζώντων φυτών δεν είναι εισέτι γνωστή, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα ότι οι εξαγωγικοί αυτοί έλεγχοι διενεργούνται αναπόφευκτα καν επί των φυτών που προορίζονται για την ολλανδική αγορά,
τότε επιτρέπει το γεγονός ότι το 75 ο/ο του κόστους των ελέγχων ζώντων φυτών καταλογίζεται στους εξαγωγείς ( διότι το 75 % των βολβών επί των οποίων διενεργούνται οι έλεγχοι αυτοί εξάγεται), ενώ το εναπομένον 25 ο/ο του κόστους αυτού δεν χρεώνεται στους εμπόρους που πωλούν τους βολβούς αυτούς στην ολλανδική αγορά, να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο καταλογισμός του κόστους των ελέγχων ζώντων φυτών στους εξαγωγείς δεν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο; »
Στην απόφαση περί παραπομπής διευκρινίζεται ότι οι διάδικοι της κύριας δίκης δεν διαφωνούν ως προς το ότι αντικείμενο της προκειμένης υποθέσεως είναι ορισμένοι έλεγχοι κατά την έννοια της αποφάσεως του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 12ης Ιουλίου 1977, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (89/76, Jurispr. 1977, σ. 1355 ). Η απόφαση εκείνη είχε ως αντικείμενο φυτοϋγειονομικούς ελέγχους κατά την εξαγωγή, οι οποίοι προβλέπονταν από διεθνή σύμβαση αποσκοπούσα στη διευκόλυνση της ελεύθερης εισαγωγής φυτών στη χώρα προορισμού μέσω της θεσπίσεως συστήματος ελέγχων οι οποίοι διενεργούνται στο κράτος αποστολής, αναγνωρίζονται αμοιβαίως και έχουν οργανωθεί σύμφωνα με τις ίδιες αρχές.
4. Η ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων όιαόικασία
Η απόφαση περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 Απριλίου 1989.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις:
—
στις 16 Ιουνίου 1989 η Ρ. Bakker Hillegom ΒV, αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενη από τον δικηγόρο J. van der Plas'
—
στις 3 Ιουνίου 1989 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον René Barents, μέλος της νομικής της υπηρεσίας
—
στις 5 Ιουλίου 1989 η ολλανδική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Β. R. Bot, γενικό γραμματέα του Υπουργείου Εξωτερικών.
Στις 6 Δεκεμβρίου 1989 το Δικαστήριο αποφάσισε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, να αναθέσει την υπόθεση στο πρώτο τμήμα.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Περίληψη των γραπτών παρατηρήσεων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
5. Επί νου πρώτου ερωτήματος
Η Bakker, αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης, επικαλείται τη νομολογία του Δικαστηρίου, και ιδίως την απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 1977, Bauhuis (46/76, Jurispr. 1977, σ. 5), κατά την οποία η είσπραξη τελών που έχουν σχέση με υγειονομικούς ελέγχους κατά την εξαγωγή απαγορεύεται καταρχήν, εκτός αν πρόκειται για την αμοιβή υπηρεσίας που όντως παρέχεται στους εξαγωγείς. Συναφώς, η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης παρατηρεί ότι πάντοτε προσκομίζει πολύ μεγάλες ποσότητες προς έλεγχο στις Κάτω Χώρες και ότι, όπως είναι επόμενο, το πραγματικό κόστος των εργασιών που γίνονται προς όφελος της δεν αντιπροσωπεύει παρά κλάσμα του μέσου όρου του συνολικού κόστους των εργασιών που πραγματοποιούνται από την υπηρεσία φυτοϋγειονομικών ελέγχων στο πλαίσιο των ελέγχων των εξαγωγών του συνόλου των ολλανδών εξαγωγέων.
Η Bakker εκφράζει την αντίθεση της προς το γεγονός ότι το συνολικό κόστος των ελέγχων κατανέμεται βάσει του βάρους ή του ποσού που αναγράφεται στο τιμολόγιο των προσκομιζόμενων προς εξαγωγή ποσοτήτων, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη αν υφίσταται δήλωση εφάπαξ εξαγωγής μιας ολόκληρης σημαντικής ποσότητας ή αν πρόκειται για έλεγχο μικρών ποσοτήτων, διενεργούμενο για λογαριασμό διαφόρων μικροεξαγωγέων σε διαφορετικά μέρη. Η εν λόγω εταιρία ισχυρίζεται ότι ένα τέτοιο σύστημα υπολογισμού του τέλους που καταβάλλεται από τους εξαγωγείς τιμωρεί τους εξαγωγείς που ενεργούν ορθολογιστικώς και μεριμνούν ώστε να μεωύται στο ελάχιστο ο αριθμός των ελέγχων καθώς και η εργασία του υπαλλήλου που τους διενεργεί, πραγματοποιώντας, μεταξύ άλλων, στο μέτρο του δυνατού, τις εξαγωγές τους κατά το ίδιο ακριβώς χρονικό σημείο.
Η ολλανδική κυβέρνηοη ισχυρίζεται ότι, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου της 31ης Ιανουαρίου 1984, IFG (1/83, Συλλογή 1984, σ. 349), ο μόνος περιορισμός που επιβάλλεται από το κοινοτικό δίκαιο όσον αφορά τα έξοδα ελέγχου είναι η τήρηση κάποιας αναλογίας μεταξύ των εξόδων αυτών και του ύψους του εισπραττόμενου τέλους. Σύμφωνα με την εν λόγω κυβέρνηση, πρόκειται για πραγματικό ζήτημα, η εκτίμηση του οποίου εμπίπτει στο εθνικό δικαστήριο.
Εξ αυτού το αναιρεσείον της κύριας δίκης συνάγει ότι μια κατ' αποκοπήν εκτίμηση των εξόδων ελέγχου, η οποία όμως διαφοροποιείται ανάλογα με τους ειδικούς ελέγχους που είναι αναγκαίοι για κάθε κατηγορία προϊόντων, δηλαδή μια εκτίμηση όπως αυτή στην οποία προβαίνουν οι ολλανδικές αρχές, δεν είναι αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο. Επομένως, αρκεί το ολικό ποσό των εισπραττόμενων για τους ελέγχους εσόδων να μην υπερβαίνει το συνολικό κόστος των εν λόγω ελέγχων. Εξάλλου, ένα σύστημα τελών που να είναι απολύτως ίσα προς τις δαπάνες του ειδικού ελέγχου για τον οποίον εισπράττονται, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι άμεση σχέση μεταξύ του κόστους των ελέγχων και των εισπραττόμενων τελών υφίσταται μόνον αν τα τελευταία υπολογίζονται σε συνάρτηση με τη διάρκεια των ελέγχων, τον αριθμό των προσώπων που τους διενεργούν, το κόστος του χρησιμοποιούμενου υλικού, τα γενικά έξοδα ή, ενδεχομένως, άλλους παρόμοιους παράγοντες, πράγμα που δεν αποκλείει την κατ' αποκοπήν εκτίμηση του κόστους των ελέγχων, παραδείγματος χάρη με τον καθορισμό σταθερής ωριαίας αμοιβής για τη σχετική εργασία. Ωστόσο, η Επιτροπή φρονεί ότι τα τέλη που υπολογίζονται βάσει του βάρους ή του ποσού που αναγράφεται στο τιμολόγιο των εξαγόμενων προϊόντων έχουν, ως εκ της φύσεως τους, το χαρακτήρα κατ' αποκοπήν φορολογήσεως των εξαγωγών και είναι, κατά συνέπεια, ασυμβίβαστα με την αναγνωρισμένη από το Δικαστήριο προϋπόθεση της άμεσης σχέσης μεταξύ κόστους και τελών.
6. Επί του οεντέρον ερωτήματος
Η Bakker ισχυρίζεται ότι το γεγονός ότι το ολλανδικό Δημόσιο διενεργεί επί των βολβών ανθέων που καλλιεργούνται για την ολλανδική αγορά τον ίδιο έλεγχο όπως και επί των βολβών και φυτών που προορίζονται για εξαγωγή, αλλά μόνο τα τελευταία προϊόντα πλήττονται με τέλη εξαγωγής, συνιστά δυσμενή διάκριση αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο.
Αντιθέτως, η οΑΑανόική κυβέρνηση θεωρεί ότι δεν αντίκειται προς το κοινοτικό δίκαιο το γεγονός ότι οι εξαγωγείς βαρύνονται με το μέρος των εξόδων ελέγχου ζώντων φυτών που αντιστοιχεί στο ποσοστό των βολβών ανθέων που προορίζονται για εξαγωγή, έστω και αν δεν υπόκεινται στο τέλος αυτό οι βολβοί που δεν προορίζονται για εξαγωγή. Δεδομένου ότι ορισμένες ασθένειες μπορούν να διαπιστώνονται μόνο εφόσον τα φυτά είναι ζώντα, η επίρριψη στους εξαγωγείς ενός αναλογικού μέρους των σχετικών εξόδων ελέγχου δικαιολογείται από το συμφέρον τους για την ταχεία περάτωση των διατυπώσεων εξαγωγής, συμφέρον που δεν υφίσταται για τους εμπόρους που μπορούν να διαθέτουν το εμπόρευμα τους στην ολλανδική αγορά χωρίς πιστοποιητικό φυτοϋγειονομικού ελέγχου.
Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, ο λόγος για τον οποίο εισπράττονται τέλη για τους ελέγχους ζώντων φυτών, οι οποίοι εξ ορισμού αφορούν όλα τα φυτά, είναι η κάλυψη του σχετικού κόστους και, κατά συνέπεια, εφόσον εισπράττονται τέτοια τέλη, αυτό πρέπει να γίνεται κατά τρόπο που να μη δημιουργεί διακρίσεις. Επομένως, το γεγονός ότι τα τέλη αυτά δεν επιβαρύνουν το εσωτερικό εμπόριο προσδίδει στα τέλη αυτά τον χαρακτήρα επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εξαγωγικούς δασμούς, η οποία απαγορεύεται από το κοινοτικό δίκαιο. Αντιθέτως, τα τέλη που καταβάλλονται τόσο από τους εμπόρους που πωλούν στην εγχώρια αγορά όσο και από τους εξαγωγείς αποτελούν εσωτερικό φόρο κατά την έννοια του άρθρου 95 της Συνθήκης.
G. C. Rodríguez Iglesias
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα της διαδικασίας: η ολλανδική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 2ας Μαΐου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-111/89,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Hoge Raad των Κάτω Χωρών προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Staat der Nederlanden ( ολλανδικού Δημοσίου )
και
Ρ. Bakker Hillegom BV,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 12, 16 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Sir Gordon Slynn, πρόεδρο τμήματος, R. Joliét και G. C. Rodríguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: J. A. Pompe, βοηθός γραμματέας
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η Ρ. Bakker Hillegom BV, αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενη από τον J. van der Plas, δικηγόρο Χάγης,
—
η ολλανδική κυβέρνηση εκπροσωπούμενη από τον Β. R. Bot, γενικό γραμματέα του Υπουργείου Εξωτερικών,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον René Barents, μέλος της νομικής της υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και αφού άκουσε τις παρατηρήσεις που ανεπτύχθησαν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 11ης Ιανουαρίου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα ο οποίος ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 6ης Μαρτίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με απόφαση της 31ης Μαρτίου 1989, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 6 Μαΐου 1989, το Hoge Raad των Κάτω Χωρών υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία των άρθρων 12, 16 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της ολλανδικής υπηρεσίας φυτοϋγειονομικών ελέγχων και της Ρ. Bakker Hillegom ΒV (στο εξής: Bakker), σχετικά με τα τέλη που της ζητήθηκαν για τις δαπάνες εξετάσεως φυτών προοριζόμενων για εξαγωγή.
3
Το ύψος των τελών που καταβάλλονται στην υπηρεσία φυτοϋγειονομικών ελέγχων έχει καθοριστεί με απόφαση της 23ης Ιουνίου 1967, που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 6α του ολλανδικού νόμου της 5ης Απριλίου 1951 περί των ασθενειών των φυτών. Κατά την απόφαση αυτή, τα τέλη που εισπράττονται για φυτοϋγειονομικούς ελέγχους υπολογίζονται βάσει είτε του βάρους των παρτίδων φυτών που πρόκειται να εξαχθούν είτε του καθαρού ποσού που αναγράφεται στο τιμολόγιο.
4
Κατά το εθνικό σύστημα που ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, τα έξοδα των ελέγχων επί ζώντων φυτών, οι οποίοι, από την ίδια τους τη φύση, διενεργούνται εφ' όλων των προϊόντων, ασχέτως του αν πρόκειται ή όχι να εξαχθούν, χρεώνονταν αποκλειστικά στους εξαγωγείς μέχρι το 75 ο/ο του συνολικού τους ποσού, διότι μόνο το 75 % της παραγωγής προορίζεται για εξαγωγή. Το εναπομένον 25 ο/ο δεν καταβαλλόταν ούτε από τους εξαγωγείς ούτε από τους εμπόρους που πωλούσαν τα προϊόντα τους στην εγχώρια αγορά, αλλά επιβάρυνε το Δημόσιο.
5
Μεταξύ του 1974 και του 1977η υπηρεσία φυτοϋγειονομικών ελέγχων προέβη σε πολλούς ελέγχους επί των φυτών που η Bakker προόριζε για εξαγωγή και ζήτησε, για τον λόγο αυτό, την καταβολή τελών συνολικού ύψους 317400,09 ολλανδικών φιορινιών ( HFL ). Δεδομένου ότι η Bakker αρνήθηκε να καταβάλει το ποσό αυτό, το ολλανδικό Δημόσιο άσκησε αγωγή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων. Το Rechtbank ( Πρωτοδικείο ) έκανε δεκτό το αίτημα του ολλανδικού Δημοσίου, με εξαίρεση τις δαπάνες εξετάσεως των ζώντων φυτών. Κατά της αποφάσεως αυτής το ολλανδικό Δημόσιο άσκησε έφεση ενώπιον του Gerechtshof ( Εφετείου ) της Χάγης, ενώ η Bakker άσκησε αντέφεση. Το Gerechtshof επικύρωσε την απόφαση του Rechtbank, οπότε οι δύο διάδικοι άσκησαν αναίρεση ενώπιον του Hoge Raad των Κάτω Χωρών.
6
Το Hoge Raad των Κάτω Χωρών ανέστειλε την ενώπιον του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Επιτρέπει το κοινοτικό δίκαιο, ειδικότερα τα άρθρα 12, 16 και 36 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, να μη θεωρούνται τα τέλη που εισπράττονται για τους ελέγχους των προς εξαγωγή φυτών ( ή τμημάτων φυτών) και υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, του σχετικού πίνακα της υπηρεσίας φυτοϋγειονομικών ελέγχων, δηλαδή βάσει του βάρους ή του ποσού του τιμολογίου, ως επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος με δασμούς, όταν το ολικό ποσό που εισπράττεται για τους εξαγωγικούς ελέγχους αυτούς δεν υπερβαίνει το συνολικό όψος του άμεσου και έμμεσου κόστους των ελέγχων αυτών,
ή τα εν λόγω τέλη επιτρέπεται να μη θεωρούνται ως επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες το ύψος του τέλους είναι ανάλογο προς το κόστος του συγκεκριμένου ελέγχου για τον οποίο εισπράττεται το τέλος αυτό;
2)
Αν:
α)
οι έλεγχοι επί ζώντων φυτών διενεργούνται διότι ορισμένες ασθένειες, δεν μπορούν να διαπιστωθούν παρά μόνο εφόσον τα φυτά είναι ακόμα ζωντανά, στις σχετικές δε δηλώσεις πρέπει να αναφέρεται ότι τα εν λόγω φυτά δεν πάσχουν από αυτές τις ασθένειες, και
β)
κατά τον χρόνο των ελέγχων ζώντων φυτών η αγορά προορισμού των ζώντων φυτών δεν είναι εισέτι γνωστή, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα ότι οι εξαγωγικοί αυτοί έλεγχοι διενεργούνται αναπόφευκτα και επί των φυτών που προορίζονται για την ολλανδική αγορά,
τότε επιτρέπει το γεγονός ότι το 75 ο/ο του κόστους των ελέγχων ζώντων φυτών καταλογίζεται στους εξαγωγείς ( διότι το 75 ο/ο των βολβών επί των οποίων διενεργούνται οι έλεγχοι αυτοί εξάγεται), ενώ το εναπομένον 25ο/ο του κόστους αυτού δεν χρεώνεται στους εμπόρους που πωλούν τους βολβούς αυτούς στην ολλανδική αγορά, να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο καταλογισμός του κόστους των ελέγχων ζώντων φυτών στους εξαγωγείς δεν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο; »
7
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς το νομικό πλαίσιο και τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
8
Πρέπει καταρχάς να σημειωθεί ότι το άρθρο 36 της Συνθήκης, το οποίο μνημονεύεται στην απόφαση περί παραπομπής, δεν εφαρμόζεται σε μια κατάσταση όπως αυτή περί της οποίας πρόκειται στην κύρια δίκη. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 36 ερμηνεύεται στενώς και δεν επιτρέπεται να θεωρηθεί ότι επιτρέπει άλλα μέτρα εκτός από αυτά που αναφέρονται στα άρθρα 30 έως 34 ( βλέπε ιδίως την απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 1977, Bauhuis, 46/76, Jurispr. 1977, σ. 5, σκέψη 12 ).
Επί του πρώτου ερωτήματος
9
Πρέπει καταρχάς να υπομνηστεί ότι, όπως επανειλημμένα έχει δεχθεί το Δικαστήριο, η απαγόρευση δασμών και κάθε επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος δικαιολογείται λόγω των εμποδίων που παρεμβάλλουν στην κυκλοφορία των εμπορευμάτων οι οικονομικές επιβαρύνσεις, έστω και αν είναι πολύ χαμηλές, εφόσον επιβάλλονται λόγω της διελεύσεως των συνόρων η κυκλοφορία αυτή δυσχεραίνεται ακόμα περισσότερο λόγω των συνακόλουθων διοικητικών διατυπώσεων. Ως εκ τούτου, κάθε οικονομική επιβάρυνση που, ανεξάρτητα από την ονομασία και την τεχνική της επιβολής της, επιβάλλεται μονομερώς στα εμπορεύματα λόγω του γεγονότος ότι διασχίζουν τα σύνορα, οσάκις δεν αποτελεί δασμό κατά κυριολεξία, συνιστά επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος κατά την έννοια των άρθρων 9, 12, 13 και 16 της Συνθήκης.
10
Ωστόσο, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο ανωτέρω χαρακτηρισμός δεν ισχύει για τις επιβαρύνσεις που αποτελούν στοιχεία ενός γενικού συστήματος εσωτερικών τελών που πλήττουν πάγια και σύμφωνα με τα ίδια κριτήρια τόσο τα εγχώρια όσο και τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα προϊόντα (απόφαση της 31ης Μαΐου 1979, Denkavit, 132/78, Jurispr. 1979, σ. 1923 ), εφόσον η επιβάρυνση αυτή αποτελεί την αμοιβή υπηρεσίας που όντως παρέχεται στον επιχειρηματία και το ποσό της είναι ανάλογο προς την εν λόγω υπηρεσία (απόφαση της 4ης Νοεμβρίου 1983, Επιτροπή κατά Δανίας, 158/82, Συλλογή 1983, σ. 3573 ) ή, ακόμη, εφόσον η εν λόγω επιβάρυνση έχει σχέση, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, με ελέγχους που διενεργούνται για την εκπλήρωση υποχρεώσεων επιβαλλόμενων από το κοινοτικό δίκαιο ( απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 1977, Bauhuis, 46/76, όπ.π. ).
11
Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι τα επίμαχα στη διαφορά της κύριας δίκης τέλη έχουν σχέση με υγειονομικούς ελέγχους φυτών προς εξαγωγή, οι οποίοι προβλέπονται από διεθνή σύμβαση αποσκοπούσα στη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των φυτών στη χώρα προορισμού μέσω της θεσπίσεως συστήματος ελέγχων που διενεργούνται στο κράτος μέλος αποστολής, αναγνωρίζονται αμοιβαίως και έχουν οργανωθεί σύμφωνα με τις ίδιες αρχές. Με την απόφαση της 12 Ιουλίου 1977, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών ( 89/76, Jurispr. 1977, σ. 1355 ), το Δικαστήριο δέχτηκε ότι τα τέλη αυτά συμβιβάζονται με τους κανόνες της Συνθήκης, « υπό την προϋπόθεση ότι το ύψος τους δεν υπερβαίνει το πραγματικό κόστος των εργασιών για τις οποίες εισπράττονται» (σκέψη 16). Με το πρώτο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί το περιεχόμενο της προϋποθέσεως αυτής.
12
Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι η εν λόγω προϋπόθεση μπορεί να θεωρηθεί ότι συντρέχει μόνον εφόσον υφίσταται άμεση σχέση μεταξύ του ύψους του τέλους και του συγκεκριμένου ελέγχου για τον οποίο εισπράττεται το τέλος. Πράγματι, σε περίπτωση που δεν υφίσταται τέτοια σχέση, είναι αδύνατο να διαπιστωθεί με βεβαιότητα ότι το ύψος του τέλους δεν υπερβαίνει το πραγματικό κόστος της εργασίας για την οποία εισπράττεται το τέλος αυτό.
13
'Οπως ορθώς υποστήριξε η Επιτροπή, τέτοια σχέση υφίσταται όταν το ύψος του τέλους υπολογίζεται βάσει της διάρκειας του ελέγχου, του αριθμού των προσώπων που τον διενεργούν, του κόστους του χρησιμοποιούμενου υλικού, των γενικών εξόδων ή ενδεχομένως άλλων παραγόντων ίδιας φύσεως, πράγμα που δεν αποκλείει την κατ' αποκοπην εκτίμηση του κόστους ενός ελέγχου, παραδείγματος χάρη με τον καθορισμό σταθερής ωριαίας αμοιβής για τη σχετική εργασία.
14
Αντιθέτως, δεν υφίσταται άμεση σχέση μεταξύ του συγκεκριμένου ελέγχου και του ύψους του τέλους, όταν το ύψος του τελευταίου υπολογίζεται ανάλογα με το βάρος ή το ποσό που αναγράφεται επί του τιμολογίου των εξαγόμενων προϊόντων. Επομένως, σε ένα τέτοιο σύστημα, τα τέλη πρέπει να θεωρηθούν ως επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος ασυμβίβαστες με τα άρθρα 12 και 16 της Συνθήκης.
15
Το συμπέρασμα αυτό δεν αντιφάσκει προς την απόφαση του Δικαστηρίου της 31ης Ιανουαρίου 1984, IFG ( 1/83, Συλλογή 1984, σ. 349), την οποία επικαλείται η ολλανδική κυβέρνηση. Είναι αληθές ότι με την απόφαση εκείνη το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να επιρρίπτουν στον εισαγωγέα όχι μόνο τα έξοδα που συνεπάγονται οι ειδικοί έλεγχοι που αφορούν τα σχετικά εμπορεύματα, αλλά και τα έξοδα των διοικητικών υπηρεσιών για την οργάνωση του υγειονομικού ελέγχου ( σκέψη 17 ). Ωστόσο, αντικείμενο της υποθέσεως εκείνης ήταν ορισμένα τέλη υγειονομικού ελέγχου εμπορευμάτων που είχαν εισαχθεί από τρίτη χώρα. Όπως, όμως επισήμανε το Δικαστήριο με την ίδια απόφαση, ο υγειονομικός έλεγχος των εμπορευμάτων που εισάγονται από τρίτες χώρες εντάσσεται σε διαφορετικό πραγματικό και νομικό πλαίσιο απ' ό,τι ο έλεγχος των εμπορευμάτων που προέρχονται από την Κοινότητα (σκέψη 10).
16
Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι διατάξεις των άρθρων 12 και 16 της Συνθήκης πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι τα τέλη που εισπράττονται για τους ελέγχους φυτών κατά την εξαγωγή, οι οποίοι διενεργούνται δυνάμει διεθνούς συμβάσεως που αποσκοπεί στη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των φυτών, αποτελούν επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς, όταν το όψος τους καθορίζεται ανάλογα με το βάρος των φυτών ή το αναγραφόμενο επι του τιμολογίου ποσό, έστω και αν το ολικό ποσό που εισπράττεται για τους ελέγχους αυτούς δεν υπερβαίνει το συνολικό ύψος του άμεσου και έμμεσου κόστους των ελέγχων αυτών. Ο χαρακτηρισμός αυτός αποκλείεται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το ύψος κάθε τέλους καθορίζεται ανάλογα με το πραγματικό κόστος του συγκεκριμένου ελέγχου για τον οποίο εισπράττεται το τέλος.
Επί του δεύτερου ερωτήματος
17
Το δεύτερο ερώτημα αφορά μόνο το ζήτημα αν κατά το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύεται η επιβολή τελών, για τους ελέγχους επί ζώντων φυτών, στα εξαγόμενα μόνο προϊόντα, εφόσον εξαιρούνται τα προϊόντα που προορίζονται για την εγχώρια αγορά.
18
Η ολλανδική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι εξετάσεις των ζώντων φυτών γίνονται απλώς και μόνο επειδή προβλέπονται, όσον αφορά τα εξαγόμενα προϊόντα, από διεθνείς συμβάσεις. Δεδομένου ότι οι έμποροι που διαθέτουν τα προϊόντα τους στην εγχώρια αγορά δεν αποκομίζουν κανένα όφελος από τους ελέγχους αυτούς, είναι δίκαιο να μην επιρρίπτεται σ' αυτούς το κόστος των εν λόγω ελέγχων.
19
Η επιχειρηματολογία αυτή θα μπορούσε να γίνει δεκτή, αν αποδεικνυόταν ότι μόνο οι εξαγωγείς ωφελούνται από τις εν λόγω εξετάσεις. Αντιθέτως, σε περίπτωση κατά την οποία η προοριζόμενη για την εγχώρια αγορά παραγωγή αποκομίζει οποιοδήποτε, έστω και πολύ μικρό, όφελος από τους ελέγχους αυτούς, το γεγονός ότι τα τέλη επιβάλλονται αποκλειστικά επί των εξαγόμενων προϊόντων προσδίδει στα εν λόγω τέλη τον χαρακτήρα επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εξαγωγικούς δασμούς, οι οποίες απαγορεύονται από τα άρθρα 12 και 16 της Συνθήκης. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται δε η διαπίστωση της συνδρομής των κρίσιμων πραγματικών στοιχείων.
20
Επομένως στο δεύτερο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι τα άρθρα 12 και 16 της Συνθήκης πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι τα σχετικά με ελέγχους ζώντων φυτών τέλη που πλήττουν μόνο τα εξαγόμενα προϊόντα, όχι δε και τα προϊόντα που προορίζονται για την εγχώρια αγορά, συνιστούν επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εξαγωγικούς δασμούς, έστω και αν οι εν λόγω έλεγχοι επιβάλλονται από διεθνείς συμβάσεις που αφορούν αποκλειστικά τα εξαγόμενα προϊόντα. Ο χαρακτηρισμός αυτός αναιρείται, μόνο εφόσον αποδεικνύεται ότι η προοριζόμενη για την εγχώρια αγορά παραγωγή ουδέν όφελος αποκομίζει από τους εν λόγω ελέγχους.
Επί των δικαστικών εξόδων
21
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η κυβέρνηση των Κάτω Χωρών καιη Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα ),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Hoge Raad των Κάτω Χωρών με απόφαση της 31ης Μαρτίου 1989, αποφαίνεται:
1)
Οι διατάξεις των άρθρων 12 και 16 της Συνθήκης πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι τα τέλη που εισπράττονται για τους ελέγχους φυτών κατά την εξαγωγή, οι οποίοι διενεργούνται δυνάμει διεθνούς συμβάσεως που αποσκοπεί στη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των φυτών, αποτελούν επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς, όταν το ύψος τους καθορίζεται ανάλογα με το βάρος των φυτών ή το αναγραφόμενο επί του τιμολογίου ποσό, έστω και αν το ολικό ποσό που εισπράττεται για τους ελέγχους αυτούς δεν υπερβαίνει το συνολικό ύψος του άμεσου και έμμεσου κόστους των ελέγχων αυτών. Ο χαρακτηρισμός αυτός αποκλείεται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το ύψος κάθε τέλους καθορίζεται ανάλογα με το πραγματικό κόστος του συγκεκριμένου ελέγχου για τον οποίο εισπράττεται το τέλος.
2)
Τα άρθρα 12 και 16 της Συνθήκης πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι τα σχετικά με ελέγχους ζώντων φυτών τέλη που πλήττουν μόνο τα εξαγόμενα προϊόντα, όχι δε και τα προϊόντα που προορίζονται για την εγχώρια αγορά, συνιστούν επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εξαγωγικούς δασμούς, έστω και αν οι εν λόγω έλεγχοι επιβάλλονται από διεθνείς συμβάσεις που αφορούν αποκλειστικά τα εξαγόμενα προϊόντα. Ο χαρακτηρισμός αυτός αναιρείται, μόνο εφόσον αποδεικνύεται ότι η προοριζόμενη για την εγχώρια αγορά παραγωγή ουδέν όφελος αποκομίζει από τους εν λόγω ελέγχους.
Slvnn
Joliét
Rodríguez Iglesias
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 2 Μαΐου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος
Gordon Slynn
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy