ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-198/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1. Νομικό πλαίσιο
Κατά την ελληνική νομοθεσία ξεναγός (εξηγητής ) είναι ο συνοδεύων αλλοδαπούς ή ημεδαπούς περιηγητές ή επισκέπτες της χώρας, καθοδηγώντας τους και υποδεικνύοντας τα αξιοθέατα του τόπου, αρχαία ή ιστορικά μνημεία, καλλιτεχνικά έργα κάθε εποχής, επεξηγώντας τη σημασία τους, τον προορισμό και την ιστορία τους και παρέχοντας γενικότερες πληροφορίες για την αρχαία και τη νεότερη Ελλάδα [άρθρο 1, παράγραφος 1, του νόμου 710 της 26ης και 27ης Σεπτεμβρίου 1977 ( ΦΕΚ, τεύχος Α 283 ) ].
Δυνάμει του νόμου αυτού οι προαναφερθείσες δραστηριότητες ασκούνται μόνο από άτομα που διαθέτουν συγκεκριμένη κατάρτιση πιστοποιούμενη με σχετικό δίπλωμα.
Σε ορισμένα κράτη μέλη η δραστηριότητα του ξεναγού αποτελεί επίσης αντικείμενο ρυθμίσεως· σε άλλα κράτη μέλη δεν υφίσταται τέτοια ρύθμιση.
Η δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 75/368/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1975, περί των μέτρων που προορίζονται να διευκολύνουν την πραγματική άσκηση του δικαιώματος εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών για διάφορες δραστηριότητες ( ex-κλάση 1 έως κλάση 85 ΔΙ 1Β) και ιδίως περί των μεταβατικών μέτρων για τις δραστηριότητες αυτές ( ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 214), διευκρινίζει τα ακόλουθα:
« Εκτιμώντας ότι οι δραστηριότητες των τουριστικών οδηγών ασκούνται σε ορισμένα κράτη μέλη εντός προσδιορισθέντων εδαφικών ορίων και αποτελούν αντικείμενο λεπτομερούς εθνικής ρυθμίσεως· ότι, κατά συνέπεια, συντρέχει λόγος να αποκλεισθούν οι δραστηριότητες αυτές της παρούσας οδηγίας με εξαίρεση πάντως τις δραστηριότητες των οδηγών συνοδών και αυτών των τουριστικών διερμηνέων ».
Το άρθρο 2, παράγραφος 5, της ίδιας οδηγίας προβλέπει ότι η οδηγία δεν εφαρμόζεται στις δραστηριότητες των ξεναγών, εξαιρουμένων των δραστηριοτήτων των οδηγών συνοδών και των τουριστικών διερμηνέων.
Η Επιτροπή εξέδωσε πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με ένα δεύτερο γενικό σύστημα αναγνωρίσεως της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως η οποία συμπληρώνει την οδηγία 89/48/ΕΟΚ ( ΕΕ 1989, C 263, σ. 1 ). Η δεύτερη αιτιολογική σκέψη της προτάσεως αυτής ορίζει ότι,
« όσον αφορά τα επαγγέλματα για την άσκηση των οποίων η Κοινότητα δεν έχει ορίσει το ελάχιστο επίπεδο των αναγκαίων προσόντων, τα κράτη μέλη διατηρούν την ευχέρεια να καθορίζουν το επίπεδο αυτό, ώστε να εξασφαλίζουν την ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχονται στο έδαφος τους˙ ότι, ωστόσο, τα κράτη μέλη δεν μπορούν, παραγνωρίζοντας τις υποχρεώσεις που ορίζονται στα άρθρα 5, 48, 52 και 59 της Συνθήκης, να επιβάλουν σε υπήκοο κράτους μέλους να αποκτά προσόντα τα οποία τα εν λόγω κράτη μέλη απλώς περιορίζονται να ορίζουν σε σχέση με τα διπλώματα που χορηγούν στα πλαίσια του εθνικού εκπαιδευτικού τους συστήματος ενώ ο ενδιαφερόμενος έχει ήδη αποκτήσει το σύνολο ή μέρος των προσόντων αυτών σε άλλο κράτος μέλος˙ ότι κατά συνέπεια κάθε κράτος μέλος υποδοχής στο οποίο είναι κατοχυρωμένο νομοθετικά ένα επάγγελμα είναι υποχρεωμένο να λαμβάνει υπόψη του τα προσόντα που αποκτώνται σε άλλο κράτος μέλος και να εκτιμά αν αυτά αντιστοιχούν στα προσόντα που απαιτεί ».
Το άρθρο 5 της προτάσεως προβλέπει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
«Όταν, στο κράτος μέλος υποδοχής, η πρόσβαση σε νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα ή η εξάσκηση του προϋποθέτει την κατοχή πιστοποιητικού, η αρμόδια αρχή δεν μπορεί να αρνείται σε υπήκοο κράτους μέλους την πρόσβαση στο επάγγελμα αυτό ή την εξάσκηση του, υπό τους ίδιους όρους με τους ημεδαπούς, επικαλούμενη την έλλειψη προσόντων:
α)
αν ο αιτών κατέχει το δίπλωμα όπως αυτό που ορίζεται στην παρούσα οδηγία ή στην οδηγία 89/48/ΕΟΚ ή το πιστοποιητικό που επιβάλλεται από άλλο κράτος μέλος για την πρόσβαση στο εν λόγω επάγγελμα ή την εξάσκηση του στο έδαφος του και το οποίο έχει ληφθεί σε ένα κράτος μέλος˙
ή
β)
αν ο αιτών έχει εξασκήσει το επάγγελμα αυτό με πλήρη απασχόληση επί δύο έτη κατά τη διάρκεια των δέκα τελευταίων ετών σε άλλο κράτος μέλος που δεν κατοχυρώνει νομοθετικά αυτό το επάγγελμα, κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο δ, και του άρθρου 1, στοιχείο ε, εδάφιο πρώτο, και έχει αποκτήσει έναν ή περισσότερους τίτλους εκπαίδευσης (... ) »
2. Το ιστορικό της διαφοράς
Το ασυμβίβαστο ορισμένων αποτελεσμάτων της ελληνικής νομοθεσίας με το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΟΚ αποτέλεσε αντικείμενο επιστολής της Επιτροπής προς την Ελληνική Κυβέρνηση της 23ης Φεβρουαρίου 1987. Με την επιστολή αυτή η Επιτροπή, σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ διαδικασία, κάλεσε την Ελληνική Κυβέρνηση να υποβάλει τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας δύο μηνών από τη λήψη της εν λόγω επιστολής. Με επιστολή της 14ης Μαΐου 1987 οι ελληνικές αρχές αμφισβήτησαν τις απόψεις της Επιτροπής. Η Επιτροπή διατύπωσε αιτιολογημένη γνώμη στις 20 Απριλίου 1988. Η Ελληνική Κυβέρνηση, με επιστολή της 20ής Ιουλίου 1988, διαφώνησε εκ νέου με τις απόψεις της Επιτροπής. Δεδομένου ότι σε ορισμένα κράτη μέλη ισχύουν ρυθμίσεις ανάλογες προς την εν λόγω ρύθμιση, οι γαλλικές αρχές πρότειναν στην Επιτροπή να οργανώσει σύσκεψη με αυτά τα κράτη μέλη. Η σύσκεψη αυτή έγινε στις 25 Νοεμβρίου 1988. Κατόπιν της συσκέψεως αυτής οι γαλλικές αρχές πρότειναν στην Επιτροπή συμβιβασμό με επιστολή της 7ης Δεκεμβρίου 1988. Με επιστολή της 21ης Φεβρουαρίου 1989 η Επιτροπή απάντησε στις ελληνικές αρχές ότι θεώρησε « ότι ο συμβιβασμός που επήλθε κατά τη σύσκεψη αυτή, και στον οποίο συμμετείχαν και οι ελληνικές αρχές, δεν είναι σε θέση να μεταβάλει την άποψη της όπως αυτή αναπτύχθηκε στην αιτιολογημένη γνώμη ». Με επιστολή της 15ης Μαρτίου 1989 οι ελληνικές αρχές ενέμειναν στην εναντίωσή τους προς την άποψη της Επιτροπής.
3. ώαόικασία
Η προσφυγή της Επιτροπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Ιουνίου 1989. Η έγγραφη διαδικασία εξελίχθηκε κανονικά.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
ΙΙ — Αιτήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή, προσφεύγουσα, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, απαιτώντας για την παροχή υπηρεσιών ξεναγού που ταξιδεύει με ομάδα τουριστών προερχόμενη από άλλο κράτος μέλος, πλην της Ελλάδας, παροχή που συνίσταται στην άσκηση των δραστηριοτήτων που προβλέπονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, του νόμου 710 της 26ης και 27ης Σεπτεμβρίου 1977 περί ξεναγών (ΦΕΚ, τεύχος Α 283 ) οι οποίοι ξεναγούν τους τουρίστες σε χώρους πλην μουσείων και ιστορικών μνημείων όπου η επίσκεψη επιτρέπεται μόνο με συνοδεία ειδικευμένου επαγγελματία ξεναγού, άδεια ασκήσεως επαγγέλματος η οποία χορηγείται στα πρόσωπα που διαθέτουν ορισμένη κατάρτιση πιστοποιούμενη με σχετικό δίπλωμα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΟΚ˙
—
να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Η Ελληνική Δημοκρατία, καθής, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να κηρύξει την προσφυγή αβάσιμη˙
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
III — Λόγοι προσφυγής και επιχειρήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή εκτιμά ότι ορισμένα αποτελέσματα της ελληνικής νομοθεσίας σχετικά με τις δραστηριότητες των ξεναγών είναι ασυμβίβαστα με το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΟΚ. Με την προσφυγή αυτή δεν αντιτίθεται στις ενδεχόμενες ειδικές ρυθμίσεις που αφορούν επισκέψεις με ξεναγό σε ορισμένα μουσεία ή πολιτιστικούς και ιστορικούς χώρους, ανοικτούς στο κοινό, και οι οποίες, για τον λόγο αυτό,προϋποθέτουν ξεναγούς με ειδικά προσόντα. Το γενικό συμφέρον, που συνίσταται στην αξιοποίηση του ιστορικού πλούτου και στη διάδοση των γνώσεων σχετικά με την καλλιτεχνική και πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας, μπορεί, πράγματι, να δικαιολογήσει την απαίτηση αυτών των επαγγελματικών προσόντων.
Η παρούσα υπόθεση όμως αφορά την ειδική περίπτωση των δραστηριοτήτων που ασκούν ξεναγοί που είναι μισθωτοί υπάλληλοι τουριστικής επιχειρήσεως ( « tour operator » ) εγκατεστημένης σε άλλο κράτος μέλος, η οποία διοργανώνει από την έδρα της ομαδικά ταξίδια για τουρίστες με προορισμό την Ελλάδα ( π.χ. με πούλμαν). Οι ξεναγοί μαζί με την ομάδα τουριστών αποτελούν ένα κλειστό κύκλωμα καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού. Διέρχονται τα σύνορα μαζί με την ομάδα και σχολιάζουν τα πολιτιστικά, ιστορικά και καλλιτεχνικά αξιοθέατα της χώρας επ' ονόματι και για λογαριασμό της τουριστικής επιχειρήσεως. Η επιχείρηση αυτή είναι επομένως ο παρέχων την υπηρεσία που ενεργεί αποκλειστικά μέσω των ξεναγών του. Κατά την άποψη της Επιτροπής το Δικαστήριο αναγνώρισε αυτή τη μορφή ασκήσεως δραστηριότητας ως παροχή υπηρεσιών ( απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Φεβρουαρίου 1982, 62/81 και 63/81, Seco και Desquenne & Girai, Συλλογή 1982, σ. 223 ).
Η απαίτηση των επαγγελματικών προσόντων που προβλέπει η εν λόγω ελληνική νομοθεσία εμποδίζει την τουριστική επιχείρηση που είναι εγκατεστημένη σε κράτος μέλος, όπου δεν έχει ρυθμιστεί η δραστηριότητα του τουριστικού ξεναγού, να χρησιμοποιεί τους ξεναγούς της που συνοδεύουν συνήθως τις ομάδες τουριστών. Πράγματι, οι ξεναγοί δεν διαθέτουν άδεια ασκήσεως επαγγέλματος. Επομένως, η επιχείρηση είναι υποχρεωμένη να προσλάβει επιτόπου ξεναγό ο οποίος είναι κάτοχος της άδειας αυτής ή — διαφορετικά — οι ξεναγοί που συνοδεύουν την ομάδα πρέπει να είναι κάτοχοι του απαιτουμένου ελληνικού διπλώματος. Επομένως, η επίδικη ρύθμιση δημιουργεί εμπόδια στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών από την επιχείρηση προς τους τουρίστες, καθώς και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών του ξεναγού έναντι της τουριστικής επιχειρήσεως και των τουριστών, οι οποίοι προτιμούν τον συνήθη ξεναγό τους.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΟΚ προβλέπει την κατάργηση των περιορισμών, ακόμη και αυτών που εφαρμόζονται αδιακρίτως, οι οποίοι εμποδίζουν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, στο μέτρο που οι περιορισμοί αυτοί δεν δικαιολογούνται από το γενικό συμφέρον.
Καταρχάς η εν λόγω ρύθμιση δεν μπορεί να οφείλεται σε γενικό συμφέρον αναφερόμενο στην προστασία του καταναλωτή. Πρόκειται, πράγματι, για κλειστό κύκλωμα: ο ξεναγός, εκπρόσωπος της τουριστικής επιχειρήσεως, και οι τουρίστες ( οι καταναλωτές ) μετακινούνται μαζί από το κράτος μέλος όπου είναι εγκατεστημένη η τουριστική επιχείρηση, για να παράσχουν και να αποδεχθούν αντιστοίχως την εν λόγω υπηρεσία σε άλλο κράτος μέλος. Υπό τις συνθήκες αυτές, η εμπορική φήμη της τουριστικής επιχειρήσεως, σε συνδυασμό με τον ανταγωνισμό στην αγορά, εξασφαλίζει επαρκώς τα συμφέροντα των καταναλωτών.
'Επειτα, η προσβαλλόμενη ρύθμιση δεν δικαιολογείται από το γενικό συμφέρον σχετικά με την αξιοποίηση του ιστορικού και πολιτιστικού πλούτου, λόγω ακριβώς της ελλείψεως αποτελεσματικότητας της. Πράγματι, η διάδοση των πολιτιστικών και ιστορικών πληροφοριών εξασφαλίζεται ήδη ευρέως, με διαφόρους τρόπους, από τα μέσα μαζικής ενημερώσεως. Χάρη στην ελευθερία του τύπου και της εκφράσεως της σκέψεως, οι πληροφορίες αυτές εκφεύγουν του αποτελεσματικού ελέγχου. Κατά συνέπεια, η επιρροή τους επί της αξιοποιήσεως του τουριστικού και πολιτιστικού πλούτου είναι τουλάχιστον το ίδιο σημαντική με αυτή των πληροφοριών που παρέχουν οι ξεναγοί.
Κατά την άποψη της Ελληνικής Κυβερνήσεως, το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΟΚ αφορά μόνο τις περιπτώσεις στις οποίες ο παρέχων τις υπηρεσίες και ο αποδέκτης τους είναι εγκατεστημένοι σε διαφορετικά κράτη μέλη. Επομένως, το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, στην οποία ο παρέχων την υπηρεσία και ο αποδέκτης της, εγκατεστημένοι στο ίδιο κράτος μέλος, μεταβαίνουν μαζί σε άλλο κράτος μέλος, που αποτελεί το πλαίσιο της παροχής.
Η Ελληνική Κυβέρνηση αμφισβητεί την άποψη της Επιτροπής, ότι τα ιδιαίτερα επαγγελματικά προσόντα απαιτούνται μόνο για την επίσκεψη με συνοδεία ξεναγού ορισμένων μουσείων και ιστορικών μνημείων. Πράγματι, οι χώροι αυτοί εναρμονίζονται με το γενικότερο περιβαλλοντικό χώρο, αποτελώντας έτσι ένα σύνολο. Η απαίτηση επαγγελματικών προσόντων πρέπει επομένως να εκτείνεται και στις δραστηριότητες των ξεναγών που ασκούνται εκτός των συγκεκριμένων αυτών χώρων.
Η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η απαίτηση επαγγελματικών προσόντων για την άσκηση των δραστηριοτήτων των ξεναγών εξυπηρετεί την προστασία του γενικού συμφέροντος της αξιοποιήσεως του καλλιτεχνικού και αρχαιολογικού πλούτου της χώρας. Η Ελληνική Κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι δεν έχει θεσπιστεί κοινοτική διάταξη διευκολύνουσα την άσκηση της δραστηριότητας του ξεναγού, υποχρεώνοντας ιδίως τα κράτη μέλη να αναγνωρίζουν μια κεκτημένη εκπαίδευση ή τη δραστηριότητα του ξεναγού που ασκείται σε άλλο κράτος μέλος. Επομένως, οι ελληνικές αρχές έχουν το δικαίωμα να απαγορεύουν την άσκηση της δραστηριότητας του ξεναγού στην Ελλάδα σε ξεναγούς που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη και δεν έχουν την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος που προβλέπει η ελληνική νομοθεσία.
Η εν λόγω νομοθεσία, κατά την άποψη της Ελληνικής Κυβερνήσεως, είναι αποτελεσματική. Πράγματι, η Ελλάδα ασκεί έλεγχο στο έντυπο υλικό που τυπώνεται και κυκλοφορεί εντός της χώρας και προβαίνει στις δέουσες ενέργειες όσον αφορά το έντυπο υλικό που τυπώνεται και κυκλοφορεί εκτός Ελλάδας, με μόνο σκοπό την ορθή παρουσίαση της ιστορικής και πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας. Η Ελληνική Κυβέρνηση υπογραμμίζει σχετικά μια βασική διαφορά μεταξύ της γραπτής και προφορικής μεταδόσεως των πληροφοριών, όσον αφορά το στοιχείο της δημοσιότητας. Οι ξεναγοί μεταδίδουν τις πληροφορίες τους σε μια κλειστή ομάδα τουριστών. Οι πληροφορίες αυτές μπορούν επομένως να ελεγχθούν λιγότερο απ' ό,τι οι απόψεις που εξέφρασε ελεύθερα ο συντάκτης γραπτών πληροφοριών σχετικά με τη χώρα.
Κατά την Ελληνική Κυβέρνηση, η άποψη της Επιτροπής έρχεται, εξάλλου, σε αντίθεση με την πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για ένα δεύτερο γενικό σύστημα αναγνωρίσεως της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, η οποία συμπληρώνει την οδηγία 89/48/ΕΟΚ. Πράγματι, σύμφωνα με τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της προτάσεως αυτής, τα κράτη μέλη διατηρούν, όσον αφορά τα επαγγέλματα για την άσκηση των οποίων η Κοινότητα δεν έχει ορίσει το ελάχιστο επίπεδο των των αναγκαίων προσόντων, την ευχέρεια να καθορίζουν το επίπεδο αυτό, ώστε να εξασφαλίζουν την ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχονται στο έδαφος τους.
P. J. G. Kapteyn
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 26ης Φεβρουαρίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-198/89,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη αρχικά από τους Γεώργιο Κρεμλή και Étienne Lasnet, μέλη της νομικής υπηρεσίας, επικουρούμενους από τον Σπυρίδωνα Καράλη, Πάρεδρο του Ελληνικού Συμβουλίου της Επικρατείας, αποσπασμένο στη νομική υπηρεσία, και εν συνεχεία από τον Ξενοφώντα Γιαταγάνα, μέλος της νομικής υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Guido Berardis, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης αρχικά από την Εύη Σκανδάλου, μέλος της νομικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών, και εν συνεχεία από τον δικηγόρο Φώτη Σπαθόπουλο, προϊστάμενο των νομικών υπηρεσιών του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την έδρα της πρεσβείας της Ελλάδας, 117, Val Sainte-Croix,
καθής,
στην οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, εξαρτώντας την παροχή υπηρεσιών ξεναγού που συνοδεύει ομάδα τουριστών προερχόμενη από άλλο κράτος μέλος, παροχή που συνίσταται στην άσκηση των δραστηριοτήτων που προβλέπονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, του νόμου 710 της 27ης Σεπτεμβρίου 1977 περί ξεναγών ( ΦΕΚ, τεύχος Α 283 ) οι οποίοι ξεναγούν τους τουρίστες σε χώρους πλην μουσείων και ιστορικών μνημείων όπου η επίσκεψη επιτρέπεται μόνο με συνοδεία ειδικευμένου επαγγελματία ξεναγού, από την κατοχή αδείας ασκήσεως επαγγέλματος η οποία προϋποθέτει ορισμένη κατάρτιση πιστοποιούμενη με σχετικό δίπλωμα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, Πρόεδρο, G. F. Mancini, J. C. Moitinho de Almeida και M. Diez de Velasco, προέδρους τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, F. Α. Schockweiler, F. Grévisse, M. Zuleeg και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 8ης Νοεμβρίου 1990, κατά την οποία η Επιτροπή εκπροσωπήθηκε από τον Ξ. Γιαταγάνα, μέλος της νομικής υπηρεσίας, και η Ελληνική Δημοκρατία από τον Φ. Σπαθόπουλο, δικηγόρο, προϊστάμενο της νομικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Δεκεμβρίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Ιουνίου 1989, η Επιτροπή άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή ζητώντας να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, εξαρτώντας την παροχή υπηρεσιών ξεναγού που ταξιδεύει με ομάδα τουριστών προερχόμενη από άλλο κράτος μέλος, όταν η παροχή αυτή συνίσταται στην ξενάγηση των τουριστών αυτών σε χώρους πλην μουσείων και ιστορικών μνημείων όπου η επίσκεψη επιτρέπεται μόνο με συνοδεία ειδικευμένου επαγγελματία ξεναγού, από την κατοχή αδείας ασκήσεως επαγγέλματος που προϋποθέτει συγκεκριμένη κατάρτιση πιστοποιούμενη με δίπλωμα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 59 της Συνθήκης.
2
Οι διατάξεις τις οποίες αφορά η παρούσα προσφυγή περιλαμβάνονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, του νόμου 710 της 27ης Σεπτεμβρίου 1977 περί ξεναγών (ΦΕΚ, τεύχος Α 283 ). Κατά τις διατάξεις αυτές, ξεναγός είναι ο συνοδεύων αλλοδαπούς ή ημεδαπούς περιηγητές ή επισκέπτες της χώρας, καθοδηγώντας τους και υποδεικνύοντας τα αξιοθέατα του τόπου, αρχαία ή ιστορικά μνημεία, καλλιτεχνικά έργα κάθε εποχής, επεξηγώντας τη σημασία τους, τον προορισμό και την ιστορία τους και παρέχοντας γενικότερες πληροφορίες για την αρχαία και τη νεότερη Ελλάδα.
3
Στις 23 Φεβρουαρίου 1987, η Επιτροπή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, απηύθυνε στην Ελληνική Κυβέρνηση έγγραφη όχληση. Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό, η Ελλάδα δεν είχε συμμορφωθεί προς τις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου και ειδικότερα προς το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΟΚ, όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών ξεναγών που ταξιδεύουν με ομάδα τουριστών προερχόμενη από άλλο κράτος μέλος. Με έγγραφο της 14ης Μαΐου 1987, οι Ελληνικές αρχές αμφισβήτησαν τις απόψεις της Επιτροπής. Στις 20 Απριλίου 1988, η Επιτροπή διατύπωσε αιτιολογημένη γνώμη στην οποία επανέλαβε την άποψη της και κάλεσε την Ελληνική Κυβέρνηση να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί με την άποψη αυτή εντός προθεσμίας δύο μηνών. Διαπιστώνοντας ότι η Ελληνική Κυβέρνηση δεν δέχθηκε την άποψη της, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
4
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
5
Προκαταρκτικός πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι δραστηριότητες ξεναγού προερχομένου από άλλο κράτος μέλος, πλην της Ελλάδος, ο οποίος συνοδεύει από το κράτος μέλος αυτό τους μετέχοντες σε οργανωμένο ταξίδι στην Ελλάδα, μπορούν να ασκηθούν υπό δύο διαφορετικά νομικά καθεστώτα. Ένα τουριστικό γραφείο, εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος, μπορεί να χρησιμοποιεί τους ξεναγούς που αυτό απασχολεί. Στην περίπτωση αυτή η υπηρεσία παρέχεται από το τουριστικό γραφείο στους τουρίστες μέσω των δικών του ξεναγών. Ένα τέτοιο τουριστικό γραφείο μπορεί όμως επίσης να προσλάβει ανεξάρτητους ξεναγούς, εγκατεστημένους σ' αυτό το άλλο κράτος μέλος. Σ' αυτή την περίπτωση η υπηρεσία παρέχεται από τον ξεναγό στο τουριστικό γραφείο.
6
Οι δύο προαναφερθείσες περιπτώσεις αφορούν επομένως τις υπηρεσίες που παρέχονται αντίστοιχα από το τουριστικό γραφείο στους τουρίστες και από τον ανεξάρτητο ξεναγό στο τουριστικό γραφείο. Οι παροχές αυτές, που είναι χρονικά περιορισμένες και δεν διέπονται από τις διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, των κεφαλαίων και των προσώπων, αποτελούν παροχές προσφερόμενες έναντι αμοιβής κατά την έννοια του άρθρου 60 της Συνθήκης.
7
Πρέπει να εξεταστεί αν οι δραστηριότητες αυτές εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 59 της Συνθήκης.
8
Η Ελληνική Κυβέρνηση υποστήριξε σχετικά ότι το άρθρο 59 της Συνθήκης εφαρμόζεται μόνον όταν ο παρέχων και ο αποδέκτης της υπηρεσίας είναι εγκατεστημένοι σε διαφορετικά κράτη μέλη.
9
Το άρθρο 59 της Συνθήκης αναφέρεται ρητά μόνο στην περίπτωση που ο παρέχων τις υπηρεσίες είναι εγκατεστημένος σε κράτος μέλος διαφορετικό από αυτό του αποδέκτη της υπηρεσίας, ο σκοπός του όμως είναι η κατάργηση των περιορισμών της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από πρόσωπα μη εγκατεστημένα στο κράτος στο έδαφος του οποίου πρέπει να παρασχεθεί η υπηρεσία ( βλ. απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1982, 76/81, Transporoute, Συλλογή 1982, σ. 417, σκέψη 14 ). Οι διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών δεν εφαρμόζονται μόνον όταν όλα τα ουσιώδη στοιχεία της εν λόγω δραστηριότητας περιορίζονται στο εσωτερικό ενός μόνο κράτους μέλους [απόφαση της 18ης Μαρτίου 1980, 52/79, Debauve, Συλλογή 1980 (μόνο σε ξενόγλωσσες εκδόσεις ), σ. 833, σκέψη 9 ].
10
Κατά συνέπεια, οι διατάξεις του άρθρου 59 εφαρμόζονται σε όλες τις περιπτώσεις που ο παρέχων υπηρεσίες τις προσφέρει στο έδαφος κράτους μέλους διαφορετικού από αυτό στο οποίο είναι εγκατεστημένος, ασχέτως του τόπου εγκαταστάσεως των αποδεκτών των υπηρεσιών αυτών.
11
Δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση, και στις δύο περιπτώσεις που περιγρά-φηκαν στη σκέψη 5 της παρούσας απόφασης, οι παροχές υπηρεσιών πραγματοποιούνται σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος εγκαταστάσεως του παρέχοντος αυτές, το άρθρο 59 της Συνθήκης έχει εφαρμογή.
12
Στη συνέχεια πρέπει να εξεταστεί αν η εν λόγω παροχή έχει αποτελέσει ήδη αντικείμενο κοινοτικής ρυθμίσεως.
13
Η Ελληνική Κυβέρνηση υπογραμμίζει σχετικά ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ του επαγγέλματος του ξεναγού και του επαγγέλματος του οδηγού συνοδού. Από την τέταρτη αιτιολογική σκέψη και το άρθρο 2, παράγραφος 5, της οδηγίας 75/368/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1975, περί των μέτρων που προορίζονται να διευκολύνουν την πραγματική άσκηση του δικαιώματος εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών για διάφορες δραστηριότητες ( ex-κλάση 01 έως κλάση 85 ΔΤΤΒ ), και ιδίως περί των μεταβατικών μέτρων για τις δραστηριότητες αυτές ( ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 214), προκύπτει ότι μόνο το επάγγελμα του οδηγού συνοδού αποτέλεσε αντικείμενο κοινοτικής εναρμονίσεως. Κατά συνέπεια, το ότι επιτρέπεται η άσκηση της δραστηριότητας του οδηγού συνοδού δεν συνεπάγεται και δικαίωμα ασκήσεως της δραστηριότητας του ξεναγού.
14
Τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά. Αρκεί πράγματι να επισημανθεί ότι ουδόλως η Επιτροπή υποστήριξε ότι τα δύο επαγγέλματα ταυτίζονται και ότι ο τουριστικός συνοδός μπορεί ελεύθερα να ασκεί τη δραστηριότητα αυτή ή τη δραστηριότητα του ξεναγού. Στην προσφυγή της αναφέρεται μόνο στα καθήκοντα ξεναγού που ασκεί το πρόσωπο που ταξιδεύει με ομάδα τουριστών, χωρίς να αναφέρεται στο αν το πρόσωπο αυτό ασκεί επίσης καθήκοντα οδηγού συνοδού.
15
Πρέπει επομένως να εξεταστεί αν, ελλείψει κοινοτικής εναρμονίσεως, η εφαρμογή της εν λόγω ελληνικής ρυθμίσεως στους ξεναγούς που συνοδεύουν ομάδα τουριστών προερχόμενη από άλλο κράτος μέλος συμβιβάζεται με τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης ΕΟΚ.
16
Στη συνέχεια πρέπει να υπενθυμιστεί ότι τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης δεν απαιτούν μόνο την κατάργηση κάθε διακρίσεως εις βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες λόγω της ιθαγένειας του, άλλα και την κατάργηση κάθε περιορισμού της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών λόγω του ότι ο παρέχων είναι εγκατεστημένος σε κράτος μέλος διαφορετικό από αυτό εντός του οποίου παρέχεται η υπηρεσία. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να εξαρτούν την παροχή υπηρεσιών στο έδαφος τους από την τήρηση όλων των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την εγκατάσταση, διότι διαφορετικά δεν θα είχαν καμία πρακτική αποτελεσματικότητα οι διατάξεις που αποσκοπούν στην εξασφάλιση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
17
Σχετικά πρέπει να παρατηρηθεί ότι η απαίτηση που θέτουν οι προαναφερθείσες διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας αποτελεί τέτοιο περιορισμό. Πράγματι, η νομοθεσία αυτή, εξαρτώντας την παροχή υπηρεσιών των ξεναγών που ταξιδεύουν με ομάδα τουριστών προερχόμενη από άλλο κράτος μέλος από την κατοχή συγκεκριμένου τίτλου, εμποδίζει τα τουριστικά γραφεία να παρέχουν τις υπηρεσίες αυτές με τη βοήθεια του δικού τους προσωπικού, καθώς και τους ανεξαρτήτους ξεναγούς να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στα γραφεία αυτά κατά τη διάρκεια των οργανωμένων ταξιδιών. Περιορίζει επίσης τις δυνατότητες επιλογής των τουριστών, που μετέχουν σε τέτοια οργανωμένα ταξίδια, όσον αφορά τις εν λόγω παροχές.
18
Λαμβανομένων εντούτοις υπόψη των απαιτήσεων που χαρακτηρίζουν ορισμένες παροχές υπηρεσιών, το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος εξαρτά, κατ' εφαρμογή των κανόνων που διέπουν αυτά τα είδη δραστηριοτήτων στο έδαφος του, τις παροχές αυτές από προϋποθέσεις που αφορούν τα προσόντα του παρέχοντος, δεν μπορεί να θεωρηθεί ασυμβίβαστο προς τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης. Πάντως, η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, ως θεμελιώδης αρχή της Συνθήκης, μπορεί να περιοριστεί μόνον από ρυθμίσεις δικαιολογούμενες από το γενικό συμφέρον και επιβαλλόμενες σε κάθε πρόσωπο ή επιχείρηση που ασκεί δραστηριότητα στο έδαφος του κράτους όπου παρέχονται οι υπηρεσίες, εφόσον το συμφέρον αυτό δεν διασφαλίζεται από τους κανόνες στους οποίους υπόκειται ο παρέχων τις υπηρεσίες εντός του κράτους μέλους όπου έχει την εγκατάσταση του. Εξάλλου, οι εν λόγω υποχρεώσεις πρέπει να είναι εξ αντικειμένου αναγκαίες για την εξασφάλιση της τήρησης των επαγγελματικών κανόνων και τη διασφάλιση της προστασίας των συμφερόντων, πράγμα που αποτελεί και τον στόχο των τελευταίων ( βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1986, 205/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1986, σ. 3755, σκέψη 27 ).
19
Από τα προηγούμενα έπεται ότι οι απαιτήσεις αυτές μπορεί να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης μόνον εφόσον αποδεικνύεται ότι υφίστανται, στον τομέα της εξεταζόμενης δραστηριότητας, επιτακτικοί λόγοι συνδεόμενοι με το γενικό συμφέρον δικαιολογούντες περιορισμούς στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, ότι το συμφέρον αυτό δεν έχει ήδη διασφαλιστεί από τους κανόνες του κράτους εγκαταστάσεως του παρέχοντος τις υπηρεσίες και ότι το ίδιο αυτό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με κανόνες λιγότερο δεσμευτικούς.
20
Η Ελληνική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι η εν λόγω ρύθμιση ήταν δικαιολογημένη λόγω του γενικού συμφέροντος της αξιοποιήσεως του καλλιτεχνικού και αρχαιολογικού πλούτου της χώρας και της προστασίας των καταναλωτών. Η Ελληνική Κυβέρνηση υπογραμμίζει σχετικά τη βασική διαφορά ανάμεσα στη γραπτή και στην προφορική μετάδοση των πληροφοριών που αφορούν τον πλούτο αυτό. Κατά την άποψη της, οι ελληνικές αρχές ασκούν έλεγχο ποιότητας στα έντυπα που κυκλοφορούν στο εσωτερικό της χώρας και μεριμνούν ώστε τα έντυπα που κυκλοφορούν εκτός Ελλάδος να παρουσιάζουν ορθά την καλλιτεχνική και πολιτιστική κληρονομιά της χώρας. Αντίθετα, είναι δυσκολότερος ο έλεγχος των πληροφοριών που παρέχει προφορικώς ο ξεναγός σε συγκεκριμένη ομάδα τουριστών. Η Ελληνική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η εν λόγω νομοθεσία είναι κατά μείζονα λόγο δικαιολογημένη διότι, σε ορισμένα κράτη μέλη, η δραστηριότητα του ξεναγού μπορεί να ασκηθεί χωρίς απαίτηση επαγγελματικών προσόντων.
21
Πρέπει να παρατηρηθεί ότι το γενικό συμφέρον της αξιοποιήσεως του καλλιτεχνικού και αρχαιολογικού πλούτου μιας χώρας και της προστασίας του καταναλωτή μπορεί να αποτελεί επιτακτικό λόγο που να δικαιολογεί περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Εντούτοις, η εν λόγω απαίτηση που απορρέει από την ελληνική ρύθμιση υπερβαίνει το μέτρο του αναγκαίου για την εξασφάλιση της προστασίας του συμφέροντος αυτού, καθόσον εξαρτά τη δραστηριότητα του ξεναγού, ο οποίος συνοδεύει ομάδες τουριστών προερχόμενες από άλλο κράτος μέλος, από την κατοχή αδείας ασκήσεως επαγγέλματος.
22
Πράγματι, η επαγγελματική συνοδεία για την οποία πρόκειται εν προκειμένω πραγματοποιείται υπό ιδιαίτερες συνθήκες. Ο ξεναγός που είναι ανεξάρτητος εργαζόμενος ή υπάλληλος ταξιδεύει μαζί με τους τουρίστες που συνοδεύει, αποτελώντας μαζί τους κλειστό κύκλωμα* ταξιδεύουν προσωρινά, ως ομάδα, από το κράτος μέλος εγκαταστάσεως στο κράτος μέλος που επισκέπτονται.
23
Υπό τις συνθήκες αυτές, η επιβαλλόμενη από το κράτος μέλος προορισμού απαίτηση αδείας έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του αριθμού των ξεναγών που μπορούν να συνοδεύουν τους τουρίστες σε κλειστό κύκλωμα, πράγμα που μπορεί να οδηγήσει τους διοργανωτές ταξιδιών να προτιμούν τη χρησιμοποίηση τοπικών ξεναγών, που είναι υπάλληλοι ή είναι εγκατεστημένοι στο κράτος μέλος όπου παρέχεται η υπηρεσία. Αυτή όμως η συνέπεια παρουσιάζει για τους τουρίστες, που είναι οι αποδέκτες της εν λόγω παροχής, το μειονέκτημα ότι τους στερεί τη δυνατότητα να έχουν ξεναγό οικείο προς τη γλώσσα τους και τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα και προσδοκίες τους.
24
Πρέπει εξάλλου να παρατηρηθεί ότι η αποδοτική εκμετάλλευση αυτών των οργανωμένων ταξιδιών εξαρτάται από την εμπορική φήμη του διοργανωτή που υπόκειται στον ανταγωνισμό άλλων τουριστικών γραφείων και ότι η διατήρηση της φήμης αυτής και ο ανταγωνισμός έχουν ήδη ως αποτέλεσμα κάποια επιλογή των ξεναγών και τον έλεγχο της ποιότητας των υπηρεσιών που παρέχουν. Το γεγονός αυτό μπορεί να συμβάλλει, σε συνάρτηση με τις προσδοκίες των εν λόγω ομάδων τουριστών, στην αξιοποίηση του καλλιτεχνικού και αρχαιολογικού πλούτου και στην προστασία των καταναλωτών, όταν πρόκειται για ξεναγήσεις σε χώρους πλην μουσείων και ιστορικών μνημείων όπου η επίσκεψη επιτρέπεται μόνο με συνοδεία επαγγελματία ξεναγού.
25
Κατά συνέπεια, λαμβανομένης υπόψη της σημασίας των περιορισμών που επιβάλλει, η εν λόγω ρύθμιση είναι δυσανάλογη σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, δηλαδή την αξιοποίηση του ιστορικού πλούτου και την καλύτερη δυνατή διάδοση γνώσεων που αφορούν την καλλιτεχνική και πολιτιστική κληρονομιά του κράτους μέλους όπου πραγματοποιείται το ταξίδι, καθώς και την προστασία των καταναλωτών.
26
Η Ελληνική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ακόμη ότι είναι αδύνατον να συμβιβαστεί η άποψη της Επιτροπής, που εκφράζεται στην προσφυγή της, με τις παράλληλες ενέργειες της για την υποβολή προτάσεως οδηγίας σχετικά με ένα δεύτερο γενικό σύστημα αναγνώρισης της επαγγελματικής εκπαίδευσης ( ΕΕ 1989, C 263, σ. 1 ), η οποία συμπληρώνει την οδηγία 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών ( ΕΕ 1989, L 19, σ. 16).
27
Πράγματι, η πρόταση αυτή οδηγίας προβλέπει, όσον αφορά τα επαγγέλματα για την άσκηση των οποίων η Κοινότητα δεν έχει ορίσει το ελάχιστο επίπεδο των αναγκαίων προσόντων, ότι τα κράτη μέλη διατηρούν την ευχέρεια να καθορίζουν τα ίδια αυτό το ελάχιστο επίπεδο προσόντων.
28
Εντούτοις, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι οι διατάξεις του παραγώγου δικαίου δεν μπορούν να αφορούν παρά μόνο εθνικά μέτρα που συμβιβάζονται με τις απαιτήσεις του άρθρου 59 της Συνθήκης, όπως αυτές έχουν διευκρινιστεί με τη νομολογία του Δικαστηρίου.
29
Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, εξαρτώντας την παροχή υπηρεσιών ξεναγού που ταξιδεύει με ομάδα τουριστών προερχόμενη από άλλο κράτος μέλος, όταν η παροχή αυτή συνίσταται στην ξενάγηση των τουριστών αυτών σε χώρους πλην μουσείων και ιστορικών μνημείων όπου η επίσκεψη επιτρέπεται μόνο με συνοδεία ειδικευμένου επαγγελματία ξεναγού, από την κατοχή αδείας ασκήσεως επαγγέλματος που προϋποθέτει ορισμένη κατάρτιση πιστοποιούμενη με σχετικό δίπλωμα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 59 της Συνθήκης.
Επί των δικαστικών εξόδων
30
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Η Ελληνική Δημοκρατία, εξαρτώντας την παροχή υπηρεσιών ξεναγού που ταξιδεύει με ομάδα τουριστών προερχόμενη από άλλο κράτος μέλος, όταν η παροχή αυτή συνίσταται στην ξενάγηση των τουριστών αυτών σε χώρους πλην μουσείων και ιστορικών μνημείων όπου η επίσκεψη επιτρέπεται μόνο με συνοδεία ειδικευμένου επαγγελματία ξεναγού, από την κατοχή αδείας ασκήσεως επαγγέλματος που προϋποθέτει ορισμένη κατάρτιση πιστοποιούμενη με σχετικό δίπλωμα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2)
Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Due
Mancini
Moitinho de Almeida
Diez de Velasco
Κακούρης
Schockweiler
Grévisse
Zuleeg
Kapteyn
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 26 Φεβρουαρίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy