ΕΈΚΘΕΣΗ ΓΙΟ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-180/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1. Νομικό πλαίσιο
Ο νόμος 217, της 17ης Μαΐου 1983 [GURI ( Επίσημη Εφημερίδα της Ιταλικής Δημοκρατίας ) αριθ. 141 της 25.5.1983, σ. 4091 ], αποτελεί τον νόμο πλαίσιο στα θέματα τουρισμού. Το άρθρο 11 του εν λόγω νόμου προβλέπει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
« Τουριστικός οδηγός είναι εκείνος ο οποίος συνοδεύει επαγγελματικώς μεμονωμένα πρόσωπα ή ομάδες προσώπων στις επισκέψεις έργων τέχνης, μουσείων, πινακοθηκών, αρχαιολογικών χώρων, επεξηγώντας θέματα ιστορικού, καλλιτεχνικού ή αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος, τοπία και χώρους φυσικής καλλονής. »
Δυνάμει της ιδίας διατάξεως οι περιφερειακές αρχές πρέπει να εξετάζουν αν οι ξεναγοί, εκτός από την άριστη γνώση μιας ή περισσοτέρων ξένων γλωσσών, διαθέτουν πλήρη γνώση των έργων τέχνης, των μνημείων, του αρχαιολογικού πλούτου, των φυσικών καλλονών και, γενικώς, των τουριστικών ενδιαφερόντων του τόπου όπου θα ασκήσουν το επάγγελμα τους.
Η νομοθεσία των περιφερειών, που θεσπίστηκε κατ' εφαρμογή του προαναφερθέντος νόμου πλαισίου, επιτρέπει την άσκηση του επαγγέλματος του ξεναγού σε εκείνα μόνο τα πρόσωπα που διαθέτουν άδεια χορηγούμενη από τις αρμόδιες αρχές, γεγονός που προϋποθέτει ορισμένη κατάρτιση πιστοποιούμενη από την επιτυχία σε σχετικές εξετάσεις.
Σε ορισμένα κράτη μέλη το επάγγελμα του ξεναγού διέπεται, επίσης, από ορισμένους επαγγελματικούς κανόνες' σε άλλα κράτη μέλη δεν υφίσταται σχετική ρύθμιση.
Η δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 75/368/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1975, περί των μέτρων που προορίζονται να διευκολύνουν την πραγματική άσκηση του δικαιώματος εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών για διάφορες δραστηριότητες (ex-κλάση 01 έως κλάση 85 ΔΤΤΒ), και ιδίως περί των μεταβατικών μέτρων για τις δραστηριότητες αυτές (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 214) διευκρινίζει τα ακόλουθα:
« Εκτιμώντας ότι οι δραστηριότητες των τουριστικών οδηγών ασκούνται σε ορισμένα κράτη μέλη εντός προσδιορισθέντων εδαφικών ορίων και αποτελούν αντικείμενο λεπτομερούς εθνικής ρυθμίσεως' ότι, κατά συνέπεια, συντρέχει λόγος να αποκλειστούν οι δραστηριότητες αυτές της παρούσας οδηγίας με εξαίρεση πάντως τις δραστηριότητες των οδηγών συνοδών και αυτών των τουριστικών διερμηνέων. »
Το άρθρο 2, παράγραφος 5, της Ιδιας οδηγίας προβλέπει ότι η οδηγία δεν εφαρμόζεται στις δραστηριότητες των ξεναγών, εξαιρουμένων των δραστηριοτήτων των οδηγών συνοδών και των τουριστικών διερμηνέων.
Η Επιτροπή εξέδωσε πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με ένα δεύτερο γενικό σύστημα αναγνωρίσεως της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως η οποία συμπληρώνει την οδηγία 89/48/ΕΟΚ ( ΕΕ 1989, C 263, σ. 1 ). Η δεύτερη αιτιολογική σκέψη της προτάσεως αυτής ορίζει
« ότι όσον αφορά τα επαγγέλματα για την άσκηση των οποίων η Κοινότητα δεν έχει ορίσει το ελάχιστο επίπεδο των αναγκαίων προσόντων, τα κράτη μέλη διατηρούν την ευχέρεια να καθορίζουν το επίπεδο αυτό, ώστε να εξασφαλίζουν την ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχονται στο έδαφος τους· ότι, ωστόσο, τα κράτη μέλη δεν μπορούν, παραγνωρίζοντας τις υποχρεώσεις που ορίζονται στα άρθρα 5, 48, 52 και 59 της Συνθήκης, να επιβάλλουν σε υπήκοο κράτους μέλους να αποκτά προσόντα τα οποία τα εν λόγω κράτη μέλη απλώς περιορίζονται να ορίζουν σε σχέση με τα διπλώματα που χορηγούν στα πλαίσια του εθνικού εκπαιδευτικού συστήματος ενώ ο ενδιαφερόμενος έχει ήδη αποκτήσει το σύνολο ή μέρος των προσόντων αυτών σε άλλο κράτος μέλος· ότι κατά συνέπεια κάθε κράτος μέλος υποδοχής στο οποίο είναι κατοχυρωμένο νομοθετικά ένα επάγγελμα είναι υποχρεωμένο να λαμβάνει υπόψη του τα προσόντα που αποκτώνται σε άλλο κράτος μέλος και να εκτιμά αν αυτά αντιστοιχούν στα προσόντα που απαιτεί ».
Το άρθρο 5 της προτάσεως προβλέπει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
«Όταν, στο κράτος μέλος υποδοχής, η πρόσβαση σε νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα ή η εξάσκηση του προϋποθέτει την κατοχή πιστοποιητικού, η αρμόδια αρχή δεν μπορεί να αρνείται σε υπήκοο κράτους μέλους την πρόσβαση στο επάγγελμα αυτό ή την εξάσκηση του, υπό τους ίδιους όρους με τους ημεδαπούς επικαλούμενη την έλλειψη προσόντων:
α)
αν ο αιτών κατέχει το δίπλωμα όπως αυτό που ορίζεται στην παρούσα οδηγία ή στην οδηγία 89/48/ΕΟΚ ή το πιστοποιητικό που επιβάλλεται από άλλο κράτος μέλος για την πρόσβαση στο εν λόγω επάγγελμα ή την εξάσκηση του στο έδαφος του και το οποίο έχει ληφθεί σε ένα κράτος μέλος,
ή
β)
αν ο αιτών έχει εξασκήσει το επάγγελμα αυτό με πλήρη απασχόληση επί δύο έτη κατά τη διάρκεια των δέκα τελευταίων ετών σε άλλο κράτος μέλος που δεν κατοχυρώνει νομοθετικά αυτό το επάγγελμα, κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο δ, και του άρθρου 1, στοιχείο ε, εδάφω πρώτο, και έχει αποκτήσει έναν ή περισσότερους τίτλους εκπαίδευσης (... ) »
2. Το ιστορικό της διαφοράς
Το ασυμβίβαστο ορισμένων συνεπειών της ιταλικής νομοθεσίας με το άρθρο 59 της Συνίθήκης ΕΟΚ απετέλεσε αντικείμενο επιστολής της Επιτροπής προς την Ιταλική Κυβέρνηση, της 10ης Φεβρουαρίου 1987. Με την επιστολή αυτή η Επιτροπή, σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ διαδικασία, κάλεσε την Ιταλική Κυβέρνηση να υποβάλει τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας δύο μηνών από τη λήψη της εν λόγω επιστολής. Με επιστολή της 22ας Ιουνίου 1987 οι ιταλικές αρχές αμφισβήτησαν τις απόψεις της Επιτροπής. Η Επιτροπή διατύπωσε αιτιολογημένη γνώμη στις 20 Απριλίου 1988. Δεδομένου ότι σε ορισμένα κράτη μέλη ισχύουν ρυθμίσεις ανάλογες προς την εν λόγω ρύθμιση, οι γαλλικές αρχές πρότειναν στην Επιτροπή να οργανώσει σύσκεψη με αυτά τα κράτη μέλη. Η σύσκεψη αυτή πραγματοποιήθηκε στις 25 Νοεμβρίου 1988. Κατόπιν της συσκέψεως αυτής οι ιταλικές αρχές πρότειναν στην Επιτροπή συμβιβασμό με επιστολή της 7ης Δεκεμβρίου 1988. Με επιστολή της 2ας Φεβρουαρίου 1989, η Επιτροπή απάντησε ότι κατά τη γνώμη της «ο συμβιβασμός που επήλθε κατά τη σύσκεψη αυτή, και στον οποίο συμμετείχαν και οι ιταλικές αρχές, δεν είναι σε θέση να μεταβάλει την άποψη της όπως αυτή αναπτύχθηκε στην αιτιολογημένη γνώμη της 20ής Απριλίου 1988». Με την ίδια επιστολή η Επιτροπή ζήτησε από τις ιταλικές αρχές να της γνωστοποιήσουν εντός προθεσμίας 30ημερών από της λήψεως της επιστολής, εάν είναι διατεθειμένες να συμμορφωθούν προς την αιτιολογημένη γνώμη. Με επιστολή της 21ης Μαρτίου 1989 οι ιταλικές αρχές επιβεβαίωσαν ότι δεν συμφωνούν με την άποψη της Επιτροπής.
3. Διαδικασία
Η προσφυγή της Επιτροπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 24 Μαΐου 1989. Η έγγραφη διαδικασία εξελίχθηκε κανονικά.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή, προσφεύγουσα, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, εξαρτώντας την παροχή υπηρεσιών ξεναγού που συνοδεύει ομάδα τουριστών προερχομένων από άλλα κράτος μέλος — όταν πρόκειται για ξεναγήσεις σε χώρους πλην μουσείων και ιστορικών μνημείων όπου απαιτείται η συνοδεία ειδικευμένου ξεναγού — από την κατοχή αδείας που προϋποθέτει ορισμένη κατάρτιση πιστοποιούμενη από την επιτυχία σε σχετικές εξετάσεις, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΟΚ·
—
να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Η Ιταλική Δημοκρατία, καθής, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·
—
να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων κατά συνέπεια της απορριπτικής του αποφάσεως.
III — Αόγοι προσφυγής και επιχειρήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ορισμένες συνέπειες της ιταλικής κανονιστικής ρυθμίσεως των επαγγελματικών δραστηριοτήτων των ξεναγών είναι ασυμβίβαστες με το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΟΚ. Με την προσφυγή της αυτή δεν στρέφεται κατά ειδικών ρυθμίσεων που αφορούν τις ξεναγήσεις σε ορισμένα μουσεία ή πολιτιστικούς ή ιστορικούς χώρους ανοικτούς στο κοινό όπου, για τον σκοπό αυτό, απαιτείται οι ξεναγοί να διαθέτουν ειδικά προσόντα. Πράγματι, το γενικό συμφέρον που συνίσταται στην αξιοποίηση του ιστορικού και πολιτιστικού πλούτου δικαιολογεί την απαίτηση παρομοίων επαγγελματικών προσόντων.
Η παρούσα υπόθεση αφορά, ωστόσο, την ειδική περίπτωση των δραστηριοτήτων που αναπτύσσουν ξεναγοί που εργάζονται ως μισθωτοί σε μια τουριστική επιχείρηση (tour operator) εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος, η οποία οργανώνει από την έδρα της ομαδικά ταξίδια για τουρίστες που κατευθύνονται στην Ιταλία (π.χ. με λεωφορείο). Οι ξεναγοί συνοδεύουν την ομάδα, εν είδει κλειστού κυκλώματος, καθόλη τη διάρκεια του ταξιδιού. Διέρχονται τα σύνορα μαζί με την ομάδα και εξηγούν τα πολιτιστικά, ιστορικά και καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα της χώρας εξ ονόματος και για λογαριασμό της τουριστικής επιχειρήσεως. Η παροχή της υπηρεσίας παρέχεται, συνεπώς, εκ μέρους της εν λόγω επιχειρήσεως η οποία ενεργεί αποκλειστικά μέσω των ξεναγών της. Κατά την Επιτροπή, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει τις πράξεις αυτές ως παροχή υπηρεσιών ( απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Φεβρουαρίου 1982, 62/81 και 63/81, Seco και Desquenne & Girai, Συλλογή 1982, σ. 223 ).
Η απαίτηση επαγγελματικής καταρτίσεως προβλεπόμενης από τη συγκεκριμένη ιταλική κανονιστική ρύθμιση εμποδίζει την τουριστική επιχείρηση, που είναι εγκατεστημένη σε κράτος μέλος στο οποίο δεν ισχύουν ρυθμίσεις για την εργασία του ξεναγού, να χρησιμοποιήσει τους δικούς της ξεναγούς οι οποίοι συνοδεύουν συνήθως τις ομάδες τουριστών. Πράγματι, οι ξεναγοί αυτοί δεν έχουν άδεια ασκήσεως επαγγέλματος. Κατά συνέπεια, η επιχείρηση υποχρεούται να προσλάβει επί τόπου αδειούχο ξεναγό ή — άλλως — οι ξεναγοί που συνοδεύουν την ομάδα πρέπει να έχουν λάβει το απαιτούμενο ιταλικό δίπλωμα. Κατά συνέπεια, η επίδικη κανονιστική ρύθμιση παρακωλύει την ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών της επιχειρήσεως έναντι των τουριστών, καθώς και την ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών του ξεναγού έναντι της τουριστικής επιχειρήσεως και των τουριστών, οι οποίοι προτιμούν τον συνήθη ξεναγό τους.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΟΚ αποσκοπεί στην κατάργηση των περιορισμών εκείνων οι οποίοι, έστω και αν εφαρμόζονται χωρίς διακρίσεις, παρακωλύουν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών εφόσον δεν δικαιολογούνται για λόγους δημοσίου συμφέροντος.
Καταρχάς, η συγκεκριμένη κανονιστική ρύθμιση δεν δικαιολογείται για λόγους γενικού συμφέροντος σχετικούς με την προστασία του καταναλωτή. Πράγματι, πρόκειται για κλειστό κύκλωμα: ο ξεναγός, ο οποίος εκπροσωπεί την τουριστική επιχείρηση, και οι τουρίστες (καταναλωτές) μετακινούνται από κοινού από το κράτος μέλος στο οποίο έχει την έδρα της η τουριστική επιχείρηση για να προσφέρουν και να αποδεχθούν τη συγκεκριμένη υπηρεσία σ' ένα άλλο κράτος μέλος. Σε μια τέτοια περίπτωση, η εμπορική φήμη της τουριστικής επιχειρήσεως, σε σχέση με τον ανταγωνισμό της αγοράς, διασφαλίζει επαρκώς τα συμφέροντα των καταναλωτών.
Εξάλλου, τη συγκεκριμένη κανονιστική ρύθμιση δεν δικαιολογούν λόγοι γενικού συμφέροντος σχετικοί με την αξιοποίηση του ιστορικού και πολιτιστικού πλούτου, ακριβώς λόγω της αναποτελεσματικότητας της. Πράγματι, η διάδοση πληροφοριών πολιτιστικού και ιστορικού χαρακτήρα διασφαλίζεται ήδη σε μεγάλο βαθμό και με διαφόρους τρόπους από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Λόγω της ελευθερίας του τύπου και της εκφράσεως των σκέψεων οι πληροφορίες αυτές δεν μπορούν να ελεγχθούν αποτελεσματικά. Κατά συνέπεια, επηρεάζουν τουλάχιστον το ίδιο σημαντικά την αξιοποίηση του τουριστικού και πολιτιστικού πλούτου με τις πληροφορίες που παρέχουν οι ξεναγοί.
Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των ξεναγών και των οδηγών συνοδών. Μόνο η τελευταία αυτή κατηγορία έχει αποτελέσει αντικείμενο κοινοτικής εναρμονίσεως με την προαναφερθείσα οδηγία 75/368 του Συμβουλίου. Η Ιταλική Κυβέρνηση επικαλείται, σχετικώς, τη δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη και το άρθρο 2, παράγραφος 5, της εν λόγω οδηγίας. Το δικαίωμα ασκήσεως της δραστηριότητας του οδηγού συνοδού δεν συνεπάγεται το δικαίωμα ασκήσεως της δραστηριότητας του ξεναγού. Ελλείψει κοινοτικής εναρμονίσεως σχετικής με τους ξεναγούς, η συγκεκριμένη ιταλική κανονιστική ρύθμιση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ασυμβίβαση με το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι σκοπός της κανονιστικής αυτής ρυθμίσεως είναι η προστασία γενικών συμφερόντων αναγομένων στην προστασία των καταναλωτών και στη διαφύλαξη της εθνικής ιστορικής και καλλιτεχνικής κληρονομιάς. Όσον αφορά την προστασία των καταναλωτών, υπογραμμίζει ότι σκοπός της κανονιστικής ρυθμίσεως είναι να διασφαλίζει την ποιότητα της παρεχομένης υπηρεσίας προκειμένου να προστατευθεί ο πραγματικός αποδέκτης που είναι ο τουρίστας. Το συμφέρον της διαφυλάξεως της εθνικής ιστορικής και καλλιτεχνικής κληρονομιάς διασφαλίζεται από το γεγονός ότι ο ξεναγός αποτελεί το πρόσωπο που παρεμβάλλεται μεταξύ του επισκέπτη και του πολιτιστικού αγαθού. Συνεπώς, ο ρόλος του ξεναγού είναι σημαντικός για τη διαμόρφωση της εικόνας που αποκτά το κοινό για το πολιτιστικό αγαθό. Στην ειδική περίπτωση οργανωμένου ομαδικού ταξιδιού αλλοδαπών τουριστών η προστασία των συμφερόντων αυτών αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Πράγματι, οι τουρίστες αυτοί, λόγω των διαφορετικών τους πολιτιστικών καταβολών και της συνήθως περιορισμένης διάρκειας των επισκέψεων, επηρεάζονται σημαντικά από τον ξεναγό.
Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, είναι αδύνατον να περιοριστεί η εφαρμογή της συγκεκριμένης αυτής κανονιστικής ρυθμίσεως στις ξεναγήσεις σε ορισμένα μουσεία, μνημεία και ειδικούς πολιτιστικούς ή ιστορικούς χώρους ανοικτούς στο κοινό. Πράγματι, εάν η ρύθμιση αυτή αφορούσε πολύ περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων θα εδημιουργούντο αμφιβολίες ως προς τους σκοπούς της προστασίας του καταναλωτή και της εθνικής πολιτιστικής κληρονομιάς. Εάν, αντιθέτως, η κανονιστική ρύθμιση εφαρμοζόταν σε όλα τα αντικείμενα και τους χώρους που έχουν σημαντική πολιτιστική σημασία θα ήταν πρακτικώς αναπόφευκτο να διέπει επίσης τα αντικείμενα και τους χώρους εκείνους που επισκέπτονται συνήθως τουρίστες συμμετέχοντες σε οργανωμένα ταξίδια.
Η Ιταλική Κυβέρνηση αμφισβητεί ότι η ιταλική κανονιστική ρύθμιση είναι αλυσιτελής. Οι τουριστικές πληροφορίες που παρέχονται γραπτώς υπόκεινται στον έλεγχο του αυξημένου κριτικού πνεύματος του αναγνώστη. Δεδομένου ότι η στάση ενός ξεναγουμένου προσώπου που ταξιδεύει στο πλαίσιο κλειστής ομάδας είναι παθητικότερη από τη στάση που επιδεικνύουν οι αναγνώστες γραπτών πληροφοριών, επιβάλλεται η κατάρτιση των ξεναγών.
Στο υπόμνημα απαντήσεως η Επιτροπή τονίζει ότι ουδέποτε υποστήριξε ότι το επάγγελμα του οδηγού συνοδού και το επάγγελμα του ξεναγού είναι όμοια και ότι ο οδηγός συνοδός έχει αυτομάτως το δικαίωμα να ασκεί τη δραστηριότητα του ξεναγού. Παρά το ότι ο ξεναγός που συνοδεύει ομάδα τουριστών μπορεί ίσως να επιτελεί και τις δύο εργασίες, η σωρευτική αυτή άσκηση ουδόλως συνεπάγεται την εξομοίωση της μιας εργασίας με την άλλη. Συνεπώς, οι όροι ασκήσεως του επαγγέλματος του ξεναγού, το οποίο δεν αποτελεί αντικείμενο ρυθμίσεως της προαναφερθείσας οδηγίας 75/368, πρέπει να είναι σύμφωνη προς το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΟΚ.
P.J. G. Kapteyn
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 26ης Φεβρουαρίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-180/89,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Étienne Lasnet και Giuliano Marenco, μέλη της νομικής υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Guido Berardis, μέλος της νομικής υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον καθηγητή Luigi Ferrari Bravo, προϊστάμενο της Servizio del contenzioso diplomatico του Υπουργείου Εξωτερικών Υποθέσεων, επικουρούμενο από τον Pier Giorgio Ferri, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ιταλίας, 5, rue Marie-Adélaïde,
καθής,
με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, εξαρτώντας την παροχή υπηρεσιών ξεναγού που συνοδεύει ομάδα τουριστών προερχόμενη από άλλο κράτος μέλος από την κατοχή αδείας που προϋποθέτει ορισμένη κατάρτιση πιστοποιούμενη από την επιτυχία σε σχετικές εξετάσεις, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, Πρόεδρο, G. F. Mancini, J. C. Moitinho de Almeida και M. Diez de Velasco, προέδρους τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, F. Α. Schockweiler, F. Grévisse, M. Zuleeg και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 8ης Νοεμβρίου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Δεκεμβρίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 24 Μαΐου 1989, η Επιτροπή άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατίας εξαρτώντας την παροχή υπηρεσιών ξεναγού που συνοδεύει ομάδα τουριστών προερχόμενη από άλλο κράτος μέλος, όταν πρόκειται για ξεναγήσεις σε χώρους πλην μουσείων και ιστορικών μνημείων όπου απαιτείται η συνοδεία ειδικευμένου ξεναγού, από την κατοχή αδείας που προϋποθέτει ορισμένη κατάρτιση πιστοποιούμενη από την επιτυχία σε σχετικές εξετάσεις, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2
Οι διατάξεις στις οποίες αναφέρεται η παρούσα προσφυγή περιέχονται στο άρθρο 11 του νόμου της 17ης Μαΐου 1983 (GURI αριθ. 141 της 25.5.1983, σ. 4091 ). Κατά τις διατάξεις αυτές ως ξεναγοί νοούνται εκείνοι οι οποίοι συνοδεύουν επαγγελματικώς μεμονωμένα πρόσωπα ή ομάδες προσώπων στις επισκέψεις έργων τέχνης, μουσείων, πινακοθηκών, αρχαιολογικών χώρων επεξηγώντας θέματα ιστορικού, καλλιτεχνικού ή αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος, τοπία και χώρους φυσικής καλλονής.
3
Στις 10 Φεβρουαρίου 1987, η Επιτροπή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, απηύθυνε στην Ιταλική Κυβέρνηση έγγραφη όχληση. Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό, η Ιταλία δεν είχε συμμορφωθεί προς τις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου και ειδικότερα προς το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΟΚ, όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών ξεναγών που ταξιδεύουν με ομάδα τουριστών προερχόμενη από άλλο κράτος μέλος.
Με έγγραφο της 22ας Ιουνίου 1987, οι ιταλικές αρχές αμφισβήτησαν τις απόψεις της Επιτροπής. Στις 20 Απριλίου 1988, η Επιτροπή διατύπωσε αιτιολογημένη γνώμη στην οποία επανέλαβε την άποψη της και κάλεσε την Ιταλική Κυβέρνηση να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί με την άποψη αυτή εντός προθεσμίας δύο μηνών. Διαπιστώνοντας ότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν δέχθηκε την άποψη της, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
4
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω, παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
5
Προκαταρκτικώς πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι δραστηριότητες ξεναγού προερχομένου από άλλο κράτος μέλος, πλην της Ιταλίας, ο οποίος συνοδεύει από το κράτος μέλος αυτό τους μετέχοντες σε οργανωμένο ταξίδι στην Ιταλία, μπορούν να ασκηθούν υπό δύο διαφορετικά νομικά καθεστώτα. 'Ενα τουριστικό γραφείο, εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος, μπορεί να χρησιμοποιεί τους ξεναγούς που αυτό απασχολεί. Στην περίπτωση αυτή η υπηρεσία παρέχεται από το τουριστικό γραφείο στους τουρίστες μέσω των δικών του ξεναγών. Ένα τέτοιο τουριστικό γραφείο μπορεί όμως επίσης να προσλάβει ανεξάρτητους ξεναγούς, εγκατεστημένους σ' αυτό το άλλο κράτος μέλος. Σ' αυτή την περίπτωση η υπηρεσία παρέχεται από τον ξεναγό στο τουριστικό γραφείο.
6
Οι δύο προαναφερθείσες περιπτώσεις αφορούν επομένως τις υπηρεσίες που παρέχονται αντίστοιχα από το τουριστικό γραφείο στους τουρίστες και από τον ανεξάρτητο ξεναγό στο τουριστικό γραφείο. Οι παροχές αυτές, που είναι χρονικά περιορισμένες και δεν διέπονται από τις διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, των κεφαλαίων και των προσώπων, αποτελούν παροχές προσφερόμενες έναντι αμοιβής κατά την έννοια του άρθρου 60 της Συνθήκης.
7
Πρέπει να εξεταστεί αν οι δραστηριότητες αυτές εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 59 της Συνθήκης.
8
Το άρθρο 59 της Συνθήκης αναφέρεται ρητά μόνο στην περίπτωση που ο παρέχων τις υπηρεσίες είναι εγκατεστημένος σε κράτος μέλος διαφορετικό από αυτό του αποδέκτη της υπηρεσίας, ο σκοπός του όμως είναι η κατάργηση των περιορισμών της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από πρόσωπα μη εγκατεστημένα στο κράτος στο έδαφος του οποίου πρέπει να παρασχεθεί η υπηρεσία (βλ. απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1982, 76/81, Transporoute, Συλλογή 1982, σ. 417, σκέψη 14 ). Οι διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών δεν εφαρμόζονται μόνον όταν όλα τα ουσιώδη στοιχεία της εν λόγω δραστηριότητας περιορίζονται στο εσωτερικό ενός μόνο κράτους μέλους ( απόφαση της 18ης Μαρτίου 1980, 52/79, Debauve, Race. 1980, σ. 833, σκέψη 9 ).
9
Κατά συνέπεια, οι διατάξεις του άρθρου 59 εφαρμόζονται σε όλες τις περιπτώσεις που ο παρέχων υπηρεσίες τις προσφέρει στο έδαφος κράτους μέλους διαφορετικού από αυτό στο οποίο είναι εγκατεστημένος, ασχέτως του τόπου εγκαταστάσεως των αποδεκτών των υπηρεσιών αυτών.
10
Δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση, και στις δύο περιπτώσεις που περιγρά-φηκαν στη σκέψη 5 της παρούσας απόφασης, οι παροχές υπηρεσιών πραγματοποιούνται σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος εγκαταστάσεως του παρέχοντος αυτές, το άρθρο 59 της Συνθήκης έχει εφαρμογή.
11
Στη συνέχεια πρέπει να εξεταστεί αν η εν λόγω παροχή έχει αποτελέσει ήδη αντικείμενο κοινοτικής ρυθμίσεως.
12
Η Ιταλική Κυβέρνηση υπογραμμίζει σχετικά ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ του επαγγέλματος του ξεναγού και του επαγγέλματος του οδηγού συνοδού. Από την τέταρτη αιτιολογική σκέψη και το άρθρο 2, παράγραφος 5, της οδηγίας 75/368/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1975, περί των μέτρων που προορίζονται να διευκολύνουν την πραγματική άσκηση του δικαιώματος εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών για διάφορες δραστηριότητες ( ex-κλάση 01 έως κλάση 85 ΔΤΤΒ ), και ιδίως περί των μεταβατικών μέτρων για τις δραστηριότητες αυτές ( ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 214), προκύπτει ότι μόνο το επάγγελμα του οδηγού συνοδού αποτέλεσε αντικείμενο κοινοτικής εναρμονίσεως. Κατά συνέπεια, το ότι επιτρέπεται η άσκηση της δραστηριότητας του οδηγού συνοδού δεν συνεπάγεται και δικαίωμα ασκήσεως της δραστηριότητας του ξεναγού.
13
Τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά. Αρκεί πράγματι να επισημανθεί ότι ουδόλως η Επιτροπή υποστήριξε ότι τα δύο επαγγέλματα ταυτίζονται και ότι ο τουριστικός συνοδός μπορεί ελεύθερα να ασκεί τη δραστηριότητα αυτή ή τη δραστηριότητα του ξεναγού. Στην προσφυγή της αναφέρεται μόνο στα καθήκοντα ξεναγού που ασκεί το πρόσωπο που ταξιδεύει με ομάδα τουριστών, χωρίς να αναφέρεται στο αν το πρόσωπο αυτό ασκεί επίσης καθήκοντα οδηγού συνοδού.
14
Πρέπει επομένως να εξεταστεί αν, ελλείψει κοινοτικής εναρμονίσεως, η εφαρμογή της εν λόγω ιταλικής ρυθμίσεως στους ξεναγούς που συνοδεύουν ομάδα τουριστών προερχόμενη από άλλο κράτος μέλος συμβιβάζεται με τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης ΕΟΚ.
15
Τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης δεν απαιτούν μόνο την κατάργηση κάθε διακρίσεως εις βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες λόγω της ιθαγένειας του, αλλά και την κατάργηση κάθε περιορισμού της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών λόγω του ότι ο παρέχων είναι εγκατεστημένος σε κράτος μέλος διαφορετικό από αυτό εντός του οποίου παρέχεται η υπηρεσία. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να εξαρτούν την παροχή υπηρεσιών στο έδαφος τους από την τήρηση όλων των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την εγκατάσταση, διότι διαφορετικά δεν θα είχαν καμία πρακτική αποτελεσματικότητα οι διατάξεις που αποσκοπούν στην εξασφάλιση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
16
Σχετικά πρέπει να παρατηρηθεί ότι η απαίτηση που θέτουν οι προαναφερθείσες διατάξεις της ιταλικής νομοθεσίας αποτελεί τέτοιο περιορισμό. Πράγματι, η νομοθεσία αυτή, εξαρτώντας την παροχή υπηρεσιών των ξεναγών που ταξιδεύουν με ομάδα τουριστών προερχόμενη από άλλο κράτος μέλος από την κατοχή συγκεκριμένου τίτλου, εμποδίζει τα τουριστικά γραφεία να παρέχουν τις υπηρεσίες αυτές με τη βοήθεια του δικού τους προσωπικού, καθώς και τους ανεξαρτήτους ξεναγούς να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στα γραφεία αυτά κατά τη διάρκεια των οργανωμένων ταξιδιών. Περιορίζει επίσης τις δυνατότητες επιλογής των τουριστών, που μετέχουν σε τέτοια οργανωμένα ταξίδια, όσον αφορά τις εν λόγω παροχές.
17
Λαμβανομένων εντούτοις υπόψη των απαιτήσεων που χαρακτηρίζουν ορισμένες παροχές υπηρεσιών, το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος εξαρτά, κατ' εφαρμογή των κανόνων που διέπουν αυτά τα είδη δραστηριοτήτων στο έδαφος του, τις παροχές αυτές από προϋποθέσεις που αφορούν τα προσόντα του παρέχοντος, δεν μπορεί να θεωρηθεί ασυμβίβαστο προς τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης. Πάντως, η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, ως θεμελιώδης αρχή της Συνθήκης, μπορεί να περιοριστεί μόνον από ρυθμίσεις δικαιολογούμενες από το γενικό συμφέρον και επιβαλλόμενες σε κάθε πρόσωπο ή επιχείρηση που ασκεί δραστηριότητα στο έδαφος του κράτους όπου παρέχονται οι υπηρεσίες εφόσον το συμφέρον αυτό δεν διασφαλίζεται από τους κανόνες στους οποίους υπόκειται ο παρέχων τις υπηρεσίες εντός του κράτους μέλους όπου έχει την εγκατάσταση του. Εξάλλου, οι εν λόγω υποχρεώσεις πρέπει να είναι εξ αντικειμένου αναγκαίες για την εξασφάλιση της τήρησης των επαγγελματικών κανόνων και τη διασφάλιση της προστασίας των συμφερόντων, πράγμα που αποτελεί και τον στόχο των τελευταίων ( βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1986, 205/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1986, σ. 3755, σκέψη 27 ).
18
Από τα προηγούμενα έπεται ότι οι απαιτήσεις αυτές μπορεί να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης μόνον εφόσον αποδεικνύεται ότι υφίστανται, στον τομέα της εξεταζόμενης δραστηριότητας, επιτακτικοί λόγοι συνδεόμενοι με το γενικό συμφέρον δικαιολογούντες περιορισμούς στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, ότι το συμφέρον αυτό δεν έχει ήδη διασφαλιστεί από τους κανόνες του κράτους εγκαταστάσεως του παρέχοντος τις υπηρεσίες και ότι το ίδιο αυτό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με κανόνες λιγότερο δεσμευτικούς.
19
Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστήριξε, επίσης, ότι η κανονιστική αυτή ρύθμιση αποβλέπει στην προστασία γενικών συμφερόντων που αφορούν την προστασία των καταναλωτών και τη διαφύλαξη της ιστορικής και καλλιτεχνικής εθνικής κληρονομιάς. Ως προς την προστασία των καταναλωτών υπογραμμίζει ότι σκοπός της κανονιστικής ρυθμίσεως είναι να διασφαλίσει την ποιότητα της παροχής ώστε να προστατεύσει τον πραγματικό αποδέκτη της, δηλαδή τον τουρίστα. Το συμφέρον της διαφυλάξεως της ιστορικής και καλλιτεχνικής εθνικής κληρονομιάς διασφαλίζεται μέσω του ξεναγού ο οποίος παρεμβάλλεται μεταξύ του επισκέπτη και του πολιτιστικού αγαθού. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οργανωμένου ταξιδιού ομάδας αλλοδαπών τουριστών, η προστασία του συμφέροντος αυτού έχει ιδιαίτερη σημασία, καθόσον, λόγω της διαφορετικής πολιτιστικής τους καταγωγής και της περιορισμένης διάρκειας της επισκέψεως, οι τουρίστες διατηρούν από το πολιτιστικό αγαθό την εικόνα μόνο και τις πληροφορίες που τους μετέδωσε ο ξεναγός.
20
Επιβάλλεται να τονιστεί ότι το γενικό συμφέρον που αφορά την προστασία των καταναλωτών και τη διαφύλαξη της ιστορικής και καλλιτεχνικής εθνικής κληρονομιάς μπορεί να αποτελέσει επιτακτικό λόγο δικαιολογούντα περιορισμούς στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Ωστόσο, η συγκεκριμένη απαίτηση, όπως αυτή προκύπτει από την ιταλική κανονιστική ρύθμιση, βαίνει πέραν εκείνου που είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση της προστασίας του εν λόγω συμφέροντος, εφόσον εξαρτά την άσκηση της δραστηριότητας του ξεναγού που συνοδεύει ομάδες τουριστών προερχομένων από άλλο κράτος μέλος από την κατοχή αδείας.
21
Πράγματι, η επαγγελματική συνοδεία για την οποία πρόκειται εν προκειμένω πραγματοποιείται υπό ιδιαίτερες συνθήκες. Ο ξεναγός που είναι ανεξάρτητος εργαζόμενος ή υπάλληλος ταξιδεύει μαζί με τους τουρίστες που συνοδεύει, αποτελώντας μαζί τους κλειστό κύκλωμα· ταξιδεύουν προσωρινά, ως ομάδα, από το κράτος μέλος εγκαταστάσεως στο κράτος μέλος που επισκέπτονται.
22
Υπό τις συνθήκες αυτές, η επιβαλλόμενη από το κράτος μέλος προορισμού απαίτηση αδείας έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του αριθμού των ξεναγών που μπορούν να συνοδεύουν τους τουρίστες σε κλειστό κύκλωμα, πράγμα που μπορεί να οδηγήσει τους διοργανωτές ταξιδίων να προτιμούν τη χρησιμοποίηση τοπικών ξεναγών, που είναι υπάλληλοι ή είναι εγκατεστημένοι στο κράτος μέλος όπου παρέχεται η υπηρεσία. Αυτή όμως η συνέπεια παρουσιάζει για τους τουρίστες, που είναι οι αποδέκτες της εν λόγω παροχής, το μειονέκτημα ότι τους στερεί τη δυνατότητα να έχουν ξεναγό οικείο προς τη γλώσσα τους και τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα και προσδοκίες τους.
23
Επιβάλλεται, επίσης, να υπογραμμιστεί ότι η αποδοτική εκμετάλλευση των ομαδικών αυτών ταξιδιών εξαρτάται από την εμπορική φήμη του γραφείου που τα οργανώνει το οποίο αντιμετωπίζει τον ανταγωνισμό των άλλων τουριστικών γραφείων, η διατήρηση δε της φήμης αυτής και της ανταγωνιστικής πιέσεως συνεπάγεται μια ορισμένη επιλογή των τουριστικών οδηγών και έλεγχο της ποιότητας των παροχών τους. Το στοιχείο αυτό μπορεί να συμβάλλει, ανάλογα με τις ειδικές προσδοκίες των συγκεκριμένων ομάδων τουριστών, στην προστασία των καταναλωτών και στη διαφύλαξη της ιστορικής και καλλιτεχνικής εθνικής κληρονομιάς, όταν πρόκειται για ξεναγήσεις σε χώρους πλην μουσείων και ιστορικών μνημείων όπου απαιτείται συνοδεία επαγγελματία ξεναγού.
24
Συνεπώς, λόγω της σημασίας των περιορισμών που συνεπάγεται, η συγκεκριμένη κανονιστική ρύθμιση είναι δυσανάλογη σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, τη διαφύλαξη δηλαδή της ιστορικής και καλλιτεχνικής κληρονομιάς του κράτους μέλους στο οποίο πραγματοποιείται το ταξίδι, καθώς και την προστασία των καταναλωτών.
25
Τέλος, η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι είναι αδύνατον να περιοριστεί η εφαρμογή της συγκεκριμένης κανονιστικής ρυθμίσεως σε εκείνες μόνο τις ξεναγήσεις που πραγματοποιούνται σε ορισμένα μουσεία, μνημεία και ειδικούς πολιτιστικούς ή ιστορικούς χώρους, ανοικτούς στο κοινό. Υποστηρίζει, πράγματι, ότι αν η κανονιστική αυτή ρύθμιση αφορούσε πολύ περιορισμένο αριθμό αυτών των αντικειμένων και τόπων δεν θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις της προστασίας του καταναλωτή και της εθνικής πολιτιστικής κληρονομιάς. Προσθέτει ότι αν η κανονιστική αυτή ρύθμιση εφαρμοζόταν, αντιθέτως, σε όλα τα αντικείμενα και χώρους που ενέχουν ιδιαίτερη καλλιτεχνική σημασία, αναπόφευκτα θα εφαρμοζόταν και σε εκείνα τα αντικείμενα και χώρους τα οποία συνήθως επισκέπτονται οι τουρίστες που μετέχουν σε οργανωμένα ταξίδια.
26
Βεβαίως, η Επιτροπή δεν περιέλαβε στην προσφυγή της τις ξεναγήσεις σε ορισμένα μουσεία ή μνημεία όπου η επίσκεψη επιτρέπεται μόνο με συνοδεία ειδικευμένου ξεναγού. Ωστόσο, όπως εξήγησε κατά την προφορική διαδικασία, η εξαίρεση αυτή αφορά εκείνες μόνο τις περιπτώσεις στις οποίες οι εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις επιβάλλουν, λόγω των ειδικών χαρακτηριστικών ορισμένων χώρων, την ύπαρξη ειδικών προσόντων συμπληρωματικών εκείνων που απαιτούνται για τη χορήγηση της αδείας ξεναγού στην οποία αναφέρεται η παρούσα προσφυγή.
27
Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Ιταλική Κυβέρνηση, το γεγονός ότι μια τέτοια εξαίρεση δεν μπορεί παρά να έχει περιορισμένη έκταση δεν μπορεί να επηρεάσει την προστασία των καταναλωτών και της πολιτιστικής κληρονομιάς. Πράγματι, από τις ανωτέρω σκέψεις συνάγεται ότι, εκτός των ειδικών αυτών χώρων, η προστασία αυτή διασφαλίζεται εν πάση περιπτώσει επαρκώς ως προς.τους ξεναγούς που παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε κλειστή ομάδα τουριστών που πραγματοποιούν τουριστικό ταξίδι με αφετηρία άλλο κράτος μέλος.
28
Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, εξαρτώντας την παροχή υπηρεσιών ξεναγού που συνοδεύει ομάδα τουριστών προερχόμενη από άλλο κράτος μέλος, όταν η παροχή αυτή συνίσταται στην ξενάγηση των τουριστών αυτών σε χώρους πλην μουσείων και ιστορικών μνημείων όπου η επίσκεψη επιτρέπεται μόνο με συνοδεία ειδικευμένου επαγγελματία ξεναγού, από την κατοχή αδείας ασκήσεως επαγγέλματος που προϋποθέτει ορισμένη κατάρτιση πιστοποιούμενη με σχετικό δίπλωμα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Eni των δικαστικών εξόδων
29
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η Ιταλική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ αποφασίζει:
1)
Η Ιταλική Δημοκρατία, εξαρτώντας την παροχή υπηρεσιών ξεναγού που ταξιδεύει με ομάδα τουριστών προερχόμενη από άλλο κράτος μέλος, όταν η παροχή αυτή συνίσταται στην ξενάγηση των τουριστών αυτών σε χώρους πλην μουσείων και ιστορικών μνημείων όπου η επίσκεψη επιτρέπεται μόνο με συνοδεία ειδικευμένου επαγγελματία ξεναγού, από την κατοχή αδείας ασκήσεως επαγγέλματος που προϋποθέτει ορισμένη κατάρτιση πιστοποιούμενη με σχετικό δίπλωμα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2)
Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Due
Mancini
Moitinho de Almeida
Diez de Velasco
Κακούρης
Schockweiler
Grévisse
Zuleeg
Kapteyn
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 26 Φεβρουαρίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy