ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-169/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1. Κανονιστικό πλαίσιο
Η οδηγία 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 202), ορίζει:
«Άρθρο 1
1) Η παρούσα οδηγία αφορά στη διατήρηση όλων των ειδών πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών στο οποίο εφαρμόζεται η Συνθήκη. 'Εχει αντικείμενο την προστασία, τη διαχείριση και τη ρύθμιση των ειδών αυτών και κανονίζει την εκμετάλλευση τους.
2) Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στα πτηνά, τα αυγά, τις φωλιές και τους οικοτόπους τους.
3) ...
'Αρθρο 6
1) Με την επιφύλαξη των παραγράφων 2 και 3, τα κράτη μέλη απαγορεύουν για όλα τα είδη των πτηνών που αναφέρονται στο άρθρο 1, την πώληση, τη μεταφορά για πώληση, την κατοχή για πώληση καθώς και τη διάθεση για πώληση των ζωντανών και νεκρών πτηνών καθώς και οιουδήποτε μέρους ή προϊόντος που προέρχεται από το πτηνό και που αναγνωρίζεται εύκολα.
2) Για τα είδη που περιλαμβάνονται στο παράρτημα III, μέρος 1, δραστηριότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν απαγορεύονται εφόσον τα πτηνά έχουν φονευθεί ή συλληφθεί νόμιμα ή έχουν με άλλο νόμιμο τρόπο αποκτηθεί.
3) Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν στο έδαφος τους, για τα είδη που περιλαμβάνονται στο παράρτημα III, μέρος 2, τις δραστηριότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και να προβλέψουν γι' αυτόν τον σκοπό περιορισμούς, εφόσον τα πτηνά έχουν φονευθεί ή συλληφθεί νόμιμα ή έχουν με άλλο νόμιμο τρόπο αποκτηθεί. Τα κράτη μέλη που επιθυμούν να παραχωρήσουν αυτή την άδεια συμβουλεύονται προηγουμένως την Επιτροπή με την οποία εξετάζουν αν η εμπορία των ατόμων του εν λόγω είδους οδηγεί ή απειλεί, σύμφωνα με λογικές προβλέψεις, να οδηγήσει σε κίνδυνο το επίπεδο του πληθυσμού, τη γεωγραφική κατανομή ή τον ρυθμό αναπαραγωγής του στο σύνολο της Κοινότητας. Αν η εξέταση αυτή δείξει ότι σύμφωνα με τη γνώμη της Επιτροπής η υπό συζήτηση άδεια οδηγεί ή απειλεί να οδηγήσει σε κάποιον από τους κινδύνους που απαριθμούνται παραπάνω, η Επιτροπή απευθύνει στο κράτος μέλος μια σύσταση δεόντως αιτιολογημένη, αποδοκιμάζοντας την εμπορία του εν λόγω είδους. Αν η Επιτροπή εκτιμά ότι δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος πληροφορεί σχετικά το κράτος μέλος. Η σύσταση της Επιτροπής δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίαα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Το κράτος μέλος που παραχωρεί μια άδεια με βάση την παρούσα παράγραφο ελέγχει σε κανονικά διαστήματα αν πληρούνται ακόμη οι απαιτούμενοι όροι για τη χορήγηση της άδειας αυτής.
4) ...
Άρθρο 14
Τα κράτη μέλη μπορούν να πάρουν αυστηρότερα μέτρα προστασίας από αυτά που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία. »
Μεταξύ των ειδών που αναφέρονται στο παράρτημα III, μέρος 1, της οδηγίας περιλαμβάνεται στο σημείο 2η χιονόκοτα ( Lagopus lagopus scoticus et hibernicus, « red grouse»). Η χιονόκοτα είναι πτηνό ερυθρωπού πτιλώματος, περίπου 38 έως 41 εκατοστών, που ζει κυρίως στις βρετανικές νήσους. Στις περιοχές αυτές η χιονόκοτα δεν θεωρείται σπάνιο είδος. Δεν απολαύει ειδικής προστασίας, η δε θήρα του πτηνού αυτού θεωρείται είδος αθλήματος. Η χιονόκοτα δεν απαντάται στις Κάτω Χώρες.
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3626/82 του Συμβουλίου, της 3ης Δεκεμβρίου 1982, για την εφαρμογή στην Κοινότητα της Σύμβασης για το διεθνές εμπόριο των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας που απειλούνται με εξαφάνιση ( ΕΕ L 384, σ. 1 ), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ) 2384/85 της Επιτροπής της 30ής Ιουλίου 1985 (ΕΕ L 231, σ. 1), δεν περιλαμβάνει τη χιονόκοτα στο πεδίο εφαρμογής του.
Το άρθρο 15 του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι:
« 1)
Όσον αφορά τα είδη στα οποία εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός, τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρήσουν ή να λάβουν πιο αυστηρά μέτρα, τηρουμένων των διατάξεων της Συνθήκης, και ιδίως του άρθρου 36, για έναν ή περισσοτέρους από τους ακόλουθους λόγους:
α)
βελτίωση των συνθηκών επιβίωσης των ζωντανών δειγμάτων στις χώρες προορισμού-
β)
διατήρηση των ιθαγενών ειδών
γ)
διατήρηση ενός είδους ή του πληθυσμού ενός είδους στη χώρα καταγωγής.
Όταν ένα κράτος μέλος παίρνει, σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, τέτοιας φύσεως μέτρα τα οποία δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να δικαιολογηθούν από λόγους εμπορικής πολιτικής, τα μέτρα αυτά πρέπει επίσης να εφαρμόζονται στις συναλλαγές με τις τρίτες χώρες.
2)
Εάν ένα κράτος μέλος σκοπεύει να καταφύγει στην παράγραφο 1, ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή σχετικά με τα μέτρα που προτίθεται να λάβει.
3)
Προκειμένου να προστατευθεί η υγεία και η ζωή των ζώων και των φυτών, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν, για τα είδη που δεν καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, μέτρα ανάλογα προς αυτά που προβλέπονται από αυτόν. »
Ο Vogelwet (ολλανδικός νόμος περί πτηνών της 31ης Δεκεμβρίου 1936) περιέχει ορισμένες διατάξεις που διασφαλίζουν την προστασία των αγρίων πτηνών.
Το άρθρο 1 του εν λόγω νόμου προβλέπει ότι:
« Κατά την έννοια του παρόντος νόμου:
...
2)
“προστατευόμενα πτηνά”: είναι όλα τα πτηνά που διαβιώνουν σε αγρία κατάσταση στην Ευρώπη, εκτός από τα εξημερωμένα περιστέρια, τους βουβόκυκνους και τα πτηνά τα αναφερόμενα στο άρθρο 2 του Jachtwet ( νόμου περί θήρας ). »
Η Lagopus lagopus scoticus et hibernicus δεν αναφέρεται στο άρθρο 2 του Jachtwet.
Το άρθρο 3 του Vogelwet ορίζει:
« Στο πλαίσιο της εφαρμογής του παρόντος νόμου, νοούνται ως;
1)
“ πτηνά ”: τα σφάγια νεκρών πτηνών, επεξεργασμένα ή μη... »
Το άρθρο 7 του Vogelwet ορίζει:
« Απαγορεύεται η κατοχή, προσφορά αγοράς, αγορά, προσφορά προς πώληση, πώληση, παράδοση, μεταφορά, προσφορά μεταφοράς, εισαγωγή, διαμετακόμιση ή εξαγωγή προστατευομένων πτηνών. »
Κατά το άρθρο 28 του Vogelwet, οι παραβάσεις αυτές επισύρουν την επιβολή ποινικών κυρώσεων.
2. Ιστορικό της διαφοράς της κύριας όίκης
Στις 21 Δεκεμβρίου 1984 ελεγκτές επιφορτισμένοι με την παρακολούθηση τηρήσεως του Vogelwet ζήτησαν από την Gourmetterie Van den Burg, επιχείρηση πουλερικών και θηραμάτων με έδρα τη Χάγη, να τους παραδώσει τρεις νεκρές χιονόκοτες που είχε επισημάνει ένας από τους εν λόγω ελεγκτές τον ίδιο εκείνο μήνα στις εγκαταστάσεις της επιχειρήσεως. Μία ακόμα χιονόκοτα, την οποία οι ελεγκτές αναγνώρισαν από τα πόδια της, εντοπίστηκε και κατασχέθηκε στις εγκαταστάσεις της επιχειρήσεως την ίδια εκείνη ημερομηνία.
Κατά της Gourmetterie Van den Burg ασκήθηκε ποινική δίωξη επειδή εισήγαγε και/ή κατείχε και/ή επώλησε, κατά την περίοδο μεταξύ 7ης και 21ης Δεκεμβρίου 1984, στη Χάγη προστατευόμενα πτηνά κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, του Vogelwet, συγκεκριμένα μία ή περισσότερες νεκρές χιονόκοτες.
Στις Π Νοεμβρίου 1986 το kantonrechter της Χάγης διαπίστωσε την παράβαση την οποία διέπραξε η Gourmetterie Van den Burg. Το arrondissementsrechtbank της Χάγης, κρίνοντας σε δεύτερο βαθμό, ακύρωσε την απόφαση αυτή με απόφαση του της 25ης Νοεμβρίου 1987 και επέβαλε στην επιχείρηση πρόστιμο 50 φιορινιών διατάσσοντας παράλληλα τη δήμευση των χιονοκοτών που είχαν κατασχεθεί λόγω παραβάσεως του άρθρου 7 του Vogelwet.
Οι ισχυρισμοί που προέβαλε η υπεράσπιση στην κατ' έφεση δίκη απερρίφθησαν από το arrondissementsrechtbank με την αιτιολογία ότι η χιονόκοτα αποτελεί προστατευόμενο είδος πτηνού, κατά την έννοια του Vogelwet, και ότι, δυνάμει του άρθρου 7 του ως άνω νόμου, απαγορεύεται η κατοχή και/ή πώληση του εν λόγω πτηνού. Το arrondissementsrechtbank έκρινε ότι, μολονότι το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 79/409 προβλέπει απόκλιση από τον γενικό κανόνα προστασίας του άρθρου 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας σχετικά με τις χιονόκοτες, το άρθρο 14 της οδηγίας 79/409 επιτρέπει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα προστασίας αυστηρότερα από εκείνα που προβλέπουν οι διατάξεις της οδηγίας. Στο πλαίσιο αυτό το arrondissementsrechtbank έκρινε ότι η προστασία που προβλέπει ο Vogelwet για τις χιονόκοτες δεν αντιβαίνει προς τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης δεδομένου ότι σκοπός της επίδικης απαγόρευσης είναι η προστασία των πτηνών της Ευρώπης.
Η Gourmetterie Van den Burg άσκησε αναίρεση κατά της εν λόγω αποφάσεως. Προέβαλε τον ισχυρισμό ότι το arrondissementsrechtbank δεν έλαβε υπόψη του το γεγονός ότι δεν είναι σύμφωνη προς τους σκοπούς του ολλανδού νομοθέτη η επέκταση της προστασίας που παρέχει ο Vogelwet σε αγγλικό πτηνό θήρας, το οποίο είναι πολύ διαδεδομένο στην Αγγλία αλλά δεν απαντάται στις Κάτω Χώρες. Υπογράμμισε ότι είναι πεπλανημένη η κρίση του arrondissementsrechtbank κατά την οποία ο Vogelwet, καθόσον αφορά την προστασία της χιονόκοτας, δεν αντιβαίνει προς τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης. Η Gourmetterie Van den Burg προσέθεσε ότι δεν μπορούν να της επιβληθούν κυρώσεις βάσει του άρθρου 7 του Vogelwet, λόγω κατοχής χιονοκοτών, δεδομένου ότι τα πτηνά αυτά δεν απαντώνται στις Κάτω Χώρες και ότι κυκλοφόρησαν νομίμως στην αγορά άλλου κράτους μέλους, συγκεκριμένα στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Το Hoge Raad έκρινε ότι η σχετική εθνική νομοθεσία αποκλείει τα εν λόγω θηράματα από την ολλανδική αγορά και ότι η εφαρμογή του Vogelwet παρακωλύει το εμπόριο ενός αγγλικού πτηνού θήρας, το οποίο νομίμως εφονεύθη και τέθηκε ελευθέρως στο εμπόριο στο κράτος καταγωγής. Το Hoge Raad έκρινε ότι καθόσον η απαγορευτική διάταξη του άρθρου 7 του Vogelwet εκτείνεται και στην εισαγωγή και κατοχή νεκρών χιονοκοτών, που εφονεύθησαν στο Ηνωμένο Βασίλειο με μέθοδο επιτρεπόμενη στη χώρα αυτή, έχει τον χαρακτήρα μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό, κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης. Συνεπώς, κατά το Hoge Raad, η απόφαση επί της αιτήσεως αναιρέσεως εξαρτάται από το αν η διάταξη αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως απαγόρευση επιτρεπόμενη για λόγους προστασίας της υγείας και της ζωής των ζώων, κατά την έννοια του άρθρου 36 της Συνθήκης.
3. Προδικαοηκό ερώτημα
Με απόφαση της 25ης Απριλίου 1989, το Hoge Raad ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
« Μπορεί η βάσει του άρθρου 7 του Vogelwet του 1936 ισχύουσα στις Κάτω Χώρες απαγόρευση εισαγωγής και κατοχής χιονοκοτών που φονεύονται στο Ηνωμένο Βασίλειο νομίμως κατά τις εκεί ισχύουσες διατάξεις, να θεωρηθεί ως απαγόρευση η οποία δικαιολογείται βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΟΚ για λόγους προστασίας της υγείας και της ζωής των ζώων, ενόψει του ότι:
αφενός μεν, η απαγόρευση του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 2ας Απριλίου 1979 ισχύει για τις χιονόκοτες, οι οποίες αναφέρονται στο παράρτημα III, μέρος 1, της οδηγίας ως “ lagopus lagopus scoticus ”
αφετέρου δε, η απαγόρευση που προβλέπει το άρθρο 7 του Vogelwet αποσκοπεί στη διατήρηση των πτηνών, ιδίως δε στην προστασία όλων των ειδών πτηνών που ζουν σε άγρια κατάσταση στην Ευρώπη, υπό την επιφύλαξη ορισμένων εξαιρέσεων στις οποίες, πάντο^ δεν εμπίπτουν οι χιονόκοτες. »
4. Διαδικασία
Η απόφαση του Hoge Raad πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Μαΐου 1989.
Κατά το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις η Gourmetterie Van den Burg, εκπροσωπούμενη από τον δικηγόρο Αμβέρσας G. Portocarero και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον R. Barents.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Με απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 1989, η οποία ελήφθη κατ' εφαρμογήν του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, το Δικαστήριο ανέθεσε την εκδίκαση της υποθέσεως στο έκτο τμήμα.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
Η Gourmetterie Van den Burg παρατηρεί ότι εφόσον οι χιονόκοτες ( red grouse ) δεν απαντώνται στις Κάτω Χώρες, τα πτηνά αυτά δεν εμπίπτουν στον Jachtwet, αλλά στον Vogelwet, με συνέπεια να απαγορεύεται η είσοδος στην ολλανδική αγορά ενός πτηνού που έχει νομίμως φονευθεί σε άλλο κράτος μέλος. Θεωρεί ότι το επιχείρημα κατά το οποίο η απαγόρευση που ισχύει για τις χιονόκοτες συνιστά μέτρο προστασίας όλων των αγρίων πτηνών που ζουν στην Ευρώπη είναι επιχείρημα παραπλανητικό. Πράγματι, ο λυροπε-τεινός ( black grouse ), που είναι είδος σπάνιο τόσο στις Κάτω Χώρες όσο και στην Αγγλία, εφόσον δεν εμπίπτει στον Vogelwet αλλά στον Jachtwet, μπορεί να διατίθεται ελεύθερα στο εμπόριο στις Κάτω Χώρες, εφόσον αποδειχθεί ότι προέρχεται από το εξωτερικό όπου έχει φονευθεί νομίμως.
Η Gourmetterie Van den Burg προτείνει, κατά συνέπεια, να δοθεί ως απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα ότι η απαγόρευση που επιβάλλει το άρθρο 7 του Vogelwet αντίκειται προς το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΟΚ και δεν δικαιολογείται για λόγους προστασίας της υγείας και της ζωής των ζώων, δεδομένου ότι το κριτήριο της ολλανδικής νομοθεσίας για την υπαγωγή των πτηνών στον Jachtwet ή στον Vogelwet είναι αυθαίρετο.
Η Επιτροπή τονίζει, καταρχάς, ότι τόσο η οδηγία 79/409 όσο και ο προαναφερθείς κανονισμός 3626/82, επιτρέπουν στα κράτη μέλη να λαμβάνουν περισσότερο περιοριστικά μέτρα. Τα μέτρα αυτά δεν προσδιορίζονται στην οδηγία. Ο κανονισμός παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να λαμβάνουν, έναντι των ειδών εκείνων που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, μέτρα ανάλογα με εκείνα που προβλέπει ο κανονισμός, δηλαδή μέτρα που μπορούν, επίσης, να αφορούν τα πτηνά άλλων χωρών.
Η Επιτροπή παρατηρεί, επίσης, ότι μολονότι το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο επιτρέπει τη λήψη ιδιαιτέρως αυστηρών μέτρων, ωστόσο, οι σχετικές διατάξεις, όπως η διάταξη του άρθρου 7 του Vogelwet, πρέπει να είναι σύμφωνες με το άρθρο 36 της Συνθήκης, πρέπει, δηλαδή, να τις δικαιολογούν λόγοι προστασίας της υγείας και της ζωής των ζώων. Το άρθρο 36 της Συνθήκης δεν διευκρινίζει ρητώς αν τα μέτρα μπορούν να λαμβάνονται μόνο σε περίπτωση απειλής εξαφανίσεως ορισμένων ειδών. Η Επιτροπή τονίζει ότι ο σκοπός που επιδιώκει ο Vogelwet παρέχοντας στις χιονόκοτες προστασία αποτελεσματικότερη εκείνης που προβλέπει η οδηγία πρέπει να θεωρηθεί δικαιολογημένος και ότι δεν έχει σημασία αν η χιονόκοτα αποτελεί είδος απειλούμενο με εξαφάνιση.
Ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 36 της Συνθήκης επί ζώων που δεν διαβωύν στο κράτος μέλος εισαγωγής, η Επιτροπή θεωρεί ότι από το ίδιο το γράμμα της διατάξεως αυτής συνάγεται ότι η δυνατότητα αποκλίσεως ισχύει, επίσης, για την περίπτωση μιας τέτοιας απαγορεύσεως.
Η Επιτροπή τονίζει, σχετικώς, ότι το άρθρο 36 της Συνθήκης αναφέρεται στους λόγους που μπορούν να δικαιολογήσουν περιορισμούς στην εισαγωγή και στην εξαγωγή. Οι περιορισμοί στην εξαγωγή ζώων, όπως οι υγειονομικοί και κτηνιατρικοί έλεγχοι κατά την εξαγωγή που πραγματοποιούνται για λόγους προστασίας της υγείας και της ζωής των εν λόγω ζώων, συνδέονται ιδίως, ή αποκλειστικώς, με την προστασία της υγείας και της ζωής των ζώων στη χώρα προς την οποία κατευθύνεται η εξαγωγή. Συνεπώς, το άρθρο 36 της Συνθήκης αναφέρεται, επίσης, στην προστασία των συμφερόντων που προστατεύει και σε άλλα κράτη μέλη, εκτός από εκείνο το κράτος μέλος το οποίο λαμβάνει τα σχετικά μέτρα.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι λόγω του διασυνοριακού χαρακτήρα της προστασίας των πτηνών, ο οποίος ρητώς αναγνωρίζεται στην οδηγία 79/409, δεν είναι ασυμβίβαστη με το άρθρο 36 της Συνθήκης η λήψη, εκ μέρους κράτους μέλους, μέτρων προστασίας των πτηνών που δεν ισχύουν μόνο για το έδαφος του, αλλά εκτείνονται και πέραν αυτού.
Ως προς το ζήτημα αν το μέτρο που προβλέπει ο Vogelwet είναι ανάλογο προς τον σκοπό της προστασίας της χιονόκοτας, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, δεδομένου ότι η χιονόκοτα δεν απαντάται στις Κάτω Χώρες, το μόνο μέτρο που μπορεί να λάβει το εν λόγω κράτος μέλος είναι η απαγόρευση της εισαγωγής και της πωλήσεως. Το μέτρο αυτό αίρει στις Κάτω Χώρες κάθε κίνητρο δυνητικό ή πραγματικό για τη θήρα του πτηνού αυτού σε άλλα κράτη μέλη όπου δεν προστατεύεται καθόλου ή προστατεύεται πολύ λιγότερο.
Η Επιτροπή προτείνει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα:
«Ως προς τις χιονόκοτες, απαγόρευση όπως αυτή του άρθρου 7 του Vogelwet δικαιολογείται για λόγους προστασίας της υγείας και της ζωής των ζώων κατά την έννοια του άρθρου 36 της Συνθήκης. »
III — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 7ης Φεβρουαρίου 1990, η οΑΑανοική κυβέρνηση διατύπωσε επίσης την άποψη της επί της υποθέσεως αυτής.
Η ολλανδική κυβέρνηση τονίζει, καταρχάς, ότι σκοπός της απαγορεύσεως αυτής είναι η προστασία των πτηνών, που συνιστά παγκοσμίως αναγνωρισμένο συμφέρον, όπως προκύπτει από τις διεθνείς συμβάσεις για την προστασία των πτηνών. Στις διεθνείς αυτές συμφωνίες, λόγω του γενικού τους χαρακτήρα, σπανίως γίνεται διάκριση μεταξύ των διαφόρων ειδών πτηνών.
Η ολλανδική κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι η οδηγία 79/409 έχει εφαρμογή επί όλων των ειδών πτηνών που ζουν συνήθως σε αγρία κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών, καθώς και ότι δεν έχει σημασία ο τόπος όπου διαβιώνουν τα εν λόγω πτηνά, αν είναι σπάνια, λιγότερο σπάνια, ή συνήθη.
Η ολλανδική κυβέρνηση θεωρεί ότι η ολλανδική νομοθεσία βαίνει, πράγματι, πολύ πέραν εκείνου που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας, αλλά η ενισχυμένη αυτή προστασία των πτηνών ανταποκρίνεται στις αρμοδιότητες που παρέχει το άρθρο 14 της οδηγίας στα κράτη μέλη.
Κατά την άποψη της, από το άρθρο 14 της οδηγίας προκύπτει ότι επιτρέπεται η λήψη μέτρων αυστηρότερων εκείνων που προβλέπει η οδηγία, καθώς και ότι η προστασία των πτηνών σε κοινοτικό επίπεδο δεν έχει ρυθμιστεί κατά τρόπο πλήρη.
Ως προς το άρθρο 36 της Συνθήκης, η ολλανδική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι η χιονόκοτα δεν απαντάται στις Κάτω Χώρες δεν συνιστά εμπόδιο για την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως, καθόσον στην τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 79/409 υπογραμμίζεται η σημασία της κοινοτικής κληρονομιάς. Κατά συνέπεια, σε ό,τι αφορά τα ζώα, τη ζωή και την επιβίωση τους, το άρθρο 36 της Συνθήκης δεν πρέπει να εφαρμόζεται κατ' αναφορά προς συγκεκριμένο εθνικό πλαίσιο, αλλά πρέπει να ερμηνεύεται λαμβανομένου υπόψη του διασυνοριακού χαρακτήρα του χρήζοντος προστασία συμφέροντος.
Μ. Diez de Velasco
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (έκτο τμήμα)
της 23ης Μαΐου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-169/89,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Hoge Raad der Nederlanden προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου κατά της
Gourmetterie Van den Burg με έδρα τη Χάγη ( Κάτω Χώρες ),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, R Α. Schockweiler, G. R Mancini, T. R O'Higgins, M. Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η κατηγορούμενη της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενη από τον δικηγόρο Αμβέρσας G. Portocarero,
—
η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον R. Barents, μέλος της νομικής της υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 7ης Φεβρουαρίου 1990,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της κυβερνήσεως των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενης από τον J. W. de Zwaan,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 20ής Μαρτίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με απόφαση της 25ης Απριλίου 1989, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Μαΐου 1989, το Hoge Raad de Nederlanden υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης. Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο ποινικής δίκης κατά επιχειρήσεως εμπορίας τροφίμων, της Gourmetterie Van den Burg.
2
Το 1984 ελεγκτές επιφορτισμένοι με την παρακολούθηση της τηρήσεως του ολλανδικού νόμου περί πτηνών ( Vogelwet ) προέβησαν στην κατάσχεση, εντός των εγκαταστάσεων της Gourmetterie Van den Burg, μιας νεκρής χιονόκοτας. Ακολούθησε καταδίκη της Gourmetterie Van den Burg για παράβαση των διατάξεων του ανωτέρω νόμου που σκοπός του είναι η προστασία των πτηνών που ζουν σε άγρια κατάσταση στην Ευρώπη. Κατά της καταδικαστικής αυτής αποφάσεως η Gourmetterie Van den Burg άσκησε έφεση ισχυριζόμενη ότι η κατασχεθείσα χιονόκοτα είχε νομίμως φονευθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφοι 2 και 3, και του παραρτήματος III, μέρος 1, σημείο 2, της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 202).
3
Το Hoge Raad, κρίνοντας σε τελευταίο βαθμό επί της εν λόγω υποθέσεως, διαπίστωσε ότι το άρθρο 7 του Vogelwet δεν επιτρέπει την εμπορία του συγκεκριμένου πτηνού στην εθνική αγορά και ότι η εφαρμογή του εν λόγω νόμου παρακωλύει το εμπόριο ενός βρετανικού θηράματος, το οποίο έχει νομίμως φονευθεί και ελευθέρως διατεθεί στο εμπόριο στη χώρα καταγωγής. Το Hoge Raad αποφάνθηκε ότι, καθόσον η απαγόρευση του Vogelwet περιλαμβάνει και την εισαγωγή και κατοχή νεκρών χιονοκοτών, έχει χαρακτήρα μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης. Έκρινε ότι η απόφαση του επί της αιτήσεως αναιρέσεως εξαρτάται από το αν η επίδικη απαγόρευση μπορεί να θεωρηθεί ως μέτρο δικαιολογημένο για την προστασία της υγείας και της ζωής των ζώων κατά την έννοια του άρθρου 36 της Συνθήκης.
4
Το Hoge Raad υπέβαλε, κατόπιν αυτού, το ακόλουθο ερώτημα:
« Μπορεί η βάσει του άρθρου 7 του Vogelwet του 1936 ισχύουσα στις Κάτω Χώρες απαγόρευση εισαγωγής και κατοχής χιονοκοτών που φονεύονται στο Ηνωμένο Βασίλειο νομίμως κατά τις εκεί ισχύουσες διατάξεις, να θεωρηθεί ως απαγόρευση η οποία δικαιολογείται βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΟΚ για λόγους προστασίας της υγείας και της ζωής των ζώων, ενόψει του ότι:
αφενός μεν, η απαγόρευση του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 2ας Απριλίου 1979 ισχύει για τις χιονόκοτες, οι οποίες αναφέρονται στο παράρτημα III, μέρος 1, της οδηγίας ως “ lagopus lagopus scoticus ”
αφετέρου δε, η απαγόρευση που προβλέπει το άρθρο 7 του Vogelwet αποσκοπεί στη διατήρηση των πτηνών, ιδίως δε στην προστασία όλων των ειδών πτηνών που ζουν σε άγρια κατάσταση στην Ευρώπη, υπό την επιφύλαξη ορισμένων εξαιρέσεων στις οποίες, πάντως, δεν εμπίπτουν οι χιονόκοτες. »
5
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
6
Με το ερώτημα του το εθνικό δικαστήριο θέτει, ουσιαστικώς, ζήτημα ερμηνείας του άρθρου 36 της Συνθήκης, κατά το οποίο η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων δεν αποκλείει απαγορεύσεις ή περιορισμούς των εισαγωγών που επιβάλλονται για λόγους προστασίας της υγείας και της ζωής των ζώων.
7
Δεν αμφισβητείται ότι το επίδικο εθνικό μέτρο συνιστά απαγόρευση εισαγωγών και ότι η χιονόκοτα είναι είδος που δεν απαντάται στο έδαφος των Κάτω Χωρών.
8
Ως προς το άρθρο 36 της Συνθήκης, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ( βλέπε, τελευταίως, απόφαση της 14ης Ιουνίου 1988, Dansk Denkavit, 29/87, Συλλογή 1988, σ. 2982 ) προκύπτει ότι οδηγία η οποία προβαίνει σε πλήρη εναρμόνιση των εθνικών νομοθετικών διατάξεων αποκλείει τη δυνατότητα των κρατών μελών να προσφεύγουν στο εν λόγω άρθρο.
9
Ως προς τον βαθμό εναρμονίσεως στην οποία προβαίνει η οδηγία 79/409, πρέπει να τονιστεί ότι, μολονότι επιτρέπεται η θήρα του συγκεκριμένου πτηνού στο κράτος μέλος όπου αυτό διαβιώνει, κατά το άρθρο 6, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας, ωστόσο, το άρθρο 14 επιτρέπει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα προστασίας αυστηρότερα από εκείνα που προβλέπει η οδηγία. Κατά συνέπεια, η οδηγία ρυθμίζει πλήρως τις εξουσίες των κρατών μελών στον τομέα της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών.
10
Επιβάλλεται, κατά συνέπεια, να προσδιορισθεί η έκταση των εξουσιών που παρέχει στα κράτη μέλη το άρθρο 14 της οδηγίας. Πρέπει, σχετικώς, να υπογραμμισθούν τα κύρια κριτήρια που έλαβε σχετικώς υπόψη του ο κοινοτικός νομοθέτης.
11
Καταρχάς, όπως υπογράμμισε το Δικαστήριο στην απόφαση της 27ης Απριλίου 1988, Επιτροπή κατά Γαλλίας ( 252/85, Συλλογή 1988, σ. 2243 ), η οδηγία 79/409 παρέχει ειδική προστασία στα αποδημητικά είδη πτηνών, τα οποία, κατά την τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, αποτελούν κοινή κληρονομιά της Κοινότητας. Εξάλλου, για τα πτηνά που αντιμετωπίζουν μεγαλύτερη απειλή, η οδηγία προβλέπει ότι για τα απαριθμούμενα στο παράρτημα Ι είδη πρέπει να ληφθούν ειδικά μέτρα διατηρήσεως, προκειμένου να διασφαλισθεί η επιβίωση και η αναπαραγωγή τους.
12
Όπως προκύπτει από τους γενικούς αυτούς σκοπούς προστασίας που θέτει η οδηγία 79/409, επιτρέπεται στα κράτη μέλη, δυνάμει του άρθρου 14 της εν λόγω οδηγίας, να λαμβάνουν μέτρα αυστηρότερα για τη διασφάλιση περισσότερο αποτελεσματικής προστασίας των προαναφερθέντων ειδών. Ως προς τα υπόλοιπα είδη πτηνών, από τα αναφερόμενα στην οδηγία 79/409, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να θέσουν σε ισχύ τις απαιτούμενες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις ώστε να συμμορφωθούν προς την οδηγία, δεν έχουν, όμως, τη δυνατότητα να λαμβάνουν μέτρα προστασίας αυστηρότερα από εκείνα που προβλέπει η οδηγία, εκτός αν πρόκειται για είδη που ζουν στο έδαφος τους.
13
Επιβάλλεται, επίσης, να διαπιστωθεί ότι η χιονόκοτα δεν είναι ούτε αποδημητικό είδος ούτε ιδιαιτέρως απειλούμενο είδος από τα αναφερόμενα στο παράρτημα Ι της οδηγίας.
14
Πρέπει να προστεθεί ότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3626/82 του Συμβουλίου, της 3ης Δεκεμβρίου 1982, για την εφαρμογή στην Κοινότητα της Σύμβασης για το διεθνές εμπόριο των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας που απειλούνται με εξαφάνιση ( ΕΕ L 384, σ, 1 ) δεν περιλαμβάνει τη χιονόκοτα μεταξύ των ειδών που απειλούνται, κατά την έννοια της εν λόγω Συμβάσεως.
15
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το άρθρο 14 της οδηγίας δεν παρέχει στα κράτη μέλη την εξουσία να λαμβάνουν για συγκεκριμένο είδος, το οποίο δεν είναι ούτε αποδημητικό ούτε απειλούμενο με εξαφάνιση, αυστηρότερα μέτρα προστασίας, διά της απαγορεύσεως της εισαγωγής και της εμπορίας, σε σύγκριση με τα μέτρα προστασίας που προβλέπει η νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου διαβιώνει το συγκεκριμένο πτηνό, εφόσον η νομοθεσία αυτή είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις της οδηγίας 79/409.
16
Κατά συνέπεια, πρέπει να δοθεί ως απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα ότι το άρθρο36 της Συνθήκης, σε συνδυασμό με την οδηγία 79/409 του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών, έχει την έννοια ότι δεν δικαιολογείται απαγόρευση εισαγωγής και εμπορίας είδους πτηνού το οποίο, αφενός μεν, δεν απαντάται στο έδαφος του νομοθετούντος κράτους μέλους, αλλά διαβιώνει σε άλλο κράτος μέλος εντός του οποίου επιτρέπεται η θήρα του κατά τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας και κατά τη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους, αφετέρου δε, δεν είναι ούτε αποδημητικό ούτε απειλούμενο κατά την έννοια της οδηγίας.
Επί των δικαστικών εξόδων
17
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η ολλανδική κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Hoge Raad der Nederlanden με απόφαση της 25ης Απριλίου 1989, αποφαίνεται:
Το άρθρο 36 της Συνθήκης, σε συνδυασμό με την οδηγία 79/409 του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών, έχει την έννοια ότι δεν δικαιολογείται απαγόρευση εισαγωγής και εμπορίας είδους πτηνού το οποίο, αφενός μεν, δεν απαντάται στο έδαφος του νομοθετούντος κράτους μέλους, αλλά διαβιώνει σε άλλο κράτος μέλος εντός του οποίου επιτρέπεται η θήρα του κατά τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας και κατά τη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους, αφετέρου δε, δεν είναι ούτε αποδημητικό ούτε απειλούμενο κατά την έννοια της οδηγίας.
Κακούρης
Schockweiler
Mancini
O'Higgins
Diez de Velasco
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 23 Μαΐου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο πρόεδρος του έκτου τμήματος
Κ. Ν. Κακούρης
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy