ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-205/89 ( *1 )
Ι — Ιστορικό
1.
Η εισαγωγή στην Ελληνική Δημοκρατία γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων καταγωγής άλλων κρατών μελών υπέκειτο, δυνάμει του προεδρικού διατάγματος 40/1977, περί της κτηνιατρικής επιθεωρήσεως των σφαγίων ζώων και προϊόντων ζωϊκής προελεύσεως (ΦΕΚ Α αριθ. 18 της 21.1.1977), σε μέτρα υγειονομικού ελέγχου συνιστάμενα σε καθεστώς συστηματικού ελέγχου που περιελάμβανε δύο διαδοχικές υγειονομικές επιθεωρήσεις και καθεστώς κτηνιατρικών πιστοποιητικών.
Το καθεστώς αυτών των κτηνιατρικών πιστοποιητικών αποτελεί το αντικείμενο του άρθρου 13 του προαναφερθέντος διατάγματος 40/1977, το οποίο ορίζει στην παράγραφο 1 ότι όλα τα εισαγόμενα τρόφιμα πρέπει να συνοδεύονται απαραιτήτως από το πρωτότυπο κτηνιατρικού υγειονομικού πιστοποιητικού ή υγειονομικού πιστοποιητικού αρμόδιας κρατικής αρχής της χώρας προελεύσεως, συντεταγμένου στην ελληνική, αγγλική, ή γαλλική γλώσσα· τα υγειονομικά αυτά πιστοποιητικά πρέπει να έχουν εκδοθεί εντός του δεκαπενθημέρου που προηγείται της αναχωρήσεως του μεταφορικού μέσου. Η παράγραφος 3 του άρθρου 13 ορίζει ότι το πιστοποιητικό πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία τα οριζόμενα στις αντίστοιχες διατάξεις της ισχύουσας ελληνικής νομοθεσίας.
2.
Με έγγραφο οχλήσεως της 18ης Δεκεμβρίου 1986 και με αιτιολογημένη γνώμη της 14ης Μαρτίου 1988, η Επιτροπή προσήψε στην Ελληνική Δημοκρατία ότι παρέβη της υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ, διότι καθιέρωσε για την εισαγωγή των γαλακτοκομικών προϊόντων, πλην του βουτύρου, καθεστώς ελέγχου για κάθε παρτίδα προϊόντων και υπήγαγε την εισαγωγή παστεριωμένου βουτύρου στο ίδιο καθεστώς ελέγχου, απαιτούσε δε και κτηνιατρικό υγειονομικό πιστοποιητικό.
3.
Η Ελληνική Δημοκρατία αμυνόμενη προέβαλε ότι το καθεστώς συστηματικού ελέγχου εφαρμοζόταν, σύμφωνα με υπουργική διευκρινιστική εγκύκλιο, αποκλειστικά στα προϊόντα τα οποία εισάγονταν από τρίτες χώρες και ότι η απαίτηση υγειονομικού πιστοποιητικού για κάθε παρτίδα εισαγομένου παστεριωμένου βουτύρου δικαιολογούνταν από λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας.
4.
Με το προεδρικό διάταγμα 550/1989 ( ΦΕΚ Α αριθ. 232 της 11.10.1989), η Ελληνική Δημοκρατία κατάργησε το καθεστώς συστηματικού ελέγχου κατά την εισαγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων προελεύσεως κρατών μελών της Κοινότητας, ενώ εξακολούθησε να απαιτεί υγειονομικό πιστοποιητικό για το παστεριωμένο βούτυρο.
II — 'Εγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
1.
Η προσφυγή της Επιτροπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29 Ιουλίου 1989.
2.
Μετά την έκδοση· του προαναφερθέντος διατάγματος 550/1989, η Επιτροπή, στο στάδιο του υπομνήματος απαντήσεως, περιόρισε το αντικείμενο της προσφυγής της βάλλουσα μόνον κατά της απαιτήσεως υποβολής υγειονομικού πιστοποιητικού κατά την εισαγωγή παστεριωμένου βουτύρου.
3.
Η Επιτροπή, προσφεύγουσα, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, απαιτώντας υγειονομικό πιστοποιητικό για την εισαγωγή παστεριωμένου βουτύρου για το οποίο η μέθοδος παστεριώσεως αναφέρεται στην ετικέτα ή στο σήμα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 804/68, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, και από τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης·
—
να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στη δικαστική δαπάνη.
4.
Η ΕΑΑψική Δημοκρατία, καθής, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, απαιτώντας υγειονομικό πιστοποιητικό για την εισαγωγή παστεριωμένου βουτύρου για το οποίο η μέθοδος παστεριώσεως αναφέρεται στην ετικέτα ή στο σήμα, δεν παραβιάζει τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό 804/68, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, και από τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στη δικαστική δαπάνη.
5.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Η Επιτροπή και η Ελληνική Δημοκρατία κλήθηκαν να απαντήσουν γραπτώς σε ορισμένες ερωτήσεις, πράγμα που έπραξαν εντός των ταχθεισών προθεσμιών.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
1.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το να απαιτείται υγειονομικό πιστοποιητικό κατά την εισαγωγή το παστεριωμένου βουτύρου συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό απαγορευόμενο από το άρθρο 30 της Συνθήκης, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κοινής οργανώσεως αγορών στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82). Πράγματι, η έκδοση υγειονομικού πιστοποιητικού συνιστά πηγή καθυστερήσεων και εξόδων και ως εκ τούτου έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα για τους οικονομικούς φορείς.
Η απαίτηση αυτή δεν δικαιολογείται από λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, εναπόκειται ασφαλώς στα κράτη μέλη να αποφασίζουν σχετικά με το επίπεδο στο οποίο προτίθενται να εξασφαλίσουν τη δημόσια υγεία·εντούτοις, εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία έχει περιοριστική επίπτωση επί των ενδοκοινοτικών συναλλαγών συμβιβάζεται με τη Συνθήκη μόνον εφόσον είναι αναγκαία για την αποτελεσματική προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων αυτό δεν συμβαίνει όταν οι στόχοι αυτοί μπορούν να επιτευχθούν με εξίσου αποτελεσματικό τρόπο με λιγότερα περιοριστικά μέτρα όσον αφορά τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές (απόφαση της 20ής Μαΐου 1976, 104/75, De Peijper, Rec. 1976, σ. 613).
Εν προκειμένω, το παστεριωμένο βούτυρο, που παράγεται και διατίθεται στο εμπόριο σύμφωνα με τις προδιαγραφές ενός κράτους μέλους και του οποίου η επεξεργασία παστεριώσεως αναγράφεται στην ετικέτα ή στο σήμα, δεν παρουσιάζει κινδύνους για τη δημόσια υγεία· πράγματι, όλα τα κράτη μέλη προβλέπουν, για την παραγωγή του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, καθεστώς υγειονομικών απαιτήσεων και ελέγχου. Το καθεστώς αυτό αποβλέπει στο να διασφαλίζεται ότι το γάλα που συγκεντρώνεται για την παραγωγή των γαλακτοκομικών προϊόντων προέρχεται από υγιείς αγελάδες οι οποίες υπόκεινται σε γενικό κτηνιατρικό έλεγχο· προβλέπονται συμπληρωματικές υγειονομικές απαιτήσεις σε όλα τα στάδια της παραγωγής και της εμπορίας των σχετικών προϊόντων η τήρηση των απαιτήσεων αυτών εξασφαλίζεται τόσο στο επίπεδο των γαλακτοκομικών εκμεταλλεύσεων όσο και στο επίπεδο των γαλακτοκομείων. Εξάλλου, οι έλεγχοι αυτοί διενεργούνται με τον ίδιο ρυθμό ανεξαρτήτως του αν τα προϊόντα προορίζονται για την εσωτερική αγορά ή για εξαγωγή.
Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το βούτυρο που παρασκευάζεται με γάλα το οποίο έχει υποστεί θερμική επεξεργασία και σύμφωνα με τους υγειονομικούς κανόνες που ισχύουν στα κράτη μέλη παρέχει όλες τις εγγυήσεις υγιεινής παρασκευής και, επομένως, δεν παρουσιάζει κίνδυνο για την υγεία των ανθρώπων.
Η ένδειξη της επεξεργασίας παστεριώσεως, μέσω της ετικέτας ή του σήματος, αποτελεί εγγύηση για το κράτος μέλος εισαγωγής ότι το εν λόγω προϊόν έχει υποστεί θερμική επεξεργασία η οποία διασφαλίζει την καταστροφή των παθογόνων μικροοργανισμών.
Η απαίτηση υγειονομικού πιστοποιητικού δικαιολογείται μόνο για τα γαλακτοκομικά προϊόντα τα οποία δεν έχουν υποστεί αυτή τη θερμική επεξεργασία και για εκείνα τα οποία, μολονότι έχουν υποστεί θερμική επεξεργασία, αποτελούν περιβάλλον κατάλληλο για την ανάπτυξη μικροοργανισμών. Το παστεριωμένο βούτυρο είναι ένα προϊόν μικροβιολογικά σταθερό το οποίο, αν ληφθεί υπόψη η ποσότητα του νερού που υπάρχει στη σύνθεση του προϊόντος, δεν εμφανίζει παρά μηδαμηνές πιθανότητες αναπτύξεως μικροβίων. Η ενδεχόμενη ανάπτυξη ζυμών ή φαινομένων ταγγίσεως, οξειδώσεως ή ευρωτιάσεως αποτελούν χημικές ή ενζυματικές αντιδράσεις, οι οποίες όμως δεν έχουν καμία σχέση με τη δημόσια υγεία. Εξάλλου, οι αντιδράσεις αυτές οφείλονται ουσιαστικά στις κακές συνθήκες αποθηκεύσεως στη χώρα εισαγωγής.
Η επίθεση ετικέτας σε βούτυρο που πληροί τις προϋποθέσεις της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978 (ΕΕ ειδ. εκδ. 03/024, σ. 33 ), παρέχει επαρκείς πληροφορίες για ενδεχόμενο έλεγχο της ποιότητας του εισαγομένου βουτύρου, καθώς και για επαληθεύσεις από τις αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής.
Το σχέδιο κανονισμού που καθορίζει τους υγειονομικούς κανόνες οι οποίοι εφαρμόζονται στην παραγωγή και την εμπορία του νωπού γάλακτος, του γάλακτος που προορίζεται για μεταποίηση, καθώς και όλων των άλλων βασικών προϊόντων γάλακτος, σχέδιο που επικαλείται η Ελληνική Δημοκρατία, δεν προβλέπει υγειονομικά ή κτηνιατρικά πιστοποιητικά, αλλά μόνον την κατάλληλη επισήμανση εν όψει ενδεχόμενων ελέγχων.
2.
Η Ελληνική Δημοκρανία υποστηρίζει ότι επιβάλλεται το. κτηνιατρικό υγειονομικό πιστοποιητικό για την εισαγωγή παστεριωμένου βουτύρου από λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας.
Όσον αφορά τους κινδύνους που το παστεριωμένο βούτυρο συνεπάγεται για τη δημόσια υγεία, η Ελληνική Δημοκρατία αναφέρεται στην απάντηση που έδωσε στην αιτιολογημένη γνώμη όπου αναφερόταν στον κίνδυνο αλλοιώσεως της ποιότητας του βουτύρου που οφείλεται σε τάγγιση, οξείδωση ή σε ανάπτυξη μικροοργανισμών, κυρίως μυκήτων και ζυμών.
Ούτε η εθνική νομοθεσία περί των γαλακτοκομικών προϊόντων ούτε το προαναφερθέν σχέδιο κοινοτικού κανονισμού, περί των υγειονομικών κανόνων που εφαρμόζονται στην παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων, προβαίνουν σε διάκριση μεταξύ του βουτύρου και των άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων.
Ορισμένα επιχειρήματα συνηγορούν για τη διατήρηση του κτηνιατρικού υγειονομικού πιστοποιητικού: το πιστοποιητικό αυτό είναι πάντοτε πρόσφατης έκδοσης· αναφέρεται στη συγκεκριμένη παρτίδα βουτύρου που συνοδεύει· εκδίδεται μετά από υγειονομικό έλεγχο της αρμόδιας αρχής της χώρας αποστολής και αποτελεί εγγύηση για την ποιότητα και την υγιεινή κατάσταση του αναφερόμενου σ' αυτό προϊόντος.
Η επίθεση ετικέτας ή σήματος, έστω και αν γίνεται σύμφωνα με την προαναφερθείσα οδηγία 79/112, δεν προσφέρει επαρκείς εγγυήσεις: συγκεκριμένα, οι ενδείξεις αυτές τίθενται από τον ίδιο τον παρασκευαστή· μπορούν να τυπωθούν μία φορά σε μεγάλους αριθμούς και δεν διαφοροποιούνται παρά μόνον ως προς την ημερομηνία αναλώσεως του προϊόντος· δεν φέρουν τη σφραγίδα της αρμόδιας κτηνιατρικής υπηρεσίας της χώρας αποστολής και δεν έχουν καμία σχέση με την υγιεινή και την ποιότητα της συγκεκριμένης παρτίδας του εισαγόμενου προϊόντος.
Το επιχείρημα ότι το παστεριωμένο βούτυρο υπέστη θερμική επεξεργασία είναι εσφαλμένο. Πράγματι, τα περισσότερα γαλακτοκομικά προϊόντα που διατίθενται στο εμπόριο υφίστανται παρόμοια επεξεργασία. Η αποστείρωση αποτελεί θερμική επεξεργασία πολύ ισχυρότερη από την παστερίωση. Η οδηγία 85/397/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Αυγούστου 1985, σχετικά με τα υγειονομικά προβλήματα του θερμικώς επεξεργασμένου γάλακτος ( ΕΕ L 226, σ. 13 ), απαιτεί υγειονομικό πιστοποιητικό για τα απολύτως σταθερά προϊόντα από μικροβιολογική άποψη, τα οποία, λόγω του είδους της συσκευασίας τους, δεν διατρέχουν κανένα κίνδυνο αλλοιώσεως κατά τη συντήρηση. Το πράγμα διαφέρει ως προς το παστεριωμένο βούτυρο το οποίο υπέστη μόνον θερμική επεξεργασία σε θερμοκρασία χαμηλότερη από εκείνη της αποστειρώσεως, διατίθεται στο εμπόριο σε απλή μη αεροστεγή συνήθως συσκευασία και απαιτούνται για τη συντήρηση του χαμηλές θερμοκρασίες.
IV — Απαντήσεις στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου
1.
Κληθείσα να διευκρινίσει ποια στοιχεία πρέπει να περιέχει το υγειονομικό πιστοποιητικό κατά την εισαγωγή παστεριωμένου βουτύρου, η Ελληνική Δημοκρατία υπέβαλε στο Δικαστήριο υπόδειγμα του πιστοποιητικού αυτού. Κατά την Ελληνική Κυβέρνηση, στο πιστοποιητικό περιλαμβάνονται πληροφορίες ανάλογες με αυτές που προβλέπονται στο αντίστοιχο πιστοποιητικό της προαναφερθείσας οδηγίας 85/397. Πρόκειται για πληροφορίες που αναφέρονται σε στοιχεία απαραίτητα για την ταυτότητα της παρτίδας, του αποστολέα, του παραλήπτη και του μεταφορικού μέσου, καθώς και σε υγειονομικής φύσεως θέματα που αφορούν τις πρώτες ύλες και το τελικό προϊόν.
2.
Κληθείσα από.το Δικαστήριο να διευκρινίσει γιατί αμφισβητεί τον λόγο υπάρξεως του κτηνιατρικού πιστοποιητικού κατά την εισαγωγή παστεριωμένου βουτύρου, ενώ η προαναφερθείσα οδηγία 85/397 επιβάλλει υγειονομικό πιστοποιητικό για τα γαλακτοκομικά προϊόντα που έχουν υποστεί θερμική επεξεργασία υψηλότερου βαθμού από το παστεριωμένο βούτυρο, η Επιτροπή τονίζει ότι η παρούσα υπόθεση αφορά το παστεριωμένο βούτυρο που παρασκευάζεται από παστεριωμένη κρέμα, ενώ η προαναφερθείσα οδηγία εφαρμόζεται στο θερμικώς επεξεργασμένο γάλα [το παστεριωμένο, το επεξεργασμένο σε πολύ υψηλή θερμοκρασία ( UHT ) και το αποστειρωμένο γάλα ]. Η θεμελιώδης διαφορά των δύο αυτών ομάδων προϊόντων συνίσταται στο ότι το παστεριωμένο βούτυρο είναι σταθερό από μικροβιολογική άποψη, ιδιότητα που οφείλεται στο ότι πρόκειται για μείγμα νερού και ελαίου σε μορφή γαλακτώματος, δηλαδή πολύ μικρά σταγονίδια νερού διασπαρμένα σε σταθερή λιπαρή φάση. Ο κίνδυνος να αναπτυχθούν μικρόβια στο βούτυρο δεν υπάρχει παρά μόνον σε περίπτωση κακής κατανομής του νερού, πράγμα που είναι πολύ εύκολο να διαπιστωθεί με τον χάρτη — δείκτη. Τα άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα βρίσκονται σε συνεχή υδατική φάση και γι' αυτό η παρουσία παθογόνων μικροοργανισμών μπορεί να έχει ως συνέπεια την επικίνδυνη ανάπτυξη μικροβίων.
3.
Το Δικαστήριο επέτρεψε στην Επιτροπή να καταθέσει τα αποτελέσματα έρευνας που πραγματοποίησε ενώπιον των αρχών των κρατών μελών για να διαπιστώσει κατά πόσον, κατά τα τελευταία είκοσι έτη, είχαν παρουσιαστεί προβλήματα δημόσιας υγείας συνδεόμενα με το παστεριωμένο βούτυρο. Από τις απαντήσεις που έδωσαν η Γαλλία, η Δανία, η Πορτογαλία, οι Κάτω Χώρες, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Βέλγιο, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία προκύπτει ότι στα κράτη αυτά δεν διαπιστώθηκε κανένα πρόβλημα υγείας οφειλόμενο στο βούτυρο το οποίο παρασκευάζεται από παστεριωμένη κρέμα.
4.
Κληθείσα να υποβάλει τις παρατηρήσεις της επί των αποτελεσμάτων της έρευνας αυτής, η Ελληνική Δημοκρατία πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι δεν επιθυμούσε να αμφισβητήσει το περιεχόμενο των δοθεισών απαντήσεων, παρουσιάζονται όμως πραγματικές δυσκολίες ως προς την επιλογή του χρόνου αλλά και τη σκοπιμότητα της σχετικής έρευνας. Η ιατρική και νοσηλευτική πρακτική καθιστούν προφανές ότι οι περιπτώσεις τροφικών δηλητηριάσεων που καθίστανται γνωστές ή που καθίστανται αντικείμενο έρευνας αποτελούν μικρό ποσοστό σε σχέση με τους πραγματικούς αριθμούς των προσβληθέντων ατόμων. Επί πλέον, το εν λόγω βούτυρο συσκευάζεται σε μικρές συσκευασίες και καταναλώνεται σε μικρές ποσότητες από τα μέλη μιας οικογενείας· στην περίπτωση κατά την οποία οι καταναλωτές αυτοί προσβάλλονται από ελαττωματικό βούτυρο, κατά κανόνα τυγχάνουν θεραπευτικής αγωγής κατ' οίκον και διαλανθάνουν της προσοχής των ιατρών και των υπευθύνων για την κατάρτιση στατιστικών. Για τους λόγους αυτούς η Ελληνική Δημοκρατία φρονεί ότι τα αποτελέσματα της έρευνας που πραγματοποίησε η Επιτροπή δεν είναι ικανά να ανατρέψουν το βάσιμο των επιχειρημάτων της Ελληνικής Δημοκρατίας.
F. Α. Schockweiler
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 19ης Μαρτίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-205/89,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη Μαρία Κοντού-Durande και τον René Barents, μέλη της Νομικής της Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Guido Berardis, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας της Επιτροπής, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον Κωνσταντίνο Σταυρόπουλο, νομικό συνεργάτη της ειδικής Νομικής Υπηρεσίας Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων του Υπουργείου Εξωτερικών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Ελληνική Πρεσβεία, 117, Val-Sainte-Croix,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, απαιτώντας υγειονομικό πιστοποιητικό για την εισαγωγή παστεριωμένου βουτύρου του οποίου η μέθοδος παστεριώσεως αναφέρεται στην ετικέτα ή στο σήμα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82 ) και από τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, Πρόεδρο, G. F. Mancini, Τ. F. O'Higgins και J. C. Moitinho de Almeida, προέδρους τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, F. Α. Schockweiler, F. Grévisse, M. Zuleeg και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven
γραμματέας: V. di Bucci, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τους εκπροσώπους των διαδίκων οι οποίοι αγόρευσαν κατά τη συνεδρίαση της 22ας Νοεμβρίου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 10ης Ιανουαρίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29 Ιουνίου 1989, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε προσφυγή, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, υποβάλλοντας την εισαγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων σε καθεστώς υλικού ελέγχου για κάθε παρτίδα προϊόντων και την εισαγωγή παστεριωμένου βουτύρου — του οποίου η μέθοδος παστεριώσεως αναφέρεται στην ετικέτα ή στο σήμα — στο ίδιο καθεστώς ελέγχου και απαιτώντας κτηνιατρικό πιστοπιητικό, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό ( ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82 ) και από τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2
Επειδή η Ελληνική Δημοκρατία, με το προεδρικό διάταγμα 550/89 ( ΦΕΚ Α αριθ. 232 της 11.10.1989), κατάργησε το καθεστώς υλικού ελέγχου για κάθε παρτίδα γαλακτοκομικών προϊόντων εισαγομένων από άλλα κράτη μέλη, η Επιτροπή, στο στάδιο του υπομνήματος απαντήσεως, παραιτήθηκε από την αιτίαση αυτή. Η Επιτροπή εμμένει στην προσφυγή της καθό μέρος αφορά την υποχρέωση προσκομίσεως υγειονομικού πιστοποιητικού, στην οποία υπόκειται η εισαγωγή παστεριωμένου βουτύρου.
3
Το άρθρο 13, παράγραφος 1, του προεδρικού διατάγματος 40/1977, περί της κτηνιατρικής επιθεωρήσεως των σφαγίων ζώων και προϊόντων ζωικής προελεύσεως ( ΦΕΚ Α αριθ. 18 της 21.1.1977), όπως τροποποιήθηκε, ορίζει ότι όλα τα εισαγόμενα τρόφιμα πρέπει να συνοδεύονται απαραιτήτως από το πρωτότυπο κτηνιατρικού υγειονομικού πιστοποιητικού ή υγειονομικού πιστοποιητικού αρμόδιας κρατικής αρχής της χώρας προελεύσεως, συντεταγμένου στην ελληνική, αγγλική ή γαλλική γλώσσα, αυτό δε το υγειονομικό πιστοποιητικό πρέπει να έχει εκδοθεί εντός του δεκαπενθημέρου που προηγείται της αναχωρήσεως του μεταφορικού μέσου.
4
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση εκτίθενται λεπτομερώς τα περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
5
Προκειμένου να εκτιμηθεί το βάσιμο της προσφυγής, επιβάλλεται κατ' αρχάς να υπογραμμιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ( βλ., αρχικά, την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74, Dassonville, Rec. 1974, σ. 837, σκέψη 5 ), η απαγόρευση των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς, που θεσπίζεται με το άρθρο 30 της Συνθήκης, περιλαμβάνει κάθε εμπορική κανονιστική ρύθμιση των κρατών μελών ικανή να παρεμποδίσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
6
Η υποχρέωση προσκομίσεως υγειονομικού πιστοποιητικού, από την εκπλήρωση της οποίας εξαρτάται η εισαγωγή στην Ελληνική Δημοκρατία παστεριωμένου βουτύρου καταγωγής άλλων κρατών μελών, είναι ικανή να παρεμποδίσει την εισαγωγή των προϊόντων αυτών και, επομένως, εμπίπτει στο άρθρο 30 της Συνθήκης.
7
Επιβάλλεται ωστόσο να εξακριβωθεί αν, όπως υποστηρίζει η Ελληνική Δημοκρατία, η εφαρμογή των μέτρων αυτών δικαιολογείται δυνάμει του άρθρου 36 της Συνθήκης από λόγους προστασίας της υγείας των ανθρώπων.
8
Όπως προκύπτει από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, στα κράτη μέλη απόκειται, ελλείψει εναρμονίσεως σε κοινοτικό επίπεδο, να αποφασίζουν σε ποια έκταση προτίθενται να εξασφαλίσουν την προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων, λαμβάνοντας όμως υπόψη τις απαιτήσεις της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας ( βλ., ιδίως, απόφαση της 12ης Μαρτίου 1987, 178/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1987, σ. 1227 ).
9
Επιβάλλεται σχετικώς να υπομνηστεί ότι το άρθρο 36 της Συνθήκης εμπεριέχει εξαίρεση, στενώς ερμηνευτέα, από τον κανόνα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας, ο οποίος εντάσσεται στις θεμελιώδεις αρχές της κοινής αγοράς. Κατά συνέπεια, απόκειται στις εθνικές αρχές που επικαλούνται την εν λόγω διάταξη, εν όψει της λήψεως μέτρου περιοριστικού του ενδοκοινοτικού εμπορίου, να αποδεικνύουν σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αν το σχεδιαζόμενο μέτρο ανταποκρίνεται στα κριτήρια της διατάξεως αυτής (απόφαση της 14ης Ιουλίου 1983, 174/82, Sandoz, Συλλογή 1983, σ. 2445 ).
10
Επί του σημείου αυτού, η Ελληνική Δημοκρατία υποστήριξε ότι το παστεριωμένο βούτυρο υπόκειται σε κίνδυνο επιβλαβούς για την υγεία αλλοιώσεως της ποιότητας του και υπογράμμισε ότι με την οδηγία 85/397/ΕΟΚ, της 5ης Αυγούστου 1985, για τα υγειονομικά προβλήματα και την υγειονομική πολιτική κατά τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές του θερμικά επεξεργασμένου γάλακτος ( ΕΕ L 226, σ. 13 ), το Συμβούλιο επέτρεψε ρητά την απαίτηση προσκομίσεως υγειονομικών πιστοποιητικών.
11
Επί του τελευταίου αυτού σημείου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το παστεριωμένο βούτυρο για το οποίο πρόκειται στην παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να αντιπαραβληθεί προς τα προϊόντα στα οποία αναφέρεται η προαναφερθείσα οδηγία 85/397, διότι η σύσταση του είναι διαφορετική. Εξάλλου, η Επιτροπή υπογράμμισε κατά τρόπο πειστικό ότι το παστεριωμένο βούτυρο χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι είναι μικροβιολογικώς σταθερό και δεν υπόκειται στους ίδιους κινδύνους αλλοιώσεως όπως τα γαλακτοκομικά προϊόντα τα οποία υπέστησαν μόνο θερμική επεξεργασία.
12
Όσον αφορά τους άλλους κινδύνους για την υγεία, τους οποίους άλλωστε η Ελληνική Δημοκρατία περιορίστηκε απλώς να αναφέρει, η ύπαρξη τους αντικρούεται από την έρευνα που η Επιτροπή διενήργησε με τη συνεργασία των αρχών των κρατών μελών και από την οποία προκύπτει ότι σε κανένα από τα κράτη αυτά δεν προέκυψαν υγειονομικά προβλήματα από την εμπορία του παστεριωμένου βουτύρου.
13
Συνεπώς, δεδομένου ότι η εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 30 της Συνθήκης έχει αποδειχθεί, παρέλκει πλέον η εξέταση των αιτιάσεων σχετικά με την παράβαση των διατάξεων του προαναφερθέντος κανονισμού 804/68, ο οποίος, στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, επαναλαμβάνει απλώς τις αρχές της ελεύθερης κυκλοφορίας του άρθρου 30 της Συνθήκης.
14
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, απαιτώντας υγειονομικό πιστοποιητικό για την εισαγωγή παστεριωμένου βουτύρου του οποίου η μέθοδος παστεριώσεως αναφέρεται στην ετικέτα ή στο σήμα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης.
Επί των δικαστικών εξόδων
15
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο παραιτούμενος διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εκτός αν η παραίτηση του δικαιολογείται από τη στάση του αντιδίκου. Εν προκειμένω, η παραίτηση της Επιτροπής από την αιτίαση σχετικά με τη διενέργεια του υλικού ελέγχου επί κάθε παρτίδας γαλακτοκομικών προϊόντων εισαγομένων από τα άλλα κράτη μέλη δικαιολογείται από τη στάση της Ελληνικής Δημοκρατίας, η οποία τροποποίησε τη νομοθεσία της μόνο μετά τη λήξη της προθεσμίας που είχε ταχθεί με την αιτιολογημένη γνώμη. Επειδή η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε όσον αφορά την προσφυγή όπως διαμορφώθηκε μετά τη μερική παραίτηση της Επιτροπής, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Η Ελληνική Δημοκρατία, απαιτώντας υγειονομικό πιστοποιητικό για την εισαγωγή παστεριωμένου βουτύρου του οποίου η μέθοδος παστεριώσεως αναφέρεται στην ετικέτα ή στο σήμα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2)
Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Due
Mancini
Ο' Higgins
Moitinho de Almeida
Κακοόρης
Schockweiler
Grévisse
Zuleeg
Kapteyn
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 19 Μαρτίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος
O. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy