ΈΚΘΕΣΗ YTA ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-117/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά
1.
Το άρθρο 73, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83, της 2ας Ιουνίου 1983 ( ΕΕ L 230, σ. 6 ), ορίζει:
«Μισθωτοί
1.
Ο μισθωτός που υπάγεται στη νομοθεσία κράτους μέλους, εκτός της Γαλλίας, δικαιούται οικογενειακών παροχών για τα μέλη της οικογένειας του που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους κατά τη νομοθεσία του πρώτου κράτους, σαν να κατοικούσαν τα μέλη αυτά στο έδαφος του. »
Το άρθρο 76 του εν λόγω κανονισμού ορίζει:
«Κανόνες προτεραιότητας σε περίπτωση σωρεύσεως δικαιωμάτων οικογενειακών παροχών ή επιδομάτων όννάμει των διατάξεων των άρθρων 73 ή 74 και λόγω της ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας στη χώρα κατοικίας των μελών της οικογένειας
Το δικαίωμα οικογενειακών παροχών ή επιδομάτων που οφείλονται κατά τις διατάξεις των άρθρων 73 ή 74 αναστέλλεται αν, λόγω της ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας, οφείλονται επίσης οικογενειακές παροχές ή επιδόματα δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικούν τα μέλη της οικογένειας. »
2.
Ο Kracht, προσφεύγων της κύριας δίκης και αναιρεσίβλητος, εργάζεται ως μισθωτός εντός του πεδίου εδαφικής εφαρμογής του Bundeskindergeldgesetz ( γερμανικού νόμου περί οικογενειακών επιδομάτων — BKGG ). Η σύζυγος του, ιταλικής ιθαγένειας, κατοικεί στην Ιταλία μαζί με τα τέκνα τους Marco, που γεννήθηκε στις 3 Μαΐου 1964, και Lukas Oliver, που γεννήθηκε στις 11 Μαρτίου 1966. Εργάζεται σε τράπεζα του Μιλάνου.
Η Kracht ελάμβανε οικογενειακά επιδόματα για τους δύο υιούς της, βάσει της ιταλικής νομοθεσίας, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1983, διότι μετά την ημερομηνία αυτή δεν ζήτησε πλέον την καταβολή των εν λόγω επιδομάτων. Όταν τον Σεπτέμβριο του 1986 ο Lukas Oliver επανέλαβε τις σπουδές του, η Kracht παρέλειψε και πάλι να υποβάλει στον αρμόδιο ιταλικό φορέα αίτηση καταβολής οικογενειακών επιδομάτων.
Το Bundesanstalt für Arbeit, καθού της κύριας δίκης και αναιρεσείον, αρνήθηκε να καταβάλει οικογενειακά επιδόματα στον Kracht. Με απόφαση της 12ης Ιουνίου 1987 το Sozialgericht Oldenburg ακύρωσε τις αποφάσεις του καθού. Με την απόφαση του της 22ας Σεπτεμβρίου 1987, το Landessozialgericht Niedersachsen απέρριψε την έφεση που άσκησε το Bundesanstalt für Arbeit κατά της αποφάσεως που το υποχρέωνε να καταβάλει χωρίς διακοπή οικογενειακά επιδόματα για τον Marco από 1ης Ιανουαρίου 1984 και για τον Lukas Oliver από 1ης Σεπτεμβρίου 1986.
Με Διάταξη της 22ας Φεβρουαρίου 1989 το δεύτερο τμήμα του Bundessozialgericht, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε αναίρεση, ανέστειλε τη διαδικασία και ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί προδικαστικός επί των εξής ερωτημάτων:
« 1)
Αναστέλλεται το δικαίωμα επί των παροχών που προβλέπει το άρθρο 73 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, βάσει του άρθρου 76 του εν λόγω κανονισμού, στην περίπτωση κατά την οποία ο μόνος λόγος για τον οποίο δεν καταβάλλονται πλέον οικογενειακές παροχές ή επιδόματα στο κράτος εντός του οποίου κατοικούν τα μέλη της οικογένειας είναι ότι δεν ζητήθηκε η καταβολή τους;
2)
Αναστέλλεται το δικαίωμα επί των παροχών που προβλέπει το άρθρο 73 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, βάσει του άρθρου 76 του εν λόγω κανονισμού, στην περίπτωση κατά την οποία ο μόνος λόγος για τον οποίο οι οικογενειακές παροχές ή επιδόματα δεν καταβάλλονται πλέον στο κράτος εντός του οποίου κατοικούν τα μέλη της οικογένειας είναι ότι από ένα χρονικό σημείο, που επελέγη αυθαίρετα, έπαυσε να ζητείται η καταβολή τους; »
3.
Το εθνικό δικαστήριο υπογραμμίζει ότι το άρθρο 76 του κανονισμού 1408/71 δεν διευκρινίζει αν η προβλεπόμενη αναστολή του δικαιώματος επί των οικογενειακών παροχών, στη χώρα απασχολήσεως, ισχύει και στην περίπτωση κατά την οποία ουδέποτε υποβλήθηκε στη χώρα κατοικίας της οικογένειας αίτηση χορηγήσεως οικογενειακών επιδομάτων, ή στην περίπτωση κατά την οποία η αίτηση αποσύρθηκε από ένα χρονικό σημείο που επελέγη αυθαιρέτως.
Το εθνικό δικαστήριο διατυπώνει επιφυλάξεις ως προς την ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο στην απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1984, Salzano (191/83, Συλλογή 1984, σ. 3741 ), σύμφωνα με την οποία δεν χωρεί αναστολή στην περίπτωση κατά την οποία δεν υποβλήθηκε αίτηση για χορήγηση επιδόματος. Κατά την ερμηνεία αυτή ο κανόνας προτεραιότητας που θέτει το εν λόγω άρθρο μπορεί να καταστεί ανενεργός με απλή δήλωση του δικαιούχου, αποτέλεσμα που αντιφάσκει προς τον δεσμευτικό χαρακτήρα της διατάξεως, η οποία θέτει κανόνα προτεραιότητας σκοπός του οποίου είναι να διασφαλίσει την εκτέλεση της υποχρεώσεως που υπέχει ο αντίστοιχος φορέας να χορηγήσει την παροχή, κανόνας ο οποίος πρέπει να εφαρμόζεται ανεξαρτήτως της θελήσεως του δικαιούχου.
Εξάλλου, η ερμηνεία αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει σε καταχρήσεις, τις οποίες ασφαλώς δεν επιθυμούσε ο κοινοτικός νομοθέτης, καθόσον παρέχει τη δυνατότητα στον φορέα της χώρας κατοικίας να παροτρύνει τους ενδιαφερομένους να μην καταθέτουν σ' αυτόν αιτήσεις ώστε να μπορούν να λαμβάνουν ολόκληρη την παροχή στην χώρα απασχολήσεως.
Το εθνικό δικαστήριο θεωρεί, κατά συνέπεια, ότι επιβάλλεται νέα εξέταση του ζητήματος αυτού.
II — Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
4.
Η Διάταξη παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Απριλίου 1989. Κατά το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις:
—
στις 7 Ιουλίου 1989 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Δημήτριο Γκουλούση και Jörn Pipkorn, μέλη της νομικής της υπηρεσίας·
—
στις 3 Αυγούστου 1989 η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον Pier Giorgio Ferri, avvocato dello Stato.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων και, κατά το άρθρο 95, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας, να αναθέσει την εκδίκαση της υποθέσεως στο πρώτο τμήμα.
III — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
Α — Επί τον πρώτον ερωτήματος
5.
Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί ως προς το αν απαιτείται, για την αναστολή του δικαιώματος επί οικογενειακών παροχών στο κράτος απασχολήσεως, βάσει του άρθρου 76 του κανονισμού 1408/71, να συντρέχουν μόνο οι ουσιαστικές προϋποθέσεις ή όλες οι προϋποθέσεις, ουσιαστικές και τυπικές, που θεμελιώνουν δικαίωμα επί οικογενειακών παροχών στο κράτος εντός του οποίου κατοικεί η οικογένεια.
Πράγματι, στις αποφάσεις της 20ής Απριλίου 1978, Ragazzoni (134/77, Sig. 1978, σ. 963), της 13ης Νοεμβρίου 1984, Salzano (191/83, Συλλογή 1984, σ. 3741 ) και της 23ης Απριλίου 1986, Ferraioli (153/84, Συλλογή 1986, σ. 1401 ), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η αναστολή του δικαιώματος επί οικογενειακών παροχών, την οποία προβλέπει το άρθρο 76 του κανονισμού 1408/71, επέρχεται μόνο εφόσον συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις, ουσιαστικές και τυπικές, που απαιτούνται κατά τη νομοθεσία του κράτους της κατοικίας.
Η κατάσταση της Kracht είναι ίδια με την κατάσταση των Salzano και Ferraioli στις προαναφερθείσες υποθέσεις 191/83 και 153/84. Παρέλειψε να υποβάλει την απαιτούμενη αίτηση στον αρμόδιο ιταλικό φορέα. Κατά συνέπεια, έχει εφαρμογή η ίδια αρχή: δεν χωρεί αναστολή — έστω μερική — του δικαιώματος επί των γερμανικών οικογενειακών επιδομάτων.
Η επιφύλαξη που διατυπώνει το Bundessozialgerict κατά της εν λόγω νομολογίας παραγνωρίζει το γεγονός ότι το θεμέλιο επί του οποίου στηρίζονται οι διατάξεις των άρθρων 73 και 76 του κανονισμού 1408/71, κατά τις διατάξεις του άρθρου 51 της Συνθήκης ΕΟΚ, είναι η διατήρηση του δικαιώματος επί παροχών, των εργαζομένων και των ελκόντων εξ αυτών δικαίωμα, το οποίο δεν πρέπει να περιορίζεται επειδή τα μέλη της οικογένειας του εργαζομένου κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος.
Στο πλαίσιο του συστήματος αυτού, σκοπός του προαναφερθέντος άρθρου 76 είναι να αποτρέψει αδικαιολόγητο πλουτισμό με τη σώρευση δικαιωμάτων επί οικογενειακών παροχών στη χώρα απασχολήσεως και στο κράτος κατοικίας. Η διάταξη αυτή δεν πρέπει να εκληφθεί ως κανόνας συγκρούσεως που καθορίζει την εφαρμοστέα επί των παροχών νομοθεσία.
Διαφορετική ερμηνεία θα συνεπαγόταν για τους διακινούμενους εργαζομένους τον κίνδυνο αναστολής του δικαιώματος τους επί οικογενειακών παροχών στο κράτος απασχολήσεως χωρίς, παράλληλα, να τους καταβάλλονται πράγματι οι παροχές τις οποίες ενδεχομένως δικαιούνται στο κράτος κατοικίας.
Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η ερμηνεία αυτή παρέχει τη δυνατότητα στους/στις συζύγους να επηρεάζουν, με την επιλογή τους, την κατανομή των βαρών μεταξύ των κρατών μελών. Για το λόγο αυτό αναζητεί μια δίκαιη λύση του προβλήματος αυτού, στο πλαίσιο της αναθεωρήσεως του άρθρου 76 του κανονισμού 1408/71, με σκοπό τη διασφάλιση των συμφερόντων και των δικαιωμάτων των διακινουμένων εργαζομένων.
6.
Η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας τονίζει ότι το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως αποφανθεί ως προς την ερμηνεία του άρθρου 76 του κανονισμού 1408/71 (προαναφερθείσες αποφάσεις επί των υποθέσεων 134/77, 191/83 και 153/84, καθώς και αποφάσεις της 6ης Μαρτίου 1979, Rossi, 100/78, Sig. 1979, σ. 831, και της 3ης Φεβρουαρίου 1983, Robards, 149/82, Συλλογή 1983, σ. 171 ).
Εξάλλου, η ιταλική κυβέρνηση δεν συμμερίζεται τις επιφυλάξεις που διατυπώνει το αιτούν δικαστήριο, κατά το οποίο η ερμηνεία του άρθρου 76 του κανονισμού 1408/71, όπως αυτή συνάγεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου, συνεπάγεται ότι ο καθορισμός της εφαρμοστέας νομοθεσίας επαφίεται στην ελεύθερη επιλογή των δικαιούχων.
Το εν λόγω άρθρο δεν πρέπει να εκληφθεί ως κανόνας συγκρούσεως, αλλά ως διάταξη που αποσκοπεί στην αποτροπή της αδικαιολόγητης σωρεύσεως ιδίας φύσεως παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως.
Β — Επί του όεντέρον ερωτήματος
7.
Ως προς το δεύτερο ερώτημα, το οποίο αφορά την εφαρμογή του άρθρου 76 του κανονισμού 1408/71 στην περίπτωση κατά την οποία η αναστολή του δικαιώματος επί παροχών στο κράτος κατοικίας οφείλεται στο γεγονός ότι το δικαίωμα αυτό δεν προβλήθηκε πλέον μετά από χρονικό σημείο που αυθαιρέτως επελέγη, η Επιτροπή παρατηρεί ότι και στην περίπτωση αυτή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες τυπικές προϋποθέσεις για τη χορήγηση των ιταλικών επιδομάτων.
Ενώ στην πρώτη περίπτωση λείπει η αίτηση, στη δεύτερη περίπτωση λείπουν τα δικαιολογητικά εισοδήματος. Συνεπώς, δεν χωρεί αναστολή βάσει του άρθρου 76 του κανονισμού 1408/71.
8.
Κατά την ιταλική κυβέρνηση, με το δεύτερο αυτό ερώτημα το εθνικό δικαστήριο θεωρεί ότι υπεισέρχεται ένα νέο στοιχείο το οποίο συνίσταται στο γεγονός ότι ο/η σύζυγος που κατοικεί στην Ιταλία είχε, καταρχάς, ζητήσει τη χορήγηση οικογενειακών επιδομάτων από τον αρμόδιο ιταλικό φορέα, κατόπιν όμως απέσυρε την αίτηση του.
Η ιταλική κυβέρνηση διευκρινίζει σχετικώς ότι δεν πρόκειται για απόσυρση της αρχικής αιτήσεως, αλλά για μη υποβολή αιτήσεως, δεδομένου ότι αίτηση πρέπει να υποβάλλεται κάθε έτος.
Εν πάση περιπτώσει, εφόσον έχει αναγνωριστεί ότι το προαναφερθέν άρθρο 76 δεν έχει εφαρμογή ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία δεν γεννάται δικαίωμα επί παροχών καταβαλλομένων βάσει της νομοθεσίας του κράτους κατοικίας λόγω ελευθέρας επιλογής του/της συζύγου που εργάζεται στο εν λόγω κράτος, η ίδια αρχή πρέπει να ισχύσει και στην περίπτωση μεταβολής της αρχικής του επιλογής.
Τέλος, η ιταλική κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι η δυνατότητα των συζύγων να επιλέγουν ποιος θα λαμβάνει οικογενειακά επιδόματα συνιστά εφαρμογή της αρχής της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων, η οποία αποτελεί, επίσης, χαρακτηριστικό του κοινοτικού δικαίου.
IV — Προφορική διαδικασία
9.
Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η οποία δεν κατέθεσε γραπτές παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, διατύπωσε κατά την προφορική διαδικασία τις ακόλουθες παρατηρήσεις.
Αφού υπογράμμισε ότι το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί, μεταξύ άλλων στην προαναφερθείσα απόφαση Ferraioli, ότι δεν χωρεί αναστολή του δικαιώματος επί παροχών, κατά το άρθρο 76 του κανονισμού 1408/71, όπως αυτό είχε τροποποιηθεί μέχρι τις 30 Απριλίου 1990, εφόσον δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες για τη θεμελίωση του δικαιώματος στο κράτος όπου κατοικούν τα μέλη της οικογένειας προϋποθέσεις, ουσιαστικές και τυπικές, η γερμανική κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι το ζήτημα που ανακύπτει τώρα είναι αν η νομολογία αυτή ισχύει σε κάθε περίπτωση.
Σχετικώς υπογραμμίζει ότι, πρώτον, το άρθρο 76 του κανονισμού 1408/71 καθορίζει την εφαρμοστέα νομοθεσία, δηλαδή, όπως ρητώς εμφαίνεται στον τίτλο του εν λόγω άρθρου, πρόκειται για κανόνα προτεραιότητας.
Δεύτερον, παρατηρεί ότι, εφόσον ο κανόνας προτεραιότητας του άρθρου 76 περιέχεται σε κανονισμό, έχει ισχύ νόμου. Συνεπώς, η εφαρμογή του δεν μπορεί να επαφίεται στη διάκριση του αιτούντος.
Κατά της δυνατότητας επιλογής, η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας επικαλείται το γεγονός ότι το άρθρο 76 στηρίζεται στην αρχή ότι το κράτος στο οποίο κατοικούν τα μέλη της οικογένειας υπέχει κατά προτεραιότητα υποχρέωση αρωγής έναντι των πολιτών του. Εξάλλου, αυτό το κράτος μπορεί καλύτερα να εκτιμήσει τις ανάγκες της οικογένειας του διακινουμένου εργαζομένου, σε σχέση με την υφισταμένη στο εν λόγω κράτος κατάσταση.
Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας θεωρεί ότι δυνατότητα επιλογής θα είχε ως συνέπεια να επιλέγει ο δικαιούχος το κράτος εκείνο στο οποίο τα επιδόματα είναι μεγαλύτερα, τροποποιώντας κατά τρόπο απαράδεκτο την κατανομή των οικονομικών βαρών που προβλέπει το άρθρο 76 του κανονισμού 1408/71.
Κατά την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εξάλλου, η δυνατότητα επιλογής θα μπορούσε να δημιουργήσει και πρακτικές δυσχέρειες λόγω του κινδύνου σωρεύσεως, εκ μέρους του δικαιούχου, των παροχών του κράτους κατοικίας της οικογένειας και του κράτους απασχολήσεως, κίνδυνος που μπορεί να αποτραπεί μόνο με την εφαρμογή του κανόνα προτεραιότητας.
Τέλος, η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας θεωρεί ότι η ερμηνεία που η ίδια δίνει στις επίδικες διατάξεις δεν έχει δυσμενείς συνέπειες για τον δικαιούχο, καθόσον ο τελευταίος θα λάβει, εν πάση περιπτώσει, το υψηλότερο οικογενειακό επίδομα. Πράγματι, κατά τις αποφάσεις της 23ης Απριλίου 1986, Ferraioli, προαναφερθείσα, και της 12ης Ιουνίου 1980, Laterza ( 733/79, Sig. 1980, σ. 1915 ), το άρθρο 76 του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι το κράτος μέλος το οποίο υπέχει, κατά δεύτερο λόγο, την υποχρέωση χορηγήσεως των παροχών οφείλει να καταβάλλει τη διαφορά των επιδομάτων όταν οι παροχές που το ίδιο καταβάλλει είναι υψηλότερες από εκείνες που προβλέπει η νομοθεσία του κράτους στο οποίο έχει την κατοικία της η οικογένεια του διακινουμένου εργαζομένου.
Η γερμανική κυβέρνηση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι πρέπει οπωσδήποτε να τηρηθεί ο κανόνας προτεραιότητας που θέτει το άρθρο 76 του κανονισμού 1408/71. Η τροποποίηση του άρθρου 76 του κανονισμού 1408/71, την οποία επέφερε ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 3427/89 του Συμβουλίου, της 30ής Οκτωβρίου 1989, περί τροποποιήσεως του κανονισμού 1408/71, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, και του κανονισμού ( ΕΟΚ. ) 574/72, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 (ΕΕ L 331, σ. 1 ), δεν αποσκοπεί, κατά την γερμανική κυβέρνηση στην ουσιαστική τροποποίηση των κανόνων δικαίου που θέτει η εν λόγω διάταξη, αλλά στην αποσαφήνιση μιας νομικής καταστάσεως η οποία είχε γίνει αντικείμενο των πλέον διισταμένων ερμηνειών.
G. C. Rodríguez Iglesias
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 4ης Ιουλίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-117/89,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundessozialgericht προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Klaus Jürgen Kracht
και
Bundesanstalt für Arbeit,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 73 και 76 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73 ), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83, της 2ας Ιουνίου 1983 ( ΕΕ L 230, σ. 6 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Sir Gordon Slynn, πρόεδρο τμήματος, R. Joliét και G. C. Rodríguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven
γραμματέας: J. A. Pompe, βοηθός γραμματέας
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον Pier Giorgio Ferri, avvocato dello Stato,
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Δημήτριο Γκουλούση και Jörn Pipkom, μέλη της νομικής της υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις που ανέπτυξαν η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τον J. Karl, σύμβουλο του Υπουργείου Οικονομικών Υποθέσεων, και η Επιτροπή, κατά τη συνεδρίαση της 8ης Μαρτίου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 29ης Μαρτίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 22ας Φεβρουαρίου 1989, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 10 Απριλίου 1989, το Bundessozialgericht υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 76 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73 ), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ) 2001/83, της 2ας Ιουνίου 1983 ( ΕΕ L 230, σ.6).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Kracht και του Bundesanstalt für Arbeit σχετικής με την άρνηση καταβολής οικογενειακών επιδομάτων.
3
Ο Kracht εργάζεται ως μισθωτός εντός του πεδίου εδαφικής εφαρμογής του Bundeskindergeldgesetz (γερμανικού ομοσπονδιακού νόμου περί οικογενειακών επιδομάτων ). Η σύζυγος του, ιταλικής ιθαγένειας, κατοικεί στην Ιταλία με τα τέκνα τους Marco, που γεννήθηκε στις 3 Μαΐου 1964, και Lukas Oliver, που γεννήθηκε στις 11 Μαρτίου 1966. Εργάζεται σε τράπεζα του Μιλάνου.
4
Η Kracht έλαβε οικογενειακά επιδόματα, βάσει του ιταλικού δικαίου, για τους δύο υιούς της, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1983, διότι μετά την ημερομηνία αυτή έπαυσε να ζητεί την καταβολή τους. Η Kracht δεν ζήτησε, επίσης, την καταβολή οικογενειακών επιδομάτων από τον αρμόδιο ιταλικό φορέα όταν τον Σεπτέμβριο του 1986 ο Lukas Oliver ξανάρχισε τις σπουδές του.
5
Μετά την άρνηση του Bundesanstalt für Arbeit, καθού της κύριας δίκης, να του καταβάλει οικογενειακά επιδόματα, ο Kracht προσέφυγε στο Sozialgericht Oldenburg, το οποίο με απόφαση της 12ης Ιουνίου 1987 ακύρωσε τις απορριπτικές αποφάσεις. Με την απόφαση του της 22ας Σεπτεμβρίου 1987 το Landessozialgericht Niedersachsen απέρριψε την έφεση που άσκησε το Bundesanstalt für Arbeit κατά της αποφάσεως που το υποχρέωνε να καταβάλλει μονίμως οικογενειακά επιδόματα για τον Marco από 1ης Ιανουαρίου 1984 και για τον Lukas Oliver από 1ης Σεπτεμβρίου 1986. Με Διάταξη της 22ας Φεβρουαρίου 1989 το δεύτερο τμήμα του Bundessozialgericht, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε αναίρεση, ανέστειλε τη διαδικασία και ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί προδικαστικώς επί των εξής ερωτημάτων:
« 1)
Αναστέλλεται το δικαίωμα επί των παροχών που προβλέπει το άρθρο 73 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1408/71, βάσει του άρθρου 76 του εν λόγω κανονισμού, στην περίπτωση κατά την οποία ο μόνος λόγος για τον οποίο δεν καταβάλλονται πλέον οικογενειακές παροχές ή επιδόματα στο κράτος εντός του οποίου κατοικούν τα μέλη της οικογένειας είναι ότι δεν ζητήθηκε η καταβολή τους;
2)
Αναστέλλεται το δικαίωμα επί των παροχών που προβλέπει το άρθρο 73 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1408/71, βάσει του άρθρου 76 του εν λόγω κανονισμού, στην περίπτωση κατά την οποία ο μόνος λόγος για τον οποίο οι οικογενειακές παροχές ή επιδόματα δεν καταβάλλονται πλέον στο κράτος εντός του οποίου κατοικούν τα μέλη της οικογένειας είναι ότι από ένα χρονικό σημείο, που επελέγη αυθαιρέτως, έπαυσε να ζητείται η καταβολή τους; »
6
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
7
Επιβάλλεται να εξεταστούν από κοινού τα δύο ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο και με τα οποία ερωτάται κυρίως αν, δυνάμει του άρθρου 76 του κανονισμού 1408/71, αναστέλλεται το κατά το άρθρο 73 του ιδίου κανονισμού δικαίωμα επί παροχών όταν οι οικογενειακές παροχές ή επιδόματα δεν οφείλονται πλέον στο κράτος εντός του οποίου κατοικούν τα μέλη της οικογένειας για τον μοναδικό λόγο ότι δεν υποβλήθηκε καθόλου ή δεν ανανεώθηκε η αίτηση για τη χορήγηση τους.
8
Το άρθρο 73, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2001/83, ορίζει:
« Μισθωτοί
1.
Ο μισθωτός που υπάγεται στη νομοθεσία κράτους μέλους, εκτός της Γαλλίας, δικαιούται οικογενειακών παροχών για τα μέλη της οικογένειας του που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους κατά τη νομοθεσία του πρώτου κράτους, σαν να κατοικούσαν τα μέλη αυτά στο έδαφος του. »
9
Το άρθρο 76 του εν λόγω κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε, προβλέπει:
« Κανόνες προτεραιότητας σε περίπτωση σωρεύσεως δικαιωμάτων οικογενειακών παροχών ή επιδομάτων δυνάμει των διατά§εων των άρθρων 73 ή 74 και λόγω της ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας στη χώρα κατοικίας των μεΑών της οικογένειας
Το δικαίωμα οικογενειακών παροχών ή επιδομάτων που οφείλονται κατά τις διατάξεις των άρθρων 73 ή 74 αναστέλλεται αν, λόγω της ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας, οφείλονται επίσης οικογενειακές παροχές ή επιδόματα δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικούν τα μέλη της οικογένειας. »
10
Καταρχάς, πρέπει να τονιστεί ότι το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 3427/89 του Συμβουλίου, της 30ής Οκτωβρίου 1989 ( ΕΕ L 331, σ. 1 ), που παρέχει τη δυνατότητα στο κράτος μέλος απασχολήσεως να αναστέλλει το δικαίωμα επί οικογενειακών παροχών όταν δεν υποβάλλεται αίτηση χορηγήσεως παροχών στο κράτος μέλος εντός του οποίου κατοικούν τα μέλη της οικογένειας, έχει εφαρμογή μετά την 1η Μαΐου 1990. Συνεπώς, δεν επηρεάζει την απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο.
11
Επιβάλλεται, επίσης, να τονιστεί ότι όπως προκύπτει από τις αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 1984, Salzano ( 191/83, Συλλογή 1984, σ. 3741 ) και της 23ης Απριλίου 1986, Ferraioli ( 153/84, Συλλογή 1986, σ. 1401 ), η αναστολή του δικαιώματος επί οικογενειακών παροχών οφειλομένων εντός του κράτους μέλους απασχολήσεως ενός των γονέων επέρχεται μόνον εφόσον ο άλλος γονέας κατοικεί μαζί με τα τέκνα σε άλλο κράτος μέλος όπου ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα χωρίς όμως να λαμβάνει οικογενειακά επιδόματα για τα τέκνα, επειδή δεν συγκεντρώνει όλες τις προϋποθέσεις που απαιτούνται κατά τη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους, για την είσπραξη των εν λόγω επιδομάτων, περιλαμβανομένης της προϋποθέσεως της προηγουμένης υποβολής αιτήσεως.
12
Ωστόσο, το εθνικό δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να επανεξετάσει την ερμηνεία αυτή καθόσον, κατά τη γνώμη του, το άρθρο 76 του κανονισμού 1408/71 συνιστά επιτακτικό κανόνα προτεραιότητας, την εφαρμογή του οποίου δεν μπορεί να εμποδίσει η βούληση του δικαιούχου. Κατά την προφορική διαδικασία η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας υποστήριξε την ίδια άποψη. Τόνισε ότι με τη μη παροχή δυνατότητας επιλογής στον δικαιούχο αποφεύγονται πρακτικές δυσχέρειες, όπως π. χ. η δυνατότητα του δικαιούχου να μεταβάλλει την κατανομή των οικονομικών βαρών ή να σωρεύει τις παροχές του κράτους κατοικίας της οικογένειας και του κράτους απασχολήσεως, χωρίς δυσμενείς για τον ίδιο συνέπειες, καθόσον, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το κράτος απασχολήσεως οφείλει να καταβάλλει τη διαφορά όταν οι παροχές που προβλέπει είναι υψηλότερες από τις προβλεπόμενες στο κράτος εντός του οποίου κατοικεί η οικογένεια του διακινουμένου εργαζομένου. Τέλος, υπογράμμισε ότι, κατά τη νέα διατύπωση του, το άρθρο 76 αποτελεί απλό κανόνα ερμηνείας που αίρει τις υφιστάμενες στον τομέα αυτό αμφιβολίες και όχι νέα διάταξη.
13
Τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.
14
Όπως επανειλημμένως υπογράμμισε το Δικαστήριο, η ερμηνεία των κανονισμών που εκδίδει το Συμβούλιο στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως των διακινουμένων εργαζομένων πρέπει να γίνεται βάσει του σκοπού του άρθρου 51 της Συνθήκης ΕΟΚ, που συνίσταται στη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. Η ερμηνεία που δίδουν στο άρθρο 76 οι προαναφερθείσες αποφάσεις είναι σύμφωνη προς τον σκοπό αυτό.
15
Πράγματι, το Δικαστήριο ερμήνευσε το άρθρο 76 υπό την έννοια ότι αποσκοπεί στον περιορισμό της δυνατότητας σωρεύσεως επιδομάτων. Υπό την έννοια αυτή, το εν λόγω άρθρο αποτελεί συμπλήρωμα του άρθρου 73 του ιδίου κανονισμού, σκοπός του οποίου είναι να διευκολύνει τους διακινούμενους εργαζομένους να λαμβάνουν οικογενειακά επιδόματα στο κράτος στο οποίο εργάζονται, στην περίπτωση κατά την οποία η οικογένεια τους δεν έχει μετακινηθεί μαζί τους.
16
Αντιθέτως, αν η διάταξη αυτή ερμηνευόταν ως επιτακτικός κανόνας προτεραιότητας, όπως υποστηρίζει η γερμανική κυβέρνηση, θα είχε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό των διευκολύνσεων που παρέχονται στους διακινούμενους εργαζομένους δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου 73.
17
Τέλος, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η άποψη της κυβερνήσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ότι το άρθρο 76 του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 3427/89, αποβλέπει αποκλειστικώς στη διασαφήνιση μιας νομικής καταστάσεως που είχε γίνει αντικείμενο των πλέον διισταμένων ερμηνειών, καθόσον σαφώς αντιβαίνει στο άρθρο 3 του κανονισμού 3427/89, κατά το οποίο το άρθρο 76, όπως τροποποιήθηκε, έχει εφαρμογή από 1ης Μαΐου 1990, ενώ όλες οι υπόλοιπες διατάξεις του εν λόγω κανονισμού άρχισαν να εφαρμόζονται από 15ης Ιανουαρίου 1986.
18
Συνεπώς, στο εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 76 του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2001/83, της 2ας Ιουνίου 1983, έχει την έννοια ότι το δικαίωμα επί των προβλεπομένων στο άρθρο 73 του ιδίου κανονισμού παροχών δεν αναστέλλεται στην περίπτωση που οι παροχές ή τα επιδόματα δεν οφείλονται πλέον στο κράτος εντός του οποίου κατοικούν τα μέλη της οικογένειας για τον μόνο λόγο ότι δεν υποβλήθηκε ή δεν ανανεώθηκε η αίτηση για χορήγηση των εν λόγω παροχών.
Επί των δικαστικών εξόδων
19
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι κυβερνήσεις της Γερμανίας και της Ιταλίας και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα ),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Bundessozialgericht με Διάταξη της 22ας Φεβρουαρίου 1989 αποφαίνεται:
Το άρθρο 76 του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2001/83, της 2ας Ιουνίου 1983, έχει την έννοια ότι το δικαίωμα επί των προβλεπομένων στο όρθρο 73 του ιδίου κανονισμού παροχών δεν αναστέλλεται στην περίπτωση που οι παροχές ή τα επιδόματα δεν οφείλονται πλέον στο κράτος εντός του οποίου κατοικούν τα μέλη της οικογένειας για τον μόνο λόγο ότι δεν υποβλήθηκε ή δεν ανανεώθηκε η αίτηση για χορήγηση των εν λόγω παροχών.
Gordon Slynn
Joliét
Rodríguez Iglesias
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 4 Ιουλίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος
Gordon Slynn
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy