ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-118/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
O κανονισμός (ΕΟΚ) 337/79 του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1979, περί κοινής οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 112 ), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2144/82 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1982 ( ΕΕ L 227, σ. 1 ), θεσπίζει στο άρθρο 11 ένα σύστημα προληπτικής αποστάξεως επιτραπέζιου οίνου για την περίπτωση κατά την οποία, σε ορισμένη ημερομηνία, οι ποσότητες επιτραπέζιου οίνου κάθε είδους για τον οποίο υπάρχει σύμβαση αποθηκεύσεως είναι ίσες ή μεγαλύτερες από μια δεδομένη ποσότητα.
2.
Ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 2499/82 της Επιτροπής, της 15ης Σεπτεμβρίου 1982, περί καθορισμού των διατάξεων σχετικά με την προληπτική απόσταξη για την αμπελουργική περίοδο 1982/83 ( ΕΕ L 267, σ. 16 ), ορίζει στα άρθρα 1 και 3 ότι, για την απόσταξη βάσει του άρθρου 11 του προαναφερθέντος κανονισμού 337/79, οι παραγωγοί συνάπτουν συμβάσεις παραδόσεως με εγκεκριμένο οινοπνευματοποιό και τις υποβάλλουν στον οργανισμό παρεμβάσεως που πρέπει να δώσει την έγκριση του.
Ο κανονισμός καθορίζει στο άρθρο 5, παράγραφος 1, για κάθε είδος οίνου, μια ελάχιστη [ κατωτάτη ] τιμή αγοράς την οποία πρέπει να καταβάλει ο οινοπνευματοποιός στον παραγωγό για κάθε είδος οίνου.
Δυνάμει του άρθρου 9:
«1)
Η ελάχιστη τιμή αγοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5 ... καταβάλλεται από τον οινοπνευματοποιό στον παραγωγό το αργότερο 90ημέρες μετά την είσοδο στο οινοπνευματοποιείο...
2)
Ο οργανισμός παρεμβάσεως καταβάλλει στον οινοπνευματοποιό την ενίσχυση ... το αργότερο 90ημέρες μετά την προσκόμιση αποδείξεως ότι αποστάχθηκε η συνολική ποσότητα οίνου που αναφέρεται στο συμφωνητικό.
...
Ο οινοπνευματοποιός υποχρεούται να προσκομίσει στον οργανισμό παρεμβάσεως απόδειξη ότι κατέβαλε την ελάχιστη τιμή αγοράς ... εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1... Εάν αυτή η απόδειξη δεν προσκομιστεί μέσα σε 120ημέρες από την ημερομηνία προσκομίσεως της αποδείξεως που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, ο οργανισμός παρεμβάσεως ανακτά τα ποσά που έχουν καταβληθεί.
... »
3.
Η εταιρία Otto Lingenfelser ( στο εξής: Lingenfelser) συνήψε στις 27 Δεκεμβρίου 1982 σύμβαση αποστάξεως 6000 εκατόλιτρων ( hl ) επιτραπέζιου οίνου με τον όμιλο παραγωγών « Deutsches Weintor », σύμβαση η οποία εγκρίθηκε από την Bundesamt für Ernährung und Forstwirtschaft ( Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Διατροφής και Δασών, στο εξής: Bundesamt ).
Μετά την απόσταξη του οίνου, το Bundesamt χορήγησε στη Lingenfelser την αντίστοιχη ενίσχυση.
Κατόπιν λογιστικού ελέγχου επί της Lingenfelser, το Bundesamt διαπίστωσε ότι, για πολλές τμηματικές παραδόσεις συνολικού ύψους 1283,80 hl, όσον αφορά την καταβολή της κατωτάτης τιμής στον παραγωγό, η Lingenfelser είχε υπερβεί κατά μια έως τρεις ημέρες, ανάλογα με την περίπτωση, την προθεσμία των 90ημερών που καθορίζεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού 2499/82.
Τότε το Bundesamt ζήτησε την επιστροφή του συνόλου της ενισχύσεως. Κατόπιν ενστάσεως της Lingenfelser, το Bundesamt τροποποίησε την απόφαση του περί ανακλήσεως της ενισχύσεως και περιόρισε την αξίωση του περί επιστροφής στο ποσό που αντιστοιχούσε στις μη εμπροθέσμως πληρωθείσες τμηματικές παραδόσεις.
Κατά της αποφάσεως αυτής η Lingenfelser άσκησε προσφυγή ενώπιον του Verwaltungsgericht της Φραγκφούρτης επί του Μάιν ( Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ).
4.
Το αιτούν δικαστήριο αμφιβάλλει για το βάσιμο της διατάξεως του άρθρου 9, παράγραφος 1, το οποίο ορίζει ότι η πληρωμή πρέπει να γίνεται εντός 90ημερών από την είσοδο του εμπορεύματος στο οινοπνευματοποιείο, δεδομένου ότι ο στόχος του, ο οποίος συνίσταται στο να μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα ο οργανισμός παρεμβάσεως εάν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη χορήγηση της ενισχύσεως, επιτυγχάνεται με το άρθρο 9, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, που επιβάλλει την προσκόμιση της αποδείξεως καταβολής της κατωτάτης τιμής εντός 120ημερών από την ημερομηνία προσκομίσεως της αποδείξεως σχετικά με την απόσταξη του οίνου. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η προθεσμία των 90ημερών αποτελεί επικουρική υποχρέωση, η μη τήρηση της οποίας δεν μπορεί να επισύρει άνευ ετέρου την απώλεια της ενισχύσεως, καθόσον διαφορετικά παραβιάζεται η γενική αρχή της αναλογικότητας.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Verwaltungsgericht της Φραγκφούρτης επί του Μάιν αποφάσισε, με Διάταξη της 16ης Μαρτίου 1989, κατ' εφαρ-μογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, να αναστείλει τη διαδικασία μέχρις ότου το Δικαστήριο εκδώσει προδικαστική απόφαση επί του ακόλουθου ερωτήματος:
« Είναι έγκυρο το άρθρο 9, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 2499/82, καθόσον κατ' αυτό ανακτάται η ενίσχυση σε περίπτωση που ο οινοπνευματοποιός δεν κατέβαλε στον παραγωγό εντός 90ημερών την κατωτάτη τιμή αγοράς για την οποία γίνεται λόγος στον εν λόγω κανονισμό; »
5.
Η Διάταξη του Verwaltungsgericht της Φραγκφούρτης επί του Μάιν πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Απριλίου 1989.
6.
Κατά το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν, στις 19 Ιουνίου 1989, η εταιρία Otto Lingenfelser GmbH, εκπροσωπούμενη από τους Eugen Hezel και Rolf Hezel, δικηγόρους στο Bühl/Baden, στις 5 Ιουλίου 1979, το Bundesamt, εκπροσωπούμενο από την Ursula Holzhauser, Rechtsreferentin, και, στις 30 Ιουνίου 1989, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον νομικό της σύμβουλο Dierk Booß.
7.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
8.
Κατ' εφαρμογήν του 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, το Δικαστήριο, με απόφαση του της 15ης Νοεμβρίου 1989, ανέθεσε την εκδίκαση της υποθέσεως στο έκτο τμήμα.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
1.
Η Lingenfelser διατείνεται ότι, αντιθέτως προς την άποψη που εξέφρασε το αιτούν Verwaltungsgericht στη Διάταξη του, η προθεσμία πληρωμής των 90ημερών δεν μπορεί να αρχίσει παρά μόνον μετά τη λήψη του τιμολογίου, το οποίο και μόνον επιβάλλει στο οινοπνευματοποιείο υποχρέωση πληρωμής. Εάν το άρθρο 9, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του προαναφερθέντος κανονισμού 2499/82 έχει άλλη σημασία, τότε ο κανονισμός αυτός είναι ανίσχυρος καθόσον δεν προβλέπει εξαίρεση για την περίπτωση κατά την οποία το οινοπνευματοποιείο δεν έλαβε έγκαιρα το οικείο τιμολόγιο. Εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 9, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, είναι μια διάταξη η οποία απλώς καθορίζει μια προθεσμία τάξεως, η εκπνοή της οποίας δεν μπορεί να συνεπάγεται άνευ ετέρου την απώλεια του δικαιώματος, πράγμα το οποίο θα αποτελούσε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
2.
Το Bundesamt υποστηρίζει καταρχάς ότι η προθεσμία των 120ημερών, σχετικά με την προσκόμιση της αποδείξεως εμπρόθεσμης πληρωμής, δεν καθιστά άχρηστη αυτή καθαυτή την προθεσμία πληρωμής. Με την καταβολή της κατωτάτης τιμής αγοράς εντός 120ημερών μετά την προσκόμιση της αποδείξεως της αποστάξεως ο παραγωγός εξαρτάται από την ημερομηνία κατά την οποία ο οινοπνευματοποιός προσκομίζει την απόδειξη της αποστάξεως και ζητεί την παροχή της ενισχύσεως από τον οργανισμό παρεμβάσεως.
Αντίθετα, η ολική απώλεια της ενισχύσεως δεν είναι απαραίτη προς διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας του συστήματος και αποτελεί δυσανάλογη κύρωση σε σχέση με τη μη τήρηση της υποχρεώσεως. Πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ κύριας και επικουρικής υποχρεώσεως, η δε κύρωση για μη τήρηση της κύριας υποχρεώσεως, δηλαδή της καταβολής της κατωτάτης τιμής αγοράς, δεν μπορεί να είναι η ίδια με την κύρωση για τη μη τήρηση της επικουρικής υποχρεώσεως, ήτοι της πληρωμής εντός της προβλεπομένης προθεσμίας.
Κατά συνέπεια, το Bundesamt υποστηρίζει ότι η επιβολή κυρώσεως στον οινοπνευματοποιό επιφέρουσας την ολική απώλεια της ενισχύσεως σε περίπτωση καθυστερήσεως στην καταβολή της κατωτάτης τιμής αγοράς στον παραγωγό οίνου, όπως προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του προαναφερθέντος κανονισμού 2499/82, δεν είναι απαραίτητη προς επίτευξη του επιδιωκόμενου με τη ρύθμιση σκοπού.
3.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 9 του κανονισμού θεσπίζει μια σαφή διάκριση μεταξύ της υποχρεώσεως πληρωμής εντός ορισμένης προθεσμίας ( παράγραφος 1 ) και της υποχρεώσεως προσκομίσεως της αποδείξεως εντός ορισμένης προθεσμίας (παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο). Η μη τήρηση της καθοριζομένης στην τελευταία διάταξη προθεσμίας ισοδυναμεί με παροχή αδείας στον οινοπνευματοποιό να αποφασίζει για το πότε θα πληρώσει τον παραγωγό, αφού η προθεσμία της παραγράφου 2, τρίτο εδάφιο, δεν συνδέεται καθόλου με την ημερομηνία παραδόσεως του οίνου.
Η καθοριζόμενη στην παράγραφο 1 προθεσμία των 90ημερών αποσκοπεί στο να εξασφαλίσει ότι ο παραγωγός θα πληρώνεται εντός 90ημερών από της παραδόσεως. Η προθεσμία του άρθρου 9, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, προβλέπουσα την καταβολή της ενισχύσεως στον οινοπνευματοποιό εντός 90ημερών από της προσκομίσεως της αποδείξεως ότι έγινε η απόσταξη, αποσκοπεί στο να παράσχει κίνητρα στον οινοπνευματοποιό να προβαίνει το συντομότερο δυνατό στην απόσταξη. Η διάταξη του άρθρου 9, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, περί προσκομίσεως της αποδείξεως καταβολής της κατωτάτης τιμής αγοράς εντός της προθεσμίας των 120ημερών από της προσκομίσεως της αποδείξεως ότι έγινε η απόσταξη, παρέχει τη δυνατότητα στον οργανισμό παρεμβάσεως να ολοκληρώσει το έργο του και στον οινοπνευματοποιό αρκετό περιθώριο χρόνου ( 30ημέρες από της λήψεως της ενισχύσεως ) ώστε να προσκομίσει την απόδειξη ότι εκπλήρωσε την υποχρέωση πληρωμής που τον βαρύνει.
Αντίθετα προς ό,τι φρονεί το αιτούν δικαστήριο, η υποχρέωση πληρωμής εντός 90ημερών ( άρθρο 9, παράγραφος 1 ) είναι κύρια υποχρέωση, ενώ η υποχρέωση προσκομίσεως της αποδείξεως εντός 120ημερών (άρθρο 9, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο) είναι επικουρική. Τούτο προκύπτει σαφώς από την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, κατά την οποία « πρέπει να προβλεφθεί ότι η ελάχιστη [ κατωτάτη ] τιμή που εξασφαλίζεται στους παραγωγούς θα καταβάλλεται σ' αυτούς κατά γενικό κανόνα εντός των προθεσμιών που τους επιτρέπουν να αποκομίσουν κέρδος συγκρίσιμο με εκείνο που θα επετύγχαναν αν επρόκειτο για μια εμπορική πώληση ». Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται ακόμη από το άρθρο 13 του κανονισμού, το οποίο δεν επιτρέπει παρεκκλίσεις από τον κανόνα αυτό παρά μόνο λόγω τυχηρού ή ανωτέρας βίας, καθώς και από το άρθρο 11, παράγραφος 4, του κανονισμού, κατά το οποίο το ποσό της ασφάλειας που ενδεχομένως ζητήθηκε από τον οινοπνευματοποιό καταπίπτει στο σύνολο του σε περίπτωση μη τηρήσεως της προθεσμίας.
Το αιτούν δικαστήριο στηρίζεται στην ιδέα ότι η τήρηση της προθεσμίας των 90ημερών, η οποία αναφέρεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, έχει χαρακτήρα επικουρικής υποχρεώσεως, η παράβαση της οποίας δεν μπορεί να επισύρει τις ίδιες κυρώσεις με την παράβαση της κύριας υποχρεώσεως (βλέπε αποφάσεις της 20ής Φεβρουαρίου 1979, Buitoni, 122/78, Sig. 1979, σ. 677, και της 21ης Ιουνίου 1979, Atalanta, 240/78, Sig. 1979, σ. 2137). Σε περίπτωση μη τηρήσεως κυρίας υποχρεώσεως η οποία προβλέπεται σε σύμβαση, το Δικαστήριο κρίνει νόμιμη την ολική επιστροφή της καταβληθείσας ενίσχυσης ή την ολική απώλεια της εγγυήσεως, τούτο δε χωρίς να εξετάζει τη σοβαρότητα της παραβάσεως της υποχρεώσεως (βλέπε αποφάσεις της 2ας Δεκεμβρίου 1982, RUMI, 272/81, Συλλογή 1982, σ. 4167, της 23ης Φεβρουαρίου 1983, Fromançais, 66/82, Συλλογή 1983, σ. 395, και της 17ης Μαΐου 1984, Denkavit, 15/83, Συλλογή 1984, σ. 2171 ). Το Δικαστήριο δεν έχει δεχθεί παρεκκλίσεις απ' αυτή τη διάκριση μεταξύ κυρίας και επικουρικής υποχρεώσεως παρά μόνο σε υποθέσεις που είχαν ορισμένες ιδιαιτερότητες, οι οποίες δεν παρουσιάζονται στην παρούσα (αποφάσεις της 27ης Νοεμβρίου 1986, Maas, 21/85, Συλλογή 1986, σ. 3551, και της 30ής Ιουνίου 1987, Roquette, 47/86, Συλλογή 1987, σ. 2909).
Συνεπώς, η Επιτροπή προτείνει να δοθεί η εξής απάντηση το υποβληθέν ερώτημα:
« Από την εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του άρθρου 9 του κανονισμού 2499/82, καθόσον προβλέπει την ανάκτηση της καταβληθείσας στον οινοπνευματοποιό ενισχύσεως σε περίπτωση που ο τελευταίος δεν κατέβαλε στον παραγωγό την κατώτατη τιμή αγοράς εντός προθεσμίας 90ημερών από της παραδόσεως. »
III — Προφορική διαδικασία
Η Lingenfeber διευκρίνισε τις παρατηρήσεις της ισχυριζόμενη ότι η προθεσμία των 90ημερών, που προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος Ι, του προαναφερθέντος κανονισμού 2499/82, δεν είναι δικαιολογημένη, αμφιβάλλει δε ως προς το αν ο προαναφερθείς κανονισμός 337/79 μπορεί να αποτελέσει νόμιμη βάση για την επιβολή της προθεσμίας αυτής. Ακόμα και αν υποτεθεί ότι υφίσταται νόμιμη βάση, παρ' όλ' αυτά πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προθεσμία των 90ημερών αποτελεί απλώς επικουρική υποχρέωση. Ακόμα κι αν γίνει δεκτό ότι πρόκειται για κύρια υποχρέωση, η επιβαλλόμενη κύρωση, η οποία συνίσταται στην ολική ανάκτηση της ενισχύσεως, δεν ευσταθεί λόγω παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας (βλέπε απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1986, Nordbutter, 9/85, Συλλογή 1986, σ. 2843 ).
F. Α. Schockweiler
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( έκτο τμήμα )
της 27ης Ιουνίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-118/89,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Verwaltungsgericht της Φραγκφούρτης επί του Μάιν ( Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρ-μογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Εταιρία Otto Lingenfelser, με έδρα το Achern ( Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας),
και
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενης από το Bundesamt für Ernährung und Forstwirtschaft,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το κύρος του άρθρου 9, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2499/82 της Επιτροπής, της 15ης Σεπτεμβρίου 1982, περί καθορισμού των διατάξεων σχετικά με την προληπτική απόσταξη για την αμπελουργική περίοδο 1982/83 ( ΕΕ L 267, σ. 16 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, F. Α. Schockweiler, G. F. Mancini, T. F. O'Higgins και Μ. Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: D. Louterman, κύρια υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η εταιρία Otto Lingenfelser, εκπροσωπούμενη από τους Eugen Hezel και Rolf Hezel, δικηγόρους στο Bühl (Baden),
—
το Bundesamt für Ernährung und Forstwirtschaft, εκπροσωπούμενο από την Ursula Holzhauser, Rechtsreferentin,
—
η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον Dierk Booss, νομικό σύμβουλο,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της εταιρίας Otto Lingenfelser, εκπροσω-πηθείσας από τον Frank Montag, δικηγόρο Κολωνίας, του Bundesamt für Ernährung und Forstwirtschaft, εκπροσωπηθέντος από τη Hannelore Lausch, σύμβουλο της διοικήσεως, και της Επιτροπής, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 8ης Φεβρουαρίου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 27ης Μαρτίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 16ης Μαρτίου 1989, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 10 Απριλίου 1989, το Verwaltungsgericht της Φραγκφούρτης επί του Μάιν υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, ένα προδικαστικό ερώτημα ως προς το κύρος του άρθρου 9, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2499/82 της Επιτροπής, της 15ης Σεπτεμβρίου 1982, περί καθορισμού των διατάξεων σχετικά με την προληπτική απόσταξη για την αμπελουργική περίοδο 1982/83 ( ΕΕ L 267, σ. 16 ).
2
Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Otto Lingenfelser (στο εξής: Lingenfelser) και του Bundesamt für Ernährung und Forstwirtschaft (Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Διατροφής και Δασών), (στο εξής: Bundesamt), γερμανικού οργανισμού παρεμβάσεως στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, σχετικά με μια αίτηση επιστροφής της ενισχύσεως για την προληπτική απόσταξη οίνου.
3
O προαναφερθείς κανονισμός 2499/82, ο οποίος εκδόθηκε βάσει του κανονισμού ( ΕΟΚ) 337/79 του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1979, περί κοινής οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς ( ΕΕ ειδ. έκδ. τόμ. 03/024, σ. 112 ), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2144/82 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1982 (ΕΕ L 227, σ. 1 ), προβλέπει στο άρθρο 9, παράγραφος 1, ότι η κατώτατη τιμή αγοράς που καθορίζεται για κάθε είδος οίνου πρέπει να καταβάλλεται από τον οινοπνευματοποιό στον παραγωγό το αργότερο 90ημέρες μετά την είσοδο του οίνου στο οινοπνευματοποιείο.
4
Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού αυτού, ο οινοπνευματοποιός υποχρεούται να προσκομίσει στον οργανισμό παρεμβάσεως απόδειξη ότι κατέβαλε την κατώτατη τιμή αγοράς εντός της προθεσμίας των 90ημερών. Εάν αυτή η απόδειξη δεν προσκομιστεί μέσα σε 120ημέρες από την ημερομηνία προσκομίσεως της αποδείξεως ότι έγινε η απόσταξη, ο οργανισμός παρεμβάσεως ανακτά τα ποσά που έχουν καταβληθεί.
5
Αφού διαπίστωσε ότι η Lingenfelser είχε υπερβεί την προθεσμία των 90ημερών για την πληρωμή τριών φορτίων οίνου, το Bundesamt ζήτησε την επιστροφή ολοκλήρου του ποσού της χορηγηθείσας ενίσχυσης.
6
Επιληφθέν προσφυγής κατά της αποφάσεως αυτής του Bundesamt, το Verwaltungsgericht της Φραγκφούρτης επί του Μάιν ανέστειλε τη διαδικασία μέχρις ότου το Δικαστήριο εκδώσει προδικαστική απόφαση επί του εξής ερωτήματος:
« Είναι έγκυρο το άρθρο 9, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 2499/82, καθόσον κατ' αυτό ανακτάται η ενίσχυση σε περίπτωση που ο οινοπνευματοποιός δεν κατέβαλε στον παραγωγό εντός 90ημερών την κατώτατη τιμή αγοράς, η οποία αναφέρεται λεπτομερώς στον εν λόγω κανονισμό; »
7
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
8
Στις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν στο Δικαστήριο, η Lingenfelser και το Bundesamt αμφισβητούν στην ουσία το κόρος του άρθρου 9, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του προαναφερθέντος κανονισμού 2499/82, για τον λόγο ότι η ολική απώλεια της ενισχύσεως σε περίπτωση υπερβάσεως της προθεσμίας πληρωμής, παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας. Κατά την προφορική διαδικασία η Lingenfelser υποστήριξε ακόμη ότι η θέσπιση προθεσμίας 90ημερών για την καταβολή της τιμής αγοράς αποτελεί κανονιστική ρύθμιση μη καλυπτόμενη από την εξουσιοδότηση του προαναφερθέντος κανονισμού 337/79.
9
Προς εξέταση του αν ο καθορισμός μιας ανωτάτης προθεσμίας για την καταβολή της τιμής αγοράς από τον οινοπνευματοποιό στον παραγωγό καλύπτεται από την εξουσιοδότηση την οποίαν έδωσε το Συμβούλιο στην Επιτροπή στο πλαίσιο του προαναφερθέντος κανονισμού 337/79, πρέπει να υπομνηστεί ότι, όπως αναφέρεται στην τρίτη αιτιολογική του σκέψη, ο κανονισμός αυτός έχει ως σκοπό τη σταθεροποίηση των αγορών και την εξασφάλιση ενός δικαίου βιοτικού επιπέδου στον ενδιαφερόμενο γεωργικό πληθυσμό. Υπό το πρίσμα αυτό, ο κανονισμός αναφέρει στην ένατη αιτιολογική του σκέψη ότι πρέπει να επιτρέπεται, υπό ορισμένους όρους, η προληπτική απόσταξη σε τιμή αγοράς, η οποία να μην ενθαρρύνει την παραγωγή οίνων κατώτερης ποιότητας.
10
Το άρθρο 11 του κανονισμού αυτού, που καθορίζει τις προϋποθέσεις για την προληπτική απόσταξη, ορίζει στην παράγραφο 5 ότι η απόφαση για την πραγματοποίηση της αποστάξεως και για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής του συστήματος λαμβάνεται κατά την αποκαλούμενη διαδικασία της « επιτροπής διαχειρίσεως ».
11
Ο καθορισμός, στο άρθρο 9, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού 2499/82, εκδοθέντος βάσει του επίσης προαναφερθέντος κανονισμού 337/79, και ιδίως των άρθρων του 11, παράγραφος 5, και 65, προθεσμίας εντός της οποίας ο οινοπνευματοποιός υποχρεούται να καταβάλει στον παραγωγό την κατώτατη τιμή αγοράς, που επιδιώκει, όπως αναφέρεται στην ενδέκατη αιτιολογική σκέψη, να εξασφαλίσει στους παραγωγούς κέρδος παρόμοιο με εκείνο που θα επιτύγχαναν αν επρόκειτο για εμπορική πώληση, αποτελεί λεπτομέρεια εφαρμογής του εν λόγω συστήματος και, ως τέτοια, καλύπτεται από την εξουσιοδότηση που παρέχεται με τον προαναφερθέντα κανονισμό 337/79.
12
Όσον αφορά τη συμφωνία της διατάξεως, στην οποία αναφέρεται το προδικαστικό ερώτημα, προς την αρχή της αναλογικότητας, πρέπει να εξεταστεί, κατά πάγια νομολογία, αν η κύρωση βαίνει πέραν των ορίων αυτού που είναι πρόσφορο και αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού τον οποίο επιδιώκει η παραβιαζόμενη κανονιστική ρύθμιση ( αποφάσεις της 20ής Φεβρουαρίου 1979, Buitoni, 122/78, Sig. 1979, σ. 677, και της 17ης Μαΐου 1984, Denkavit, 15/83, Συλλογή 1984, σ. 2171 ). Ειδικότερα, πρέπει να εξακριβωθεί αν τα μέσα που προβλέπει η εν λόγω διάταξη για την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού, είναι ανάλογα προς τη σπουδαιότητα του και αν είναι απαραίτητα για την επίτευξη του ( αποφάσεις της 23ης Φεβρουαρίου 1983, Fromançais, 66/82, Συλλογή 1983, σ. 395, και της 1ης Οκτωβρίου 1985, ΟΒΕΑ, 125/83, Συλλογή 1985, σ. 3039).
13
Συναφώς πρέπει να υπομνήστεί ότι ρ στόχος ο οποίος επιδιώκεται με τον καθορισμό προθεσμίας για την καταβολή της τιμής αγοράς από τον οινοπνευματοποιό στον παραγωγό είναι, όπως αναφέρεται στην ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του προαναφερθέντος κανονισμού 2499/82, να προβλεφθεί ότι η κατώτατη τιμή που εξασφαλίζεται στους παραγωγούς θα καταβάλλεται σ' αυτούς, κατά γενικό κανόνα, εντός προθεσμίας που τους επιτρέπει να αποκομίσουν κέρδος παρόμοιο προς εκείνο που θα επιτύγχαναν αν επρόκειτο για εμπορική πώληση. Ο καθορισμός προθεσμίας για την καταβολή της τιμής αγοράς από τον οινοπνευματοποιό στον παραγωγό έχει ως σκοπό την παροχή κινήτρων στον τελευταίο ώστε να προσφέρει προς απόσταξη τους οίνους για τους οποίους υπάρχει κίνδυνος να επηρεάσουν δυσμενώς το υψηλό επίπεδο ποιότητας των διατειθεμένων στην αγορά οίνων.
14
Ενόψει των περιστάσεων αυτών, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι διακυβεύεται ο ίδιος ο στόχος του συστήματος αποστάξεως εξαιτίας της υπερβάσεως της προθεσμίας πληρωμής η οποία δεν καθιστά τη διαδικασία αποστάξεως αισθητά διαφορετική από μη συνήθη εμπορική συναλλαγή μέχρι σημείου να αποθαρρύνει τον παραγωγό να προσφέρει τον οίνο του προς απόσταξη. Εξάλλου, από τις παρατηρήσεις που έγιναν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση κατέστη σαφές ότι, στο πλαίσιο των συνήθων εμπορικών συναλλαγών στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ο χρόνος πληρωμής είναι συχνά μεγαλύτερος από την καθοριζόμενη στο άρθρο 9, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού 2499/82 προθεσμία. Επομένως, η διάταξη η οποία επιβάλλει ως κύρωση, για την έστω και ελάχιστη υπέρβαση της προθεσμίας, την ολική απώλεια της ενισχύσεως πρέπει να θεωρηθεί ότι. είναι δυσανάλογη προς τον επιδιωκόμενο με τον καθορισμό της προθεσμίας στόχο.
15
Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι στο ερώτημα που υπέβαλε το Verwaltungsgericht Φραγκφούρτης επί του Μάιν πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 9, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του προαναφερθέντος κανονισμού 2499/82 είναι ανίσχυρο καθόσον επιβάλλει ως κύρωση την ολική απώλεια της ενισχύσεως για κάθε υπέρβαση της προθεσμίας που τάσσεται στον οινοπνευματοποιό για: να καταβάλει την κατώτατη τιμή αγοράς στον παραγωγό.
Επί των δικαστικών εξόδων
16
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που υπέβαλε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, το οποίο ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main με Διάταξη της 16ης Μαρτίου 1989, αποφαίνεται:
Το άρθρο 9, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2499/82 της Επιτροπής, της 15ης Σεπτεμβρίου 1982, περί καθορισμού των διατάξεων σχετικά με την προληπτική απόσταξη για την αμπελουργική περίοδο 1982/83, είναι ανίσχυρο καθόσον επιβάλλει ως κύρωση την ολική απώλεια της ενισχύσεως για κάθε υπέρβαση της προθεσμίας που τάσσεται στον οινοπνευματοποιό για να καταβάλει την κατώτατη τιμή αγοράς στον παραγωγό.
Κακούρης
Schockweiler
Mancini
O'Higgins
Diez de Velasco
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 27 Ιουνίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο πρόεδρος του έκτου τμήματος
Κ. Ν. Κακούρης
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy