ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-172/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά
1. Νομικό πλαίσιο
Ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 2200/87 της Επιτροπής, της 8ης Ιουλίου 1987, για τις γενικές διατάξεις της συγκεντρώσεως στην Κοινότητα των προϊόντων που χορηγούνται ως κοινοτική επισιτιστική βοήθεια ( ΕΕ 1987, L 204, σ. 1, στο εξής: κανονισμός) ορίζει στο άρθρο 1, παράγραφος 1, τα εξής: « Σε περίπτωση που, για την εκτέλεση κοινοτικής δράσεως με τη μορφή επισιτιστικής βοήθειας, αποφασίζεται η συγκέντρωση προϊόντων στην Κοινότητα, εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων που εκδίδει, κατά περίπτωση, η Επιτροπή. Κάθε προμήθεια περιλαμβάνει την αγορά του προϊόντος. »
Η προμήθεια των εμπορευμάτων ανατίθεται με διαγωνισμό ( άρθρο 3 ), οι συνθήκες διεξαγωγής του οποίου καθορίζονται με κανονισμό (άρθρο 6).
Το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού, ορίζει ότι ο ανάδοχος εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στον κανονισμό για την προκήρυξη του διαγωνισμού και συμμορφώνεται προς τις δεσμεύσεις που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό, συμπεριλαμβανομένων των δεσμεύσεων που απορρέουν από την προσφορά του.
Το άρθρο 12, παράγραφος 2, που υποχρεώνει τον ανάδοχο να συστήσει εγγύηση για την παράδοση των προϊόντων, ορίζει ειδικότερα τα εξής: « Για να εξασφαλίσει την τήρηση των υποχρεώσεων του σχετικά με την προμήθεια, ο ανάδοχος κοινοποιεί, σε προθεσμία πέντε ημερών από την κατακύρωση του διαγωνισμού, στην υπηρεσία της Επιτροπής που ορίζεται στην προκήρυξη του διαγωνισμού την απόδειξη της συστάσεως εγγυήσεως για την παράδοση των προϊόντων. Το ποσό της εγγυήσεως που πρέπει να συσταθεί αναφέρεται στην προκήρυξη του διαγωνισμού. »
Σε περίπτωση προμήθειας « με παράδοση στον λιμένα εκφορτώσεως », το άρθρο 14 ορίζει ότι: « Ο ανάδοχος φροντίζει να εκτελείται με δικά του έξοδα και με τους συνήθεις όρους η ταχύτερη μεταφορά με τον καταλληλότερο τρόπο, ώστε να τηρηθεί η προθεσμία που αναφέρεται στο σημείο 8, από τον λιμένα φορτώσεως που ορίζεται στην προσφορά του μέχρι τον λιμένα προορισμού, που ορίζεται στην προκήρυξη του διαγωνισμού. Η Επιτροπή μπορεί, ωστόσο, να επιτρέψει, μετά από αίτηση του αναδόχου η οποία συνοδεύεται από τα απαραίτητα δικαιολογητικά έγγραφα, την αλλαγή του λιμένα φορτώσεως » ( σημείο 1 )· « ο ανάδοχος συνάπτει σύμβαση θαλασσίας ασφαλίσεως ή κάνει χρήση διαρκούς ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Η σύμβαση αυτή, που συνάπτεται τουλάχιστον για το ποσό της προσφοράς, καλύπτει όλους τους κινδύνους που συνδέονται με τη μεταφορά και, κατά περίπτωση, τη μεταφόρτωση και την εκφόρτωση, χωρίς κάλυψη της μερικής αβαρίας, συμπεριλαμβανομένων όλων των περιπτώσεων μη παραδόσεως, απωλειών και των κινδύνων που θεωρούνται έκτακτοι» (σημείο 3, στοιχείο α)· «το χορηγούμενο εμπόρευμα πρέπει να φθάσει στον λιμένα εκφορτώσεως πριν από τη λήξη της περιόδου που ορίζεται στην προκήρυξη του διαγωνισμού. Η καταχώρηση της αφίξεως του πλοίου στο βιβλίο κατάπλου των λιμενικών αρχών του λιμένα εκφορτώσεως αποτελεί (...) απόδειξη της ημερομηνίας αφίξεως στον λιμένα αυτό. Στην περίπτωση που είναι αδύνατο να αποδειχθεί η άφιξη με την ανωτέρω καταχώρηση, η ημερομηνία αφίξεως ορίζεται με δήλωση του πλοιάρχου και επιβεβαιώνεται από την επιχείρηση που αναφέρεται στο άρθρο 10 » ( σημείο 8 ).
Κατά το άρθρο 10 του κανονισμού, εκδίδονται πιστοποιητικά βάσει ελέγχων που διενεργούνται από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις υποδεικνυόμενες από την Επιτροπή.
Στην περίπτωση της προμήθειας με παράδοση στον λιμένα εκφορτώσεως, η καταλληλότητα των παραδιδόμενων εμπορευμάτων διαπιστώνεται καταρχάς προσωρινά πριν από την έναρξη της φορτώσεως στον λιμένα φορτώσεως και οριστικά κατά τον χρόνο της παραδόσεως (άρθρο 16, παράγραφος 1, πρώτο, δεύτερο και τρίτο εδάφιο). Τέλος, ο ανάδοχος, μετά την παράδοση του εμπορεύματος, λαμβάνει είτε πιστοποιητικό αναλήψεως του εμπορεύματος από τον δικαιούχο είτε, αιτήσει του, πιστοποιητικό που συνιστά αναγνώριση της παραδοθείσας προμήθειας από την επιφορτισμένη με τον έλεγχο επιχείρηση (άρθρο 17, σημεία 1 και 2).
Τα άρθρα 18 έως 22 ορίζουν τους όρους πληρωμής και αποδεσμεύσεως των εγγυήσεων.
Η πληρωμή πραγματοποιείται αιτήσει του αναδόχου για την καθαρή ποσότητα που αναγράφεται στο πιστοποιητικό αναλήψεως του εμπορεύματος ή στο πιστοποιητικό που συνιστά αναγνώριση της προμήθειας ( άρθρο 18, παράγραφοι 2 και 3 ). Στην περίπτωση προμήθειας με παράδοση στον λιμένα εκφορτώσεως, χορηγείται προκαταβολή που δεν μπορεί να υπερβαίνει το 90 % του ποσού της προσφοράς, κατόπιν αιτήσεως του αναδόχου και εφόσον αυτός έχει συστήσει εγγύηση υπέρ της Επιτροπής ίση με το ποσό της προκαταβολής προσαυξημένο κατά 10o/ο (άρθρο 18, παράγραφος 5 ).
Το άρθρο 20 ορίζει ότι « εάν, για λόγους για τους οποίους δεν ευθύνεται ο δικαιούχος, αλλά ο ανάδοχος, η προμήθεια δεν πραγματοποιείται σε προθεσμία 60ημερών μετά (... ) την ημερομηνία λήξεως της περιόδου που έχει ορισθεί για μια προμήθεια με παράδοση στον λιμένα φορτώσεως (... ), ο ανάδοχος βαρύνεται με όλες τις χρηματικές συνέπειες της μη εκτελέσεως της προμήθειας για το σύνολο ή μέρος του εμπορεύματος σύμφωνα με τους καθορισμένους όρους ».
Κατά το άρθρο 21, η Επιτροπή εκτιμά τις περιπτώσεις ανωτέρας βίας « που είναι δυνατόν να αποτελέσουν αιτία για τη μη πραγματοποίηση της προμήθειας ή για τη μη τήρηση μιας από τις υποχρεώσεις του αναδόχου. Η Επιτροπή βαρύνεται με τα συμπληρωματικά έξοδα που προκύπτουν σε περίπτωση ανωτέρας βίας ».
Το άρθρο 22, σημεία 2 και 3, ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες αποδεσμεύονται ή καταπίπτουν η εγγύηση για την παράδοση και η εγγύηση που συνιστάται για τη χορηγηθείσα προκαταβολή.
Το άρθρο 22, σημεία 2 και 3, έχει ως εξής:
« 2.
Η εγγύηση παραδόσεως που προβλέπεται στο άρθρο 12:
α)
αποδεσμεύεται πλήρως όταν ο ανάδοχος:
—
έχει εκτελέσει την προμήθεια εκπληρώνοντας όλες τις υποχρεώσεις του,
—
έχει απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις του, κατ' εφαρμογή του άρθρου 13, σημείο 5, τρίτο εδάφιο, και του άρθρου 19, παράγραφος 2, τελευταίο εδάφιο,
—
δεν έχει πραγματοποιήσει την προμήθεια για λόγο ανωτέρας βίας που έχει αναγνωρίσει η Επιτροπή,
—
έχει συστήσει την εγγύηση για την προκαταβολή που προβλέπεται στο άρθρο 18, παράγραφος 5.
β)
αποτελεί αντικείμενο κρατήσεων που πραγματοποιούνται σωρευτικά στις ακόλουθες περιπτώσεις:
—
κράτηση κατ' αναλογία του ποσοστού των ποσοτήτων που δεν παραδόθηκαν, με την επιφύλαξη του άρθρου 17, σημείο 3,
—
κράτηση μέχρι 20 ο/ο του κόστους της θαλάσσιας μεταφοράς που αναφέρεται στην προσφορά, εφόσον το πλοίο που ναύλωσε ο ανάδοχος για προμήθεια δεν πληροί τους όρους του άρθρου 14, σημείο 2,
—
κράτηση μέχρι 0,001 ο/ο του συνολικού ποσού της προσφοράς για κάθε ημέρα καθυστερήσεως, ανάλογα με την περίπτωση, κατά τη διάθεση ( παράδοση ) ή κατά τη φόρτωση του εμπορεύματος για προμήθεια με παράδοση στον λιμένα φορτώσεως ή κατά την άφιξη στον λιμένα εκφορτώσεως για προμήθεια με παράδοση στον λιμένα εκφορτώσεως ή κατά την άφιξη στον τελικό τόπο προορισμού για μια προμήθεια παραδοτέα στον τόπο προορισμού.
Οι κρατήσεις που αναφέρονται στην πρώτη και τρίτη περίπτωση δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση που οι διαπιστούμενες παραβάσεις δεν καταλογίζονται στον ανάδοχο και δεν συνεπάγονται την καταβολή αποζημιώσεως από το ποσό της ασφαλίσεως·
γ)
καταπίπτει σε περίπτωση που η Επιτροπή διαπιστώνει τη μη εκτέλεση της προμήθειας κατ' εφαρμογή του άρθρου 20.
3)
Η εγγύηση που προβλέπεται στο άρθρο 18, παράγραφος 5, αποδεσμεύεται:
α)
εάν διαπιστωθεί το δικαίωμα για την οριστική χορήγηση του ποσού που έχει προκαταβληθεί
ή
β)
εάν ο ανάδοχος έχει επιστρέψει την προκαταβολή. »
2. Το ιστορικό της διαφοράς
Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 941/88 της Επιτροπής, της 8ης Απριλίου 1988 ( ΕΕ 1988, L 92, σ. 26 ), σχετικά με την παράδοση 2000 τόννων εξευγενισμένου κραμβελαίου στο Bangladesh ως επισιτιστική βοήθεια, η Επιτροπή προκήρυξε διαγωνισμό σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 2200/87. Το κραμβέλαιο έπρεπε να αγοραστεί εντός της κοινοτικής αγοράς και να παραδοθεί στον λιμένα εκφορτώσεως. Ο λιμένας εκφορτώσεως ήταν το Chittagong και η προθεσμία για την εκτέλεση της προμήθειας η 31η Ιουλίου 1988. Η προμήθεια ανατέθηκε με τηλετύπημα της 28ης Απριλίου 1988 στην ανάδοχο εταιρία Vandemoortele NV.
Η εγγύηση παραδόσεως ορίστηκε στο 10 % του ποσού της προσφοράς, που ήταν εκφρασμένη σε ECU. Η προσφεύγουσα συνέστησε την εγγύηση αυτή ( 95700 ECU ) στις 29 Απριλίου 1988. Ύστερα από αυτό αποδεσμεύτηκε η εγγύηση κατακυρώσεως ύψους 15 ECU ανά τόννο που είχε συστήσει κατά την κατακύρωση.
Με έγγραφο της 22ας Ιουνίου 1988 η προσφεύγουσα πληροφόρησε την Επιτροπή ότι το πλοίο που είχε φορτώσει τα εμπορεύματα στην Αμβέρσα, το Banglar Robi, είχε πάθει βλάβη και, επειδή δεν υπήρχε δυνατότητα να βρεθεί άλλο μέσο μεταφοράς, τα εμπορεύματα δεν θα έφθαναν στο Chittagong πριν από τα τέλη Ιουλίου 1988. Η προσφεύγουσα πληροφόρησε επίσης την εφοπλιστική εταιρία και τον παραγγελιοδόχο-φορτωτή της ότι δεν μπορούσε να θεωρήσει τις δυσχέρειες που αντιμετώπιζε το πλοίο αυτό ως « act of God » και ότι θεωρούσε, επομένως, τον εφοπλιστή και τον παραγγελιοδόχο-φορτωτή υπεύθυνους για όλες τις συνέπειες και τα έξοδα που θα προέκυπταν.
Στις 26 Ιουλίου 1988 η Επιτροπή απάντησε ότι η προκληθείσα καθυστέρηση συνιστούσε εμπορικό κίνδυνο τον οποίο έφερε η προσφεύγουσα και ο οποίος δεν μπορούσε να θεωρηθεί περίπτωση ανωτέρας βίας.
Κατά την οριστική βεβαίωση καταλληλότητας, που εκδόθηκε στις 27 Οκτωβρίου 1988, το πλοίο έφθασε στο Chittagong στις 28 Σεπτεμβρίου 1988, το κραμβέλαιο εκφορτώθηκε μεταξύ 1ης και 9ης Οκτωβρίου 1988 και κατά την εκφόρτωση το έλαιο αυτό πληρούσε τις προϋποθέσεις της προκηρύξεως του διαγωνισμού.
Στις 30 Ιανουαρίου 1989 η Επιτροπή, με τηλετύπημα προς την αρμόδια τράπεζα, με το οποίο αναγνώριζε ότι, « σύμφωνα με το άρθρο 22, σημείο 3, στοιχείο α, του κανονισμού 2200/87, ο πελάτης σας έχει δικαίωμα να του χορηγηθεί οριστικά το προκαταβληθέν ποσό », αποδέσμευσε την εγγύηση που είχε συσταθεί για τη χορηγηθείσα προκαταβολή.
Στις 2 Μαρτίου 1989 η προσφεύγουσα έλαβε από την Επιτροπή 32646,42 ECU. Το ποσό που χορηγήθηκε συνολικά ( 893943,84 ECU ) ήταν κατώτερο του ποσού των 950472,78 ECU που προβλεπόταν για το σύνολο της προμήθειας.
Όταν της ζητήθηκαν διευκρινίσεις, η Επιτροπή πληροφόρησε την προσφεύγουσα ότι είχε κρατήσει 56463 ECU ως αποζημίωση λόγω καθυστερήσεως της παραδόσεως ( κατά 59ημέρες ) και 6527,22 ECU ως αποζημίωση για τη μη παραδοθείσα ποσότητα.
Με τηλετύπημα της 30ής Μαρτίου 1989, η προσφεύγουσα διαμαρτυρήθηκε και επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαιώματα της επί του κρατηθέντος ποσού και των σχετικών τόκων. Η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί τη νομιμότητα της κρατήσεως που διενεργήθηκε για τις ποσότητες που δεν παραδόθηκαν.
II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Η προσφυγή της εταιρίας Vandemoortele NV πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Μαΐου 1989.
Η έγγραφη διαδικασία εξελίχθηκε κανονικά.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Η εταιρία Vandemoortele NV, προσφεύγουσα, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής που της κοινοποιήθηκε με τηλετύπημα της 15ης Μαρτίου 1989 σχετικά με την κράτηση που πραγματοποιήθηκε λόγω καθυστερήσεως της παραδόσεως επί του ποσού που όφειλε η Επιτροπή στην προσφεύγουσα βάσει του κανονισμού 941/88 της Επιτροπής, της 8ης Απριλίου 1988 ( όπ. π. ).
Η Επιτροπή, καθής, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη ·
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
III — Λόγοι ακυρώσεως και επιχειρήματα των διαδίκων
1. Παράβαοη νου κανονισμού 2200/87
Η προοφεύγουοα ισχυρίζεται ότι καμιά διάταξη του κανονισμού δεν παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να προβαίνει σε κρατήσεις επί του οφειλομένου ποσού λόγω καθυστερήσεως της παραδόσεως. Η κράτηση μπορούσε να γίνει μόνο επί της εγγυήσεως παραδόσεως.
Η προσφεύγουσα υπενθυμίζει ότι το άρθρο 22, σημείο 2, στοιχείο β, προβλέπει ότι επί της εγγυήσεως παραδόσεως μπορούν να πραγματοποιηθούν σωρευτικά κρατήσεις, σε περίπτωση καθυστερήσεως των παραδόσεων, ίσες προς το 0,001 του συνολικού ποσού της προσφοράς για κάθε ημέρα καθυστερήσεως. Ωστόσο, στις 23 Σεπτεμβρίου 1988 η Επιτροπή αποδέσμευσε τη συσταθείσα εγγύηση παραδόσεως.
Κατά την άποψη της προσφεύγουσας, από το γεγονός ότι η Επιτροπή προέβη σε κρατήσεις επί του οφειλομένου ποσού ίσες προς το 0,001 του συνολικού ποσού της προσφοράς για κάθε ημέρα καθυστερήσεως (59ημέρες x 1/1000 των 957000 ECU = 56634 ECU ) προκύπτει ότι εφάρμοσε αναλογικά τις διατάξεις του άρθρου 22, σημείο 2, στοιχείο β ( που εφαρμόζονται αποκλειστικά επί της εγγυήσεως παραδόσεως) στις πληρωμές που όφειλε προς την προσφεύγουσα, πράγμα που στερείται νομίμου ερείσματος.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η άποψη αυτή της προσφεύγουσας αντιφάσκει προδήλως προς την έννοια αυτής της κρατήσεως και προς την οικονομία του κανονισμού. Το άρθρο 22, σημείο 2, δεν περιορίζει τη δυνατότητα διενέργειας κρατήσεων λόγω καθυστερήσεως της παραδόσεως μόνο στον χρόνο αποδεσμεύσεως της εγγυήσεως παραδόσεως.
Κατά την Επιτροπή, αν η προαναφερθείσα διάταξη έπρεπε να ερμηνευθεί υπό την έννοια που της προσδίδει η προσφεύγουσα, η κράτηση δεν θα μπορούσε να διενεργηθεί ποτέ σε περίπτωση παραδόσεως στον λιμένα εκφορτώσεως ή στον τόπο προορισμού, εφόσον ο ανάδοχος έχει ζητήσει προκαταβολή, πράγμα που συνήθως συμβαίνει. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή η εγγύηση παραδόσεως αποδεσμεύεται όταν ο ανάδοχος συνιστά την εγγύηση του άρθρου 18, παράγραφος 5 ( άρθρο 22, σημείο 2, στοιχείο α, τελευταία περίπτωση ).
Η Επιτροπή ισχυρίζεται, εξάλλου, ότι η υπό κρίση κράτηση είναι η μόνη κύρωση για την περίπτωση καθυστερήσεως της παραδόσεως κατά τη διάρκεια των εξήντα πρώτων ημερών. Οι κυρώσεις του άρθρου 20 αφορούν μόνο την καθυστέρηση της παραδόσεως μετά τη λήξη αυτής της προθεσμίας.
Το γεγονός ότι διενεργείται κράτηση λόγω καθυστερήσεως της παραδόσεως όχι κατά την αποδέσμευση της εγγυήσεως παραδόσεως, αλλά κατά τον τελικό ή οριστικό διακανονισμό των λογαριασμών με τον ανάδοχο, παρουσιάζει εξάλλου ορισμένα πλεονεκτήματα για την Επιτροπή, ιδίως όμως για τους αναδόχους: οι τράπεζες που πρέπει να εγγυηθούν το προκαταβληθέν ποσό αγνοούν το γεγονός ότι ο πελάτης τους πρέπει να καταβάλει ποινή για την καθυστέρηση της παραδόσεως και η αξιοπιστία του πελάτη δεν μειώνεται. Η κράτηση διενεργείται αργότερα και μπορεί, εξάλλου, να αντισταθμιστεί με τα πρόσθετα έξοδα που η Επιτροπή ενδέχεται να υποχρεωθεί να επιστρέψει στον ανάδοχο στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του κανονισμού.
2. Παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
Η προσφεύγουσα παρατηρεί ότι μετά την αποδέσμευση της εγγυήσεως παραδόσεως μπορούσε εύλογα να πιστεύσει ότι η καθυστέρηση της παραδόσεως δεν θα συνεπαγόταν κρατήσεις.
Η επιτροπή παρατηρεί ότι το επιχείρημα αυτό δεν ευσταθεί, αφού η εγγύηση παραδόσεως αποδεσμεύτηκε — και έπρεπε πράγματι να αποδεσμευτεί — μετά τη σύσταση της εγγυήσεως για την προκαταβολή και, επομένως, πριν να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν τα προϊόντα παραδόθηκαν προσηκόντως ή, στην αντίθετη περίπτωση, ποιες κρατήσεις έπρεπε να διενεργηθούν. Επιπλέον, η Επιτροπή είχε καταστήσει σαφές ότι η ανωτέρω βλάβη δεν συνιστούσε περίπτωση ανωτέρας βίας, αλλά εμπορικό κίνδυνο για τον ανάδοχο.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι διενεργεί πάντοτε τις κρατήσεις λόγω καθυστερήσεως της παραδόσεως επί του οφειλομένου ποσού, δηλαδή κατά τον οριστικό διακανονισμό. Η πάγια αυτή πρακτική δεν αμφισβητήθηκε ποτέ από τους αναδόχους, συμπεριλαμβανομένης της ίδιας της προσφεύγουσας.
3. Παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας
Η προσφεύγουσα παρατηρεί ότι δεν έχει ευθύνη για την καθυστέρηση της παραδόσεως και ότι οι υπάλληλοι της έκαναν ό,τι ήταν δυνατό για να αποφευχθεί αυτή η καθυστέρηση.
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, σε περίπτωση που είχε πράγματι ευθύνη, η Επιτροπή δεν θα μπορούσε, εν πάση περιπτώσει, να διενεργήσει παρά μόνο τις ευλόγως ανάλογες προς την πλημμέλεια αυτή κρατήσεις. Κράτηση ύψους 5,9 % του οφειλομένου ποσού δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κύρωση ανάλογη προς την παράβαση.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται, καταρχάς, ότι το άρθρο 22, σημείο 2, στοιχείο β, δεν είναι αντίθετο προς την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι η κράτηση για κάθε ημέρα καθυστερήσεως κατά την άφιξη στον λιμένα εκφορτώσεως δεν ισχύει σε περίπτωση που οι διαπιστούμενες « παραβάσεις » δεν καταλογίζονται στον ανάδοχο και δεν συνεπάγονται την καταβολή αποζημιώσεως από το ποσό της ασφαλίσεως.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται, εξάλλου, ότι η προσφεύγουσα δεν προέβαλε βάσιμα επιχειρήματα προκειμένου να μη διενεργηθεί καμία κράτηση κατά το άρθρο 22, σημείο 2, στοιχείο β, τελευταίο εδάφιο, του κανονισμού. Η εφαρμογή της διατάξεως αυτής εξαρτάται από τη σωρευτική συνδρομή δύο προϋποθέσεων: την ύπαρξη ανωτέρας βίας και τη μη καταβολή αποζημιώσεως από το ποσό της ασφαλίσεως.
Ως προς την πρώτη προϋπόθεση ( τη μόνη που επικαλείται η προσφεύγουσα), η Επιτροπή παρατηρεί ότι ο ενδιαφερόμενος πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη όλως ασυνηθών περιστάσεων, στην επέλευση των οποίων δεν είχε καμία ανάμιξη και των οποίων οι συνέπειες δεν θα μπορούσαν, παρ' όλη του τη φροντίδα, να αποφευχθούν παρά μόνο με υπερβολικές θυσίες. Η Επιτροπή παραπέμπει, συναφώς, στην ανακοίνωση που εξέδωσε σχετικά με την ανωτέρα βία, ιδίως στον τομέα της γεωργίας, και στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου (ΕΕ C 259 της 6.10.1988, σ. 10). Μια μηχανική βλάβη δεν αποτελεί όλως ασυνήθη περίσταση, αλλά περιλαμβάνεται στους συνήθεις και προβλέψιμους επιχειρηματικούς κινδύνους που φέρει ο ίδιος ο έμπορος και κατά των οποίων μπορεί να καλυφθεί με ασφάλιση.
Συνεπώς, ακόμη και αν διαπιστωνόταν ότι η προσφεύγουσα έλαβε όλα τα μέτρα για να αποφύγει την καθυστέρηση, δεν θα μπορούσε να στηριχτεί στην ύπαρξη περιπτώσεως ανωτέρας βίας.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η ίδια η προσφεύγουσα γνωστοποίησε με τηλετύπημα στην οικεία εφοπλιστική εταιρία ότι δεν θεωρούσε τις δυσχέρειες που αντιμετώπισε το πλοίο ως « act of God ».
4. Η καθυστερημένη παράδοση δεν είχε ως συνέπεια την πρόκληση συγκεκριμένης ζημίας
Η προσφεύγουσα παρατηρεί ότι η καθυστερημένη παράδοση δεν είχε ως συνέπεια τη πρόκληση συγκεκριμένης ζημίας σε βάρος της Επιτροπής ή του παραλήπτη, πράγμα που αναγνώρισε σιωπηρά η Επιτροπή αποδεσμεύοντας την εγγύηση παραδόσεως.
Η Επινροπή παρατηρεί ότι η ύπαρξη ζημίας δεν συνιστά προϋπόθεση διενέργειας της κρατήσεως λόγω καθυστερήσεως της παραδόσεως.
J. C. Moitinho de Almeida
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 12ης Δεκεμβρίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-172/89,
Vandemoortele NV, εταιρία εδρεύουσα στο Izegem ( Βέλγιο ), εκπροσωπούμενη και επικουρούμενη από τους Jacques Steenbergen και Wim Dejonghe, δικηγόρους Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Aloyse May, 31, Grand-rue,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Robert Caspar Fischer, νομικό σύμβουλο της, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Guido Berardis, μέλος της νομικής υπηρεσίας της, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής σχετικά με κρατήσεις επί των πληρωμών για επισιτιστική βοήθεια, που κοινοποιήθηκε με τηλετύπημα της 15ης Μαρτίου 1989,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. C. Moitinho de Almeida, πρόεδρο τμήματος, F. Grévisse και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των εκπροσώπων των διαδίκων κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 2ας Μαΐου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 12ης Ιουνίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Μαΐου 1989, η εταιρία Vandemoortele NV, εδρεύουσα στο Izegem ( Βέλγιο ), ζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής να διενεργήσει κράτηση ύψους 56463 ECU επί του ποσού που όφειλε στην προσφεύγουσα λόγω προμήθειας στο πλαίσιο της κοινοτικής επισιτιστικής βοήθειας, απόφαση που της κοινοποιήθηκε με τηλετύπημα της 15ης Μαρτίου 1989.
2
Με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 941/88, της 8ης Απριλίου 1988, σχετικά με την παράδοση εξευγενισμένου κραμβελαίου στο Bangladesh ως επισιτιστική βοήθεια ( ΕΕ 1988, L 92, σ. 26 ), η Επιτροπή προκήρυξε διαγωνισμό σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού της ( ΕΟΚ) 2200/87, της 8ης Ιουλίου 1987, για τις γενικές διατάξεις της συγκεντρώσεως στην Κοινότητα των προϊόντων που χορηγούνται ως κοινοτική επισιτιστική βοήθεια ( ΕΕ 1987, L 204, σ. 1 ), και με τους όρους που περιέχονταν στο παράρτημα του προαναφερθέντος κανονισμού 941/88.
3
Η προμήθεια 2000 τόννων εξευγενισμένου κραμβελαίου που έπρεπε να « παραδοθούν και να εκφορτωθούν στο λιμάνι εκφορτώσεως », το Chittagong, το αργότερο στις 31 Ιουλίου 1988, κατακυρώθηκε στην προσφεύγουσα. Κατά τους όρους του διαγωνισμού η προσφεύγουσα συνέστησε στις 29 Απριλίου 1988 εγγύηση για την παράδοση του προϊόντος ίση προς το 10 o/ο του ποσού της προσφοράς, που ήταν εκφρασμένη σε ECU. Η εγγύηση αυτή αποδεσμεύτηκε, στη συνέχεια, με τη σύσταση εγγυήσεως για την προκαταβολή που προβλέπεται στο άρθρο 18, παράγραφος 5, του κανονισμού 2200/87. Και η δεύτερη αυτή εγγύηση αποδεσμεύτηκε στις 30 Ιανουαρίου 1989.
4
Λόγω μηχανικής βλάβης του πλοίου στο οποίο φορτώθηκε το κραμβέλαιο, το φορτίο έφθασε στον λιμένα προορισμού, το Chittagong, στις 28 Σεπτεμβρίου 1988, δηλαδή με 59ημέρες καθυστέρηση.
5
Κατά τον τελικό διακανονισμό η Επιτροπή διενήργησε κράτηση ύψους 56463 ECU, ίση προς ένα χιλιοστό του συνολικού ποσού της προσφοράς ανά ημέρα καθυστερήσεως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 22, σημείο 2, στοιχείο β, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 2200/87, κατά το οποίο επί της εγγυήσεως παραδόσεως διενεργούνται κρατήσεις ύψους μέχρι ένα χιλιοστό του συνολικού ποσού της προσφοράς για κάθε ημέρα καθυστερήσεως κατά την παράδοση ή κατά τη φόρτωση του εμπορεύματος, εφόσον πρόκειται για προμήθεια « παραδοτέα στον λιμένα φορτώσεως », ή κατά την άφιξη στον λιμένα εκφορτώσεως, εφόσον πρόκειται για προμήθεια « παραδοτέα στον λιμένα εκφορτώσεως », ή κατά την άφιξη στον τελικό τόπο προορισμού, εφόσον πρόκειται για προμήθεια « παραδοτέα στον τόπο προορισμού ».
6
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, οι λόγοι ακυρώσεως και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω, παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
7
Η προσφεύγουσα προβάλλει τρεις λόγους ακυρώσεως. Ο πρώτος αφορά την παράβαση του κανονισμού 2200/87, ενώ ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος αφορούν την παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας αντίστοιχα.
Erei το λόγου ακυρώσεως που αφορά την καράβαοη του κανονισμού 2200/87
8
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι καμιά διάταξη του κανονισμού 2200/87 δεν παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να προβαίνει, λόγω καθυστερημένης παραδόσεως, σε κρατήσεις επί του ποσού που οφείλεται ως τίμημα της προμήθειας. Η Επιτροπή, διενεργώντας την επίμαχη κράτηση επί του οφειλομένου ποσού, επεξέτεινε, χωρίς νόμιμο έρεισμα, το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 22, σημείο 2, στοιχείο β, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού αυτού, που προβλέπει κρατήσεις μόνο επί της εγγυήσεως παραδόσεως και κατά τον χρόνο της αποδεσμεύσεως της.
9
Πρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι, όπως υπογράμμισε το Δικαστήριο στην απόφαση του της 25ης Σεπτεμβρίου 1984, Könecke (117/83, Συλλογή 1984, σ. 3291), μια κύρωση, έστω και αν δεν έχει ποινικό χαρακτήρα, μπορεί να επιβληθεί μόνο αν θεμελιώνεται σε σαφή και μη διφορούμενη νομική βάση. Για να εκτιμηθεί ο λόγος ακυρώσεως, πρέπει να εξεταστεί αν ο κανονισμός 2200/87 προσφέρει τέτοια βάση.
10
Το άρθρο 22, σημείο 2, του κανονισμού 2200/87 δεν προβλέπει τη δυνατότητα κρατήσεων παρά μόνο κατά την αποδέσμευση της εγγυήσεως παραδόσεως που προβλέπεται στο άρθρο 12.
11
Η επίμαχη κράτηση δεν διενεργήθηκε κατά τον χρόνο της αποδεσμεύσεως της εγγυήσεως παραδόσεως, αλλά κατά τον χρόνο της καταβολής. Σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 2, μειώσεις επιτρέπονται μόνο σε περίπτωση που η ποιότητα του εμπορεύματος ή η συσκευασία του, όπως διαπιστώνονται κατά το στάδιο εκτελέσεως της προμήθειας, δεν αντιστοιχούν στις καθορισμένες προδιαγραφές.
12
Η Επιτροπή ισχυρίζεται βέβαια ότι, σε περίπτωση « παραδόσεως στον λιμένα εκφορτώσεως » ή « στον τόπο προορισμού », στις περισσότερες περιπτώσεις αγνοεί κατά την αποδέσμευση των εγγυήσεων για την παράδοση και την προκαταβολή αν υπήρξε καθυστέρηση της παραδόσεως και ότι, κατά συνέπεια, η αδυναμία διενέργειας κρατήσεων σε μεταγενέστερο χρόνο αποκλείει την επιβολή κυρώσεων λόγω καθυστερήσεως μικρότερης των 60ημερών. Πράγματι, το άρθρο 20, που προβλέπει ότι ο ανάδοχος βαρύνεται με όλες τις χρηματικές συνέπειες της μη εκτελέσεως της προμήθειας, για το σύνολο ή το μέρος του εμπορεύματος, σύμφωνα με τους καθορισμένους όρους, εφαρμόζεται μόνο σε καθυστερήσεις μεγαλύτερες των 60ημερών.
13
Το επιχείρημα αυτό θα μπορούσε να συνηγορήσει υπέρ της ερμηνείας που υποστηρίζεται από την Επιτροπή, αν, ενόψει της διατυπώσεως της, η υπό κρίση ρύθμιση έχρηζε ερμηνείας. Αντίθετα, δεν αρκεί για να δικαιολογήσει μόνο του την επιβολή κυρώσεως υπό συνθήκες διαφορετικές από τις σαφώς προβλεπόμενες στη ρύθμιση αυτή.
14
Από αυτό προκύπτει ότι η απόφαση περί διενεργείας της επίμαχης κρατήσεως μετά την αποδέσμευση της εγγυήσεως παραδόσεως στερείται νομίμου ερείσματος και πρέπει, επομένως, να ακυρωθεί.
15
Παρέλκει, κατά συνέπεια, η εξέταση των δύο άλλων λόγων ακυρώσεως.
Επί των δικαστικών εξόδων
16
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Ακυρώνει την απόφαση της Επιτροπής περί διενέργειας κρατήσεως ύψους 56463 ECU επί του ποσού που οφειλόταν στην προσφεύγουσα λόγω προμήθειας στο πλαίσιο της κοινοτικής επισιτιστικής βοήθειας, η οποία κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα με τηλετύπημα της 15ης Μαρτίου 1989.
2)
Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Moitinho de Almeida
Grévisse
Zuleeg
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 12 Δεκεμβρίου 1990.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος του τρίτου τμήματος
J.C. Moitinho de Almeida
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy