ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣ
στην υπόθεση C-188/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1. Κανονιοτικό πλαίοιο
Η οδηγία 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70 ), ορίζει στο άρθρο 5, παράγραφος 1, ότι
«η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, όσον αφορά τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των όρων απολύσεως, συνεπάγεται την εξασφάλιση σε άνδρες και γυναίκες των αυτών όρων, χωρίς διάκριση βασιζόμενη στο φύλο ».
Στο πλαίσιο του βρετανικού δικαίου, το άρθρο 6, παράγραφος 2, περίπτωση β ), του Sex Discrimination Act (νόμου σχετικά με τις διακρίσεις που βασίζονται στο φύλο ) του 1975, όπως ίσχυε κατά την περίοδο που συνέβησαν τα οικεία πραγματικάπεριστατικά, απαγόρευε σε κάθε εργοδότη να εισάγει διακρίσεις σε βάρος γυναίκας εργαζομένης στη Μεγάλη Βρετανία « είτε ως προς την απόλυση είτε σε σχέση με άλλης μορφής δυσμενή μεταχείριση ». Η παράγραφος 4 του ίδιου άρθρου όριζε εντούτοις ότι η εν λόγω απογόρευση δεν εφαρμόζεται « ως προς τις διατάξεις που αφορούν περιπτώσεις θανάτου ή συνταξιοδοτήσεως ». Το άρθρο 6, παράγραφος 4, καταργήθηκε, από την 7η Νοεμβρίου 1986, με το άρθρο 2 του Sex Discrimination Act του 1986.
Κατά τη νομολογία του House of Lords (Βουλής των Λόρδων) (απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 1988, Duke κατά GEC Reliance Ltd, 1988 AC 618), στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ εργαζομένων και ιδιώτη εργοδότη, ο Sex Discrimination Act του 1975, όπως ίσχυε πριν από τις τροποποιήσεις του δυνάμει του Sex Discrimination Act του 1986, δεν μπορεί να ερμηνεύεται κατά τρόπο συνάδοντα προς την οδηγία 76/207, όπως αυτή ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1986, Southampton and Southwest Hampshire Health Area Authority ( 152/84, Συλλογή 1986, σ. 723 ). Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο έκρινε ότι « το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207 έχει την έννοια ότι μία γενική πολιτική απολύσεως, συνεπαγόμενη την απόλυση γυναικών με μόνη αιτιολογία ότι έχουν αποκτήσει ή υπερβεί την ηλικία κατά την οποία έχουν δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως από το Δημόσιο και η οποία διαφέρει, δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, μεταξύ ανδρών και γυναικών, συνιστά διάκριση βασιζόμενη στο φύλο και απαγορευόμενη από την οδηγία αυτή ». Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι μπορεί να γίνει επίκληση της εν λόγω διατάξεως « κατά κρατικών αρχών που ενεργούν υπό την ιδιότητα του εργοδότη, για να αποκρουστεί η εφαρμογή κάθε εθνικής διατάξεως που αντιβαίνει στο εν λόγω άρθρο ».
2. Τα πραγματικά περιστατικά
Οι Α. Foster, G. Α. Η. Μ. Fulford-Brown, J. Morgan, Μ. Roby, Ε. M. Solloway και P. Sullivan ( στο εξής: αναιρεσείουσες της κύριας δίκης), είναι πρώην υπάλληλοι της εταιρίας British Gas Corpotation ( στο εξής: BGC ), στα δικαιώματα της οποίας έχει υποκατασταθεί η British Gas pic ( στο εξής: αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης ).
Τη χρονική περίοδο κατά την οποία συνέβησαν τα πραγματικά περιστατικά η λειτουργία της BGC διεπόταν από τον Gas Act του 1972, νόμο βάσει του οποίου η εν λόγω εταιρία υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που είχε προηγουμένως το Gas Council ( Εθνική Υπηρεσία Φωταερίου ) και οι Area Boards ( Περιφερειακές Διευθύνσεις) δυνάμει του Gas Act του 1948, με τον οποίο είχε εθνικοποιηθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο η βιομηχανία φωταερίου. Στη συνέχεια η βιομηχανία αυτή ιδιωτικοποιήθηκε, από 24ης Αυγούστου 1986, με τον Gas Act του 1986, νόμο δυνάμει του οποίου συνεστήθη η British Gas pic, αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης.
Βάσει του νομικού συστήματος του Gas Act του 1972, η BGC ήταν νομικό πρόσωπο συσταθέν διά νόμου, στο οποίο είχε ανατεθεί υπό καθεστώς μονοπωλίου η ανάπτυξη και η διαχείριση ενός αποτελεσματικού, συντονισμένου και οικονομικώς αποδοτικού συστήματος παροχής φωταερίου στη Μεγάλη Βρετανία και η ικανοποίηση κάθε εύλογης ζήτησης φωταερίου (άρθρα 2, παράγραφος 1, και 29 του Gas Act του 1972). Η BGC μπορούσε να αναπτύσσει κάθε δραστηριότητα που θεωρούσε ότι επιβάλλεται, παρέχει πλεονεκτήματα ή είναι πρόσφορη προς εκπλήρωση της αποστολής η οποία της είχε ανατεθεί ή που συνδεόταν με τις εξουσίες που της είχαν παραχωρηθεί ( άρθρο 2, παράγραφος 2 ).
Τα μέλη του διοικητικού οργάνου της επιχειρήσεως διορίζονταν από τον αρμόδιο υφυπουργό (Secretary of State) (άρθρο 1, παράγραφος 2 ). Ο τελευταίος είχε την εξουσία να δίδει οδηγίες στη BGC σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας της, καθώς και οδηγίες γενικού χαρακτήρα περί της ασκήσεως των αρμοδιοτήτων που της είχαν ανατεθεί, σχετικά με ζητήματα αφορώντα το εθνικό συμφέρον (άρθρα 4, παράγραφος 3, και 7, παράγραφος 1).
Η BGC είχε την υποχρέωση να υποβάλλει στον αρμόδιο υφυπουργό, κατόπιν αιτήσεως του ή με δική της πρωτοβουλία, περιοδικές αναφορές περί της λειτουργίας της. Όφειλε επίσης να του υποβάλλει ετήσια έκθεση περί της ασκήσεως των αρμοδιοτήτων της, καθώς και περί της πολιτικής της και των προγραμμάτων της. Οι εκθέσεις αυτές διαβιβάζονταν στα δύο σώματα του Κοινοβουλίου ( άρθρα 4 και 8 ).
Η BGC είχε υποχρέωση να ισοσκελίζει τον προϋπολογισμό της (άρθρο 14)· ο αρμόδιος υφυπουργός μπορούσε να της δίδει εντολή να διαθέτει ποσά για το αποθεματικό ή να διοχετεύει ποσά από το αποθεματικό για κάποιο ειδικό σκοπό (άρθρο 15). Μπορούσε επίσης να της δίδει εντολή να θέτει στη διάθεση του κάθε πλεόνασμα προερχόμενο από ορισμένες από τις δραστηριότητες της (άρθρο 16).
Δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 6, η BGC μπορούσε να υποβάλλει στο Κοινοβούλιο νομοσχέδια κατόπιν αδείας του αρμόδιου υφυπουργού.
Κατά το εθνικό δίκαιο η BGC ήταν ένα « public body » και μία « public authority » (δημόσια αρχή), όσον αφορά την εφαρμογή διαφόρων διατάξεων και έναντι του common law ( για την κατάσταση υπό τον Gas Act του 1948 βλέπε την απόφαση του House of Lords, Regina κατά Manners, AC 1978, σ. 43). Η BGC δεν θεωρείτο ως εντολοδόχος του υφυπουργού και το προσωπικό της δεν απασχολείτο στην υπηρεσία του Στέμματος κατά το εργατικό δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου.
Οι αναιρεσείουσες της κύριας δίκης απολύθηκαν από την υπηρεσία της BGC σε χρόνο τοποθετούμενο μεταξύ της 27ης Δεκεμβρίου 1985 και 22ας Ιουλίου 1986, ήτοι όταν συμπλήρωσαν το 60ό έτος της ηλικίας τους, σύμφωνα με γενικώς ακολουθούμενη από την BGC πολιτική, που συνίστατο στην απόλυση των υπαλλήλων της όταν συμπλήρωναν την ηλικία μετά την οποία εδικαιούντο κρατικής συντάξεως. Η ηλικία αυτή είναι στο Ηνωμένο Βασίλειο 60 έτη για τις γυναίκες και 65 έτη για τους άνδρες.
Δεδομένου ότι οι αναιρεσείουσες της κύριας δίκης επιθυμούσαν να συνεχίσουν να εργάζονται πέραν της ηλικίας των 60 ετών και ότι εμποδίστηκαν να παραμείνουν στην εργασία τους, άσκησαν αγωγή ενώπιον του Industrial Tribunal του νότιου Λονδίνου διατεινόμενες ότι ήταν θύματα παράνομης διακρίσεως με βάση το φύλο. Ισχυρίστηκαν, ειδικότερα, ότι η γενική πολιτική της BGC, η οποία είναι η απόλυση των ανδρών και των γυναικών εργαζομένων σε διαφορετική ηλικία, καίτοι μη απαγορευόμενη από τις εθνικές διατάξεις, είναι αντίθετη προς το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207 και ότι είναι δυνατή η επίκληση της διατάξεως αυτής κατά της BGC. Με απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 1986, το Industrial Tribunal απέρριψε το αίτημα τους, με την αιτιολογία ότι η BGC δεν ήταν « κρατική αρχή » κατά την έννοια του διατακτικού της προαναφερθείσας αποφάσεως Marshall της 26ης Φεβρουαρίου 1986 και ότι, επομένως, δεν είναι δυνατή η επίκληση της οδηγίας 76/207 έναντι της.
Την απόφαση αυτή επιβεβαίωσε απόφαση του Employment Appeal Tribunal της 6ης Ιουλίου 1987, καθώς και απόφαση του Court of Appeal της 13ης Μαΐου 1988, με τις οποίες απορρίφθηκαν οι εφέσεις που άσκησαν οι αναιρεσείουσες της κύριας δίκης.
3. Το προδικαστικό ερώτημα
Στις 18 Οκτωβρίου 1988 το House of Lords επέτρεψε στις αναιρεσείουσες να ασκήσουν αναίρεση κατά της αποφάσεως του Court of Appeal. Εκτιμώντας ότι από τη διαφορά ανακύπτει ζήτημα ερμηνείας της οικείας κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, το House of Lords αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία, με Διάταξη της 4ης Μαΐου 1989, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, και να ζητήσει από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί του ακολούθου ερωτήματος:
«Αποτελούσε η British Gas Corporation (κατά τον χρόνο των περιστατικών της παρούσας υπόθεσης) τέτοιας μορφής νομικό πρόσωπο ώστε να μπορούν οι αναιρεσείουσες να επικαλεστούν απευθείας ενώπιον των αγγλικών δικαστηρίων την οδηγία 76/207 του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας, προκειμένου να στηρίξουν επ' αυτής αγωγή αποζημιώσεως με την αιτιολογία ότι η πολιτική απολύσεως λόγω συνταξιοδοτήσεως που εφάρμοζε η British Gas Corporation ήταν αντίθετη προς την οδηγία; »
Στη Διάταξη του το εθνικό δικαστήριο παρατηρεί ότι οι διάδικοι δεν αμφισβητούν ότι, σε περίπτωση εφαρμογής της οδηγίας 76/207, είναι παράνομη η πρακτική της BGC που συνίσταται στην απόλυση των ανδρών και των γυναικών εργαζομένων σε διαφορετική ηλικία. Δεν αμφισβητείται επίσης ότι, σε περίπτωση που η οδηγία δεν έχει άμεσο αποτέλεσμα, η πολιτική απολύσεως λόγω συνταξιοδοτήσεως που ακολουθεί η BGC είναι απόλυτα νόμιμη.
4. Αιαοικαοία
Η Διάταξη του House of Lords πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29 Μαΐου 1989. Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού ( ΕΟΚ ) του Δικαστηρίου κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις:
— στις 27 Ιουλίου 1989 οι Α. Foster και λοιπές, αναιρεσείουσες της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενες από τον James Goudie, QC, και τον John Cavanagh, barrister, ενεργούντες κατόπιν οδηγιών του Bruce Piper, solicitor,
— στις 11 Σεπτεμβρίου 1989 η British Gas pic, αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενη από τον Michael J. Beioff, QC, και την Elizabeth Slade, barrister, ενεργούντες κατόπιν οδηγιών του C Ε. Η. Twiss, διευθυντή της νομικής υπηρεσίας στην έδρα της British Gas pic,
— στις 19 Σεπτεμβρίου 1989 η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τη S. J. Hay, του Treasury Solicitor' s Department, επικουρούμενη από τους John Laws και David Pannick, barristers,
— την Ι η Σεπτεμβρίου 1989η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Karen Banks, μέλος της νομικής υπηρεσίας.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε στις 17 Ιανουαρίου 1990 να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
Η Α. Foster και οι λοιπές αναιρεοείονοες της κύριας δίκης διατείνονται ότι, προκειμένου να εξεταστεί αν ένας οργανισμός είναι « κρατική αρχή » όσον αφορά τη δυνατότητα επικλήσεως μιας οδηγίας έναντι του, ο όρος « κρατικός » πρέπει να ληφθεί υπό ευρεία έννοια, ήτοι ως καλύπτων όλα τα κρατικά όργανα, περιλαμβανομένων και εκείνων που ασκούν εμπορικές ή παρόμοιες με αυτές δραστηριότητες. Οι αναιρεσείουσες αναφέρονται σχετικά στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Sir Gordon Slynn στην προαναφερθείσα υπόθεση Marshall και στην πλέον πρόσφατη απόφαση της 22ας Ιουνίου 1989, Fratelli Costanzo SpA κατά Δήμου Μιλάνου, ( 103/88, Συλλογή 1989, σ. 1839).
Ισχυρίζονται ότι από την εξέταση της προαναφερθείσας υποθέσεως Marshall, της 26ης Φεβρουαρίου 1986, και Johnston κατά Chief Constable of the Royal Ulster Constabulary, της 15ης Μαΐου 1986 (222/84, Συλλογή 1986, σ. 1651 ), προκύπτει ότι το δικαστήριο χρησιμοποιεί αδιακρίτως, στο πλαίσιο αυτό, τους όρους «κράτοςff, «κρατικό όργανο», «που έχει συσταθεί από το κράτος », « κρατική αρχή» και «δημόσια αρχή». Η BGC επομένως περιλαμβάνεται μεταξύ των αρχών στις οποίες αναφέρεται η παράγραφος 2 του διατακτικού της αποφάσεως Marshall υπό την ιδιότητα της ως εθνικοποιημένης βιομηχανίας και κρατικής αρχής.
Η νομολογία του Δικαστηρίου αποκλείει εντελώς την ύπαρξη ενδιάμεσης κατηγορίας μεταξύ, αφενός, του κράτους και των οργάνων του και, αφετέρου, των ιδιωτών. Αντίθετα, στην απόφαση Johnson, το Δικαστήριο χρησιμοποίησε τον όρο « δημόσια αρχή » σε αντίθεση με τον όρο « ιδιώτης ». Αυτός ο δυϊσμός προκύπτει επίσης σαφώς από την προαναφερθείσα απόφαση Marshall της 26ης Φεβρουαρίου 1986 και την απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1987, Kolpinghuis Nijmegen BV ( 80/86, Συλλογή 1987, σ. 3969 ).
Έστω και αν υποτεθεί ότι υφίσταται μία ενδιάμεση κατηγορία, υπάρχουν ορισμένα κριτήρια προς διαχωρισμό των δημοσίων οργανισμών που δεν είναι συγχρόνως κρατικές αρχές. Εντούτοις, κανένα από αυτά τα κριτήρια δεν δικαιολογείται σε σχέση με τη δυνατότητα επικλήσεως των οδηγιών, η δε εφαρμογή τους θα προσέκρουε στην πράξη σε πολλές δυσχέρειες.
Πρώτον, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το άμεσο αποτέλεσμα των οδηγιών ισχύει μόνο έναντι κρατικής αρχής « στην οποία το κράτος έχει αναθέσει μια οποιαδήποτε από τις κλασικές κρατικές λειτουργίες» όπως έκρινε το Court of Appeal με την απόφαση που εξέδωσε επί της παρούσας υποθέσως. Αυτός ο περιορισμός είναι ασυμβίβαστος προς τη νομολογία του Δικαστηρίου και ειδικότερα την απόφαση Marshall, με την οποία κρίθηκε ότι το άμεσο αποτέλεσμα των οδηγιών είναι απαραίτητο ώστε τα κράτη να μη μπορούν να επωφελούνται από τις εκ μέρους τους παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου. Δεν υπάρχει λόγος για τον οποίο το άμεσο αποτέλεσμα δεν πρέπει να ισχύει έναντι οργανισμών, συσταθέντων μεν από το κράτος, αλλά στους οποίους δεν έχουν ανατεθεί κλασικές κρατικές λειτουργίες. Εξάλλου, ο περιορισμός αυτός προσκρούει σε ορισμένες πρακτικές δυσχέρειες: οι κλασικές λειτουργίες ενός κράτους μπορούν να διαφέρουν ανάλογα με το κράτος ή με την εποχή, κατά τρόπον ώστε η αποδοχή του κριτηρίου αυτού να δημιουργεί μια κατάσταση η οποία δεν συμβιβάζεται προς την ενιαία εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου και την ασφάλεια δικαίου. Ωστόσο, αν υποτεθεί ότι ένα τέτοιο κριτήριο εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, πρέπει να συναχθεί ότι η BGC είναι όντως κρατική αρχή όσον αφορά το άμεσο αποτέλεσμα των οδηγιών. Καθώς η BGC ασκεί ένα κρατικό μονοπώλιο από το 1948, οι λειτουργίες της κατέστησαν κατ' ανάγκη κλασικές λειτουργίες του κράτους, αφού μόνο το κράτος μπορούσε να τις ασκήσει.
Δεύτερον, είναι απορριπτέα η ιδέα που συνάγεται από την απόφαση του Industrial Tribunal στην παρούσα υπόθεση, κατά την οποία το άμεσο αποτέλεσμα των οδηγιών πρέπει να περιορίζεται στις αρχές που ασκούν εξουσίες του Στέμματος. Αυτή η ιδέα προσκρούει ιδίως στην απόφαση Johnston, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι ο Chief Constable του Royal Ulster Constabulary είναι κρατική αρχή, έστω και αν είναι κατά το σύνταγμα ανεξάρτητος από το κράτος και όποιες και αν είναι οι σχέσεις του με τα άλλα όργανα του κράτους. Εν πάση περιπτώσει, προσθέτουν οι αναιρεσείουσες της κύριας δίκης, το « Στέμμα », καθώς είναι έννοια χρησιμοποιούμενη μόνο στη Μεγάλη Βρετανία, δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως κριτήριο γενικής εφαρμογής για όλα τα κράτη μέλη της Κοινότητας. Επιπλέον, το κριτήριο αυτό, δεδομένου ότι είναι καθαρά τυπικό, μπορεί να παρέχει τη δυνατότητα στο κράτος να αποφεύγει το άμεσο αποτέλεσμα των κοινοτικών πράξεων μη παρέχοντας σε ορισμένα όργανα την ιδιότητα του εκπροσώπου του Στέμματος.
Τρίτον, δεν υπάρχει κανένας λόγος να περιοριστεί το άμεσο αποτέλεσμα στις δημόσιες αρχές μη εμπορικού χαρακτήρα. Αυτό το κριτήριο αντιβαίνει προς την αρχή κατά την οποία ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να αποκομίζει οφέλη από τις εκ μέρους του παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου. Εξάλλου, υπάρχει κίνδυνος η εφαρμογή του να είναι δυσχερής σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως όταν πρόκειται περί των υγειονομικών υπηρεσιών, που μπορούν να έχουν εμπορικό χαρακτήρα μολονότι πρόκειται για δραστηριότητες υπαχθείσες στον έλεγχο του κράτους και χρηματοδοτούμενες από αυτό.
Τέταρτον, προκύπτει σαφώς από τη νομολογία του Δικαστηρίου ( απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1982, Becker κατά Hauptzollamt Münster-Innenstadt, 8/81, Συλλογή 1982, σ. 53' αποφάσεις Marshall και Johnston, προαναφερθείσες ) ότι είναι δυνατή η επίκληση των οδηγιών έναντι οργάνων τα οποία δεν έχουν τα ίδια εξουσία θεσπίσεως κανονιστικών ρυθμίσεων. Συνεπώς, το κριτήριο αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
Καταλήγοντας οι αναιρεσείουσες της κύριας δίκης προτείνουν στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το House of Lords:
« Η BGC ήταν ( κατά την περίοδο που συνέβησαν τα πραγματικά περιστατικά ) οργανισμός έναντι του οποίου οι αναιρεσείουσες έχουν δικαίωμα αμέσου επικλήσεως της οδηγίας 76/207 του Συμβουλίου ενώπιον των αγγλικών δικαστηρίων και, επομένως, μπορούν να ζητήσουν αποζημίωση λόγω του ότι η πολιτική απολύσεων της BGC ήταν αντίθετη προς την οδηγία. »
Η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης British Gas plc διατείνεται ότι, για να εξακριβωθούν τα χαρακτηριστικά και η μορφή που πρέπει να έχει ένας οργανισμός για να είναι δυνατή η επίκληση έναντι του μιας οδηγίας, είναι απαραίτητο να ληφθεί υπόψη η ίδια η αρχή βάσει της οποίας παρέχεται η δυνατότητα στους ιδιώτες να επικαλούνται τις οδηγίες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου (αποφάσεις της 19ης Ιαρουαρίου 1982, Becker, της 26ης Φεβρουαρίου 1986, Marshall, και της 15ης Μαΐου 1986, Johnston, όπ. π. ) ότι η βάση της αρχής αυτής είναι ότι το κράτος δεν μπορεί να επικαλείται την εκ μέρους του μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχει από τις οδηγίες ούτε να αποκομίζει οφέλη από αυτό.
Επ' αυτού η νομολογία ακολουθεί την κλασική αντίληψη, κατά την οποία το κράτος περιλαμβάνει τη νομοθετική, την εκτελεστική και τη δικαστική εξουσία. Το Δικαστήριο δέχεται πάντοτε ότι το κράτος είναι υπεύθυνο για τις παραλείψεις της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας. Επίσης, με την απόφαση της 10ης Απριλίου 1984, Von Colson και Kamann κατά Land Nordrhein-Westfalen ( 14/83, Συλλογή 1984, σ. 1891 ) δέχθηκε ότι η απορρέουσα από οδηγία υποχρέωση των κρατών μελών να επιτύχουν το καθοριζόμενο σ' αυτήν αποτέλεσμα δεσμεύει επίσης, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, τις δικαστικές αρχές.
Όσον αφορά τα άλλα κρατικά ή συσταθέντα από το κράτος όργανα, η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται μια οδηγία έναντι τους μόνο επειδή αυτά εκπροσωπούν το κράτος και διότι το κράτος τους ανέθεσε την εκτέλεση ορισμένων λειτουργιών. Ενδείξεις υπέρ αυτής της αποφάσεως παρέχουν σχετικά οι προαναφερθείσες αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 1986, Marshall, και της 15ης Μαΐου 1986, Johnston, οι οποίες εξάλλου ουδόλως στηρίζουν την άποψη ότι κάθε εργαζόμενος που δεν είναι ιδιωτικός υπάλληλος είναι κατ' ανάγκη δημόσιος υπάλληλος και, επομένως, δικαιούται να επικαλείται την οδηγία 76/207 ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
Επ' χ αυτού είναι σημαντικές οι αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 1959, Snupat κατά Ανωτάτης Αρχής ( 32/58 και 33/58, ECR 1959, σ. 275 ) και της 12ης Ιουλίου 1962, Worms κατά Ανωτάτης Αρχής ( 18/60, ECR 1962, σ. 377). Το Δικαστήριο εξαρτά την ιδιότητα του « οργάνου » της Ανωτάτης Αρχής από την ύπαρξη αναθέσεως αρμοδιοτήτων. Αν εφαρμοστεί αυτή η μέθοδος, στην προκειμένη περίπτωση η BGC πρέπει να μη θεωρηθεί ως κρατικό ή ως εκπροσωπούν το κράτος όργανο.
Βάσει των αρχών αυτών, για να είναι δυνατή η άμεση επίκληση μιας οδηγίας έναντι ενός οργάνου, είναι αναγκαίο το όργανο αυτό να συμμετέχει στη νομοθετική, την εκτελεστική ή τη δικαστική εξουσία ή να ασκεί εξουσία, έργο ή λειτουργία ως εκπρόσωπος του κράτους. Αντίθετα, η έκταση του κρατικού ελέγχου δεν είναι καθοριστική για τον χαρακτηρισμό ενός οργανισμού ως ασκούντος τέτοιες εξουσίες ή λειτουργίες εν ονόματι του κράτους: ένας δεδομένος οργανισμός μπορεί να είναι κρατικό όργανο έστω και αν είναι κατά το σύνταγμα ανεξάρτητος. Αντίστροφα, το γεγονός της υπάρξεως κρατικού ελέγχου σε σημαντικό βαθμό, για παράδειγμα μέσω του διορισμού των διοικούντων τον οργανισμό, δεν τον εξομοιώνει αυτομάτως προς το κράτος.
Όσον αφορά ειδικότερα την BGC, αυτή δεν είχε τις εξουσίες του Secretary of State, αλλά ενεργούσε μόνο ως εντολοδόχος του' είχε ίδιες εξουσίες και αρμοδιότητες, υποκείμενη μόνο σε έλεγχο εκ μέρους του Secretary of State.
Η δυνατότητα υποβολής νομοσχεδίων στο κοινοβούλιο δεν σημαίνει ότι η BGC έχει μεγαλύτερη εξουσία. από ό,τι μία « public limited company », που έχει το δικαίωμα αυτό δυνάμει του καταστατικού της. Εν πάση περιπτώσει, η BGC δεν θα μπορούσε να υποβάλλει νομοσχέδια παρά μόνο στους τομείς που την αφορούσαν άμεσα και όχι στον καλυπτόμενο από την οδηγία 76/207 τομέα.
Σε αντίθεση με τις « Health Authorities », οι οποίες ασκούν λειτουργίες ανήκουσες στον Υπουργό Υγείας ως εντολοδόχοι του και οι οποίες είναι κρατικά όργανα υπό την έννοια ότι υπηρετούν το Στέμμα, η BGC ήταν μια εθνικοποιημένη βιομηχανική επιχείρηση που, κατά τη νομολογία των αγγλικών δικαστηρίων, δεν ήταν κρατικό όργανο υπό την έννοια ότι υπηρετούσε το Στέμμα.
Καταλήγοντας, η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης προτείνει να δοθεί αρνητική απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το House of Lords. Επικουρικά, εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται τις οδηγίες έναντι της BGC, η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης φρονεί ότι οι ιδιώτες δεν μπορούν να θεμελιώσουν αυτόνομο δικαίωμα βάσει του κοινοτικού δικαίου παρά μόνο αν τα εθνικά δικαστήριαα δεν δέχονται να ερμηνεύσουν την εθνική νομοθεσία έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η εφαρμογή της οδηγίας. Εξάλλου, πρέπει να περιοριστούν χρονικά τα αποτελέσματα της προδικαστικής αποφάσεως, όπως έπραξε το Δικαστήριο με την απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, Defrenne κατά Sabena (43/75, ECR 1976, σ. 455). Τούτο επιβάλλεται λόγω των σοβαρών οικονομικών συνεπειών που μπορεί να έχει η απόφαση του Δικαστηρίου και για λόγους ασφαλείας δικαίου.
Η Βρετανική Κνβέρνηοη υποστηρίζει, κυρίως, ότι εναπόκειται, όχι στο Δικαστήριο, αλλά στα εθνικά δικαστήρια να κρίνουν αν η BGC είναι κρατικό όργανο στο πλαίσιο του νομικού συστήματος του Ηνωμένου Βασιλείου: προς στήριξη της απόψεως αυτής παραπέμπει στην προαναφερθείσα απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1986, με την οποία το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η εφαρμογή των κριτηρίων αυτών στις περιστάσεις της κάθε υποθέσεως εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια.
Στο βαθμό που το ζήτημα αυτό υπάγεται στο κοινοτικό δίκαιο, η BGC δεν είναι κρατικό όργανο λόγω του ότι δεν επιτελεί κρατική λειτουργία ούτε άμεσα ούτε ως εντολοδόχος ή πληρεξούσιος. Αυτό το κριτήριο είναι σύμφωνο προς την αρχή κατά την οποία το κράτος δεν μπορεί να προσκομίσει οφέλη από την παράλειψη εκ μέρους του να μεταφέρει στο εσωτερικό του δίκαιο την οδηγία. Αντίθετα, το αν ο οικείος οργανισμός είναι δημοσίου ή ιδιωτικού χαρακτήρα είναι άνευ σημασίας.
Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται από τις διακρίσεις που έχουν συστηματοποιηθεί σε άλλους τομείς του κοινοτικού δικαίου. Συναφώς, η οδηγία 80/723/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 25ης Ιουνίου 1980, περί της διαφάνειας των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών και των δημοσίων επιχειρήσεων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 205) διακρίνει, στο άρθρο 2, το « Δημόσιο », το οποίο ορίζεται ως « το κράτος και οι άλλοι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοικήσεως », από τη « δημόσια επιχείρηση », οριζόμενη ως « κάθε επιχείρηση στην οποία το Δημόσιο δύναται να ασκήσει, άμεσα ή έμμεσα, λόγω κυριότητος, οικονομικής συμμετοχής ή δυνάμει διατάξεων που τη διέπουν, αποφασιστική επιρροή ».
Κατά την οδηγία 71/305/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1971, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 17/001, σ. 7), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 89/440/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 1989 ( Ε Ε L 210, σ. 1 ), η έννοια του « οργανισμού δημοσίου δικαίου » περιλαμβάνει κάθε οργανισμό « συσταθέντα ειδικά προς ικανοποίηση αναγκών γενικού συμφέροντος που δεν έχουν βιομηχανικό ή εμπορικό χαρακτήρα ». Η BGC δεν περιλήφθηκε ως οργανισμός δημοσίου δικαίου στο παράρτημα 1 της εν λόγω οδηγίας.
Τέλος, η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 48, παράγραφος 4, της Συνθήκης ΕΟΚ για την « απασχόληση στη δημόσια διοίκηση » και ιδίως η απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1980, Επιτροπή κατά Βελγίου ( 149/79, ECR 1980, σ. 3881 ) δέχεται ότι η έννοια αυτή δεν καλύπτει και τους οργανισμούς δημοσίου δικαίου που ασκούν οικονομική ή εμπορική δραστηριότητα. Η ίδια άποψη φαίνεται ότι γίνεται δεκτή στην ανακοίνωση της Επιτροπής υπό τον τίτλο « Η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων και η πρόσβαση στις θέσεις απασχόλησης στη δημόσια διοίκηση των κρατών μελών — Η δράση της Επιτροπής όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 48, παράγραφος 4, της Συνθήκης ΕΟΚ» (ΕΕ 1988, C 72, σ. 2), όπου η Επιτροπή αναφέρει ότι « τα καθήκοντα και οι ευθύνες που χαρακτηρίζουν τις θέσεις απασχόλησης που υπάγονται σε ορισμένες εθνικές διαρθρώσεις θεωρούνται εμφανώς ως αρκετά απομακρυσμένες από τις ειδικές δραστηριότητες της δημόσιας διοίκησης, όπως αυτές ορίζονται από το Δικαστήριο, και έτσι σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις μπορούν να εμπίπτουν στην εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 48, παράγραφος 4, της Συνθήκης ΕΟΚ ». Βάσει των σκέψεων αυτών η Επιτροπή εξεδήλωσε την πρόθεση της να ασκήσει κατά προτεραιότητα συστηματική δράση ιδίως όσον αφορά τους οργανισμούς που είναι επιφορτισμένοι με τη διαχείριση υπηρεσιών εμπορικού χαρακτήρα, αναφέροντας για παράδειγμα τη διανομή φωταερίου.
Όσον αφορά τη θέση της BGC, η Βρετανική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι επρόκειτο για μια εταιρία δημοσίου δικαίου συσταθείσα διά νόμου, η οποία δεν επιτελούσε το έργο της διανομής φωταερίου στο όνομα του Στέμματος, αλλά στο δικό της όνομα. Η BGC είχε πλήρη διακριτική ευχέρεια κατά την άσκηση των καθημερινών δραστηριοτήτων της. Ήταν ένας οργανισμός εμπορικού χαρακτήρα και δεν επιτελούσε καμία από τις κεντρικές λειτουργίες του κράτους, όπως η νομοθετική ή η δικαστική λειτουργία ή η αστυνόμευση.
Κατά το αγγλικό δίκαιο, οι υπάλληλοι της BGC δεν απασχολούντο στην υπηρεσία του Στέμματος. Βάσει πάγιας νομολογίας γίνεται δεκτό ότι μία εθνικοποιημένη επιχείρηση δεν είναι όργανο του Στέμματος. Ο Secretary of State είχε εξουσίες ελέγχου της BGC, δεν μπορούσε όμως να επεμβαίνει στη διαχείριση των τρεχουσών υποθέσεων. Εν πάση περιπτώσει, η ύπαρξη εξουσίας ελέγχου δεν είναι καθοριστικό στοιχείο όσον αφορά το ζήτημα αν ένας οργανισμός είναι κρατικό όργανο. Για λόγους δημοσίας τάξεως, η λειτουργία οργανισμών διαφορετικής φύσεως, όπως τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρίες, σχολεία, διέπεται από κρατικές πράξεις και το κράτος ελέγχει τους οργανισμούς αυτούς σε διαφορετικό βαθμό και με διάφορους τρόπους, χωρίς εντούτοις οι εν λόγω οργανισμοί να είναι κρατικά όργανα.
Εξάλλου, υφίσταται πολύ σαφής διάκριση μεταξύ, αφενός, των λειτουργιών και της θέσεως της BGC και, αφετέρου, των οργανισμών με τους οποίους ασχολήθηκε το Δικαστήριο στις υποθέσεις Marshall και Johnston. Αντίθετα από την BGC, οι Health Authorities είναι εντολοδόχοι του υπουργού, η λειτουργία τους χρηματοδοτείται από το δημόσιο, οι υπάλληλοι τους ( όπως και εκείνοι του Royal Ulster Constabulary) είναι υπάλληλοι του Στέμματος, οι δε συνθήκες εργασίας τους και οι αποδοχές τους υπόκεινται στην έγκριση του υπουργού.
Εάν, αντίθετα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η BGC είναι κρατικό όργανο και ότι, συνεπώς, οι αναιρεσείουσες της κύριας δίκης μπορούν να επικαλεστούν την οδηγία 76/207 ενώπιον των αγγλικών δικαστηρίων προς στήριξη της κατά της εταιρίας αυτής στρεφόμενης αγωγής με την οποία ζητούν αποζημίωση, η Βρετανική Κυβέρνηση φρονεί ότι αναιρεσείουσες της κύριας δίκης έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν αποζημίωση που μπορεί να φθάσει το μέγιστο νόμιμο ύψος το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 65 του Sex Discrimination Act του 1975.
Καταλήγοντας, η Βρετανική Κυβέρνηση προτείνει στο Δικαστήριο να δώσει την εξής απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το House of Lords:
« Η BGC δεν είναι κρατικό όργανο και, επομένως, δεν είναι οργανισμός τέτοιας φύσεως ώστε οι αναιρεσείουσες να μπορούν να επικαλεστούν άμεσα έναντι του την οδηγία 76/207 του Συμβουλίου ενώπιον των αγγλικών δικαστηρίων. Συνεπώς, οι αναιρεσείουσες δεν μπορούν να ζητήσουν αποζημίωση λόγω του ότι η πολιτική απολύσεως της BGC αντέβαινε προς την οδηγία. »
Η Επιτροπή ισχυρίζεται, καταρχάς, ότι η παρούσα υπόθεση δεν αποτελεί μοναδική περίπτωση. Ανάλογα ζητήματα εξετάστηκαν στο πλαίσιο δύο τουλάχιστον υποθέσεων που εκδικάστηκαν από τα βρετανικά δικαστήρια. Στην πρώτη, Turpie κατά University of Glasgow, το Industrial Tribunal της Γλασκώβης δεν δέχθηκε ότι το πανεπιστήμιο είναι κρατικό όργανο, μολονότι το 80 o/ο των εσόδων του πανεπιστημίου προέρχεται από το κράτος. Το Industrial Tribunal στήριξε την απόφαση του στη μεγάλη ελευθερία που έχουν τα πανεπιστήμια όσον αφορά την οργάνωση των σπουδών και την έρευνα, καθώς και στη μακρά παράδοση του πνεύματος ανεξαρτησίας. Στη δεύτερη υπόθεση, Doughty κατά Rolls Royce, το Industrial Tribunal του Birminghan έκρινε ότι ήταν δυνατή η επίκληση της οδηγίας 76/207 κατά της Rolls Royce, λόγω του ότι το κράτος κατείχε το σύνολο του κεφαλαίου της και επομένως, είχε την πραγματική εξουσία λήψεως αποφάσεων στο πλαίσιο της εταιρίας. Ωστόσο, το Employment Appeal Tribunal ακύρωσε την απόφαση αυτή ( 1987, ICR 932 ), λαμβάνοντας ως βάση την ιδέα ότι μία εταιρία πρέπει να θεωρείται ότι είναι νομικό πρόσωπο διαφορετικό από τους μετόχους της. Έκρινε, επίσης ότι η απλή εξουσία ασκήσεως επιρροής στη Rolls Royce, χωρίς ο έλεγχος αυτός να προκύπτει από νομικό δεσμό, δεν αρκεί για να μπορεί να θεωρηθεί η εταιρία ως κρατικό όργανο. Τέλος, δέχθηκε ότι η Rolls Royce δεν ασκούσε καμία κρατική λειτουργία.
Η Επιτροπή διατείνεται στη συνέχεια ότι, έστω και αν η προαναφερθείσα απόφαση Marshall της 26ης Φεβρουαρίου 1986 φαίνεται ότι δέχεται ότι εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια ο καθορισμός των κρατικών αρχών, από την παρούσα υπόθεση και από τις ανωτέρω προαναφερθείσες προκύπτει ότι τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να συναγάγουν διαφορετικά συμπεράσματα, τα οποία δεν θα είναι κατ' ανάγκη σύμφωνα προς τη συλλογιστική του Δικαστηρίου στην απόφαση Marshall. Ο λόγος είναι ότι κάθε εθνικό νομικό σύστημα περιλαμβάνει λεπτομερείς κανόνες και λεπτές διακρίσεις που μπορούν να καταλήξουν σε αναπάντεχα αποτελέσματα όταν εφαρμόζονται σε σχέση με μια τόσο γενική έκφραση όπως « κρατικό όργανο ». Όπως επανειλημμένα γίνεται δεκτό στη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1980, Επιτροπή κατά Βελγίου, όπ. π.), η προσφυγή σε διατάξεις της εσωτερικής εννόμου τάξεως προς περιορισμό της ισχύος διατάξεων του κοινοτικού δικαίου θα είχε ως αποτέλεσμα τη διακύβευση της ενότητας και της αποτελεσματικότητας του και, επομένως, δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή.
Συνεπώς, είναι αναγκαίο να παράσχει το Δικαστήριο σαφή καθοδηγητικά πλαίσια προς καθορισμό των οργάνων που μπορούν να θεωρούνται ως « κρατικές αρχές » κατά την έννοια της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην απόφαση Marshall. Στη συνέχεια εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να εξετάσουν αν η καθοριζόμενη με τον τρόπο αυτό έννοια μπορεί να καλύψει ένα συγκεκριμένο όργανο.
Η Επιτροπή φρονεί ότι είναι ταυτόσημες οι χρησιμοποιούμενες στη νομολογία του Δικαστηρίου εκφράσεις « δημόσια αρχή », « κρατικός οργανισμός », « κρατική αρχή », « κρατικό όργανο » και « που έχει συσταθεί από το κράτος ». Είναι προφανές οτι το Δικαστήριο δέχεται την ύπαρξη δύο μόνο κατηγοριών εργοδοτών: αφενός, του κράτους και υπαγομένων σ' αυτό οργάνων, το οποίο δεν μπορεί να αντιτάξει στους ιδιώτες το γεγονός ότι δεν έλαβε μέτρα για την εκτέλεση μιας οδηγίας, και, αφετέρου, τους ιδιώτες εργοδότες, στους οποίους δεν απευθύνονται οι οδηγίες και οι οποίοι δεν έχουν καμία ευθύνη όσον αφορά τη θέσπιση της εθνικής νομοθεσίας. Δεν υφίσταται τρίτη ενδιάμεση κατηγορία εργοδοτών που να είναι « δημόσιες αρχές » χωρίς να είναι « κρατικές αρχές ».
Όσον αφορά την BGC, βάσει πολλών στοιχείων του καθεστώτος λειτουργίας της συνάγεται ότι ήταν κρατικό όργανο που εκτελούσε την πολιτική του κράτους. Είναι βέβαιο ότι η BGC δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ιδιωτική επιχείρηση και, εξάλλου, τα αγγλικά δικαστήρια έχουν δεχθεί τον « δημόσιο » χαρακτήρα της. Επομένως, μπορεί να δοθεί λύση στην υπόθεση αυτή βάσει των ιδιαιτέρων πραγματικών περιστατικών της και να δοθεί στο House of Lords απάντηση η οποία να αφορά μόνο τους παρόμοιους προς την BGC φορείς. Εντούτοις, δεδομένου ότι το ίδιο πρόβλημα έχει τεθεί και σε άλλες ανάλογες υποθέσεις και είναι πιθανό να ανακύψει και στο πλαίσιο άλλων υποθέσεων, θα ήταν ίσως ενδιαφέρον να υπάρξουν γενικότερα κριτήρια ώστε να προσδιορίζονται οι οργανισμοί κατά των οποίων μπορεί να γίνει επίκληση της οδηγίας 76/207.
Καθώς η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών είναι μία από τις θεμελιώδεις αρχές της κοινοτικής έννομης τάξεως ( αποφάσεις της 8ης Απριλίου 1976, Defrenne, και της 26ης Φεβρουαρίου 1986, Marshall, όπ. π. ), δεν είναι σκόπιμο να ερμηνευθεί στενά ο όρος « κρατική αρχή », διότι τούτο θα οδηγήσει σε περιορισμό ττης δυνατότητας επικλήσεως του δικαιώματος που εγγυάται το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207.
Όσον αφορά την ακριβή έννοια του όρου αυτού, η Επιτροπή διατείνεται ότι το Δικαστήριο έχει ήδη δεχθεί ότι ο όρος αυτός περιλαμβάνει τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης (απόφαση της 22ας Ιουνίου 1989, Fratelli Costanzo SpA κατά Δήμου Μιλάνου, 103/88, Συλλογή 1989, σ. 1839) και τις δημόσιες αρχές στις οποίες έχουν ανατεθεί κρατικές λειτουργίες (απόφαση της 15ης Μαΐου 1986, Johnston, όπ. π.)· Το Δικαστήριο δεν είχε ακόμα την ευκαιρία να αποφανθεί περί της θέσεως ενός στενά συνδεόμενου με το κράτος οργάνου, υποχρεωμένου να ακολουθεί τις οδηγίες του επιφορτισμένου με την εκτέλεση έργου το οποίο θα μπορούσε κάλλιστα να επιτελέσει μια ιδιωτική επιχείρηση. Εντούτοις, στην προαναφερθείσα απόφαση Marshall της 26ης Φεβρουαρίου 1986, το Δικαστήριο δεν δίστασε να δεχθεί την άποψη του εθνικού δικαστηρίου και να χαρακτηρίσει ως « δημόσια αρχή » φορέα ασκούντα έργο στον τομέα της δημόσιας υγείας, ο οποίος δεν υπάγεται κατ' ανάγκη στις λειτουργίες του κράτους. Άρα μπορεί να συναχθεί ότι κάθε όργανο που επιτελεί κρατική λειτουργία για λογαριασμό του κράτους πρέπει να θεωρείται ως « κρατική αρχή ». Η άποψη αυτή βρίσκει έρεισμα στην απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1983, Auer (271/82, Συλλογή 1983, σ. 2727), όπου το Δικαστήριο χαρακτήρισε τους επαγγελματικούς συλλόγους ως « οργανισμούς που ασκούν δημόσιο λειτούργημα », οι οποίοι επομένως όφειλαν να αναγνωρίζουν ορισμένους επαγγελματικούς τίτλους δυνάμει μιας οδηγίας.
Ωστόσο, το εν λόγω κριτήριο δεν καλύπτει εκείνες τις εμπορικές εταιρίες των οποίων το κράτος κατέχει το σύνολο ή την πλειοψηφία των μετοχών, ή ακόμα μια μειοψηφία ικανή να εμποδίζει τη λήψη αποφάσεων, έστω και αν στην πραγματικότητα είναι πολύ πιθανό ότι το κράτος ασκεί σ' αυτές σημαντικό έλεγχο. Δεν είναι εύκολο να διατυπωθεί ένα σαφές κριτήριο ικανό να περιλαμβάνει επίσης και τέτοιες καταστάσεις. Ένα κριτήριο βασιζόμενο στην ύπαρξη ελέγχου εκ μέρους του κράτους στο οικείο τομέα, παρόμοιο προς εκείνο το οποίο χρησιμοποιείται στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων (απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988, Kwekerij Gebroeders van der Kooy και λοιποί κατά Επιτροπής, 67/85, 68/85 και 70/85, Συλλογή 1988, σ. 219), θα δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα αποδείξεως. Επομένως, είναι προτιμότερο να διατυπωθεί η απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα κατά τρόπον ώστε τα εθνικά δικαστήρια να μπορούν να λαμβάνουν υπόψη έναν κανόνα σαφή και συγχρόνως αρκετά προσαρμόσιμο στις διάφορες περιπτώσεις, για να αποφευχθεί ο κίνδυνος υπάρξεως νομικών συλλογισμών περιορισμένης ισχύος βασιζόμενων στα εθνικά δίκαια.
Ο κανόνας αυτός δεν μπορεί να αναφέρεται στην παροχή χρηματικών πόρων από το κράτος, διότι η απλή παροχή επιχορηγήσεως δεν αλλοιώνει τον ιδιωτικό χαρακτήρα μιας επιχειρήσεως. Επίσης θα ήταν υπερβολικά ευρύ ένα κριτήριο βασιζόμενο στη δυνατότητα του κράτους να υποχρεώνει έναν συγκεκριμένο οργανισμό να ενεργεί σύμφωνα με τις υποδείξεις του, διότι το κράτος μπορεί, κατά γενικό κανόνα, να επιτυγχάνει αυτό το αποτέλεσμα έναντι οποιουδήποτε ιδιώτη μέσω της θεσπίσεως νομοθετικών διατάξεων. Αντίστροφα, εάν ληφθεί ως βάση η ύπαρξη δικαιώματος εκ του νόμου για την άσκηση ελέγχου επί της πολιτικής ενός συγκεκριμένου οργανισμού, υπάρχει κίνδυνος να αποκλείεται ένας ορισμένος αριθμός περιπτώσεων όπου βάσει της απλής λογικής συνάγεται ότι υφίσταται πράγματι έλεγχος. Το κριτήριο της « οικονομικής πραγματικότητας », το οποίο συνίσταται στην εξακρίβωση του αν το κράτος μπορεί να ασκεί πράγματι έλεγχο επί της πολιτικής ενός οργανισμού, στερείται μεν νομικής σαφήνειας, παρουσιάζει όμως το πλεονέκτημα ότι είναι πλέον σύμφωνο προς την άποψη που δέχθηκε το Δικαστήριο σε άλλους τομείς.
Πρέπει εντούτοις να γίνει δεκτό ότι τα βασιζόμενα στην ύπαρξη ελέγχου κριτήρια δεν μπορούν να καλύψουν ορισμένες δημόσιες αρχές όπως τα όργανα που απολαύουν κατά το σύνταγμα ανεξαρτησίας, τους επαγγελματικούς συλλόγους ή τα πανεπιστήμια. Φαίνεται λοιπόν ότι κανένα κριτήριο δεν μπορεί να καλύψει όλες τις καταστάσεις που ενδέχεται να υπάρξουν στην πράξη. Επομένως, πρέπει να δοθεί στο House of Lords ειδική απάντηση και η απόφαση να αφορά αποκλειστικά την περίπτωση της BGC και των άλλων παρόμοιων οργανισμών.
'Ετσι η Επιτροπή προτείνει να δοθεί η εξής απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το House of Lords:
« 1)
Μπορεί να γίνεται επίκληση του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207 του Συμβουλίου κατά κάθε οργάνου ασκούντος δημόσια λειτουργία για λογαριασμό του κράτους, με σκοπό την παρεμπόδιση της εφαρμογής κάθε εθνικού μέτρου ασυμβίβαστου προς την εν λόγω διάταξη.
2)
Εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να εφαρμόζουν τον κανόνα αυτό στις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε υποθέσεως. »
G. F. Mancini
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 12ης Ιουλίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-188/89,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του House of Lords προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, μεταξύ
Α. Foster, G. Α. Η. Μ. Fulford-Brown, J. Morgan, Μ. Roby, Ε. M. Salloway και P. Sullivan
και
British Gas pic, εταιρίας αγγλικού δικαίου,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ ειδ.'έκδ. 05/002, σ. 70 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Sir Gordon Slynn, πρόεδρο τμήματος, προεδρεύοντα, Κ. Ν. Κακουρη, F. Α. Schockweiler, και M. Zuleeg, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, R. Jöhet, T. F. O' Higgins, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodríguez Iglesias, F. Grevisse και M. Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
οι Α. Foster και λοιπές, εκπροσωπούμενες από τους James Goudie, QC, και John Cavanagh, barrister, ενεργούντες κατόπιν οδηγιών του Bruce Piper, solicitor,
—
η British Gas pic, εκπροσωπούμενη από τον Michael J. Beioff, QC, και την Elizabeth Slade, barrister, ενεργούντες κατόπιν οδηγιών του C Ε. Η. Twiss, διευθυντή της νομικής υπηρεσίας σττην έδρα της British Gas pic,
—
η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τη Susan J. Hay, του Treasury Solicitor's Department, επικουρούμενη από τους John Laws και David Pannick, barristers,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Karen Banks, μέλος της νομικής υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των Α. Foster και λοιπών, της British Gas pic, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου και της Επιτροπής κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 15ης Μαρτίου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του στη συνεδρίαση της 8ης Μαΐου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 4ης Μαΐου 1989, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 29 Μαΐου 1989, το House of Lords ( Βουλή των Λόρδων) υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, ένα προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70 ).
2
To ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ των Α. Foster, G. Α Η. Μ Fulford-Brown, J. Morgan, Μ. Roby, Ε. M. Salloway και P. Sullivan ( στο εξής: αναιρε-σείουσες της κύριας δίκης), πρώην υπαλλήλων της επιχειρήσεως British Gas Corporation ( στο εξής: BGC ), και της εταιρίας British Gas pic ( στο εξής: αναιρεσίβλητη της κυρίας δίκης ), η οποία έχει υποκατασταθεί στα δικαιώματα της BGC, όσον αφορά την απόλυση τους από την εν λόγω εταιρία.
3
Δυνάμει των διατάξεων του Gas Act του 1972, νόμου διέποντος τη λειτουργία της BGC κατά τον χρόνο που συνέβησαν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κυρίας δίκης, η εταιρία αυτή ήταν νομικό πρόσωπο συσταθέν διά νόμου, επιφορτισμένο με την ανάπτυξη και εκμετάλλευση, υπό καθεστώς μονοπωλίου, ενός συστήματος διανομής φωταερίου στη Μεγάλη Βρετανία.
4
Τα μέλη του διοικητικού οργάνου της BGC διορίζονταν από τον αρμόδιο Secretary of State ( υφυπουργό ), ο οποίος είχε επίσης την εξουσία να δίδει οδηγίες γενικού χαρακτήρα στη BGC για ζητήματα αφορώντα το εθνικό συμφέρον, καθώς και οδηγίες σχετικά με τη διαχείριση της.
5
Η BGC είχε την υποχρέωση να υποβάλλει στον Secretary of State περιοδικές εκθέσεις περί της επιτελέσεως των καθηκόντων της, του τρόπου διαχειρίσεως της και των προγραμμάτων της. Οι εκθέσεις αυτές διαβιβάζονταν στη συνέχεια στα δύο σώματα του Κοινοβουλίου. Εξάλλου, ο Gas Act του 1972 παρείχε στην BGC το δικαίωμα υποβολής νομοσχεδίων στο Κοινοβούλιο κατόπιν εγκρίσεως του Secretary of State.
6
Η BGC ήταν υποχρεωμένη να ισοσκελίζει τον προϋπολογισμό της επί δύο διαδοχικών χρήσεων. Ο Secretary of State μπορούσε να τη διατάξει να διοχετεύσει ορισμένα ποσά σε συγκεκριμένο σκοπό ή να τα καταβάλει στο Δημόσιο Ταμείο.
7
Η BGC ιδιωτικοποιήθηκε δυνάμει του Gas Act του 1986. Λόγω της ιδιωτικοποιήσεως συστήθηκε η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης British Gas pic, η οποία υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της BGC από 24ης Αυγούστου 1986.
8
Οι αναφεσείουσες της κύριας δίκης απολύθηκαν από την BGC σε χρόνο τοποθετούμενο μεταξύ της 27ης Δεκεμβρίου 1985 και 22ας Ιουλίου 1986, ήτοι όταν συμπλήρωσαν το εξηκοστό έτος της ηλικίας τους. Οι απολύσεις αυτές εντάσσονταν στη γενικώς ακολουθούμενη από τη BGC πολιτική, που συνίστατο στην απόλυση των υπαλλήλων της όταν συμπλήρωναν την ηλικία μετά την οποία εδικαιούντο κρατικής συντάξεως δυνάμει της βρετανικής νομοθεσίας, ήτοι μετά την ηλικία των 60 ετών για τις γυναίκες και των 65 ετών για τους άνδρες.
9
Οι αναιρεσείουσες της κύριας δίκης, οι οποίες επιθυμούσαν να συνεχίσουν να εργάζονται, άσκησαν ενώπιον των βρετανικών δικαστηρίων αγωγή αποζημιώσεως, ισχυριζόμενες ότι η απόλυση τους από την BGC ήταν αντίθετη προς το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207. Κατά τη διάταξη αυτή, « η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, όσον αφορά τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των όρων απολύσεως, συνεπάγεται την εξασφάλιση σε άνδρες και γυναίκες των αυτών όρων, χωρίς διάκριση βασιζόμενη στο φύλο ».
10
Κατά τη Διάταξη περί παραπομπής του αιτούντος δικαστηρίου, οι διάδικοι της υποθέσεως της κύριας δίκης συνομολογούν ότι, βάσει της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 26ης Φεβρουαρίου 1986, Marshall κατά Southampton and South-West Hampshire Area Health Authority ( 152/84, Συλλογή 1986, σ. 723 ), οι εν λόγω απολύσεις είναι αντίθετες προς το προαναφερθέν άρθρο 5, παράγραφος 1. Οι διάδικοι συνομολογούν επίσης ότι οι απολύσεις αυτές δεν είναι παράνομες από πλευράς της ισχύουσας κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών βρετανικής νομοθεσίας και ότι, κατά τη νομολογία του House of Lords, οι διατάξεις της νομοθεσίας αυτής δεν μπορούν να ερμηνευθούν κατά τρόπο συνάδοντα προς την οδηγία 76/207. Αντίθετα, οι διάδικοι διαφωνούν ως προς το αν μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 5, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας κατά της BGC.
11
Υπό τις συνθήκες αυτές, το House of Lords ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
« Αποτελούσε η British Gas Corporation ( κατά τον χρόνο των περιστατικών της παρούσας υπόθεσης ) τέτοιας μορφής νομικό πρόσωπο ώστε να μπορούν οι αναιρε-σείουσες να επικαλεστούν απευθείας ενώπιον των αγγλικών δικαστηρίων την οδηγία 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας, προκειμένου να στηρίξουν επ' αυτής αγωγή αποζημιώσεως με την αιτιολογία ότι η πολιτική απολύσεως λόγω συνταξιοδοτήσεως που εφάρμοζε η British Gas Corporation ήταν αντίθετη προς την οδηγία; »
12
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, οι εφαρμοστέες κοινοτικές διατάξεις, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου
13
Πριν από την εξέταση του ερωτήματος που υπέβαλε το House of Lords, πρέπει να σημειωθεί προκαταρκτικά ότι το Ηνωμένο Βασίλειο υποστήριξε ότι δεν απόκειται στο Δικαστήριο αλλά στα εθνικά δικαστήρια να καθορίζουν, στο πλαίσιο του εθνικού νομικού συστήματος, αν είναι δυνατή η επίκληση των διατάξεων μιας οδηγίας έναντι οργανισμού όπως η BGC.
14
Συναφώς πρέπει να διευκρινιστεί ότι το ερώτημα περί του καθορισμού των αποτελεσμάτων που εκδίδουν τα όργανα της Κοινότητας και, ειδικότερα, περί του αν είναι δυνατή η επίκληση των πράξεων αυτών έναντι ορισμένων κατηγοριών προσώπων ή οργανισμών προϋποθέτει οπωσδήποτε την ερμηνεία των σχετικών με τις πράξεις των οργάνων διατάξεων της Συνθήκης, καθώς και της οικείας κοινοτικής πράξεως.
15
Επομένως, το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως προς καθορισμό των κατηγοριών των υποκειμένων στο δίκαιο προσώπων ή οργανισμών έναντι των οποίων είναι δυνατή η επίκληση των διατάξεων οδηγίας. Αντίθετα, εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να αποφασίζουν αν διάδικος σε διαφορά της οποίας έχουν επιληφθεί υπάγεται σε μία από τις καθοριζόμενες με την προδικαστική απόφαση κατηγορίες.
Επί της δυνατότητας επικλήσεως των διατάξεων της οδηγίας έναντι οργανισμού όπως η BGC
16
Πρέπει να υπομνηστεί η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ( βλέπε απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1982, Becker κατά Hauptzollamt Münster-Innenstadt, σκέψεις 23 έως 25, 8/81, Συλλογή 1982, σ. 53), κατά την οποία, στις περιπτώσεις όπου οι κοινοτικές αρχές υποχρεώνουν, με οδηγία, τα κράτη μέλη να υιοθετήσουν μία ορισμένη συμπεριφορά, η πρακτική αποτελεσματικότητα μιας τέτοιας πράξεως θα αποδυναμωνόταν αν οι πολίτες εμποδίζονταν να την επικαλεστούν ενώπιον των δικαστηρίων και αν τα εθνικά δικαστήρια εμποδίζονταν να τη λάβουν υπόψη ως στοιχείο του κοινοτικού δικαίου. Κατά συνέπεια, το κράτος μέλος που δεν έλαβε εμπροθέσμως τα εκτελεστικά μέτρα που επιβάλλει η οδηγία δεν δύναται να αντιτάξει στους ιδιώτες τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που επέβαλε η οδηγία. Έτσι, σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες προκύπτει ότι, από απόψεως περιεχομένου, οι διατάξεις μιας οδηγίας είναι απαλλαγμένες αιρέσεων και επαρκώς σαφείς, είναι δυνατή η επίκληση των εν λόγω διατάξεων καίτοι δεν έχουν ληφθεί εμπροθέσμως εκτελεστικά μέτρα, είτε έναντι κάθε εθνικής διατάξεως που δεν είναι σύμφωνη με την οδηγία είτε καθόσον δύνανται να προσδιορίσουν δικαιώματα, τα οποία οι ιδιώτες είναι σε θέση να προβάλουν έναντι του κράτους.
17
Με την απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1986 ( Marshall, όπ. π., σκέψη 49 ) το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, όταν οι ιδιώτες είναι σε θέση να επικαλεστούν οδηγία έναντι τους κράτους, μπορούν να το πράξουν ασχέτως της ιδιότητας, εργοδότη ή δημόσιας αρχής, υπό την οποία το κράτος ενεργεί. Και στις δύο περιπτώσεις, θα πρέπει να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να μπορεί το κράτος να επωφεληθεί από τη μη συμμόρφωση του προς το κοινοτικό δίκαιο.
18
Βάσει των σκέψεων αυτών, το Δικαστήριο δέχθηκε στη συνέχεια ότι οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται τις ανεπιφύλακτες και επαρκώς σαφείς διατάξεις των οδηγιών έναντι οργανισμών ή φορέων που υπόκεινται στην εποπτεία ή στον έλεγχο του κράτους ή που έχουν εξαιρετικές εξουσίες σε σχέση με εκείνες που απορρέουν από τους εφαρμοστέους στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών κανόνες.
19
Με τον τρόπο αυτό το Δικαστήριο δέχθηκε ότι είναι δυνατή η επίκληση διατάξεων οδηγιών έναντι φορολογικών αρχών ( αποφάσεις της 19ης Ιανουαρίου 1982, Becker, όπ. π., και της 22ας Φεβρουαρίου 1990, ΕΚΑΧ κατά Acciaierie e Ferriere Busseni, υπό πτώχευση, C-221/88, Συλλογή 1990, σ. I-495), οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσως (απόφαση της 22ας Ιουνίου 1989, Fratelli Costanzo κατά Δήμου Μιλάνου, 103/88, Συλλογή 1989, σ. 1839), αρχών συνταγματικά ανεξαρτήτων, επιφορτισμένων με την τήρηση της τάξεως και τη δημόσια ασφάλεια (απόφαση της 15ης Μαΐου 1986, Johnston κατά Chief Constable of the Royal Ulster Constabulary, 222/84, Συλλογή 1986, σ. 1651 ), καθώς και έναντι δημοσίων αρχών ασχολουμένων με την παροχή υπηρεσιών στον τομέα της δημοσίας υγείας (απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1986, Marshall, προαναφερθείσα ).
20
Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι, εν πάση περιπτώσει, μεταξύ των φορέων έναντι των οποίων είναι δυνατή η επίκληση διατάξεων οδηγιών που μπορούν να έχουν άμεσο αποτέλεσμα περιλαμβάνεται ένας οργανισμός στον οποίο, ασχέτως της νομικής μορφής του, έχει ανατεθεί δυνάμει πράξεως της δημοσίας αρχής η παροχή υπηρεσίας δημοσίου συμφέροντος υπό την εποπτεία της αρχής αυτής και ο οποίος έχει, προς τούτο, εξαιρετικές εξουσίες σε σχέση με τους εφαρμοστέους στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών κανόνες.
21
Όσον αφορά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207, πρέπει να υπομνηστεί ότι, με την προαναφερθείσα απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1986, Marshall, σκέψη 52, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι αυτή η διάταξη είναι ανεπιφύλακτη και επαρκώς σαφής ώστε να είναι δυνατή η επίκληση της από τους πολίτες και η εφαρμογή της από τα δικαστήρια.
22
Επομένως, στο ερώτημα του House of Lords πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207 του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, προκειμένου να ζητηθεί αποζημίωση από οργανισμό στον οποίο, ασχέτως της νομικής μορφής του, έχει ανατεθεί δυνάμει πράξεως της δημοσίας αρχής η παροχή υπηρεσίας δημοσίου συμφέροντος υπό την εποπτεία της αρχής αυτής και ο οποίος έχει, προς τούτο, εξαιρετικές εξουσίες σε σχέση με τους εφαρμοστέους στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών κανόνες.
Επί των δικαστικών εξόδων
23
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με Διάταξη της 4ης Μαΐου 1989 το House of Lords, αποφαίνεται:
Μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας, προκειμένου να ζητηθεί αποζημίωση από οργανισμό στον οποίο, ασχέτως της νομικής μορφής του, έχει ανατεθεί δυνάμει πράξεως της δημοσίας αρχής η παροχή υπηρεσίας δημοσίου συμφέροντος υπό την εποπτεία της αρχής αυτής και ο οποίος έχει, προς τούτο, εξαιρετικές εξουσίες σε σχέση με τους εφαρμοστέους στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών κανόνες.
Slynn
Κακούρης
Schockweiler
Zuleeg
Mancini
Joliét
O'Higgins
Moitinho de Almeida
Rodríguez Iglesias
Grévisse
Diez de Velasco
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 12 Ιουλίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο προεδρεύων Gordon Slynn
πρόεδρος τμήματος
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy