ΈΚΘΕΣΗ ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ
στην υπόθεση C-170/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά
Με ανακοίνωση της 14ης Ιανουαρίου 1989 (ΕΕ C 11, σ. 9), η Επιτροπή ανήγγειλε την έναρξη διαδικασίας αντιντάμπινγκ όσον αφορά ορισμένες εισαγωγές κασετών και ταινιών για κασέτες μαγνητοφώνου, καταγωγής Ιαπωνίας, Δημοκρατίας της Κορέας και Χονγκ-Κονγκ.
Με έγγραφο της 13ης Μαρτίου 1989, το προσφεύγον Bureau européen des unions de consommateurs (στο εξής: BEUC), το οποίο εκπροσωπεί τα συμφέροντα των καταναλωτών ενώπιον των κοινοτικών θεσμικών οργάνων, ζήτησε να τύχει ακροάσεως εκ μέρους της Επιτροπής στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, να καταθέσει γραπτές παρατηρήσεις και, προκειμένου να διευκολυνθεί η παρουσίαση των παρατηρήσεων αυτών, να συμβουλευθεί τον φάκελο της Επιτροπής και να του ανακοινωθούν οι μη εμπιστευτικές πληροφορίες που ανακοινώθηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας από τα άλλα μετέχοντα σ' αυτήν μέρη.
.Με τηλεομοιοτυπία της 15ης Μαρτίου 1989, η Επιτροπή ανέφερε ότι ήταν διατεθειμένη να λάβει υπόψη κάθε γραπτή παρατήρηση του BEUC καθώς και να το ακούσει. Πάντως, δήλωσε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α, του κανονισμού ΕΟΚ 2423/88 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 1988, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ L 209, σ. 1, στο εξής: κανονισμός αντιντάμπινγκ ), το δικαίωμα να λαμβάνουν γνώση των μη εμπιστευτικών πληροφοριών επιφυλάσσεται στον « καταγγέλλοντα και ( τους ) γνωστούς ως ενδιαφερομένους εισαγωγείς και εξαγωγείς, καθώς και (στους) εκπροσώπους της χώρας εξαγωγής ». Συνεπώς, δεν μπορούσε να δώσει συνέχεια στο αίτημα του BEUC να λάβει γνώση των μη εμπιστευτικών πληροφοριών και των πληροφοριών που έχουν παρασχεθεί από κάθε μέρος.
II — Διαδικασία
Η προσφυγή του BEUC πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Μαΐου 1989.
Με Διάταξη της 4ης Οκτωβρίου 1989, το Δικαστήριο δέχθηκε την αίτηση παρεμβάσεως του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής. Οι παρατηρήσεις του Συμβουλίου κατατέθηκαν στις 22 Νοεμβρίου 1989.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
III — Αιτήματα των διαδίκων
Το προοφεύγον ζητεί από το Δικαστήριο:
« 1)
να κηρύξει άκυρη, σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 της Συνθήκης ΕΟΚ, την απόφαση της Επιτροπής που περιέχεται σε έγγραφο της 15ης Μαρτίου 1989 απευθυνόμενο στο προσφεύγον, καθόσον αυτή η απόφαση δεν επιτρέπει στο προσφεύγον να λάβει γνώση του μη εμπιστευτικού φακέλου της Επιτροπής των πληροφοριών που έχουν παρασχεθεί από όλα τα συμμετέχοντα στη διαδικασία αντιντάμπινγκ μέρη σχετικά με τις εισαγωγές κασετών και ταινιών για κασέτες μαγνητοφώνου καταγωγής Ιαπωνίας, Δημοκρατίας της Κορέας και Χονγκ-Κονγκ
2)
να κηρύξει ανεφάρμοστο, σύμφωνα με το άρθρο 184 της Συνθήκης ΕΟΚ, το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2423/88 του Συμβουλίου, καθόσον αυτό έχει την έννοια ή μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπει στο προσφεύγον να λάβει γνώση του μη εμπιστευτικού φακέλου της Επιτροπής και των πληροφοριών που έχουν παρασχεθεί από όλα τα συμμετέχοντα στη διαδικασία αντιντάμπινγκ μέρη σχετικά με τις εισαγωγές κασετών και ταινιών για κασέτες μαγνητοφώνου καταγωγής Ιαπωνίας, Δημοκρατίας της Κορέας και Χονγκ-Κονγκ
3)
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα. »
Η καθής, υποστηριζόμενη από το παρεμβαίνον, ζητεί από το Δικαστήριο:
« να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη ή, επικουρικώς, ως αβάσιμη και να καταδικάσει το προσφεύγον στα δικαστικά έξοδα. »
ΙV — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
1) Επί του παραδεκτού
α) Η προσβολή της τηλεομοιοτυπίας της ¡5ης Μαρτίου 1989
Η Επιτροπή θεωρεί ότι, όσον αφορά την προσβολή του εγγράφου της 15ης Μαρτίου 1989, η προσφυγή είναι απαράδεκτη: δεδομένου ότι το έγγραφο δεν αποτελεί απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 189 της Συνθήκης, δεν μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο προσφυγής δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης. Το έγγραφο απλώς ενημερώνει το BEUC για την άποψη της Επιτροπής ως προς τη νομική κατάσταση που απορρέει από το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α, του κανονισμού αντιντάμπινγκ και δεν αποσκοπεί στην παραγωγή του ελαχίστου εννόμου αποτελέσματος. Η προσφυγή που βάλλει κατά γραπτώς διατυπουμένης απόψεως δεν είναι παραδεκτή ( βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Μαρτίου 1980, 133/79, Sucrimex κατά Επιτροπής, Rec. 1980, σ. 1299). Η Επιτροπή θεωρεί ότι πρέπει να τονιστεί σχετικά ότι προσφυγή ασκηθείσα από το BEUC κατά κανονισμού που εκδόθηκε εν συνεχεία της εν λόγω διαδικασίας αντιντάμπινγκ δεν μπορεί να είναι παραδεκτή επειδή αυτό το μέτρο δεν αφορά το BEUC άμεσα και ατομικά (βλ. απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1984, Allied Corporation, 239/82 και 275/82, Συλλογή 1984, σ. 1005 ).
Το BEUC θεωρεί ότι το ερώτημα αν το έγγραφο συνιστά ή όχι απόφαση εξαρτάται από το ερώτημα επί της ουσίας. Αν, όπως το υποστηρίζει, το BEUC δικαιούται να λαμβάνει γνώση του μη εμπιστευτικού φακέλου, το έγγραφο επηρεάζει προδήλως τη νομική κατάσταση του και βλάπτει τα συμφέροντα του: αυτό το εμπόδισε de facto να ασκήσει το εν λόγω δικαίωμα. Οσάκις η ερμηνεία κοινοτικής διατάξεως έχει ως αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται η άσκηση διαδικαστικών δικαιωμάτων, πρέπει να είναι δυνατόν να ελέγχεται δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης (βλ. απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1988, υποθ. 166/86 και 220/86, Irish Cement κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 6473 ).
Κατά τη γνώμη του BEUC, η παρούσα υπόθεση διαφέρει από άποψη ουσίας από την υπόθεση Sucrimex, που ανέφερε η Επιτροπή. Στην τελευταία αυτή υπόθεση, η εφαρμογή των διατάξεων που είχαν αποτελέσει το αντικείμενο ερμηνείας εκ μέρους της Επιτροπής υπαγόταν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, ενώ η Επιτροπή είχε μόνο τη δυνατότητα να εκφράσει τη γνώμη της. Αντιθέτως, οι έρευνες αντιντάμπινγκ υπάγονται στην αρμοδιότητα της Επιτροπής. Εξάλλου, στην υπόθεση Sucrimex, η προσφεύγουσα μπορούσε να έχει προσβάλει ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου κάθε απόφαση των αρμοδίων αρχών δεχόμενη την ερμηνεία της Επιτροπής. Εν προκειμένω, το BĖUC δεν μπορεί να προσφύγει ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
Με το υπόμνημα της ανταπαντήσεως, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το έγγραφο που το Δικαστήριο θεώρησε ως απόφαση στην υπόθεση Irish Cement συνιστούσε άρνηση κινήσεως της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγράφος 2, της Συνθήκης, δεδομένου ότι η Επιτροπή είχε κρίνει ότι δεν συνέτρεχε λόγος κινήσεως διαδικασίας. Κατά την Επιτροπή, επρόκειτο, επομένως, για την άσκηση εξουσίας εκτιμήσεως χορηγούμενης από τη Συνθήκη. Αντιθέτως, στην παρούσα υπόθεση, ο κανονισμός αντιντάμπινγκ εμπόδιζε την Επιτροπή'να δώσει συνέχεια στην αίτηση του BEUC.
β) Η προσβολή νου άρθρον 7, παράγραφος 4, στοιχείο α, τον κανονισμού 2423/88
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 184 μόνο στο πλαίσιο προσφυγής που στηρίζεται σε άλλη διάταξη της Συνθήκης. Δεδομένου ότι η προσφυγή που αφορά το έγγραφο της 15ης Μαρτίου 1989 είναι, κατά την Επιτροπή, απαράδεκτη, δεν υπάρχει κατά μείζονα λόγο νομικό έρεισμα στο οποίο να στηριχθεί δήλωση περί της μη δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 7, παράγραφος 4, στοιχείο α. Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, η προσφυγή είναι, επομένως, κεκαλυμμένη προσπάθεια αμφισβητήσεως του κόρους της διατάξεως αυτής.
Το BEUC απαντά ότι αμφισβητεί το κύρος του άρθρου 7, παράγραφος 4, στοιχείο α, του κανονισμού αντιντάμπινγκ μόνο καθόσον αυτό συνιστά το νομικό έρεισμα της θέσεως που υιοθέτησε η Επιτροπή με το έγγραφο της της 15ης Μαρτίου 1989 ( βλ. απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985, Salerno κατά Επιτροπής και Συμβουλίου, 87/77 και 130/77, 22/83 και 10/84, Συλλογή 1985, σ. 2525 ). Αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η εν λόγω διάταξη δεν είναι εξαντλητική οσάκις απαριθμεί τα πρόσωπα που δικαιούνται να λάβουν γνώση του μη εμπιστευτικού φακέλου, δεν θα είναι αναγκαία η εφαρμογή του άρθρου 184 της Συνθήκης. Αντιθέτως, στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα αποφάσιζε ότι η διατύπωση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α, είναι εξαντλητική αλλ' ότι ένας γενικός κανόνας του δικαίου παρέχει στο BEUC το δικαίωμα να λαμβάνει γνώση του μη εμπιστευτικού φακέλου, θα ήταν αναγκαία η δήλωση περί μη δυνατότητας εφαρμογής.
2) Επί της ονα'ιας
α) Παραβίαση εκ μερονς της Επιτροπής θεμελιώδους αρχής του κοινοτικού όικαίου
Κατά το BEUC, θεμελιώδης αρχή του κοινοτικού δικαίου (στο εξής: θεμελιώδης αρχή) επιβάλλει πριν από τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου ή ατομικής αποφάσεως που μπορεί να επηρεάσει άμεσα τα συμφέροντα ενός ιδιώτη, αυτός να δικαιούται να τύχει ακροάσεως από την υπεύθυνη αρχή, ένας κανόνας δε που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αρχής αυτής επιβάλλει όπως το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, προκειμένου να καταστεί δυνατό σ' αυτό να ασκήσει πραγματικά το εν λόγω δικαίωμα, δικαιούται να λάβει γνώση των πραγματικών περιστατικών και των εκτιμήσεων βάσει των οποίων η αρχή προτίθεται να ενεργήσει. Το BEUC παρατηρεί ότι η αρχή αυτή επικυρώθηκε ιδίως με τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Warner στην υπόθεση 113/77, ΝΤΝ Toyo Bearing Company κατά Συμβουλίου (Rec. 1979, σ. 1185, 1261), αντικατοπτρίζεται δε επί του παρόντος στο άρθρο 7, παράγραφοι 4, στοιχείο α, και 5, του κανονισμού αντιντάμπινγκ. Οι διατάξεις αυτές έχουν διατυπωθεί ως εξής:
«4.
α)
Ο καταγγέλλων και οι γνωστοί ως ενδιαφερόμενοι εισαγωγείς και εξαγωγείς, καθώς και οι εκπρόσωποι της χώρας εξαγωγής μπορούν να λαμβάνουν γνώση όλων των πληροφοριών που έχουν παρασχεθεί στην Επιτροπή από τα συμμετέχοντα στην έρευνα μέρη, εκτός από τα εσωτερικά έγγραφα που έχουν συνταχθεί από τις αρχές της Κοινότητας ή των κρατών μελών της, εφόσον οι πληροφορίες αυτές έχουν σχέση με την υπεράσπιση των συμφερόντων τους, δεν είναι εμπιστευτικές κατά την έννοια του άρθρου 8 και χρησιμοποιούνται από την Επιτροπή στην έρευνα. Τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα απευθύνουν για τον σκοπό αυτό έγγραφη αίτηση προς την Επιτροπή αναφέροντας τις ζητούμενες πληροφορίες.
5.
Η Επιτροπή μπορεί να ακούει τις απόψεις των ενδιαφερομένων μερών. Οφείλει να ακούει τις απόψεις τους όταν το ζητούν γραπτά εντός προθεσμίας που ορίζεται στην ανακοίνωση η οποία δημοσιεύεται στην Επίοημη Εφημερίδα νων Ευρωπαϊκών Κοινονήτων, αποδεικνύοντας ότι είναι πράγματι ενδιαφερόμενα μέρη που μπορεί να τους αφορά το αποτέλεσμα της διαδικασίας και ότι υπάρχουν ιδιαίτεροι λόγοι να ακουσθούν προφορικά. »
Το BEUC θεωρεί ότι το δικαίωμα πληροφορήσεως δεν περιορίζεται στα στοιχεία που η Επιτροπή έχει οριστικώς λάβει υπόψη· αντιθέτως, πρέπει να καθιστά δυνατό στα ενδιαφερόμενα μέρη να συμμετέχουν πράγματι σε όλες τις φάσεις της διαδικασίας. Επομένως, το δικαίωμα πληροφορήσεως συνεπάγεται την πρόσβαση, σε κάθε χρονικό σημείο, στον μη εμπιστευτικό φάκελο.
Κατά τη γνώμη του BEUC, η απαρίθμηση, στο άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α, των συμμετεχόντων μερών που δικαιούνται να λάβουν γνώση του μη εμπιστευτικού φακέλου δεν είναι εξαντλητική. Επομένως, η διάταξη αυτή δεν απαγορεύει στην Επιτροπή, αντίθετα προς αυτό που υποστηρίζει, να δώσει συνέχεια στην αίτηση του BEUC. Πάντως, αν η εκ μέρους της Επιτροπής ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 4, στοιχείο α, αποδεικνύεται ακριβής, βρίσκεται σε αντίθεση προς τη θεμελιώδη αρχή και πρέπει να κηρυχθεί ανεφάρμοστη, σύμφωνα προς το άρθρο 184 της Συνθήκης.
Το BEUC δέχεται ότι για να καταστεί δυνατή η επίκληση της θεμελιώδους αρχής, πρέπει να αποδειχθεί ότι η θέσπιση μέτρου αντιντάμπινγκ που αφορά τις εισαγωγές κασετών και ταινιών για κασέτες μαγνητοφώνου καταγωγής Ιαπωνίας, Νότιας Κορέας και Χονγκ-Κονγκ συνιστά ατομικό μέτρο δυνάμενο να βλάψει άμεσα τα συμφέροντα του. Διαπιστώνει ότι το Δικαστήριο έκρινε ήδη ότι μία οργάνωση συσταθείσα για την προάσπιση των συλλογικών συμφερόντων μιας κατηγορίας πολιτών δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι την αφορά άμεσα και ατομικά μία πράξη που θίγει τα γενικά συμφέροντα της εν λόγω κατηγορίας (για παράδειγμα, απόφαση της 8ης Μαΐου 1975, 72/74, Union syndicale κατά Συμβουλίου, Rec. 1975, σ. 401 ).
To BEUC επικαλείται, πάντως, την απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988 στις υποθέσεις 67/85, 68/85 και 70/85, Van der Kooy ( Συλλογή 1988, σ. 219), από την οποία προκύπτει ότι, υπό ορισμένες περιστάσεις, το Δικαστήριο θα κρίνει ότι μία ένωση που εκπροσωπεί συλλογικά συμφέροντα μπορεί να την αφορά άμεσα και ατομικά μία διαδικασία που υποχρεώνει την Επιτροπή να σταθμίζει τα συμφέροντα των διαφόρων μερών. Η προκειμένη περίπτωση αφορά το BEUC άμεσα και ατομικά.
Το BEUC θεωρεί ότι το αφορά άμεσα διότι κατά τη διαδικασία αντιντάμπινγκ πρέπει να σταθμισθούν τα συμφέροντα τριών διαφορετικών ομάδων: των εξαγωγέων και εισαγωγέων του προϊόντος, των παραγωγών του ομοειδούς προϊόντος εντός της Κοινότητας και τα συμφέροντα της Κοινότητας εν γένει δασμός αντιντάμπινγκ μπορεί να θεσπιστεί μόνο αν το «συμφέρον της Κοινότητας επιβάλλει ενέργεια» (βλέπε άρθρο 11, παράγραφος 1, και άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού αντιντάμπινγκ ).
Κατά τη γνώμη του BEUC, τα συμφέροντα της Κοινότητας επιβάλλουν την καθιέρωση ισορροπίας μεταξύ της ανάγκης διατηρήσεως σταθερής παραγωγής εντός της Κοινότητας, της ανάγκης να καταστεί δυνατό στους καταναλωτές να επωφεληθούν των χαμηλών τιμών στις διεθνείς αγορές και αυτής της διατηρήσεως υγιούς ανταγωνισμού στην κοινοτική αγορά.
Ελλείψει ενδιάμεσης μεταποιητικής βιομηχανίας, η επιβολή δασμού αντιντάμπινγκ θίγει άμεσα τα συμφέροντα των καταναλωτών.
Όσον αφορά το ερώτημα αν το αφορά ατομικά η διαδικασία αντιντάμπινγκ, το BEUC παρατηρεί εκ προοιμίου ότι, στη μεγάλη τους πλειονότητα, οι καταναλωτές δεν μπορούν να επικαλεστούν έννομο συμφέρον παρά μόνο στο πλαίσιο της αντικειμενικής τους ιδιότητας του καταναλωτή. Κατά τη νομολογία Van der Kooy, η προσφυγή τους θα ήταν απαράδεκτη. Οι καταναλωτές που θα μπορούσαν να επικαλεστούν ατομικό έννομο συμφέρον θα είχαν ασήμαντη βαρύτητα αποτιμώμενη οικονομικά. Αντιθέτως, το BEUC έχει ατομικό συμφέρον για τέσσερις λόγους:
i) Ο ιδιαίτερος ρόλος του εντός της Κοινότητας όσον αφορά τα συμφέροντα των καταναλωτών
To BEUC υπενθυμίζει ότι αποτελεί μέρος της Συμβουλευτικής Επιτροπής των Καταναλωτών που συστήθηκε με την απόφαση 80/1087/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 16ης Οκτωβρίου 1980 ( JO L 320, σ. 33 ). Το συμφέρον του BEUC δεν περιορίζεται στις άμεσες ανησυχίες για τις τιμές που έχει ο μέσος καταναλωτής αλλά περιλαμβάνει τα ζητήματα γενικού προσανατολισμού.
ii) Ο ιδιαίτερος ρόλος του όσον αφορά τα υποθέματα ήχων
Το BEUC παρατηρεί ότι η Επιτροπή του επέτρεψε να υποβάλει γραπτές παρατηρήσεις επί του σχεδίου επιβολής γενικευμένης εισφοράς στους άγραφους μηχανισμούς εγγραφής και το κάλεσε να συμμετάσχει στις ακροάσεις επί της προστασίας των δικαιωμάτων του δημιουργού με την ενσωμάτωση μηχανισμών διαγραφής του περιεχομένου στα συστήματα εγγραφής.
iii) Η ενεργός συμμετοχή του στη διαδικασία αντιντάμπινγκ
Προκειμένου να είναι σε θέση να συνεισφέρει στη συζήτηση, το BEUC θεωρεί ότι χρειάζεται να λάβει γνώση του μη εμπιστευτικού φακέλου της Επιτροπής. Θα ήθελε να φροντίσει ώστε το καταγγέλλον CEFIC ( Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Συνομοσπονδιών της Χημικής Βιομηχανίας ) να απαντήσει σε κάθε ερώτημα που είχε μείνει αναπάντητο. Ειδικότερα, το BEUC επιθυμούσε να υποβάλει ερωτήματα όσον αφορά τη ζημία που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία και τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν από το CEFIC, προκειμένου να καθοριστούν η μέση τιμή της παραγωγής της Κοινότητας, τα μερίδια της αγοράς και το κόστος παραγωγής.
iv) Η κατάλληλη εκπροσώπηση των συμφερόντων της Κοινότητας
Το BEUC θεωρεί ότι τα συμφέροντα της Κοινότητας πρέπει να προστατεύονται κατά τη διάρκεια διαδικασίας αντιντάμπινγκ με διαδικαστικές εγγυήσεις που ισοδυναμούν με αυτές που χορηγήθηκαν στους κοινοτικούς εξαγωγείς και παραγωγούς. Θεωρεί ότι τα συμφέροντα αυτά μπορούν να εκφραστούν μόνο μέσω ενός' αντιπροσωπευτικού οργάνου όπως το BEUC. Είναι ίσως δυνατό να υποστηριχθεί ότι οι καταναλωτές πρέπει να οργανώνονται σε συνεταιρισμούς αγοράς ή σε ενώσεις, που εκπροσωπούν το συγκεκριμένο προϊόν, προκειμένου να αποδείξουν ότι τους αφορά ατομικά. Κατά τη γνώμη του BEUC, οι λύσεις αυτές είναι πάντως παράλογες και ελάχιστα πρακτικές.
To BEUC υποστηρίζει ότι ο μόνος ικανοποιητικός τρόπος χορηγήσεως διαδικαστικών εγγυήσεων, ο οποίος μπορεί να προστατεύσει τα συμφέροντα της Κοινότητας, έγκειται στο να αναγνωριστεί ότι η περίπτωση αφορά το BEUC άμεσα και ατομικά, αυτό δε έχει το δικαίωμα να λαμβάνει γνώση του μη εμπιστευτικού φακέλου.
Η Επιτροπή τονίζει εκ προοιμίου ότι το BEUC δεν δικαιούται να τύχει ακροάσεως στο πλαίσιο διαδικασίας αντιντάμπινγκ: είναι το πολύ-πολύ « ενδιαφερόμενο μέρος » κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 5, του κανονισμού αντιντάμπινγκ, του οποίου τις απόψεις η Επιτροπή μπορεί να ακούει αν το κρίνει σκόπιμο. Πράγματι, η πρόταση να ληφθεί υπόψη η άποψη του BEUC, η οποία έγινε με το έγγραφο της 15ης Μαρτίου 1989, βασιζόταν στην αρχή της χρηστής διοικήσεως και όχι στον κανονισμό αντιντάμπινγκ. Για τον λόγο αυτό, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τη λήξη της προθεσμίας, εντός της οποίας τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να γνωστοποιήσουν την άποψη τους γραπτώς και να ζητήσουν να αναπτύξουν προφορικά τις απόψεις τους και η οποία περιλαμβανόταν στην ανακοίνωση ενάρξεως της διαδικασίας.
Κατά την Επιτροπή, το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α, περιλαμβάνει εξαντλητικό κατάλογο των κατηγοριών προσώπων στα οποία επιτρέπεται να λαμβάνουν γνώση του μη εμπιστευτικού φακέλου. Η ερμηνεία αυτή δικαιολογείται όχι μόνο από το σαφές κείμενο της διατάξεως αλλά, επίσης, από τις γενικές αρχές του δικαίου.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει σχετικά ότι το άρθρο 214 της Συνθήκης ΕΟΚ επιβάλλει στους υπαλλήλους της Κοινότητας να μη μεταδίδουν τις πληροφορίες που αποτελούν επαγγελματικά απόρρητα. Το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α, επιδιώκει τη συμφιλίωση της εν λόγω αρχής του εμπιστευτικού χαρακτήρα με το γεγονός ότι ορισμένα πρόσωπα χρειάζονται πληροφορίες για την υπεράσπιση των συμφερόντων τους. Προκειμένου να διατηρηθεί η ισορροπία αυτή, μόνο οι εξαγωγείς, οι εισαγωγείς και οι καταγγέλλοντες έχουν πρόσβαση στον μη εμπιστευτικό φάκελο, υπό τον όρο ότι οι πληροφορίες αυτές είναι λυσιτελείς για την υπεράσπιση των συμφερόντων τους. Το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α, είναι σύμφωνο προς το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κώδικα αντιντάμπινγκ της ΓΣΔΕ που έχει διατυπωθεί ως εξής:
« οι ενδιαφερόμενες αρχές θα παρέχουν στον ενάγοντα, στους εισαγωγείς και στους εξαγωγείς, οι οποίοι θα αναγνωρίζονται ως ενδιαφερόμενοι, καθώς και στις κυβερνήσεις των χωρών εξαγωγής, τη δυνατότητα να λαμβάνουν γνώση των πληροφοριών, των χρησίμων για την παρουσίαση των φακέλων τους, οι οποίες δεν θα είναι εμπιστευτικές κατά τους ορισμούς της παραγράφου 3 κατωτέρω και τις οποίες οι εν λόγω αρχές χρησιμοποιούν σε έρευνα αντιντάμπινγκ θα τους παρέχουν επίσης τη δυνατότητα να προετοιμάζουν τα επιχειρήματα τους με βάση τις πληροφορίες αυτές ».
Η Επιτροπή θεωρεί ότι, εν αντιθέσει προς τους εξαγωγείς, τους εισαγωγείς και τους καταγγέλλοντες, η θέσπιση ενδεχομένων μέτρων αντιντάμπινγκ δεν αφορά άμεσα το BEUC. Ενώ η πληροφόρηση του καταγγέλλοντος, των εισαγωγέων και των εξαγωγέων είναι ουσιώδης προκειμένου να καθοριστεί το περιθώριο του ντάμπινγκ και της ζημίας, το συμφέρον, των καταναλωτών συνιστά μόνο έναν από τους παράγοντες που ελήφθησαν υπόψη προκειμένου να αποφασιστεί αν πρέπει ή όχι να επιβληθούν μέτρα αντιντάμπινγκ. Ελήφθησαν, επίσης, υπόψη πολλές άλλες εκτιμήσεις, όπως αυτές που αφορούν την απασχόληση, την ασφάλιση και τον ανταγωνισμό. Αν κάθε πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι αντιπροσωπεύει ένα στοιχείο του «κοινοτικού συμφέροντος» είχε πρόσβαση στους φακέλους της Επιτροπής, αυτή θα ήταν προσιτή στο κοινό, πράγμα που θα ήταν ασυμβίβαστο προς το άρθρο 214 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το κύριο συμφέρον των καταναλωτών έγκειται στην επίπτωση των μέτρων αντιντάμπινγκ επί των τιμών' συνεπώς, δεν χρειάζονται να γνωρίζουν τις λεπτομέρειες των υπολογισμών του περιθωρίου του ντάμπινγκ ή της ζημίας. Η αίτηση για τη λήψη όλων των εγγράφων είναι, σε κάθε περίπτωση, αδικαιολόγητη. Οι πληροφορίες τις οποίες το BEUC χρειάζεται περιλαμβάνονται στην ανακοίνωση περί ενάρξεως της διαδικασίας αντιντάμπινγκ. Εξάλλου, η Επιτροπή είναι πρόθυμη να απαντήσει σε κάθε ειδικό αίτημα του BEUC, προκειμένου να βοηθήσει αυτό το τελευταίο να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.
Κατά την Επιτροπή, η « θεμελιώδης αρχή » στην οποία το BEUC στηρίζεται είναι μία αρχή προστασίας των δικαιωμάτων άμυνας. Πάντως, το BEUC δεν έχει συμφέροντα για να τα υπερασπιστεί στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Ακόμη και αν εφαρμοζόταν η « θεμελιώδης αρχή », θα έπρεπε να σταθμιστεί ως προς το άρθρο 214 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Η Επιτροπή θεωρεί, τέλος, ότι η νομολογία του Δικαστηρίου, την οποία το BEUC επικαλείται για να αποδείξει ότι η θέσπιση μέτρου αντιντάμπινγκ θίγει άμεσα τα συμφέροντα των εισαγωγέων, είναι εντελώς αλυσιτελής. Η νομολογία αυτή αφορά μόνο το παραδεκτό μιας προσφυγής.
Με το υπόμνημα απαντήσεως του, το BEUC ισχυρίζεται ότι έχει το δικαίωμα να τύχει ακροάσεως διότι:
i)
είναι ενδιαφερόμενο μέρος: η διαδικασία αντιντάμπινγκ το αφορά ατομικά και άμεσα, σκοπός του δε είναι να προβάλει την άποψη των μελών του ( εθνικές οργανώσεις καταναλωτών ) ενώπιον των κοινοτικών θεσμικών οργάνων
ii)
υπάρχουν ειδικοί λόγοι να ακουστεί το BEUC: δεδομένου ότι οι καταναλωτές, ατομικά, είναι πολύ ανίσχυροι για να μπορέσουν να εκπροσωπήσουν τα συμφέροντα τους ενώπιον των κοινοτικών θεσμικών οργάνων, το Συμβούλιο ανεγνώρισε το δικαίωμα των καταναλωτών να εκπροσωπούνται από οργανώσεις ιδρυθείσες προς τον σκοπό αυτό [το BEUC αναφέρει σχετικά το δεύτερο πρόγραμμα της ΕΟΚ για μία πολιτική προστασίας και ενημερώσεως των καταναλωτών, το οποίο εγκρίθηκε με ψήφισμα του Συμβουλίου της 19ης Μαΐου 1981 (EE C 133)]·
iii)
η λήξη της προθεσμίας που καθορίστηκε με την ανακοίνωση δεν αποτελεί εμπόδιο στο να τύχει ακροάσεως το BEUC: οσάκις μία αίτηση περί ακροάσεως υποβάλλεται εκπροθέσμως πρέπει, κατά την αρχή της χρηστής διοικήσεως, να γίνεται δεκτή αν αυτό μπορεί να γίνει χωρίς να καθυστερήσει η έρευνα. Δεδομένου ότι, με έγγραφο της 5ης Ιουνίου 1989, η Επιτροπή ανέφερε ότι δεν ήταν διατεθειμένη να ακούσει το BEUC πριν από τον Σεπτέμβριο του 1989, αυτό θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι η φερομένη καθυστέρηση του BEUC προκάλεσε διοικητικές δυσχέρειες παρεμποδίζουσες την Επιτροπή να του παραχωρήσει ακρόαση.
Κατά τη γνώμη του BEUC, το άρθρο 214 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν αποτελεί εμπόδιο στο να του επιτραπεί να λάβει γνώση του μη εμπιστευτικού φακέλου οσάκις ισοδύναμος κανόνας δικαίου απαιτεί ή επιτρέπει τη μετάδοση των εν λόγω πληροφοριών. Η θεμελιώδης αρχή συνιστά τοιούτο κανόνα. Εξάλλου, το BEUC δεν συμμερίζεται τη γνώμη της Επιτροπής ως προς τα αποτελέσματα του άρθρου 214. Ευσταθεί μεν ότι, για τις διαδικασίες που κινήθηκαν στο πλαίσιο του κανονισμού 17 (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25) και έχουν σχέση με παραβάσεις των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης, ο τομέας των πληροφοριών τον οποίο αφορά το άρθρο 214 της Συνθήκης επεκτείνεται πέραν των επαγγελματικών απορρήτων των επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 21 του κανονισμού 17/62 (προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lenz στην υπόθεση 53/85, Akzo Chemie, Συλλογή 1986, σ. 1965, 1977), όμως το BEUC διακρίνει δύο σημαντικές διαφορές μεταξύ της διαδικασίας αντιντάμπινγκ και της διαδικασίας που κινήθηκε δυνάμει του κανονισμού 17. Πρώτον, ο κανονισμός αντιντάμπινγκ χορηγεί ρητώς σε ορισμένα μέρη το δικαίωμα να λαμβάνουν γνώση του μη εμπιστευτικού φακέλου, ενώ ο κανονισμός 17 δεν απονέμει αυτό το δικαίωμα. Δεύτερον, οι πληροφορίες που παρέχονται στο πλαίσιο διαδικασίας αντιντάμπινγκ παρέχονται οικειοθελώς, ενώ οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν, δυνάμει του κανονισμού 17 με μέτρα καταναγκασμού. Κατά το BEUC, απ' αυτό έπεται ότι η ερμηνεία του κανονισμού αντιντάμπινγκ μπορεί να είναι λιγότερο στενή από αυτήν του κανονισμού 17.
Το BEUC θεωρεί, επίσης, ότι έχει το δικαίωμα να λαμβάνει γνώση όλων των στοιχείων του μη εμπιστευτικού φακέλου, διότι μόνο το ενδιαφερόμενο μέρος είναι σε θέση να καθορίζει αν μία πληροφορία είναι λυσιτελής για την υπεράσπιση των συμφερόντων του. Αυτή η προσέγγιση, εξάλλου, του φαίνεται ότι επιβεβαιώθηκε με την απόφαση της 20ής Μαρτίου 1985, 264/82, Timex Corporation κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1985, σ. 849 ).
Το BEUC επαναλαμβάνει τον ισχυρισμό ότι ενδεχόμενοι δασμοί αντιντάμπινγκ αφορούν άμεσα τους καταναλωτές. Κατά τη γνώμη του, δεν είναι δυνατόν να ισχυριστεί κανείς, όπως το έπραξε η Επιτροπή, ότι οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τους καταναλωτές δεν είναι « ουσιώδεις » για τη θέσπιση μέτρου αντιντάμπινγκ, επειδή αυτό το μέτρο θα μπορούσε να ακυρωθεί αν δεν λάμβανε υπόψη τα συμφέροντα της Κοινότητας. Το BEUC αναφέρεται σχετικά στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα VerLoren van Themaat στην υπόθεση Allied. Ευσταθεί μεν ότι οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τους καταναλωτές είναι ένας μόνος από τους παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη, όμως το ίδιο ισχύει και για τις πληροφορίες, συχνά αντιφατικές, που παρασχέθηκαν από τον καταγγέλλοντα και τους εξαγωγείς. To BEUC θεωρεί ότι ο αριθμός των παραγόντων που πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά την εξέταση των συμφερόντων της Κοινότητας είναι σχετικά περιορισμένος και η Επιτροπή θα μπορούσε να περιορίσει το δικαίωμα για τη λήψη γνώσεως του μη εμπιστευτικού φακέλου μόνο στα πρόσωπα που εκπροσωπούν σοβαρά τα συμφέροντα της Κοινότητος. Τόσο οι καταγγέλλοντες και οι εξαγωγείς όσο και το BEUC έχουν συμφέρον να λαμβάνουν γνώση του μη εμπιστευτικού φακέλου, ώστε να μπορούν να υποβάλουν παρατηρήσεις σχετικές προς τα προβληθέντα επιχειρήματα όσον αφορά τη ζημία.
To BEUC επιμένει ότι η θεμελιώδης αρχή εφαρμόζεται εν προκειμένω. Δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι μόνο ένας αμυνόμενος κατά την αυστηρή έννοια του όρου μπορεί να επικαλεστεί την εν λόγω αρχή. Εν πάση περιπτώσει, δεν υπάρχει αμυνόμενος στο πλαίσιο διαδικασίας αντιντάμπινγκ. Η θεμελιώδης αρχή των δικαιωμάτων της άμυνας συνιστά μία γενική αρχή αναγνωριζόμενη σε όλα τα κράτη μέλη (και ιδίως από το αγγλικό και ισπανικό δίκαιο ) που καθιστά δυνατό σε κάθε ενδιαφερόμενο μέρος να υποβάλλει παρατηρήσεις επί των αποδεικτικών στοιχείων και των επιχειρημάτων που αντιμάχονται τα συμφέροντα του.
To BEUC εξακολουθεί να πιστεύει ότι η αναφερθείσα νομολογία που αφορά το παραδεκτό είναι λυσιτελής. Θεωρεί ότι η νομολογία αυτή δεν έχει σχέση με το παραδεκτό της προσφυγής, διότι όπως το παρατηρεί η Επιτροπή, το έγγραφο απευθύνθηκε στον προσφεύγοντα. Πάντως, επί της ουσίας, πρέπει, προκειμένου να είναι δυνατή η επίκληση της θεμελιώδους αρχής, να αποδειχθεί ότι η διαδικασία αντιντάμπινγκ αφορά άμεσα το BEUC. Αντίθετα προς ότι υποστηρίζει η Επιτροπή, το BEUC θεωρεί ότι μπορεί να προσβάλλει κανονισμό αντιντάμπινγκ ενώπιον του Δικαστηρίου' εξάλλου, εν αντιθέσει προς τους εισαγωγείς, το BEUC δεν έχει δυνατότητα προσφυγής ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
Κατά το BEUC, η δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής κατά κανονισμού αντιντάμπινγκ εξαρτάται αφενός από την εξέλιξη της εν λόγω διαδικασίας και αφετέρου από την κρίση του Δικαστηρίου ως προς την κατάσταση του προσφεύγοντος ως ενώσεως που εκπροσωπεί τα συμφέροντα των καταναλωτών.
Όσον αφορά το πρώτο σημείο, το BEUC ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 1986 στην υπόθεση 169/84, Cofaz (Συλλογή 1986, σ. 391) ότι, στην περίπτωση κατά την οποία μία διάταξη κοινοτικού δικαίου αναγνωρίζει στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα το δικαίωμα να υποβάλλουν παρατηρήσεις, η απόφαση με την οποία η Επιτροπή κλείνει μία διαδικασία που κινήθηκε δυνάμει της εν λόγω διατάξεως αφορά άμεσα και ατομικά τα πρόσωπα που διαδραμάτισαν έναν καθοριστικό ρόλο στο πλαίσιο της εξελίξεως της διαδικασίας αυτής. To BEUC δέχεται ότι μπορεί μεν εν προκειμένω καμία διάταξη να μη παρέχει ρητώς στον προσφεύγοντα διαδικαστικές εγγυήσεις όμως ο κανονισμός αντιντάμπινγκ αποβλέπει ρητώς στα συμφέροντα της Κοινότητας, τα δε δικαιώματα της άμυνας συνεπάγονται ότι το BEUC έχει το δικαίωμα να τύχει ακροάσεως. Επομένως, το ερώτημα αν το BEUC μπορεί να αμφισβητήσει την οριστική απόφαση της Επιτροπής εξαρτάται από τον ρόλο που διαδραματίζει στο πλαίσιο της διαδικασίας.
Ως προς την κατάσταση του BEUC ως ενώσεως, το BEUC θεωρεί ότι τα ακόλουθα στοιχεία προκύπτουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου:
i)
το ερώτημα αν μία διάταξη αφορά άμεσα και ατομικά μία ένωση είναι πραγματικό ερώτημα και πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση·
ii)
ενώ η ασκηθείσα από τα μέλη ενώσεως προσφυγή είναι παραδεκτή, κατά γενικό κανόνα, η προσφυγή που ασκήθηκε από την ένωση επ' ονόματι των μελών της είναι απαράδεκτη·
iii)
εντούτοις, οσάκις μία ένωση υφίσταται για την προστασία των προσώπων μιας γενικής κατηγορίας και οσάκις μία διάταξη του κοινοτικού δικαίου προβλέπει τη λήψη υπόψη των συμφερόντων αυτής της γενικής κατηγορίας εκ μέρους ενός των θεσμικών οργάνων, μπορεί να θεωρηθεί ότι μία απόφαση θεσπισθείσα από ένα εκ των θεσμικών οργάνων και θίγουσα τα εν λόγω συμφέροντα αφορά την ένωση άμεσα και ατομικά.
Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως της, η Επιτροπή επαναλαμβάνει ότι το συμφέρον των καταναλωτών δεν μπορεί καθόλου να συγκριθεί με το συμφέρον των εξαγωγέων και των εισαγωγέων, όπως δεν μπορεί να συγκριθεί και με το συμφέρον της κοινοτικής βιομηχανίας. Ενώ μπορεί να θεωρηθεί ότι το γεγονός ότι τα μέτρα αντιντάμπινγκ προκλήθηκαν από παράνομες εμπορικές πρακτικές ορισμένων επιχειρήσεων προϋποθέτει ότι στις εν λόγω επιχειρήσεις θα χορηγηθούν ορισμένα « δικαιώματα άμυνας », το κοινοτικό συμφέρον αποτελεί μόνο ένα μέσον για να δοθεί στην Κοινότητα ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως κατά την απόφαση της να θεσπίσει ή όχι μέτρα αντιντάμπινγκ. Επομένως, οι καταναλωτές δεν έχουν κανένα συμφέρον για να υπερασπιστούν.
Κατά την Επιτροπή, οι σκέψεις αυτές αντικατοπτρίζονται στον κανονισμό αντιντάμπινγκ. Ενώ τα ενδιαφερόμενα μέρη τα οποία μπορεί να αφορούν τα αποτελέσματα της διαδικασίας αντιντάμπινγκ οφε'αουννν. τύχουν ακροάσεως, η Επιτροπή μπορεί επίσης να ακούσει και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη. Αν τα συμφέροντα των καταναλωτών αντιμετωπίζονταν κατά τον ίδιο τρόπο όπως τα συμφέροντα των εξαγωγέων, των εισαγωγέων και των καταγγελλόντων, η έρευνα αντιντάμπινγκ θα μεταβαλλόταν σε ένα είδος δημόσιας έρευνας με τη συμμετοχή κάθε ομάδας και κάθε προσώπου που θα έκρινε ότι το αφορά. Αντίθετα προς όσα υποστηρίζει το BEUC, η ενιαία εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου προϋποθέτει ότι στις οργανώσεις των καταναλωτών δεν παρέχονται τυπικά δικαιώματα στο πλαίσιο των διαδικασιών αντιντάμπινγκ. Διαφορετικά, θα έπρεπε να τους παρέχονται παρόμοια δικαιώματα στο πλαίσιο όλων των διοικητικών και κανονιστικών διαδικασιών που θα μπορούσαν να καταλήξουν στη λήψη μέτρων με επιπτώσεις επί των τιμών.
Το γεγονός ότι το BEUC ιδρύθηκε με τον σκοπό (μεταξύ άλλων) να εκπροσωπεί την άποψη των μελών του ενώπιον των θεσμικών οργάνων δεν έχει καμία χρησιμότητα για το ερώτημα που ανέκυψε με την παρούσα υπόθεση.
Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, τα ψηφίσματα του Συμβουλίου που αφορούν την πολιτική προστασίας και ενημερώσεως των καταναλωτών, τα οποία ανέφερε το BEUC, δεν είναι κείμενα με αναγκαστικό νομικό χαρακτήρα. Η Επιτροπή συμμερίζεται τους σκοπούς που διατυπώθηκαν με τα ψηφίσματα αυτά και αυτός είναι ένας από τους λόγους που την οδήγησαν να ακούσει το BEUC. Εντούτοις, της φαίνεται σαφές ότι η εκπροσώπηση των καταναλωτών θα έπρεπε να γίνεται βάσει νομοθετικών μέτρων.
Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η λήξη της προθεσμίας των τεσσάρων εβδομάδων για την αίτηση περί ακροάσεως αναφέρθηκε μόνο ως συμπληρωματική απόδειξη, ότι αυτή ποτέ δεν θεώρησε το BEUC ως ενδιαφερόμενο μέρος, το οποίο μπορεί να το αφορά το αποτέλεσμα της διαδικασίας κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 5, του κανονισμού αντιντάμπινγκ.
Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το BEUC δεν δικαιούται να τύχει ακροάσεως, η Επιτροπή αναφέρει ότι το BEUC θα είχε το δικαίωμα εξετάσεως μόνο των εγγράφων που μπορεί να υφίστανται ως προς τις επιπτώσεις επί των καταναλωτών και όχι, όπως το ισχυρίζεται το BEUC, όλα τα έγγραφα του μη εμπιστευτικού φακέλου.
Η Επιτροπή δεν δέχεται ότι στο πρόσωπο που ζητεί την πρόσβαση στον φάκελο εναπόκειται να καθορίσει το λυσιτελές μιας πληροφορίας. Η απόφαση Timex, την οποία ανέφερε το BEUC, αφορά μόνο τη θέση του καταγγέλοντος του οποίου η νομική κατάσταση δεν είναι αυτή του BEUC.
Ως προς την ερμηνεία που επιβάλλει το άρθρο 214 της Συνθήκης, η Επιτροπή αναγνωρίζει τον σχετικό χαρακτήρα της υποχρεώσεως όσον αφορά τον εμπιστευτικό χαρακτήρα. Η απάντηση στο ερώτημα αν μία πληροφορία μπορεί να ανακοινώνεται εξαρτάται όχι μόνο από τη φύση της πληροφορίας αλλά, επίσης, από την ταυτότητα του ενδιαφερομένου προσώπου. Στην πραγματικότητα, σχεδόν όλες οι πληροφορίες που έχουν συλλέγει από την Επιτροπή χρήζουν εχεμύθειας και καλύπτονται από την υποχρέωση του επαγγελματικού απορρήτου, ακόμη και αν δεν είναι εμπιστευτικές κατά την έννοια του άρθρου 8 του κανονισμού αντιντάμπινγκ. Επομένως, η Επιτροπή οφείλει να ερμηνεύσει αυστηρά το άρθρο 7, παράγραφος 4, του κανονισμού αντιντάμπινγκ.
Η Επιτροπή συμμερίζεται την άποψη του BEUC κατά την οποία το Δικαστήριο θα μπορούσε να ακυρώσει κανονισμό αντιντάμπινγκ που δεν έλαβε υπόψη το συμφέρον της Κοινότητας. Εντούτοις, της φαίνεται ότι το BEUC επιδιώκει να σχολιάσει τη μέθοδο που χρησιμοποίησε η Επιτροπή για να καθορίσει το περιθώριο του ντάμπινγκ και να διατυπώσει τη γνώμη της ως προς τη ζημία που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία. Η Επιτροπή δεν ενδιαφέρεται να ακούσει το BEUC επί των θεμάτων αυτών.
Κατά την Επιτροπή, η έκθεση επί του ισπανικού και του αγγλικού δικαίου που παρουσίασε το BEUC προς στήριξη της θεμελιώδους αρχής δεν περιέχει ούτε ένα παράδειγμα κατά το οποίο οι καταναλωτές να έχουν το δικαίωμα να τύχουν ακροάσεως ή να λάβουν γνώση του φακέλου στο πλαίσιο διαδικασιών που μπορούν να συγκριθούν με έρευνα αντιντάμπινγκ.
Όσον αφορά τη δυνατότητα για το BEUC να ασκεί προσφυγή αμφισβητώντας το κύρος κανονισμού αντιντάμπινγκ, η Επιτροπή δεν αντιλαμβάνεται πώς η μη δυνατότητα ασκήσεως ενδίκου μέσου ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων θα συμβάλει στο να αποδειχθεί ότι μία απόφαση αφορά ένα πρόσωπο άμεσα και ατομικά κατά την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης.
Τέλος, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα διαδικαστικά δικαιώματα που χορηγήθηκαν στους καταναλωτές στο πλαίσιο των υποθέσεων ανταγωνισμού στηρίζονται στην ιδιότητα τους και μόνο ως καταγγελλόντων. Διαφορετικά δεν διαθέτουν κανένα δικαίωμα παρεμβάσεως στις εν λόγω διαδικασίες. Αντιθέτως, οι καταναλωτές δεν έχουν το δικαίωμα να προβούν σε καταγγελία βάσει του κανονισμού αντιντάμπινγκ.
Το Συμβούλιο, με την παρέμβαση του, περιορίζεται να εξετάσει την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 4, στοιχείο α, του κανονισμού αντιντάμπινγκ.
Κατά τη γνώμη του Συμβουλίου, μόνο τα πρόσωπα στα οποία αναφέρεται η εν λόγω διάταξη μπορούν να λάβουν γνώση του μη εμπιστευτικού φακέλου. Το επιχείρημα του BEUC στηρίζεται στην εσφαλμένη αντίληψη ως προς τη φύση της διαδικασίας αντιντάμπινγκ και μιας μη ενδεικνυομένης αναγνώσεως των εφαρμοστέων κειμένων.
Εξάλλου, από άποψη ασφάλειας του δικαίου, και δεδομένου ότι η έρευνα μπορεί να καταλήξει στην επιβολή δασμού αντιντάμπινγκ, είναι ευκτέο, κατά το Συμβούλιο, ο κατάλογος των μερών που εμπλέκονται στη διαδικασία να καθορίζεται ακριβώς και περιοριστικώς. Πάντως, το BEUC μπορεί να θεωρηθεί ως ενδιαφερόμενο μέρος που η Επιτροπή μπορεί να ακούσει, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 5, του κανονισμού αντιντάμπινγκ.
Το Συμβούλιο θεωρεί ότι, αν η πρόσβαση στον μη εμπιστευτικό φάκελο δεν περιοριζόταν στα μέρη που απαριθμούνται στο άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α, αυτό θα κατέληγε πάλι στο να έχει το κοινό πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα, πράγμα που θα συνιστούσε παράβαση του άρθρου 214 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Τέλος, το Συμβούλιο υποστηρίζει τα επιχειρήματα της Επιτροπής κατά τα οποία τα συμφέροντα των καταναλωτών δεν είναι ιδίας φύσεως με αυτά των εξαγωγέων, των εισαγωγέων και των καταγγελλόντων.
β) Παραβίαση νης αρχής νης χρηονής διοικήσεως και νης αρχής νης ενιαίας εφαρμογής νων κοινονικών διαδικαανικών κανόνων
Το BEUC υποστηρίζει ότι ο κανονισμός αντιντάμπινγκ παρέχει λιγότερα δικαιώματα στα « ενδιαφερόμενα μέρη » απ' ό,τι στους εξαγωγείς, στους εισαγωγείς και τους καταγγέλλοντες. Όλες αυτές οι κατηγορίες μπορούν να υποβάλουν γραπτές παρατηρήσεις και να τύχουν ακροάσεως, αλλά μόνο οι εξαγωγείς, οι εισαγωγείς και οι καταγγέλλοντες μπορούν να λάβουν γνώση του μη εμπιστευτικού φακέλου. Συμμετέχοντας ενεργώς στη διαδικασία, το BEUC θα ενίσχυε το άμεσο και ατομικό ενδιαφέρον του και θα ήταν, επομένως, σε θέση να αμφισβητήσει τα μέτρα που θέσπισαν η Επιτροπή ή το Συμβούλιο ( απόφαση Cofaz ). Κατά τη γνώμη του BEUC, θα ήταν, επομένως, παράλογο ένα ενδιαφερόμενο μέρος, που θα είχε το ίδιο δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως με τους εξαγωγείς, τους εισαγωγείς και τους καταγγέλλοντες, να μη διαθέτει δικαίωμα προσβάσεως στον μη εμπιστευτικό φάκελο.
Το BEUC ισχυρίζεται ότι δικαιούται, επίσης, να παρεμβαίνει σε οποιαδήποτε διαφορά που αφορά τα ενδεχομένως θεσπισθέντα μέτρα αντιντάμπινγκ και επικαλείται σχετικά τη Διάταξη της 29ης Σεπτεμβρίου 1982, 228/82 και 229/82 R, Ford κατά Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 3091 ). Είναι παράλογο το ότι, υπό την ιδιότητα του του παρεμβαίνοντος, το BEUC έχει πρόσβαση στα μη εμπιστευτικά έγγραφα που υπέβαλαν τα άλλα μέρη στη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής αλλά όχι στον μη εμπιστευτικό φάκελο της Επιτροπής κατά τη διοικητική διαδικασία. Το BEUC θεωρεί ότι η χρηστή διοίκηση και η ενιαία ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου επιβάλλουν όπως η Επιτροπή αποφεύγει αυτούς τους παραλογισμούς.
Η Επινροπή απαντά ότι η κατάσταση αυτή δεν είναι καθόλου παράλογη. Οι εξαγωγείς, οι εισαγωγείς και οι καταγγέλλοντες είναι καλώς καθορισμένες κατηγορίες προσώπων τα οποία αφορά άμεσα η έκβαση της διαδικασίας αντιντάμπινγκ. Αν, αντιθέτως, η Κοινότητα αναγνωρίσει μία οργάνωση ιδιωτικού δικαίου, όπως είναι το BEUC, ως εκπρόσωπο του κοινοτικού συμφέροντος, θα ανοίξει την πόρτα σε απεριόριστο αριθμό παρεμβάσεων. Στο πλαίσιο διαδικασίας αντιντάμπινγκ, η Επιτροπή και το Συμβούλιο είναι αυτοί που εκπροσωπούν και καθορίζουν το κοινοτικό συμφέρον και που οφείλουν να σταθμίζουν όλες τις λυσιτελείς σκέψεις γενικού συμφέροντος με τα συμφέροντα των εισαγωγέων και της καταγγελλούσης βιομηχανίας.
Το BEUC αμφισβητεί τη διάκριση στην οποία προέβη η Επιτροπή μεταξύ αφενός των εξαγωγέων, των εισαγωγέων και των καταγγελλόντων και αφετέρου των συμφερόντων της Κοινότητας. Το BEUC δέχεται ότι ο αριθμός των προσώπων που εκπροσωπούν τα συμφέροντα της Κοινότητας είναι ανώτερος από τους πρώτους, αλλά μπορεί να είναι δύσκολη η αναγνώριση της ταυτότητας όλων των εξαγωγέων, όλων των εισαγωγέων και όλων των κοινοτικών παραγωγών. To BEUC παρατηρεί σχετικά ότι η καταγγελία πρέπει να κατατίθεται για λογαριασμό μεγάλης μερίδας κοινοτικών παραγωγών (βλέπε άρθρο 4, παράγραφος 5, του κανονισμού αντιντάμπινγκ ) και όχι για λογαριασμό όλων αυτών των παραγωγών.
Καθ' όμοιον τρόπο όπως ένας οργανισμός αντιπροσωπευτικός των παραγωγών, το BEUC θεωρεί εαυτό ως ενδιάμεσο που εκπροσωπεί τα συμφέροντα των καταναλωτών. Με τον τρόπο αυτό ο αριθμός των ομάδων που αντιπροσωπεύουν τα συμφέροντα της Κοινότητας είναι περιορισμένος και σχετικά μικρός.
To BEUC υποστηρίζει τέλος ότι η Επιτροπή και το Συμβούλιο δεν εκπροσωπούν τα συμφέροντα της Κοινότητας. Ο ρόλος τους είναι να καθορίσουν τα συμφέροντα της Κοινότηταςδεν μπορούν να εκπροσωπούν αυτά τα συμφέροντα διότι θα ήταν στην περίπτωση αυτή δικαστής και διάδικος. Η Επιτροπή πρέπει να σταθμίσει τα σχετικά συμφέροντα της Κοινότητας έναντι των αντιστοίχων συμφερόντων των εξαγωγέων, των εισαγωγέων και των κοινοτικών παραγωγών. Η πρακτική της Επιτροπής δείχνει ότι το συμφέρον των καταναλωτών λαμβάνεται υπόψη, ακόμη και αν δεν υπάρχουν ειδικές παρατηρήσεις και δεν αποκλείεται ότι τα συμφέροντα των καταναλωτών υπερισχύουν του γεγονότος της παρεμποδίσεως των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών. Εν προκειμένω, τα συμφέροντα των καταναλωτών έπρεπε να υπερισχύουν διότι δεν υπάρχει ενδιάμεση μεταποιητική βιομηχανία και διότι, επομένως, κάθε αύξηση του κόστους που οφείλεται στην επιβολή δασμών αντιντάμπινγκ θα έχει επιπτώσεις στον καταναλωτή. Η αρχή της χρηστής διοικήσεως προϋποθέτει ότι οι καταναλωτές τυγχάνουν ακροάσεως και πληροφορούνται για τα αναπτυχθέντα μέσα κατά των συμφερόντων τους με το να δικαιούνται να λάβουν γνώση του μη εμπιστευτικού φακέλου.
Η Επιτροπή αμφισβητεί το επιχείρημα του BEUC κατά το οποίο τα συμφέροντα των καταναλωτών πρέπει εν προκειμένω να υπερισχύουν. Θεωρεί καταρχάς ότι δεν είναι ορθός ο ισχυρισμός ότι δεν υφίσταται βιομηχανία μεταποιήσεως. Ο τομέας της εγγραφής αγοράζει αχρησιμοποίητες κασέτες για να τις εγγράψει και να τις μεταπωλήσει. Εν συνεχεία, δεν θεωρεί βέβαιο ότι οι δασμοί αντιντάμπινγκ θα έχουν επιπτώσεις στον καταναλωτή. Οι δασμοί αντιντάμπινγκ θα μπορούσαν να απορροφηθούν από τους διανομείς ή οι τελευταίοι αυτοί θα μπορούσαν να αγοράζουν κασέτες αλλού και να τις πωλούν σε τιμές παρόμοιες με τις τρέχουσες.
Gordon Slynn
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 28ης Νοεμβρίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-170/89,
Bureau européen des unions de consommateurs, εκπροσωπούμενο από τον Philip Bentley, barrister στο Lincoln' s Inn, Λονδίνο, και τον José Rivas de Andrés, δικηγόρο Σαραγόσας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το δικηγορικό γραφείο των Stanbrook και Hooper, 3, rue Thomas Edison,
προσφεύγον,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Eric White, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Reinhard Wagner, Γερμανό δικαστή αποσπασμένο στην Επιτροπή στο πλαίσιο συστήματος ανταλλαγών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
υποστηριζόμενης από το
Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενο από τον νομικό σύμβουλο του Yves Crétien, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Xavier Herlin, Banque européenne ď investissement, 100, boulevard Konrad Adenauer,
παρεμβαίνον,
η οποία έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται να ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής που περιλαμβάνεται σε έγγραφο απευθυνθέν στο προσφεύγον στις 15 Μαρτίου 1989, με την οποία η Επιτροπή του αρνήθηκε την άδεια να λάβει γνώση του μη εμπιστευτικού φακέλου της Επιτροπής στο πλαίσιο διαδικασίας αντιντάμπινγκ, και, εν ανάγκη, να κηρυχθεί ανεφάρμοστο το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2423/88 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 1988, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας ( ΕΕ L 209, σ. 1 ), καθόσον απαγορεύει τη χορήγηση αυτής της αδείας στο προσφεύγον,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, Πρόεδρο, Sir Gordon Slynn, R. Joliét και F. Α. Schockweiler, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, J. C. Moitinho de Almeida και G. C. Rodríguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: J.-G. Giraud
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 29ης Ιανουαρίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 13ης Μαρτίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Μαΐου 1989, το Bureau européen des unions de consommateurs (στο εξής: BEUC), εγκατεστημένο στις Βρυξέλλες, άσκησε προσφυγή ζητώντας την ακύρωση, κατ' εφαρμογή των άρθρων 173 και 174 της Συνθήκης ΕΟΚ, της περιλαμβανομένης στο έγγραφο της 15ης Μαρτίου 1989 αποφάσεως της Επιτροπής, με την οποία η Επιτροπή, στο πλαίσιο της διαδικασίας αντιντάμπινγκ που κινήθηκε ως προς ορισμένες εισαγωγές κασετών και ταινιών για κασέτες μαγνητοφώνου καταγωγής Ιαπωνίας, Δημοκρατίας της Κορέας και Χονγκ-Κονγκ, του αρνήθηκε την άδεια να λάβει γνώση του μη εμπιστευτικού φακέλου της Επιτροπής και των πληροφοριών που ανακοινώθηκαν από όλους τους συμμετέχοντες στην εν λόγω διαδικασία, και να κηρυχθεί, εν ανάγκη, ανεφάρμοστο, βάσει του άρθρου 184 της Συνθήκης ΕΟΚ, το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2423/88 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 1988, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ L 209, σ. 1), καθόσον απαγορεύει στο προσφεύγον να λάβει γνώση του φακέλου και των πληροφοριών που αναφέρθηκαν πιο πάνω.
2
Με ανακοίνωση της 14ης Ιανουαρίου 1989 (ΕΕ C 11, σ. 9), η Επιτροπή, εν συνεχεία καταθέσεως καταγγελίας εκ μέρους του CEFIC ( Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Συνομοσπονδιών της Χημικής Βιομηχανίας ), εξ ονόματος όλων των ενδιαφερομένων κοινοτικών παραγωγών, γνωστοποίησε την έναρξη διαδικασίας αντιντάμπινγκ όσον αφορά ορισμένες εισαγωγές κασετών και ταινιών για κασέτες μαγνητοφώνου καταγωγής Ιαπωνίας, Δημοκρατίας της Κορέας και Χονγκ-Κονγκ.
3
Η δημοσιευθείσα στην Επίσημη Εφημερίδα ανακοίνωση καθόριζε την προθεσμία, εντός της οποίας έπρεπε να υποβληθούν γραπτώς στις υπηρεσίες της Επιτροπής οι αιτήσεις για ακρόαση, σε 30ημέρες από την ημερομηνία της δημοσιεύσεως. Η προθεσμία αυτή έληγε στις 14 Φεβρουαρίου 1989.
4
Με έγγραφο της 13ης Μαρτίου 1989, το BEUC, διεθνής ένωση βελγικού δικαίου, με νομική προσωπικότητα και περιλαμβάνον ορισμένο αριθμό εθνικών οργανώσεων με καταστατικό σκοπό την υπεράσπιση των καταναλωτών, ζήτησε να τύχει ακροάσεως από την Επιτροπή στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής και να υποβάλει γραπτές παρατηρήσεις. Προκειμένου να διευκολυνθεί η υποβολή των παρατηρήσεων του, ζήτησε την άδεια να λάβει γνώση του φακέλου της Επιτροπής και να του ανακοινωθούν πληροφορίες μη εμπιστευτικού χαρακτήρα που διαβιβάσθηκαν από τους συμμετέχοντες κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.
5
Με τηλεομοιοτυπία της 15ης Μαρτίου 1989, η Επιτροπή δήλωσε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α, του προαναφερθέντος κανονισμού 2423/88 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 1988 ( στο εξής: βασικός κανονισμός αντιντάμπινγκ ), το δικαίωμα να λαμβάνουν γνώση του μη εμπιστευτικού φακέλου επιφυλάσσεται στον « καταγγέλλοντα και ( τους ) γνωστούς ως ενδιαφερομένους εισαγωγείς και εξαγωγείς, καθώς και ( στους ) εκπροσώπους της χώρας εξαγωγής » και ότι, συνεπώς, δεν μπορούσε να συγκατατεθεί στο αίτημα του BEUC να λάβει γνώση του μη εμπιστευτικού φακέλου και των πληροφοριών που ανακοινώθηκαν από τους μετέχοντες στη διαδικασία. Η Επιτροπή, με το ίδιο αυτό έγγραφο, ανέφερε ότι ήταν, εντούτοις, διατεθειμένη να λάβει υπόψη κάθε γραπτή παρατήρηση του BEUC καθώς και να το ακούσει.
6
Η προσφυγή του BEUC βάλλει κατά του εγγράφου αυτού. Από τον φάκελο προκύπτει, πάντως, ότι η Επιτροπή κοινοποίησε στο προσφεύγον αντίγραφο του μη εμπιστευτικού κειμένου της καταγγελίας.
7
Με Διάταξη της 4ης Οκτωβρίου 1989, το Δικαστήριο δέχθηκε την παρέμβαση του Συμβουλίου προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής.
8
Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του παραδεκτού
9
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η προσφυγή του BEUC είναι απαράδεκτη. Κατ' αυτήν, η από 15 Μαρτίου 1989 τηλεομοιοτυπία δεν συνιστά απόφαση που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής κατά την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθόσον με αυτή απλώς ενημερώνεται το προσφεύγον επί της νομικής καταστάσεως του, όπως προκύπτει από το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α, του βασικού κανονισμού αντι-ντάμπινγκ, αυτή δε ουδόλως μεταβάλλεται. Το εν λόγω έγγραφο δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα και συνιστά απλή γνώμη που το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΟΚ ρητώς αποκλείει από τις πράξεις που υπόκεινται στον έλεγχο του Δικαστηρίου.
10
Το BEUC υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι η Επιτροπή διαθέτει διακριτική εξουσία όσον αφορά την πρόσβαση στον μη εμπιστευτικό φάκελο. Η άρνηση της να ασκήσει την εν λόγω εξουσία υπέρ του BEUC συνιστά επομένως απόφαση και όχι απλή εξήγηση της νομικής καταστάσεως. Κατά το BEUC, το γράμμα του άρθρου 7, παράγραφος 4, στοιχείο α, δεν αντιτίθεται στο να λαμβάνουν γνώση του μη εμπιστευτικού φακέλου οργανώσεις όπως η δική του.
11
Πρέπει να αναφερθεί ότι, μη επιτρέποντας στο BEUC την πρόσβαση στον μη εμπιστευτικό φάκελο, το έγγραφο δεν περιορίζεται σε απλή ανακοίνωση αλλά συνιστά, αντιθέτως, απόφαση που έβλαψε τα συμφέροντα του. Επομένως, το έγγραφο της Επιτροπής πρέπει να χαρακτηριστεί ως βλαπτική πράξη, ικανή να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής στηριζομένης στο άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΟΚ.
12
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η προσφυγή είναι παραδεκτή.
Επί της ουσίας
13
Πρέπει να υπογραμμιστεί εκ προοιμίου ότι το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α, του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ παρέχει ρητώς στον καταγγέλλοντα, στους γνωστούς ως ενδιαφερομένους εισαγωγείς και εξαγωγείς και στους εκπροσώπους της χώρας εξαγωγής, το δικαίωμα να λαμβάνουν γνώση των μη εμπιστευτικών πληροφοριών που παρασχέθηκαν στην Επιτροπή, αυτό δε μόνο καθόσον οι εν λόγω πληροφορίες έχουν σχέση με την υπεράσπιση των συμφερόντων τους και χρησιμοποιούνται από την Επιτροπή στην έρευνα.
14
Προς στήριξη της προσφυγής του, το BEUC προβάλλει δύο λόγους στηριζόμενους στην παραβίαση αφενός της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας και αφετέρου της αρχής της χρηστής διοικήσεως και της ενιαίας εφαρμογής των κοινοτικών διαδικαστικών κανόνων.
Σχετικά με τον λόγο που στηρίζεται στην παραβίαση της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας
15
Το BEUC ισχυρίζεται κατ' ουσίαν ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, αρνούμενη, βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 4, στοιχείο α, του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ, να του επιτρέψει την πρόσβαση στα μη εμπιστευτικά έγγραφα που της υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας αντιντάμπινγκ.
16
Κατ' αυτό, δυνάμει της αρχής αυτής, πριν από τη θέσπιση κάθε μέτρου ή ατομικής αποφάσεως που μπορεί να θίξει άμεσα τα συμφέροντα συγκεκριμένου προσώπου, το εν λόγω πρόσωπο δικαιούται να τύχει ακροάσεως από την υπεύθυνη αρχή και να ενημερωθεί προηγουμένως για τα περιστατικά και τις εκτιμήσεις βάσει των οποίων η αρχή προτίθεται να ενεργήσει.
17
Στο πλαίσιο της διαδικασίας αντιντάμπινγκ, το δικαίωμα προσβάσεως στον μη εμπιστευτικό φάκελο, που προϋποθέτει τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας, δεν περιορίζεται στην ανακοίνωση των κατά την έκβαση της διαδικασίας οριστικώς χρησιμοποιουμένων κατά του ενδιαφερομένου προσώπου στοιχείων. Το δικαίωμα αυτό εκτείνεται σε όλα τα έγγραφα, όποια και αν είναι αυτά, που περιελήφθησαν στον μη εμπιστευτικό φάκελο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, καθόσον μόνο αυτή η πρόσβαση θα του επέτρεπε να ενημερωθεί για όσα του προσάπτονται και να μετάσχει κατά τρόπο αποτελεσματικό στις διάφορες φάσεις της διαδικασίας αντιντάμπινγκ.
18
Κατά το BEUC, το γεγονός ότι το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α, του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ περιορίζει το δικαίωμα προσβάσεως στις ρητώς αναφερόμενες κατηγορίες δεν αποκλείει καθόλου αυτή η πρόσβαση να του επιτρέπεται, καθόσον ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας συνιστά θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου που πρέπει να διασφαλίζεται ακόμη και αν δεν υπάρχει οποιοδήποτε κείμενο που να την προβλέπει ρητώς.
19
Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Όπως και η Επιτροπή και το Συμβούλιο το παρατήρησαν, μια οργάνωση όπως το BEUC δεν μπορεί να επικαλείται, στο πλαίσιο διαδικασίας αντιντάμπινγκ ή διαδικασίας κατά των επιδοτήσεων, τη θεμελιώδη αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας για να προβάλλει δικαιώματα, ελλείψει οποιασδήποτε σχετικής ρητής διατάξεως, για την πρόσβαση στα μη εμπιστευτικά έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας.
20
Συγκεκριμένα, πρέπει να υπομνηστεί ότι η διαδικασία αντιντάμπινγκ και η διαδικασία κατά των επιδοτήσεων, καθώς και τα ενδεχόμενα μέτρα άμυνας που θεσπίστηκαν κατά το πέρας αυτής, στρέφονται κατά των εισαγωγών ορισμένων προϊόντων τα οποία βαρύνονται με την κατηγορία της πρακτικής ντάμπινγκ ή των επιδοτήσεων εκ μέρους παραγωγών και εξαγωγέων αλλοδαπών ή από τρίτες χώρες καθώς και, ενδεχομένως, εκ μέρους εισαγωγέων.
21
Η διαδικασία αυτή και τα μέτρα που ενδεχομένως θεσπίστηκαν κατά τον τερματισμό αυτής δεν στρέφονται κατά πρακτικών καταλογιστέων στους καταναλωτές ή σε οργανώσεις του τύπου του BEUC. Από αυτό έπεται ότι η κινηθείσα βάσει του κανονισμού 2423/88 διαδικασία δεν μπορεί να καταλήξει σε πράξη βλαπτική γι' αυτούς, δεδομένου ότι καμία κατηγορία δεν απευθυνόταν κατ' αυτών.
22
Επομένως, κακώς το BEUC προσάπτει στην Επιτροπή ότι παραβίασε την αρχή των δικαιωμάτων άμυνας μη επιτρέποντας του την πρόσβαση στα μη εμπιστευτικά έγγραφα της διαδικασίας. Ούτε ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας ούτε το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α, του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ επιβάλλουν τέτοια υποχρέωση στην Επιτροπή.
23
Συνεπώς, ο λόγος που στηρίζεται στην προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας πρέπει να απορριφθεί.
Σχετικά με τον λόγο που στηρίζεται στην παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως και της ενιαίας εφαρμογής των κοινοτικών διαδικαστικών κανόνων
24
Προς στήριξη του λόγου αυτού, το προσφεύγον ισχυρίζεται ότι είναι παράλογο, από την άποψη της αρχής της χρηστής διοικήσεως και της ενιαίας εφαρμογής των διαδικαστικών κανόνων, το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α, του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ να περιορίζει το δικαίωμα προσβάσεως των ιδιωτών μόνο στους εξαγωγείς, τους εισαγωγείς και τους καταγγέλλοντες και να μην το παρέχει σε οργανώσεις καταναλωτών. Όσον αφορά την ενιαία εφαρμογή των κοινοτικών διαδικαστικών κανόνων, ισχυρίζεται ότι, στην περίπτωση που η προσφυγή ακυρώσεως ασκηθεί από εξαγωγέα, μια οργάνωση όπως το BEUC είναι παραπάνω από πιθανό ότι θα ελάμβανε την άδεια από το Δικαστήριο να παρέμβει στην ένδικη διαδικασία και θα απελάμβανε, λόγω της παρεμβάσεως αυτής, μέσω του άρθρου 93, παράγραφος 4, του κανονισμού διαδικασίας, του δικαιώματος προσβάσεως σε όλα τα μη εμπιστευτικά έγγραφα τα προσκομισθέντα στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας.
25
Πρέπει να τονιστεί, εκ προοιμίου, ότι η διοικητική διαδικασία αντιντάμπινγκ και η ένδικη διαδικασία ακυρώσεως των κανονισμών περί θεσπίσεως μέτρων άμυνας έχουν διαφορετικά αντικείμενα. Οι κανόνες που διέπουν την οργάνωση αυτών των διαδικασιών ανταποκρίνονται, εξάλλου, σε διαφορετικούς σκοπούς. Η διαδικασία αντιντάμπινγκ αποβλέπει αφενός στο να διασφαλίζεται ότι οι εισαγωγές στο εσωτερικό της Κοινότητας δεν αποτελούν το αντικείμενο πρακτικών ντάμπινγκ προκαλουσων ζημία στην κοινοτική βιομηχανία και αφετέρου στο να καθίσταται δυνατό στα θεσμικά όργανα να λαμβάνουν εντός εύλογης προθεσμίας, αν το συμφέρον της Κοινότητας το απαιτεί, τα επιβαλλόμενα μέτρα. Αντιθέτως, η ένδικη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου αποβλέπει, όπως το ορίζει το άρθρο 164 της Συνθήκης ΕΟΚ, στο να « εξασφαλίζει την τήρηση του δικαίου ».
26
Το γεγονός ότι μια οργάνωση καταναλωτών θα μπορούσε, ενδεχομένως, να λάβει την άδεια του Δικαστηρίου να παρέμβει σε ένδικη διαδικασία και να τύχει, ως παρεμβαίνουσα, του δικαιώματος προσβάσεως στα μη εμπιστευτικά έγγραφα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους στη διαφορά, δεν μπορεί, επομένως, να δικαιολογήσει την αναγνώριση αυτού του δικαιώματος και στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας αντιντάμπινγκ.
27
Ο λόγος που στηρίζεται στην παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως και της ενιαίας εφαρμογής των διαδικαστικών κανόνων πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί.
28
Όσον αφορά το ενδεχόμενο της μη εφαρμογής του άρθρου 7, παράγραφος 4, στοιχείο α, του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ, πρέπει να αναφερθεί ότι το Συμβούλιο επέλεξε, βάσει αυτού τούτου του γράμματος του εν λόγω άρθρου, να παράσχει το δικαίωμα προσβάσεως στον μη εμπιστευτικό φάκελο σ' αυτούς τους οποίους η φερομένη πρακτική ντάμπινγκ αφορά αμεσότερα, δηλαδή στον καταγγέλλοντα και τους γνωστούς ως ενδιαφερομένους εισαγωγείς και εξαγωγείς. Αυτό το δικαίωμα δεν παρασχέθηκε στους καταναλωτές κατά των οποίων δεν απευθύνθηκε καμία κατηγορία. Δεν είναι δυνατό να συναχθεί ότι, προβαίνοντας σε αυτή την επιλογή το Συμβούλιο, παραβίασε τα δικαιώματα άμυνας ή την αρχή της χρηστής διοικήσεως. Το γεγονός ότι το BEUC ασκεί, στο πλαίσιο των κοινοτικών θεσμικών οργάνων, ορισμένα καθήκοντα εκπροσωπήσεως των καταναλωτών σε τομείς που δεν έχουν καμία σχέση με τους κανόνες αντιντάμπινγκ, όπως και το γεγονός ότι η θέσπιση μέτρων άμυνας προϋποθέτει ότι τα κοινοτικά θεσμικά όργανα θα λαμβάνουν υπόψη το συμφέρον της Κοινότητας, συμπεριλαμβανομένου μεταξύ άλλων και του συμφέροντος των καταναλωτών και ότι το BEUC, υπό την ιδιότητα του ως οργανώσεως, μπορεί καλύτερα απ' ό,τι ένας καταναλωτής ως άτομο να εκπροσωπήσει τα συμφέροντα των καταναλωτών, δεν μεταβάλλουν καθόλου το συμπέρασμα αυτό.
29
Πάντως, το γράμμα του άρθρου 7, παράγραφος 4, στοιχείο α, του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ, ουδόλως αποκλείει τη δυνατότητα, για την Επιτροπή, να επιτρέπει στα πρόσωπα που έχουν έννομο συμφέρον να λαμβάνουν γνώση του μη εμπιστευτικού φακέλου.
30
Στον κοινοτικό νομοθέτη εναπόκειται να κρίνει αν ο βασικός κανονισμός αντιντάμπινγκ θα έπρεπε να παρέχει σε ένωση εκπροσωπούσα τα συμφέροντα των καταναλωτών το δικαίωμα να λαμβάνει γνώση του μη εμπιστευτικού φακέλου.
31
Ενόψει των ανωτέρω, η προσφυγή του BEUC πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Επί των δικαστικών εξόδων
32
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Επειδή το προσφεύγον ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα προς το άρθρο 69, παράγραφος 4, του κανονισμού διαδικασίας, το Συμβούλιο, το οποίο παρενέβη στη διαφορά, φέρει τα δικά του έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή ως αβάσιμη.
2)
Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα, εκτός αυτών του παρεμβαίνοντος.
3)
Το Συμβούλιο φέρει τα δικά του έξοδα.
Due
Slynn
Joliét
Schockweiler
Mancini
Moitinho de Almeida
Rodríguez Iglesias
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 28 Νοεμβρίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy