ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-163/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά
Το άρθρο 69 του κανονισμού 1408/71, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/01, σ. 73), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2001/83 της 2ας Ιουνίου 1983 ( ΕΕ L 230, σ. 6 ), ορίζει:
« Προϋποθέσεις και περιορισμοί διατηρήσεως του δικαιώματος παροχών
1.
Ο μισθωτός ή μη μισθωτός σε πλήρη ανεργία, ο οποίος πληροί τους όρους που απαιτούνται από τη νομοθεσία κράτους μέλους για να έχει δικαίωμα παροχών και ο οποίος μεταβαίνει σε ένα ή περισσότερα άλλα κράτη μέλη για να αναζητήσει εργασία, διατηρεί το δικαίωμα των παροχών αυτών υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις και με τους εξής περιορισμούς:
α)
προ της αναχωρήσεως του, πρέπει να έχει εγγραφεί ως αιτών εργασία και να έχει παραμείνει στη διάθεση των υπηρεσιών απασχολήσεως του αρμοδίου κράτους επί τέσσερις τουλάχιστον εβδομάδες μετά την έναρξη της ανεργίας. Οι αρμόδιες υπηρεσίες ή φορείς δύνανται πάντως να επιτρέψουν την αναχώρηση του προ της λήξεως της προθεσμίας αυτής
β)
πρέπει να εγγραφεί ως αιτών εργασία στις υπηρεσίες απασχολήσεως καθενός των κρατών μελών, στα οποία μεταβαίνει και να υποβάλλεται στον έλεγχο που είναι οργανωμένος εκεί. Ο όρος αυτός θεωρείται ότι εκπληρώθηκε για την προ της εγγραφής περίοδο, αν ο ενδιαφερόμενος εγγραφεί εντός επτά ημερών από την ημερομηνία, κατά την οποία έπαυσε να είναι στη διάθεση των υπηρεσιών απασχολήσεως του κράτους, από το οποίο αναχώρησε. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις η προθεσμία αυτή δύναται να παραταθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες ή τους αρμόδιους φορείς
γ)
το δικαίωμα παροχών διατηρείται επί χρονικό διάστημα τριών μηνών κατ' ανώτατο όριο από την ημερομηνία, κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος έπαυσε να είναι στη διάθεση των υπηρεσιών απασχολήσεως του κράτους από το οποίο αναχώρησε, χωρίς η συνολική διάρκεια χορηγήσεως των παροχών να δύναται να υπερβεί το χρονικό διάστημα, για το οποίο έχει δικαίωμα παροχών δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους αυτού. Στην περίπτωση του εποχιακά εργαζομένου η διάρκεια αυτή περιορίζεται επιπλέον στο χρονικό διάστημα που απομένει μέχρι το τέλος της εποχής, για την οποία έχει προσληφθεί.
2.
Αν ο ενδιαφερόμενος επιστρέψει στο αρμόδιο κράτος πριν από τη λήξη της περιόδου, κατά την οποία έχει δικαίωμα παροχών δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου 1, περίπτωση γ, συνεχίζει να έχει δικαίωμα παροχών σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού' χάνει κάθε δικαίωμα παροχών δυνάμει της νομοθεσίας του αρμοδίου κράτους, αν δεν επιστρέψει εκεί πριν από τη λήξη της περιόδου αυτής. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις η προθεσμία αυτή δύναται να παραταθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες ή τους αρμόδιους φορείς.
3.
Επίκληση των διατάξεων της παραγράφου 1 δύναται να γίνει μία μόνον φορά μεταξύ δύο περιόδων απασχολήσεως.
4.
Αν το αρμόδιο κράτος είναι το Βέλγιο, ο άνεργος που επιστρέφει εκεί μετά τη λήξη της προθεσμίας των τριών μηνών που προβλέπεται στην παράγραφο 1, περίπτωση γ, ανακτά το δικαίωμα παροχών του κράτους αυτού μόνον αφού απασχοληθεί εκεί επί τρεις τουλάχιστον μήνες. »
Στις 27 Απριλίου 1984 ο Di Conti, ιταλός υπήκοος εισπράττων επίδομα ανεργίας στο Βέλγιο, ζήτησε να τύχει της εφαρμογής του άρθρου 69 του κανονισμού 1408/71, προκειμένου να μεταβεί στην Ιταλία προς αναζήτηση εργασίας.
Κατά συνέπεια του χορηγήθηκε έγγραφο Ε 303 με το οποίο επιστοποιείτο ότι εδικαιούτο παροχές επί χρονικό διάστημα τριών μηνών κατ' ανώτατο όριο από 27ης Απριλίου 1984 μέχρι 26ης Ιουλίου 1984.
Ο ενδιαφερόμενος επέστρεψε στο Βέλγιο μετά την πάροδο της προβλεπόμενης προθεσμίας. Ανέλαβε εργασία στο Βέλγιο στις 23 Σεπτεμβρίου 1985 και ζήτησε επίδομα μερικής ανεργίας από τις 12 Μαΐου 1986.
Με διοικητική πράξη που κοινοποιήθηκε στις 19 Ιουνίου 1986 ο περιφερειακός επιθεωρητής ανεργίας του Office national de l'emploi ( στο εξής: Onem ) αποφάσισε να μη χορηγηθεί στον ενδιαφερόμενο επίδομα ανεργίας, θεωρώντας ότι το σχετικό δικαίωμα μπορεί να του αναγνωριστεί μόνο υπό τις εξής προϋποθέσεις:
—
αφενός, να έχει απασχοληθεί στο Βέλγιο επί τρεις μήνες τουλάχιστον (άρθρο 69, παράγραφος 4, του κανονισμού 1408/71 ),
—
αφετέρου, να πληροί τις προϋποθέσεις της βελγικής νομοθεσίας ως προς τον χρόνο αναμονής (άρθρα 118 έως 122 του βασιλικού διατάγματος της 20ής Δεκεμβρίου 1963 περί της απασχολήσεως και της ανεργίας).
Κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως χορηγήσεως επιδόματος, ο ενδιαφερόμενος πληρούσε την πρώτη προϋπόθεση, όχι όμως και τη δεύτερη. Πράγματι, ο ενδιαφερόμενος αποδείκνυε ότι είχε εργαστεί μόνο 197ημέρες από τις 300 που απαιτούνται κατά την περίοδο αναφοράς των 18 μηνών που προηγούνται της αιτήσεως του, δηλαδή από τις 12 Νοεμβρίου 1984 μέχρι τις 11 Μαΐου 1986.
Ο Di Conti άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής στις 8 Ιουλίου 1986.
Με απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1988 το Tribunal du travail της Λιέγης δέχθηκε την προσφυγή κατά τον τύπο και την ουσία, κρίνοντας ότι ο ενδιαφερόμενος πληρούσε τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 69, παράγραφος 4, του κανονισμού 1408/71, επειδή είχε απασχοληθεί στο Βέλγιο επί τρεις μήνες τουλάχιστον.
Το Onem άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής στις 9 Μαρτίου 1988.
Το Cour du travail της Λιέγης αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα:
« Ο άνεργος για τον οποίο αρμόδιο κράτος είναι το Βέλγιο και ο οποίος επέστρεψε εκεί μετά τη λήξη της προθεσμίας των τριών μηνών που προβλέπει το άρθρο 69, παράγραφος 1, περίπτωση γ, του κανονισμού 1408/71, και για τον λόγο αυτό απώλεσε εκεί κάθε δικαίωμα παροχών εις βάρος του Βελγίου, δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 2, ανακτά άραγε τα δικαιώματα του επί των παροχών αυτής της χώρας υπό τη μόνη προϋπόθεση να έχει απασχοληθεί εκεί προηγουμένως επί τρεις μήνες τουλάχιστον, ή πρέπει αντιθέτως να αποδοθεί στο άρθρο 69, παράγραφος 4, η έννοια ότι ο άνεργος πρέπει, επιπλέον, να πληροί εκ νέου τις προϋποθέσεις ως προς τον χρόνο αναμονής που προβλέπει η βελγική νομοθεσία, στη συγκεκριμένη περίπτωση το βασιλικό διάταγμα της 20ής Δεκεμβρίου 1963; »
II — Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
Η Διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Μαΐου 1989. Κατά το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν:
—
στις 7 Ιουλίου 1989 το Onem, εφεσείον της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενο από τον Georges Lewalle, δικηγόρο Λιέγης
—
στις 18 Ιουλίου 1989 ο Antonio Di Conti, εφεσίβλητος της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενος από τον René Jamar, πληρεξούσιο κατά την έννοια του άρθρου 728 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας
—
στις 27 Ιουλίου 1989 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Δημήτριο Γκουλούση, μέλος της νομικής της υπηρεσίας.
III — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
1.
Το εφεσείον της κύριας όίκης παρατηρεί καταρχάς ότι ο άνεργος που δικαιούται επιδομάτων ανεργίας στο αρμόδιο κράτος μέλος και μεταβαίνει σε άλλο κράτος μέλος προς αναζήτηση εργασίας υπό το καθεστώς του άρθρου 69 του κανονισμού 1408/71 χάνει, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όχι μόνο το δικαίωμα επί των επιδομάτων που εισέπραττε, αλλά και κάθε άλλο δικαίωμα παροχών που θα μπορούσε να διατηρήσει δυνάμει της νομοθεσίας του αρμόδιου κράτους μέλους, αν δεν επιστρέψει εκεί πριν από τη λήξη της τρίμηνης προθεσμίας.
Ο άνεργος μπορεί βέβαια να ασκήσει νέα δικαιώματα στο αρμόδιο κράτος, εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από το κράτος αυτό. Προκειμένου για το Βέλγιο, θα μπορέσει να ανακτήσει το δικαίωμα επί των παροχών μόνο αφού απασχοληθεί εκεί επί τρεις τουλάχιστον μήνες, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 4.
Η διάταξη αυτή δικαιολογείται βάσει των ιδιομορφιών της βελγικής νομοθεσίας σε σχέση με τις λοιπές ευρωπαϊκές νομοθεσίες.
Κατά το βασιλικό διάταγμα της 20ής Δεκεμβρίου 1963 και την υπουργική απόφαση της 4ης Ιουνίου 1964 οι ιδιομορφίες αυτές είναι οι εξής:
—
το επίδομα ανεργίας χορηγείται καταρχήν επ' αόριστο χρονικό διάστημα
—
ο άνεργος ανακτά αυτομάτως το δικαίωμα επί των επιδομάτων μετά τη διακοπή της ανεργίας επί χρονικό διάστημα τριών ετών
—
προς στήριξη μεταγενέστερης αίτησης μπορεί να γίνει επίκληση των ημερών εργασίας ή των εξομοιουμένων προς αυτές ημερών που λαμβάνονται υπόψη κατά την υποβολή της αιτήσεως χορηγήσεως επιδομάτων
—
για τη συμπλήρωση του χρόνου αναμονής οι ημέρες ανεργίας για τις οποίες χορηγείται αποζημίωση εξομοιούνται προς ημέρες εργασίας.
Καθόσον μετά την αρχική κτήση του δικαιώματος επί των παροχών το εν λόγω δικαίωμα ανακτάται σχετικώς εύκολα, η κοινοτική νομοθεσία έπρεπε να περιλαμβάνει διάταξη αντιμετωπίζουσα ειδικά την ανάκτηση του δικαιώματος επί των παροχών στο Βέλγιο.
Κατά συνέπεια, η προϋπόθεση του άρθρου 69, παράγραφος 4, του κανονισμού 1408/71 συνιστά προϋπόθεση επιπλέον των προβλεπομένων στην εθνική βελγική νομοθεσία, όχι όμως και επαρκή αφεαυτής. Μια διαφορετική άποψη θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι ο άνεργος που ζήτησε και έτυχε της εφαρμογής του συστήματος του άρθρου 69 [συστήματος που κρίθηκε προαιρετικό με την απόφαση της 19ης Ιουνίου 1980, Testa (41/79, 121/79 και 796/79, Rec. 1980, σ. 1979 ], θα βρισκόταν σε ευνοϊκότερη θέση σε σχέση με εκείνον που μετέβη σε άλλο κράτος μέλος, χωρίς να ζητήσει να τύχει του ευεργετήματος της εξαγωγής.
Εξάλλου, αν η προϋπόθεση που θεσπίζεται με την εν λόγω διάταξη ήταν επαρκής, στο άρθρο 69, παράγραφος 4, του κανονισμού 1408/71 δεν θα εχρησιμοποιείτο ο όρος « μόνον ».
2.
Ο εφεσίβλητος της κύριας όίκης θεωρεί επίσης ότι η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 69, παράγραφος 4, εξηγείται σε συνάρτηση με τη βελγική νομοθεσία, κατά την οποία εργαζόμενος αποκτά δικαίωμα επί των επιδομάτων ανεργίας όχι μόνο εφόσον εργάστηκε ή βρέθηκε σε εξομοιούμενη προς την εργασία κατάσταση επί ορισμένο αριθμό ημερών κατά την περίοδο αναφοράς (άρθρα 118 επ. του βασιλικού διατάγματος της 20ής Δεκεμβρίου 1963 ), αλλά και όταν η χορήγηση του επιδόματος του διεκόπη μόνο επί χρονικό διάστημα μη υπερβαίνον την τριετία (άρθρο 123 του προαναφερθέντος βασιλικού διατάγματος).
Επομένως, στο πλαίσιο της βελγικής νομοθεσίας, άνεργος που ζητεί να τύχει του δικαιώματος επί των παροχών ανεργίας κατόπιν διακοπής της χορηγήσεως του επιδόματος του μπορεί να επικαλεσθεί είτε περίοδο πραγματικής εργασίας ή περίοδο εξομοιούμενης προς αυτή είτε τη διατήρηση της ιδιότητας του δικαιούχου βάσει του άρθρου 123 του προαναφερθέντος βασιλικού διατάγματος. Προκειμένου να καθορίσει τα δικαιώματα των ανέργων που διέκοψαν την είσπραξη του επιδόματος τους, η βελγική νομοθεσία δεν διακρίνει, επομένως, μεταξύ της διατηρήσεως κεκτημένων δικαιωμάτων, βάσει του άρθρου 123, και ανακτήσεως νέων δικαιωμάτων βάσει ημερών εργασίας ή εξομοιουμένων προς αυτές ημερών.
Το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 προβλέπει ότι ο άνεργος χάνει τα κεκτημένα δικαιώματα του, αν δεν επιστρέψει εντός τριών μηνών. Δεν απαγορεύει στον ενδιαφερόμενο να επικαλεστεί νέα δικαιώματα βάσει ημερών εργασίας ή εξομοιουμένων προς αυτές ημερών.
Το γεγονός ότι η βελγική νομοθεσία δεν διακρίνει σαφώς μεταξύ διατηρήσεως προγενεστέρων δικαιωμάτων και κτήσεως νέων δικαιωμάτων αποτελεί την ιδιομορφία που εξηγεί γιατί το άρθρο 69, παράγραφος 4, προβλέπει ότι αν το αρμόδιο κράτος είναι το Βέλγιο, ο άνεργος δεν μπορεί να περιοριστεί στην επίκληση των βελγικών διατάξεων περί δυνατότητας ανακτήσεως των δικαιωμάτων του ( διατήρηση της ιδιότητας του δικαιούχου κατά το άρθρο 123 του προαναφερθέντος βασιλικού διατάγματος), αλλά ότι πρέπει προς τον σκοπό αυτό να έχει απασχοληθεί εκεί επί τρεις μήνες.
Ο εφεσίβλητος της κύριας δίκης ζητεί να ερμηνευθεί το άρθρο 69, παράγραφος 4, υπό την έννοια ότι άνεργος εργαζόμενος ανακτά το δικαίωμα επί των παροχών ανεργίας υπό τη μόνη προϋπόθεση ότι απασχολήθηκε τρεις μήνες τουλάχιστον στο Βέλγιο, καθόσον η ανάκτηση δικαιωμάτων σημαίνει ότι αναχορηγείται προϋπάρχον δικαίωμα κατά το μέτρο που η βελγική νομοθεσία επιτρέπει τη διατήρηση αυτού του δικαιώματος, δηλαδή εντός τριών ετών από την τελευταία χορήγηση επιδόματος.
Η ερμηνεία κατά την οποία η απαίτηση του άρθρου 69, παράγραφος 4, πρέπει να προστεθεί στις προϋποθέσεις της βελγικής νομοθεσίας ως προς τον χρόνο αναμονής επαυξάνει τις προϋποθέσεις κτήσεως νέων δικαιωμάτων στο Βέλγιο, πράγμα που είναι αντίθετο προς την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων.
3.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου ( προαναφερθείσα απόφαση της 19ης Ιουνίου 1980) οι διατάξεις του άρθρου 69 του κανονισμού 1408/71 δεν αποτελούν απλό μέτρο συντονισμού των εθνικών νομοθεσιών στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, αλλά θεσπίζουν, προς όφελος των εργαζομένων που ζητούν να τύχουν του σχετικού ευεργετήματος, αυτόνομο σύστημα αποκλίνον από τους κανόνες του εσωτερικού δικαίου, που πρέπει να ερμηνεύεται ομοιόμορφα σε όλά τα κράτη μέλη, ανεξαρτήτως του συστήματος που προβλέπει η εθνική νομοθεσία για τη διατήρηση ή την απώλεια του δικαιώματος επί των παροχών.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι το άρθρο 69, παράγραφος 4, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι άνεργος για τον οποίο αρμόδιο κράτος είναι το Βέλγιο^και ο οποίος επέστρεψε μετά την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 69, παράγραφος 1, και απώλεσε, επομένως, κάθε δικαίωμα επί των παροχών του Βελγίου, δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 2, ανακτά το δικαίωμα επί των παροχών της χώρας αυτής υπό τη μόνη προϋπόθεση ότι απασχολήθηκε εκεί προηγουμένως επί τρεις τουλάχιστον μήνες, χωρίς να μπορεί το Βέλγιο να του αντιτάξει διατάξεις του εσωτερικού δικαίου.
G. C. Rodríguez Iglesias
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 10ης Μαΐου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-163/89,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Cour du travail (πέμπτο τμήμα) της Λιέγης ( Βέλγιο ) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Office national de l'emploi ( Onem ) ( εθνικό ίδρυμα απασχολήσεως )
και
Antonio Di Conti,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 69 του κανονισμού 1408/71, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73 ), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2001/83 της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Joliét, δικαστή, προεδρεύοντα, G. C Rodríguez Iglesias και F. Grévisse, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Ο. Lenz
γραμματέας: J.-G. Giraud
έχοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
το Office national de l'emploi, εφεσείον της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενο από τον Georges Lewalle, δικηγόρο Λιέγης,
—
ο Antonio Di Conti, εφεσίβλητος της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενος από τον René Jamar, πληρεξούσιο κατά την έννοια του άρθρου 728 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Δημήτριο Γκουλούση, νομικό σύμβουλο,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του Di Conti, εκπροσωπούμενου από τη Μ. Baiwir, πληρεξούσια κατά την έννοια του άρθρου 728 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας, του Office national de l'emploi και της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον Jean-Claude Séché, νομικό σύμβουλο, κατά τη συνεδρίαση της 8ης Φεβρουαρίου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Μαΐου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 28ης Απριλίου 1989, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 9 Μαΐου του ίδιου έτους, το Cour du travail της Λιέγης υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 69 του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/01, σ. 73 ), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2001/83 της 2ας Ιουνίου 1983 ( ΕΕ L 230, σ. 6).
2
Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Office national de l'emploi ( στο εξής: Onem ) και του Di Conti, με αντικείμενο την άρνηση χορηγήσεως παροχών ανεργίας.
3
Ο Di Conti, ιταλός υπήκοος που εισέπραττε παροχές ανεργίας στο Βέλγιο, ζήτησε στις 27 Απριλίου 1984 να τύχει του ευεργετήματος του άρθρου 69 του κανονισμού 1408/71, προκειμένου να εξακολουθήσει να εισπράττει τις εν λόγω παροχές στην Ιταλία, όπου αποφάσισε να μεταβεί προς αναζήτηση εργασίας. Του χορηγήθηκε επομένως το έγγραφο Ε 303 που πιστοποιούσε ότι είχε δικαίωμα επί των παροχών για χρονικό διάστημα τριών μηνών, που άρχιζε να τρέχει από τις 27 Απριλίου 1984.
4
Ο ενδιαφερόμενος επέστρεψε στο Βέλγιο μετά την πάροδο της προβλεπόμενης προθεσμίας. Ανέλαβε εκ νέου την επαγγελματική του δραστηριότητα στις 23 Σεπτεμβρίου 1985 και ζήτησε να του χορηγηθεί επίδομα μερικής ανεργίας. Το Onem αρνήθηκε να του χορηγήσει το εν λόγω επίδομα με την αιτιολογία ότι, μολονότι ο Di Conti είχε απασχοληθεί στο Βέλγιο επί διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, απασχόληση που αποτελεί προϋπόθεση ανακτήσεως του δικαιώματος παροχών εντός της χώρας αυτής κατά το άρθρο 69, παράγραφος 4, δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις ως προς τον χρόνο αναμονής που προβλέπονται στη βελγική νομοθεσία (άρθρα 118 έως 122 του βασιλικού διατάγματος της 20ής Δεκεμβρίου 1963 περί της απασχολήσεως και της ανεργίας).
5
Κατά της αποφάσεως αυτής ο Di Conti άσκησε προσφυγή ενώπιον του Tribunal du travail της Λιέγης, που έκρινε την προσφυγή παραδεκτή και βάσιμη, καθόσον ο ενδιαφερόμενος πληρούσε τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 69, παράγραφος 4, του κανονισμού 1408/71. Το Onem άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Cour du travail της Λιέγης, που αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα:
« Ο άνεργος για τον οποίο αρμόδιο κράτος είναι το Βέλγιο και ο οποίος επέστρεψε εκεί μετά τη λήξη της προθεσμίας των τριών μηνών που προβλέπει το άρθρο 69, παράγραφος 1, περίπτωση γ, του κανονισμού 1408/71, και για τον λόγο αυτό απώλεσε εκεί κάθε δικαίωμα παροχών εις βάρος του Βελγίου, δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 2, ανακτά άραγε τα δικαιώματα του επί των παροχών αυτής της χώρας υπό τη μόνη προϋπόθεση να έχει απασχοληθεί εκεί προηγουμένως επί τρεις μήνες τουλάχιστον, ή πρέπει αντιθέτως να αποδοθεί στο άρθρο 69, παράγραφος 4, η έννοια ότι ο άνεργος πρέπει, επιπλέον, να πληροί εκ νέου τις προϋποθέσεις ως προς τον χρόνο αναμονής που προβλέπει η βελγική νομοθεσία, στη συγκεκριμένη περίπτωση το βασιλικό διάταγμα της 20ής Δεκεμβρίου 1963; »
6
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, η διαδικασία, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
7
Πρέπει να υπομνηστεί προκαταρκτικά ότι το άρθρο 69 του κανονισμού 1408/71 παρέχει στον άνεργο εργαζόμενο τη δυνατότητα να απαλλαγεί για ορισμένο χρονικό διάστημα από την υποχρέωση που υπέχει βάσει της νομοθεσίας του αρμόδιου κράτους μέλους να βρίσκεται στη διάθεση των υπηρεσιών απασχολήσεως του κράτους αυτού, χωρίς ωστόσο να απωλέσει το δικαίωμα επί των παροχών ανεργίας, προκειμένου να του καταστεί δυνατή η αναζήτηση απασχολήσεως σε άλλο κράτος μέλος. Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 69, η δυνατότητα που παρέχεται στον εργαζόμενο περιορίζεται σε χρονικό διάστημα τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία αυτός έπαυσε να είναι στη διάθεση των υπηρεσιών απασχολήσεως του αρμόδιου κράτους.
8
Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι με την απόφαση της 19ης Ιουνίου 1980, Testa (41/79, 121/79 και 796/79, Rec. 1980, σ. 1979), το Δικαστήριο έκρινε ότι εργαζόμενος που επιστρέφει στο αρμόδιο κράτος μέλος μετά την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 69, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του κανονισμού 1408/71 δεν μπορεί πλέον, δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, να επικαλεστεί έναντι του αρμοδίου κράτους μέλους δικαίωμα επί των παροχών, εκτός αν η προαναφερθείσα προθεσμία παρατάθηκε κατ' εφαρμογήν του άρθρου 69, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο.
9
Η παράγραφος 4 του άρθρου 69, της οποίας η ερμηνεία ζητείται από το εθνικό δικαστήριο, συνιστά ειδική διάταξη που αφορά την ανάκτηση του δικαιώματος επί των παροχών εκ μέρους του ανέργου που επιστρέφει στο αρμόδιο κράτος μέλος μετά τη λήξη της τρίμηνης προθεσμίας, στην περίπτωση που το κράτος αυτό είναι το Βέλγιο.
10
Το Onem υποστηρίζει ότι η προϋπόθεση του άρθρου 69, παράγραφος 4, κατά την οποία για την ανάκτηση του δικαιώματος επί των παροχών' στο Βέλγιο ο εργαζόμενος πρέπει να απασχοληθεί εκεί επί τρεις τουλάχιστον μήνες, μετά την επιστροφή του σ' αυτή τη χώρα, προστίθεται στις προϋποθέσεις από τις οποίες η βελγική νομοθεσία εξαρτά γενικώς την κτήση του δικαιώματος παροχών ανεργίας.
11
Η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
12
Πρώτον, μια τέτοια ερμηνεία δεν βρίσκει έρεισμα στο γράμμα του άρθρου 69, παράγραφος 4, που περιορίζεται στο να απαιτεί από τον άνεργο που επιστρέφει στο Βέλγιο να απασχοληθεί εκεί εκ νέου επί τρεις τουλάχιστον μήνες, για να ανακτήσει το δικαίωμα επί των παροχών του κράτους αυτού. Η διάταξη αυτή αφορά, επομένως, την ανάκτηση και όχι την κτήση του δικαιώματος παροχών.
13
Δεύτερον, μολονότι το άρθρο 69 του κανονισμού 1408/71 έχει ως αντικείμενο να διευκολύνει τη διακίνηση των αναζητούντων εργασία, η ερμηνεία που υποστηρίζεται από το Onem θα είχε ως αποτέλεσμα την αποθάρρυνση της διακινήσεως αυτής, δυσχεραίνοντας μόνο για το σύνολο των εργαζομένων του Βελγίου τη διατήρηση των παροχών ανεργίας στους εργαζομένους που έκαναν χρήση της δυνατότητας που τους παρέχει το άρθρο 69, παράγραφος 1.
14
Πρέπει να παρατηρηθεί ότι η παράγραφος 4 του άρθρου 69 δεν μπορεί να ερμηνευθεί χωρίς να ληφθούν υπόψη οι ιδιομορφίες της βελγικής νομοθεσίας.
15
Δυνάμει του άρθρου 123, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, αριθ. 1, του βασιλικού διατάγματος της 20ής Δεκεμβρίου 1963 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2, αριθ. 1, του βασιλικού διατάγματος της 12ης Απριλίου 1983 ), ο εργαζόμενος που βρίσκεται σε ανεργία διατηρεί την ιδιότητα του δικαιούχου επιδομάτων ανεργίας όταν η χορήγηση του σχετικού επιδόματος διακόπηκε μόνον επί χρονικό διάστημα που δεν μπορεί, κατά κανόνα, να υπερβαίνει την τριετία.
16
Ως αντιστάθμισμα της διατηρήσεως εκ μέρους των ανέργων των δικαιωμάτων τους επί των παροχών για αρκετά μακρό χρονικό διάστημα, χωρίς αυτοί να παραμένουν στη διάθεση των βελγικών υπηρεσιών απασχολήσεως, το άρθρο 69, παράγραφος 4, τους επιβάλλει την υποχρέωση να απασχοληθούν επί τρεις τουλάχιστον μήνες στο Βέλγιο, μετά την επιστροφή τους στη χώρα αυτή, προκειμένου να ανακτήσουν το δικαίωμα τους παροχών.
17
Από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι η παράγραφος 4 του άρθρου 69 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1408/71 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι άνεργος για τον οποίο αρμόδιο κράτος είναι, κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου, το Βέλγιο, ο οποίος μεταβαίνει υπό το καθεστώς του εν λόγω άρθρου σε άλλο κράτος μέλος προς αναζήτηση εργασίας και επιστρέφει στο Βέλγιο μόνο μετά την πάροδο της προθεσμίας των τριών μηνών που προβλέπεται στην παράγραφο 1, περίπτωση γ, του εν λόγω άρθρου, ανακτά, δυνάμει της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, το δικαίωμα επί του ευεργετήματος του βελγικού συστήματος παροχών ανεργίας υπό τις μόνες προϋποθέσεις ότι, αφενός, διατηρεί την ιδιότητα του δικαιούχου δυνάμει της βελγικής νομοθεσίας και, αφετέρου, μετά την επιστροφή του στο Βέλγιο, απασχολήθηκε εκεί επί τρεις τουλάχιστον μήνες.
Επί των δικαστικών εξόδων
18
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε προτάσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε, με Διάταξη της 28ης Απριλίου 1989, το Cour du travail της Λιέγης, αποφαίνεται:
Η παράγραφος 4 του άρθρου 69 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1408/71, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2001/83, της 2ας Ιουνίου 1983, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι άνεργος για τον οποίο αρμόδιο κράτος είναι, κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου, το Βέλγιο, ο οποίος μεταβαίνει υπό το καθεστώς του εν λόγω άρθρου σε άλλο κράτος μέλος προς αναζήτηση εργασίας και επιστρέφει στο Βέλγιο μόνο μετά την πάροδο της προθεσμίας των τριών μηνών που προβλέπεται στην παράγραφο 1, περίπτωση γ, του εν λόγω άρθρου, ανακτά, δυνάμει της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, το δικαίωμα επί του ευεργετήματος του βελγικού συστήματος παροχών ανεργίας υπό τις μόνες προϋποθέσεις ότι, αφενός, διατηρεί την ιδιότητα του δικαιούχου δυνάμει της βελγικής νομοθεσίας και, αφετέρου, μετά την επιστροφή του στο Βέλγιο, απασχολήθηκε εκεί επί τρεις τουλάχιστον μήνες.
Joliét
Rodríguez Iglesias
Grévisse
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 10 Μαΐου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος, προεδρεύων
R. Joliet
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy