ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-217/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά
1.
Η εφαρμοστέα κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
α)
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1078/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί θεσπίσεως συστήματος πριμοδοτήσεων για τη μη εμπορία γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων και για τη μετατροπή αγελών βοοειδών (ABI. L 131, σ. 1), εισήγαγε, μεταξύ άλλων, ένα σύστημα πριμοδοτήσεων για τη μη εμπορία, οι οποίες έπρεπε να χορηγούνται, κατόπιν αιτήσεων, σε κάθε παραγωγό γάλακτος που ανελάμβανε την υποχρέωση να μην προβαίνει σε παραδόσεις γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϊόντων προερχόμενων από την εκμετάλλευση του, εξ επαχθούς ή εκ χαριστικής αιτίας, για περίοδο πέντε ετών ( άρθρα 1 και 2).
β)
Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, για την τροποποίηση του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 804/68, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 10), θεσπίστηκε συμπληρωματική εισφορά επιβαλλόμενη στις παραδιδόμενες ποσότητες γάλακτος που υπερβαίνουν μια ποσότητα αναφοράς που πρόκειται να καθοριστεί. Το σύστημα αυτό τίθεται σε εφαρμογή σε κάθε περιοχή του εδάφους των κρατών μελών σύμφωνα με μία από τις ακόλουθες εναλλακτικές λύσεις (άρθρο 1 ):
—
κατά την εναλλακτική λύση Α, η εισφορά οφείλεται από κάθε παραγωγό γάλακτος επί των ποσοτήτων γάλακτος που παρέδωσε σε έναν αγοραστή και οι οποίες υπερβαίνουν μια ποσότητα αναφοράς που πρόκειται να καθοριστεί (λύση αφορώσα τον παραγωγό) ·
—
κατά την εναλλακτική λύση Β, η εισφορά οφείλεται από κάθε αγοραστή γάλακτος ή άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων ( γαλακτοκομικές επιχειρήσεις) επί των ποσοτήτων γάλακτος οι οποίες του παραδίδονται από παραγωγούς και οι οποίες υπερβαίνουν μια ποσότητα αναφοράς που πρόκειται να καθοριστεί. Ο αγοραστής που οφείλει την εισφορά υποχρεούται να μετα-κυλίει την εισφορά αυτή μόνο στους παραγωγούς που αύξησαν τις παραδόσεις τους, ανάλογα με το πόσο συνετέλεσαν στην υπέρβαση της ποσότητας αναφοράς του αγοραστή ( λύση αφορώσα τον αγοραστή ).
γ)
Οι γενικοί κανόνες περί εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς περιλαμβάνονται στον κανονιά f ιό ( ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων. Ο κανονισμός αυτός καθορίζει ιδίως την ποσότητα αναφοράς που αναφέρεται στον βασικό κανονισμό 856/84, δηλαδή την ποσότητα η οποία απαλλάσσεται της συμπληρωματικής εισφοράς. Η εν λόγω εισφορά είναι καταρχήν ίση με την ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που παρέδωσε ο παραγωγός ( εναλλακτική λύση Α ) ή που αγόρασε ένας αγοραστής κατά το ημερολογιακό έτος 1981 (εναλλακτική λύση Β ), προσαυξημένες κατά 1 ο/ο ( άρθρο 2, παράγραφος 1 ). Ωστόσο τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι στο έδαφος τους η ποσότητα αναφοράς είναι ίση με την ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που παραδόθηκε ή αγοράστηκε κατά το ημερολογιακό έτος 1982 ή το ημερολογιακό έτος 1983, πολλαπλασιαζόμενη με ποσοστό που καθορίζεται κατά τρόπο ώστε να μην ξεπεραστεί η εγγυημένη ποσότητα ( άρθρο 2, παράγραφος 2).
Με τά άρθρα 3, 3α, 4 και 4α του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε, επιτρέπεται στα κράτη μέλη να λαμβάνουν υπόψη ορισμένες ιδιαίτερες καταστάσεις για τον καθορισμό των ποσοτήτων αναφοράς ή για τη χορήγηση ειδικών ή συμπληρωματικών ποσοτήτων αναφοράς. Στην παρούσα υπόθεση πρέπει να επισημανθεί ιδίως το άρθρο 3α, προστεθέν με τον τροποποιητικό κανονισμό ( ΕΟΚ ) 764/89 του Συμβουλίου της 20ής Μαρτίου 1989:
« Άρθρο 3α
1. Ο παραγωγός που αναφέρεται στο άρθρο 12, στοιχείο γ, τρίτο εδάφιο:
—
του οποίου η περίοδος μη εμπορίας ή μετατροπής, κατ' εκτέλεση της δέσμευσης που αναλαμβάνει δυνάμει του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1078/77, λήγει μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1983, ή μετά τις 30 Σεπτεμβρίου 1983 στα κράτη μέλη στα οποία η συλλογή γάλακτος των μηνών από τον Απρίλιο έως τον Σεπτέμβριο είναι τουλάχιστον διπλάσια από τη συλλογή των μηνών από τον Οκτώβριο έως τον Μάρτιο του επόμενου έτους,
—
που δεν έλαβε ποσότητα αναφοράς υπό τις συνθήκες που ορίζονται δυνάμει των άρθρων 5, παράγραφος 4, στοιχείο β, ή/και του άρθρου 9, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88 ή/και εφόσον πρόκειται για εκείνον στον οποίο εκχωρείται η πριμοδότηση, δυνάμει του άρθρου 2 του παρόντος κανονισμού,
λαμβάνει προσωρινά, κατόπιν αιτήσεως του που υποβάλλει εντός προθεσμίας τριών μηνών από τις 29 Μαρτίου 1989, ειδική ποσότητα αναφοράς υπό τον όρο ότι ο παραγωγός αυτός:
α)
δεν έχει παύσει τη δραστηριότητα του στα πλαίσιο του άρθρου 2, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1078/77 ή εκχωρήσει ολόκληρη τη γαλακτοκομική του εκμετάλλευση πριν τη λήξη της περιόδου μη εμπορίας ή μετατροπής·
β)
δεν έχει αποδείξει, προς υποστήριξη της αιτήσεως του και κατά τρόπο που να ικανοποιεί την αρμόδια αρχή, ότι δύναται να παράγει στην εκμετάλλευση του ποσότητα που φθάνει μέχρι την αιτηθείσα ποσότητα αναφοράς·
γ)
αναλαμβάνει τη δέσμευση να πωλεί γάλα ή άλλα προϊόντα απευθείας στον καταναλωτή ή/και να παραδίδει γάλα σ' έναν αγοραστή·
δ)
αναλαμβάνει τη δέσμευση, όσον αφορά την ειδική ποσότητα αναφοράς, να μη ζητήσει να υπαχθεί σε οποιοδήποτε πρόγραμμα εγκατάλειψης ποσοτήτων αναφοράς μέχρι το τέλος του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς.
2. Η ειδική ποσότητα αναφοράς ισούται προς το 60 % της παραδοθείσας ποσότητας γάλακτος επωλήθη από τον παραγωγό κατά τους δώδεκα ημερολογιακούς μήνες που προηγήθηκαν του μηνός κατάθεσης της αίτησης για χορήγηση πριμοδότησης μη εμπορίας ή μετατροπής, όπως καθορίζεται από την οικεία αρμόδια αρχή δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο ε, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1391/78, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 84/83, και για την οποία ο παραγωγός δεν έχασε το δικαίωμα πριμοδότησης.
Σε περίπτωση που ο παραγωγός έλαβε ποσότητα αναφοράς δυνάμει του άρθρου 3, σημεία 1 και 2 ή/και του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχεία β και γ, η ποσότητα αυτή αφαιρείται από την ειδική ποσότητα αναφοράς που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.
Σε περίπτωση που ο παραγωγός εκχώρησε μέρος της εκμετάλλευσης του κατά τη διάρκεια της περιόδου μη εμπορίας ή μετατροπής:
—
η ειδική ποσότητα αναφοράς του εκχωρούντος, όπως καθορίζεται ανωτέρω, ισούται με το 60 ο/ο της ποσότητας για την οποία είχε διατηρηθεί το δικαίωμα πριμοδότησης,
—
η ειδική ποσότητα αναφοράς του προσώπου στο οποίο εκχωρείται μέρος της εκμετάλλευσης, όπως καθορίζεται ανωτέρω, ισούται με το 60 o/ο της ποσότητας για την οποία είχε αποκτηθεί το δικαίωμα πριμοδότησης.
3. Εάν, εντός της προθεσμίας δύο ετών από τις 29 Μαρτίου 1989, ο παραγωγός μπορέσει να παράσχει στην αρμόδια αρχή επαρκείς αποδείξεις για το ότι έχει πραγματικά ξαναρχίσει τις άμεσες πωλήσεις ή/και τις παραδόσεις και ότι αυτές οι άμεσες πωλήσεις ή/και παραδόσεις έφθασαν κατά τη διάρκεια των δώδεκα τελευταίων μηνών σε επίπεδο ίσο ή μεγαλύτερο από 80 ο/ο της προσωρινής ποσότητας αναφοράς, η ειδική ποσότητα αναφοράς του χορηγείται οριστικά. Στην αντίθετη περίπτωση, η προσωρινή ποσότητα αναφοράς επιστρέφεται ολόκληρη στην κοινοτική εφεδρική ποσότητα. Το ύψος των άμεσων πωλήσεων ή/και των πραγματικών παραδόσεων ορίζεται λαμβάνοντας υπόψη την εξέλιξη του ρυθμού παραγωγής στην εκμετάλλευση του παραγωγού, τις εποχιακές συνθήκες και κάθε άλλη εξαιρετική περίσταση.
4. (...)».
δ)
Το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988, σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού 804/68 (EE L 139, σ. 12) ορίζει ότι:
« Στο πλαίσιο των εναλλακτικών λύσεων Α και Β, και αν οι υπόχρεοι άρχισαν τη δραστηριότητα τους μετά την έναρξη της περιόδου αναφοράς, τα κράτη μέλη μπορούν να τους χορηγήσουν μια ποσότητα αναφοράς σύμφωνα με διαδικασία ανάλογη αυτής του άρθρου 5, παράγραφος 4, στοιχείο β. »
2. Η όιαφορά της κύριας οίκης
Ο προσφεύγων της κύριας δίκης, Josef Pastätter, εκμεταλλεύεται ένα αγρόκτημα που περιλαμβάνει 13,54 εκτάρια βοσκοτόπων εντατικής καλλιέργειας. Το 1981 του χορηγήθηκε πριμοδότηση μετατροπής, υπολογισθείσα βάσει ποσότητας γάλακτος που καθορίστηκε σε 83110 κιλά. Η υποχρέωση μη εμπορίας γάλακτος την οποία είχε αναλάβει έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 1984. Από την 1η Ιανουαρίου 1985 επανέλαβε τις παραδόσεις γάλακτος.
Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι το εν λόγω αγρόκτημα είναι μια εκμετάλλευση βοσκοτόπων που δεν είναι κατάλληλη μακροπρόθεσμα για άλλο σκοπό πλην της παραγωγής γάλακτος. Οι δοκιμές που έγιναν κατά τη διάρκεια της περιόδου μετατροπής των τεσσάρων ετών έδειξαν ότι δεν ήταν οικονομικώς συμφέρουσα για το αγρόκτημα η εκτροφή σ' αυτό βοοειδών και χοίρων.
Με έγγραφο της 13ης Σεπτεμβρίου 1984, η αγοράστρια καθόρισε στο μηδέν την ποσότητα αναφοράς, επειδή δεν υπήρχε κανονιστική ρύθμιση προβλέπουσα εξαιρετικές περιπτώσεις για τους γεωργούς που ανέλαβαν υποχρέωση μη εμπορίας ή μετατροπής. Για τον ίδιο λόγο οι αρμόδιες αρχές, με αποφάσεις της 12ης Αυγούστου 1984 και της 25ης Απριλίου 1985, δεν δέχθηκαν ότι συνέτρεχε εξαιρετική περίπτωση ούτε χορήγησαν στον Pastätter συμπληρωματική ποσότητα αναφοράς.
Με απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1984, το καθού Hauptzollamt Bad Reichenhall απέρριψε τη διοικητική προσφυγή που στρεφόταν κατά του καθορισμού της ποσότητας αναφοράς, με την αιτιολογία ότι οι αρμόδιοι επαγγελματικοί φορείς δεν είχαν χορηγήσει πιστοποιητικό στο οποίο να βεβαιώνεται ότι επρόκειτο για εξαιρετική περίπτωση. Η ένσταση που υποβλήθηκε κατά της αποφάσεως αυτής απορρίφθηκε με απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1985 της Oberfinanzdirektion München. Η εκκρεμούσα τώρα ενώπιον του Finanzgericht München προσφυγή στρέφεται κατά αυτής της τελευταίας αποφάσεως.
Εκτιμώντας ότι η απόφαση επί της διαφοράς αυτής εξαρτάται από το κύρος της εφαρμοστέας στον τομέα αυτό κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, το Finanzgericht München ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
« Είναι έγκυρος ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 857/84 του Συμβουλίου της 31ης Μαρτίου 1984, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 764/89 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1989, καθόσον η ειδική ποσότητα αναφοράς κατά το άρθρο 3α, παράγραφος 2, αντιστοιχεί μόνο στο 60 % της ποσότητας του γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος η οποία ελήφθη ως βάση για την πριμοδότηση μη εμπορίας ή μετατροπής;»
Στο σκεπτικό της Διατάξεως περί υποβολής του προδικαστικού ερωτήματος, το εθνικό δικαστήριο εκφράζει τους ενδοιασμούς του όσον αφορά τη συμφωνία του άρθρου 3α του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε, προς την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, την αρχή της ισότητας και της προστασίας της ιδιοκτησίας, καθόσον η διάταξη αυτή προβλέπει ότι η ειδική ποσότητα αναφοράς καθορίζεται στο 60 o/ο της παραδοθείσας ποσότητας γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που πωλήθηκε από τον παραγωγό κατά τους δώδεκα μήνες που προηγήθηκαν του μήνα καταθέσεως της αιτήσεως για χορήγηση πριμοδότησης μη εμπορίας ή μετατροπής.
3. Διαδικασία ενώπιον τον Δικαστηρίου
Η Διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Ιουλίου 1989.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν: ο Pastätter, εκπροσωπούμενος από τον W. Niedermeier, δικηγόρο Μονάχου, το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενο από τον Α. Bräutigam, κύριο υπάλληλο διοικήσεως στη νομική υπηρεσία του Συμβουλίου, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον νομικό σύμβουλο D. Booss και από τον K.-D. Borchardt, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε, στις 14 Μαρτίου 1990, να αναθέσει την εκδίκαση της υποθέσεως στο πέμπτο τμήμα, σύμφωνα με το άρθρο 95 του Κανονισμού Διαδικασίας, και να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Γραπτές παρατηρήσεις
1.
Ο Pastätter ισχυρίζεται ότι το άρθρο 3α, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε, παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, διότι περιορίζει την ισότητα αναφοράς της παραγωγής στο 60 ο/ο.
Οι γερμανικές διατάξεις περί θέσεως σε εφαρμογή του κοινοτικού συστήματος επιβάλλουν σε όσους παραγωγούς βρίσκονται στην ίδια κατάσταση με τον προσφεύγοντα της κύριας δίκης και έτυχε να παραδώσουν γάλα κατά την περίοδο εμπορίας 1983 μείωση μόνο 2 ο/ο επί της παραδοθείσας το 1983 ποσότητας. Εξάλλου, ακόμα και στις μεγάλες επιχειρήσεις των οποίων οι παραδιδόμενες ποσότητες υπερβαίνουν τα 300000 κιλά γάλακτος επιβάλλεται μείωση μόνο 7,5 o/ο.
Ο Pastätter υπενθυμίζει σ' αυτή την αλληλουχία ότι το Δικαστήριο έκρινε, με την απόφαση του της 28ης Απριλίου 1988, von Deelzen, σκέψη 13 (170/86, Συλλογή 1988, σ. 2355 ) ότι, όταν ένας επιχειρηματίας ενθαρρύνθηκε με πράξη της Κοινότητας να αναστείλει την εμπορία για περιορισμένη περίοδο, προς το γενικό συμφέρον και αντί καταβολής πριμοδοτήσεως, μπορεί θεμιτώς να αναμένει ότι δεν θα υπόκειται, με τη λήξη της δεσμεύσεως του, σε ειδικούς περιορισμούς, λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι έκανε χρήση των δυνατοτήτων που παρέχονται με την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση.
Ο Pastätter υπογραμμίζει ότι υφίσταται άνιση μεταχείριση σε σχέση με τους άλλους επιχειρηματίες της αγοράς γάλακτος αποκλειστικά για τον λόγο ότι ανέλαβε υποχρέωση μη εμπορίας για περιορισμένη περίοδο. Ναι μεν «η επιτακτική ανάγκη να μη θιγεί η εύθραυστη σταθερότητα που είχε επιτευχθεί επί του παρόντος στην αγορά γαλακτοκομικών προϊόντων» (βλ. την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 764/89 ) μπορεί να δικαιολογήσει μια γενική μείωση επιβαλλόμενη σε όλους τους παραγωγούς γάλακτος με σκοπό τη σταθεροποίηση της αγοράς γαλακτοκομικών προϊόντων, τούτο όμως δεν δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ παραγωγών που πώλησαν γάλα κατά τη διάρκεια της περιόδου 1983 και παραγωγών οι οποίοι ανέλαβαν την υποχρέωση να μην παράγουν γάλα κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, λαμβάνοντας ως βάση μια χρονικά περιορισμένη κοινοτική κανονιστική ρύθμιση.
Κατά τη γνώμη του Pastätter δεν δικαιολογείται λογικά η διαφορετική μεταχείριση μεταξύ παραγωγών γάλακτος οι οποίοι ανέλαβαν με τη θέληση τους την υποχρέωση να μην αυξήσουν την παραγωγή γάλακτος και παραγωγών γάλακτος που διατήρησαν ή/και αύξησαν την παραγωγή τους σε σχέση με προηγούμενες περιόδους, καθόσον αυτή η διαφορετική μεταχείριση έχει δυσμενείς επιπτώσεις σε βάρος εκείνων που δεν συνέβαλαν στη δημιουργία πλεονασματικής παραγωγής.
Συνεπώς, ο Pastätter εκτιμά ότι ο κανονισμός 857/84, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 764/89, περιλαμβάνει μια αυθαίρετη απόφαση, όσον αφορά τον κανόνα του 60 o/ο, και ότι εναπόκειται στο Δικαστήριο να τον αναμορφώσει.
2.
Το Συμβούλιο επισημαίνει καταρχάς ότι το άρθρο 3α του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε, αναγνωρίζει, αφενός, στους ενδιαφερομένους παραγωγούς το δικαίωμα να λάβουν μια ποσότητα αναφοράς, τούτο δε σε αντίθεση με ό,τι προβλέπεται για τους παραγωγούς που προέβησαν σε επενδύσεις ή έχουν την ιδιότητα του νέου γεωργού, στους οποίους, κατά την απόφαση του οικείου κράτους μέλους, μπορεί να δοθεί ειδική ποσότητα αναφοράς, χωρίς εντούτοις να τους παρέχεται το δικαίωμα να απαιτήσουν να τους δοθεί μια τέτοια ποσότητα. Αφετέρου, δεν ήταν δυνατό να ληφθεί υπόψη για τους ενδιαφερομένους παραγωγούς η παραγωγή αναφοράς που είχε χρησιμοποιηθεί για τον καθορισμό των ποσοτήτων αναφοράς των άλλων παραγωγών, ήτοι ένα έτος που περιλαμβάνεται στην περίοδο 1981 έως 1983, δεδομένου ότι οι παραγωγοί αυτοί δεν είχαν παραγάγει γάλα κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου. Επομένως, ήταν αναγκαίο για τον καθορισμό της παραγωγής αναφοράς να ληφθούν υπόψη τα τελευταία γνωστά στοιχεία που αφορούν την παραγωγή, δηλαδή εκείνα βάσει των οποίων είχε χορηγηθεί η πριμοδότηση μη εμπορίας ή μετατροπής.
Δεδομένου ότι η ολική εγγυημένη ανά κράτος μέλος ποσότητα είναι ίση προς το άθροισμα των παραδόσεων γάλακτος που πραγματοποίησαν οι διάφοροι παραγωγοί κατά το έτος 1981, δεν εδικαιολογείτο η μείωση των ατομικών ποσοτήτων των εν ενεργεία παραγωγών για να δοθούν ποσότητες αναφοράς στους ενδιαφερομένους παραγωγούς. Συνεπώς, το Συμβούλιο αύξησε την κοινοτική ή εφεδρική ποσότητα σε 600000 τόννους.
Λαμβανομένων υπόψη όλων αυτών των περιστάσεων, η πλέον ισόρροπη λύση φαίνεται ότι ήταν, κατά τη γνώμη του Συμβουλίου, να αναγνωρισθεί το δικαίωμα των ενδιαφερομένων να τους δοθεί μια ποσότητα αναφοράς, με παράλληλο όμως περιορισμό αυτής της ποσότητας στο 60 ο/ο της παραγωγής αναφοράς.
Στη συνέχεια το Συμβούλιο εξετάζει το κύρος του επιδίκου περιορισμού σε σχέση με την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, το θεμελιώδες δικαίωμα της ιδιοκτησίας και την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
Όσον αφορά τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων, το Συμβούλιο υπενθυμίζει ότι, με την απόφαση της 28ης Απριλίου 1988, Mulder, σκέψεις 25 και 26 ( 120/86, Συλλογή 1988, σ. 2321 ), το Δικαστήριο έκρινε ασυμβίβαστο προς την αρχή αυτή μόνο τον « πλήρη και μόνιμο αποκλεισμό, καθ' όλη τη διάρκεια της εφαρμογής της ρυθμίσεως στον τομέα της συμπληρωματικής εισφοράς». Όμως, εν προκειμένω, δεν πρόκειται για έναν τέτοιο πλήρη και μόνιμο αποκλεισμό.
Το Συμβούλιο επισημαίνει επίσης ότι το άρθρο 3α του κανονισμού 857/84 δεν αποκλείει την εφαρμογή άλλων διατάξεων του κανονισμού αυτού, οι οποίες παρέχουν τη δυνατότητα προσαρμογής των ποσοτήτων αναφοράς των παραγωγών που βρίσκονται σε δύσκολη κατάσταση. Έτσι για παράδειγμα, είναι πάντοτε δυνατό ένας παραγωγός, ο οποίος έλαβε ποσότητα αναφοράς περιοριζόμενη στο 60 ο/ο της παραγωγής αναφοράς βάσει του άρθρου 3α, να μπορεί να μεταφέρει μία ποσότητα αναφοράς που δεν χρησιμοποιήθηκε βάσει του άρθρου 4α. Ομοίως, οι παραγωγοί οι οποίοι έλαβαν ειδική ή συμπληρωματική ποσότητα αναφοράς βάσει των άρθρων 3 και 4 του κανονισμού 857/84, που είναι μεγαλύτερη του 60 o/ο της παραγωγής αναφοράς, διατηρούν αυτή τη μεγαλύτερη ποσότητα.
Υπό τις συνθήκες αυτές, κατά τη γνώμη του Συμβουλίου, η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση δεν μπορεί να θεωρηθεί αντίθετη προς την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Το συμπέρασμα αυτό επιβάλλεται για τον πρόσθετο λόγο ότι και τα κράτη μέλη υποχρεούνται, όταν εφαρμόζουν μη υποχρεωτικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, να τηρούν τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, όπως η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Όσον αφορά την προστασία του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, το Συμβούλιο θεωρεί ότι το άρθρο 3α δεν περιλαμβάνει απόλυτο και οριστικό περιορισμό της γαλακτοκομικής παραγωγής των ενδιαφερομένων. Πράγματι, οι τελευταίοι μπορούν ανά πάσα στιγμή να αυξήσουν την παραγωγή τους αφού τους δοθεί από το οικείο κράτος μέλος ποσότητα αναφοράς μεγαλύτερη του 60 ο/ο βάσει των άρθρων 3, 4 ή 4α ή ακόμα αφού λάβουν ποσότητα αναφοράς που προστίθεται στην ποσότητα αναφοράς που τους δόθηκε βάσει του άρθρου 3α, με αγορά ή ενοικίαση της. Το Συμβούλιο προσθέτει ότι, κατά πάγια νομολογία ( βλ. απόφαση της 27ης Ιουνίου 1989, Leukhardt, σκέψη 20, 113/88, Συλλογή 1989, σ. 1991 ), « σε καταστάσεις που συνεπάγονται κατ' ανάγκη την εκτίμηση μιας πολυσύνθετης οικονομικής πραγματικότητας — όπως προκειμένου περί κοινής γεωργικής πολιτικής — ο κοινοτικός νομοθέτης έχει ευρεία διακριτική εξουσία όσον αφορά τη φύση και το περιεχόμενο των ληπτέων μέτρων ».
Στην παρούσα υπόθεση πρόκειται για περιορισμό της χρήσεως ενός ακινήτου αγαθού, δηλαδή για την αδυναμία παραγωγής σε μια γαλακτοκομική επιχείρηση μέχρι του επιπέδου παραγωγής αναφοράς του κάθε αγροκτήματος. Αυτός ο περιορισμός υπαγορεύεται από το δημόσιο συμφέρον της Κοινότητας, το οποίο συνίσταται στο να αποφεύγεται η αύξηση των πλεονασμάτων στην οικεία αγορά λόγω της εκμεταλλεύσεως νέου παραγωγικού δυναμικού.
Όσον αφορά την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, το Συμβούλιο θεωρεί ότι ο επικρινόμενος περιορισμός δεν εισάγει διακρίσεις: αφενός, οι ενδιαφερόμενοι παραγωγοί βρίσκονται αντικειμενικά σε διαφορετική κατάσταση, όσον αφορά την παραγωγή τους που λαμβάνεται υπόψη για την ποσότητα αναφοράς, σε σχέση με τους παραγωγούς οι οποίοι παρέδωσαν γάλα κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς (1981 έως 1983 ). Αφετέρου, ο επιβαλλόμενος περιορισμός είναι απαραίτητος, λαμβανομένης υπόψη της ασταθούς ισορροπίας της αγοράς γάλακτος. Οι ενδιαφερόμενοι παραγωγοί βρίσκονται έτσι σε ενδιάμεση θέση, μεταξύ δηλαδή των παραγωγών που παρέδωσαν γάλα κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς και εκείνων που μπορούν ενδεχομένως να υπαχθούν στις μη υποχρεωτικές διατάξεις των άρθρων 3 και 4 του κανονισμού 857/84.
Υπό τις συνθήκες αυτές το Συμβούλιο θεωρεί ότι ο κανονισμός 857/84 δεν αντιβαίνει προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, διότι καθιστά δυνατή, εφόσον εφαρμοστούν ορθά οι διατάξεις του, την αποφυγή κάθε άνισης μεταχείρισης των παραγωγών που δεν δικαιολογείται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων.
Καταλήγοντας το Συμβούλιο προτείνει να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι από την εξέταση του δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος του κανονισμού 857/84 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89 του Συμβουλίου.
3.
Η Επιτροπή παρατηρεί καταρχάς ότι το άρθρο 3α, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε, θεσπίστηκε για να ληφθούν υπόψη οι ακόλουθες περιστάσεις:
—
η θέσπιση της ποσότητας αναφοράς δεν έπρεπε να θίξει τον στόχο που επιδιώκετο με το σύστημα των ποσοστώσεων παραγωγής γάλακτος, ήτοι την αποκατάσταση της ισορροπίας στον γαλακτοκομικό τομέα·
—
λαμβανομένου υπόψη του υποχρεωτικού χαρακτήρα της θεσπίσεως της ποσότητας αναφοράς, έπρεπε συγχρόνως να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να ευνοηθούν οικονομικά οι παραγωγοί που εδικαιούντο τέτοιας ποσότητας σε σχέση με τους υπολοίπους και, ειδικότερα, σε σχέση με εκείνους στους οποίους δεν ήταν δυνατό να δοθεί ειδική ποσότητα αναφοράς παρά μόνο βάσει αποφάσεων που κατ' ελεύθερη εκτίμηση μπορούσαν να λάβουν τα κράτη μέλη·
—
τέλος, έπρεπε να ληφθούν υπόψη τα ακόμα διαθέσιμα κοινοτικά και εθνικά αποθέματα.
Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, θεωρήθηκε ενδεδειγμένο να καθοριστεί καταρχάς μια συνολική ποσότητα αναφοράς γι' αυτήν την κατηγορία παραγωγών. Κατά τις εκτιμήσεις της Επιτροπής προβλεπόταν ότι οι αιτήσεις που θα υπέβαλλαν οι ενδιαφερόμενοι εν προκειμένω παραγωγοί για να τους δοθεί ποσότητα αναφοράς θα έφθανε περίπου το 1 εκατομμύριο τόννους. Όμως, αυτή η υπολογιζόμενη σε 1 εκατομμύριο τόννους συνολική ποσότητα αναφοράς δεν μπορούσε να ληφθεί ολόκληρη υπόψη στο πλαίσιο του συστήματος ποσοστώσεων παραγωγής γάλακτος, αλλά έπρεπε να μειωθεί ώστε να διασφαλιστεί η σταθερότητα της αγοράς. Η Επιτροπή εκτίμησε ότι μια συμπληρωματική ποσότητα γάλακτος 600000 τόννων δεν θα έθιγε την επιτευχθείσα ισορροπία στην αγορά, οπότε τα κοινοτικά αποθέματα αυξήθηκαν κατά την ποσότητα αυτή. Δεδομένου ότι η σχετική με τις ποσότητες αναφοράς εφεδρική ποσότητα ήταν μικρότερη κατά 400000 τόννους από την ποσότητα που προβλεπόταν να ζητηθεί, χρειάστηκε να μειωθεί αυτή η τελευταία ομοιόμορφα για όλους τους ενδιαφερομένους παραγωγούς. Προς τούτο περιορίστηκε η ποσότητα αναφοράς τους στο 60 ο/ο της τελευταίας παραγωγής τους.
Στη συνέχεια η Επιτροπή εξετάζει τις αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της προστασίας του δικαιώματος της ιδιοκτησίας και της ίσης μεταχειρίσεως.
Όσον αφορά την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, με τις αποφάσεις της 28ης Απριλίου 1988, Mulder και von Deetzen ( προαναφερθείσες ), το Δικαστήριο ^ έκρινε ότι « ο επιχειρηματίας που αυτοβούλως σταμάτησε την παραγωγή του επί ορισμένο χρονικό διάστημα δεν μπορεί θεμιτώς να προσδοκά ότι θα μπορεί να αρχίσει εκ νέου την παραγωγή υπό τις ίδιες συνθήκες όπως αυτές που ίσχυαν προηγουμένως ». Επομένως, το γεγονός ότι ζητήθηκε από τους ενδιαφερόμενους παραγωγούς γάλακτος, κατά την ανάληψη της υποχρεώσεως μη εμπορίας, να παράσχουν αποδείξεις ότι είχαν ορισμένο ύψος παραγωγής δεν τους παρέχει το δικαίωμα να υποθέτουν ότι, μετά τη λήξη της υποχρεώσεως τους, θα μπορέσουν να μετάσχουν εκ νέου άνευ περιορισμών στις δραστηριότητες της αγοράς, αποκλειομένου του ενδεχομένου να ληφθούν στο μεταξύ άλλα ή νέα μέτρα προς περιορισμό των πλεονασμάτων γάλακτος.
Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, οι παραγωγοί δεν μπορούν να στηριχθούν στο γεγονός ότι έλαβαν πριμοδότηση μετατροπής για να εδραιώσουν την πεποίθηση τους ότι η προηγούμενη παραγωγή τους θα διατηρείτο. Ο σκοπός αυτής της πριμοδοτήσεως είναι να δοθεί ένα κίνητρο στους ( γεωργούς που παραιτούνται από την εμπορία γάλακτος ή που προορίζουν τις αγέλες βοοειδών τους προς παραγωγή κρέατος. Αντίθετα, η πριμοδότηση μετατροπής δεν θεσπίστηκε προς βελτίωση των συνθηκών παραγωγής στον γαλακτοκομικό τομέα και, συνεπώς, δεν ενέχει κανενός είδους εγγύηση όσον αφορά τη διατήρηση του προηγουμένου επιπέδου παραγωγής. Επομένως, ο περιορισμός της ποσότητας αναφοράς στο 60 ο/ο της προηγουμένης παραγωγής δεν παραβιάζει την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Όσον αφορά την προστασία του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, κατά πάγια νομολογία, γίνεται δεκτό ότι, στο πλαίσιο μιας κοινής οργανώσεως αγοράς, μπορούν να επιβληθούν περιορισμοί στην άσκηση του δικαιώματος της κυριότητας για λόγους διαρθρωτικής πολιτικής και επιβαλλόμενους από τις συνθήκες της αγοράς, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί ανταποκρίνονται πράγματι σε σκοπούς γενικού συμφέροντος και δεν αποτελούν, ενόψει του επιδιωκομένου σκοπού, υπέρμετρη και απαράδεκτη επέμβαση στα δικαιώματα του ιδιοκτήτη που θα προσέβαλε την ουσία του εγγυημένου με τον τρόπο αυτό δικαιώματος της ιδιοκτησίας (βλ. απόφαση της 11ης Ιουλίου 1989, Schräder, σκέψη 15, 265/87, Συλλογή 1989, σ. 2237). Αυτές οι προϋποθέσεις συντρέχουν στην παρούσα υπόθεση, εφόσον η βαλλόμενη νομική ρύθμιση δεν στερεί τον προσφεύγοντα της κύριας δίκης από το δικαίωμα της ιδιοκτησίας ούτε περιορίζει την άσκηση του κατά τέτοιο τρόπο ώστε να προσβάλει την ουσία του δικαιώματος της ιδιοκτησίας.
Εξάλλου, πάντοτε κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση της 11ης Ιουλίου 1989), ο κοινοτικός νομοθέτης έχει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που συνδέεται με την πολιτική ευθύνη η οποία του ανατίθεται δυνάμει των άρθρων 40 και 43 της Συνθήκης ΕΟΚ. Κατά την άποψη της Επιτροπής, το άρθρο 3α, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84 αποτελεί έκφραση αυτής της πολιτικής ευθύνης. Θεσπίστηκε στο πλαίσιο της εξουσίας εκτιμήσεως την οποία διαθέτει ο κοινοτικός νομοθέτης. Η εν λόγω διάταξη στηρίζεται στη σκέψη ότι η παρούσα κατάσταση της αγοράς επιτρέπει μέγιστη αύξηση των κοινοτικών αποθεμάτων κατά 600000 τόννους, ποσότητα η οποία πρέπει να κατανεμηθεί μεταξύ των κρατών μελών, χωρίς να διαταραχθεί σοβαρά από την αύξηση αυτή η ισορροπία της αγοράς.
Όσον αφορά την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι ο προσφεύγων της κύριας δίκης περιέρχεται, λόγω του περιορισμού της ποσότητας αναφοράς στο 60 ο/ο της προηγουμένης παραγωγής, σε δυσμενέστερη θέση σε σχέση με όλους τους άλλους παραγωγούς οι οποίοι, πριν από την έκδοση του κανονισμού 764/89 και διαρκούσης της ισχύος του κανονισμού 857/84 όπως αυτός είχε τότε, έλαβαν ποσότητα αναφοράς για τον υπολογισμό της οποίας δεν προβλεπόταν ο περιορισμός του 60 ο/ο της ποσότητας αναφοράς των παραγωγών. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται, αφενός, για τους παραγωγούς για τους οποίους γίνεται λόγος στο άρθρο 2 του κανονισμού 857/84, που παρέδωσαν ή πώλησαν ποσότητες γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους το οποίο καθορίστηκε ως περίοδος αναφοράς, ήτοι το 1981, το 1982 ή το 1983, και, αφετέρου, για τους παραγωγούς που αναφέρονται στα άρθρα 3 και 4 του κανονισμού 857/84, οι οποίοι, σε περίπτωση που συντρέχουν οι εξαιρετικές περιστάσεις που απαριθμούνται στα άρθρα αυτά, μπορούν να λάβουν ειδική ποσότητα αναφοράς.
Εντούτοις η Επιτροπή θεωρεί ότι, και στις δύο περιπτώσεις, η διαφορετική μεταχείριση είναι δικαιολογημένη διότι πρόκειται για ανόμοιες καταστάσεις.
Σε αντίθεση προς τους αναφερομένους στο άρθρο 2 του κανονισμού 857/84 παραγωγούς, οι παραγωγοί τους οποίους αφορά ο κανονισμός 764/89 δεν παρέδωσαν γάλα κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς το οποίο λαμβάνεται υπόψη για τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς. Επομένως, η ζητούμενη από τους παραγωγούς αυτούς ποσότητα αναφοράς δεν περιελήφθη στη συνολική εγγυημένη ποσότητα που λαμβάνεται ως βάση για το σύστημα των ποσοστώσεων παραγωγής γάλακτος. Για τους παραγωγούς αυτούς έπρεπε να θεσπισθεί μάλλον ένα νέο σύστημα διανομής ποσοτήτων αναφοράς, το οποίο να προβλέπει διαφορετική περίοδο αναφοράς από εκείνη που χρησιμοποιήθηκε για τους άλλους παραγωγούς και να απελευθερώνει συμπληρωματικές ποσότητες, ώστε να καταστεί δυνατό να δοθούν οι απαραίτητες ποσότητες αναφοράς στους ενδιαφερομένους παραγωγούς, λαμβανομένων όμως παράλληλα υπόψη των στόχων του ήδη ισχύοντος συστήματος των ποσοστώσεων παραγωγής γάλακτος.
Η δυσμενής μεταχείριση των παραγωγών στους οποίους αναφέρεται ο κανονισμός 764/89 σε σχέση με εκείνους που επίσης δεν παρέδωσαν γάλα, αλλά οι οποίοι μπορούν εντούτοις να λάβουν ποσότητα αναφοράς χωρίς τον περιορισμό του 60 ο/ο δυνάμει των άρθρων 3 ή 4 του κανονισμού 857/84, στηρίζεται ακόμη στο γεγονός ότι, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για δύο διαφορετικές ομάδες παραγωγών. Ενώ οι παραγωγοί για τους οποίους γίνεται λόγος στον κανονισμό 764/89 δικαιούνται να ζητήσουν να τους δοθεί μια δεδομένη ποσότητα αναφοράς, η δεύτερη κατηγορία παραγωγών δεν έχει δικαίωμα, αυστηρώς ειπείν, να ζητήσει να τους δοθεί ποσότητα αναφοράς, αλλά εξαρτάται από το αν οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών θα λάβουν μια τέτοια απόφαση.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Επιτροπή θεωρεί ότι η κατάσταση των παραγωγών στους οποίους αναφέρεται ο κανονισμός 764/89 έχει ορισμένες ιδιαιτερότητες, βάσει των οποίων οι παραγωγοί αυτοί διακρίνονται καθαρά από εκείνους τους οποίους αφορούσε μέχρι τότε ο κανονισμός 857/84, οπότε οι παρεκκλίσεις είναι όχι μόνο δικαιολογημένες αλλά και αναπόφευκτες.
Συνεπώς, η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί μη αντικειμενικώς δικαιολογημένη διαφοροποίηση μεταξύ των παραγωγών. Αντιθέτως, αποκαθιστά μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των αντιθέτων συμφερόντων, αφενός, της Κοινότητας και των παραγωγών τους οποίους αφορά η ρύθμιση αυτή, αφετέρου.
Συνεπώς, η Επιτροπή προτείνει να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι από την εξέταση του δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του κανονισμού 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1989, καθόσον η ειδική ποσότητα αναφοράς που προβλέπεται στο άρθρο 3α, παράγραφος 2, καθορίζεται μόνο στο 60 o/ο της ποσότητας γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος η οποία ελήφθη ως βάση για τον υπολογισμό της πριμοδοτήσεως μη εμπορίας ή μετατροπής.
III — Απόφαση σε ερώτηση του Δικαστηρίου
Κατόπιν αιτήσεως του Δικαστηρίου, η Επιτροπή προσκόμισε στατιστικά στοιχεία περί της εξελίξεως του όγκου της παραγωγής και των παραδόσεων γάλακτος εντός της Κοινότητας ανά εκμετάλλευση. Εξάλλου, απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου, δήλωσε ότι, στα περισσότερα από τα κράτη μέλη, υπήρχαν περισσότεροι του ενός συντελεστές για^ τις διάφορες ομάδες προϊόντων των οποίων η παραγωγή ήταν « κανονική ». Επί του σημείου αυτού παρέσχε επίσης λεπτομερέστερα αριθμητικά στοιχεία.
Μ. Zuleeg
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 11ης Δεκεμβρίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-217/89,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Finanzgericht München ( Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Josef Pastätter
και
Hauptzollamt Bad Reichenhall,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων ( ΕΕ L 90, σ. 13 ), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 764/89 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1989 (ΕΕ L 84, σ. 2),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. C. Moitinho de Almeida, πρόεδρο τμήματος, G. C. Rodríguez Iglesias, Sir Gordon Slynn, F. Grévisse και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας
λαμβάνοντας υπόψη:
τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν
—
ο Pastätter, προσφεύγων της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενος από τον W. Niedrmeier, δικηγόρο Μονάχου,
—
το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενο από τον Α. Bräutigam, κύριο υπάλληλο διοικήσεως στη νομική υπηρεσία του Συμβουλίου,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους D. Booss και K.-D. Borchardt, μέλη της νομικής υπηρεσίας,
την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του προσφεύγοντος της κύριας δίκης, εκπροσωπηθέντος από τον Ε. Η. Pijnacker Hordijk, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 26ης Ιουνίου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 2ας Οκτωβρίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 14ης Ιουνίου 1989, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 10 Ιουλίου 1989, το Finanzgericht München υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, ένα προδικαστικό ερώτημα ως προς το κύρος του άρθρου 3α, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 764/89 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1989 ( ΕΕ L 84, σ. 2 ).
2
Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Josef Pastätter, ο οποίος εκμεταλλεύεται μία γεωργική επιχείρηση, και του Hauptzollamt Bad Reichenhall (κεντρικού τελωνείου του Bad Reichenhall) σχετικά με μια ποσότητα αναφοράς βάσει του συστήματος συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος.
3
Ο Pastätter έλαβε πριμοδότηση μετατροπής δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1078/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί θεσπίσεως συστήματος πριμοδοτήσεων για τη μη εμπορία γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων και για τη μετατροπή αγελών βοοειδών γαλακτοπαραγωγής ( ABI. L 131, σ. 1 ). Η περίοδος μετατροπής, για την οποία ανέλαβε την υποχρέωση να μην παραδίδει γάλα ή γαλακτοκομικά προϊόντα προερχόμενα από την εκμετάλλευση του, έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 1984.
4
Στη συνέχεια, ο Pastätter ζήτησε από τις αρμόδιες γενικές αρχές να του χορηγήσουν ποσότητα αναφοράς δυνάμει του συστήματος συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι ο Pastätter δεν είχε παραδώσει γάλα το 1983, έτος το οποίο είχε καθοριστεί στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ως έτος αναφοράς, και ότι η περίπτωση του δεν δικαιολογούσε τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς λόγω συνδρομής εξαιρετικών περιστάσεων ή τη χορήγηση συμπληρωματικής ποσότητας αναφοράς. Μετά την απόρριψη της ενστάσεως του, ο Pastätter άσκησε προσφυγή κατά αυτής της απορριπτικής αποφάσεως ενώπιον του Finanzgericht München.
5
Κρίνοντας ότι η απόφαση επί της διαφοράς εξαρτάται από το κύρος της οικείας κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, το Finanzgericht München ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Είναι έγκυρος ο κανονισμός (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου της 31ης Μαρτίου 1984, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 764/89 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1989, καθόσον η ειδική ποσότητα αναφοράς κατά το άρθρο 3α, παράγραφος 2, αντιστοιχεί μόνο στο 60 ο/ο της ποσότητας του γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος η οποία ελήφθη ως βάση για την πριμοδότηση μη εμπορίας ή μετατροπής; »
6
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, οι οικείες κοινοτικές διατάξεις, καθώς και η εξέλιξη της διαδικασίας της κύριας δίκης και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
7
Το προδικαστικό ερώτημα αναφέρεται στην ουσία στο κύρος του άρθρου 3 α, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84, όπως έχει τροποποιηθεί, καθόσον περιορίζει την προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή ειδική ποσότητα αναφοράς στο 60 ο/ο της παραδοθείσας ποσότητας γάλακτος ή της ποσότητας ισοδυνάμου γάλακτος που πώλησε ο παραγωγός κατά τη διάρκεια της περιόδου δώδεκα ημερολογιακών μηνών η οποία προηγήθηκε της καταθέσεως της αιτήσεως για τη χορήγηση πριμοδοτήσεως μη εμπορίας ή μετατροπής.
8
Πρέπει να υπομνησθεί καταρχάς ότι η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση περί συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος δεν περιελάμβανε στην αρχή καμία ειδική διάταξη περί χορηγήσεως ποσότητας αναφοράς στους παραγωγούς οι οποίοι, σε εκτέλεση υποχρεώσεως αναληφθείσας βάσει του κανονισμού 1078/77, δεν είχαν παραδώσει γάλα κατά τη διάρκεια της περιόδου η οποία είχε καθοριστεί σε κάθε κράτος μέλος ως περίοδος αναφοράς. Εντούτοις, με τις αποφάσεις της 28ης Απριλίου 1988, Mulder, σκέψη 28 ( 120/86, Συλλογή 1988, σ. 2321 ) και von Deetzen, σκέψη 17 ( 170/86, Συλλογή 1988, σ. 2355), το Δικαστήριο κήρυξε τη ρύθμιση αυτή ανίσχυρη λόγω παραβιάσεως της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθόσον δεν προέβλεπε μια τέτοια χορήγηση.
9
Με τις προαναφερθείσες αποφάσεις το Δικαστήριο δέχθηκε, αφενός, ότι ο επιχειρηματίας που αυτοβούλως σταμάτησε την παραγωγή του επί ορισμένο χρονικό διάστημα δεν μπορεί θεμιτώς να προσδοκά ότι θα μπορεί να αρχίσει εκ νέου την παραγωγή υπό τις ίδιες συνθήκες όπως αυτές που ίσχυαν προηγουμένως και ότι δεν θα υπάγεται ενδεχομένως σε ορισμένους κανόνες που στο μεταξύ θα θεσπίζονταν στον τομέα της εμπορικής πολιτικής και της διαρθρωτικής πολιτικής ( απόφαση Mulder, σκέψη 23· απόφαση von Deetzen, σκέψη 12 ), έκρινε όμως, αφετέρου, ότι ο επιχειρηματίας αυτός, εφόσον, όπως εν προκειμένω, ενθαρρύνθηκε με πράξη της Κοινότητας να αναστείλει την εμπορία για ορισμένη περίοδο, χάριν του γενικού συμφέροντος και αντί καταβολής πριμοδοτήσεως, μπορεί θεμιτώς να προσδοκά ότι δεν θα υποστεί, με τη λήξη της υποχρεώσεως του, περιορισμούς που θα τον θίγουν ιδιαιτέρως λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι έκανε χρήση των δυνατοτήτων που του παρέχει η κοινοτική ρύθμιση ( απόφαση Mulder, σκέψη 24· απόφαση von Deetzen, σκέψη 13 ).
10
Κατόπιν των αποφάσεων αυτών το Συμβούλιο εξέδωσε στις 20 Μαρτίου 1989 τον προαναφερθέντα κανονισμό 764/89. Με τον εν λόγω κανονισμό προστέθηκε ένα νέο άρθρο 3α στον κανονισμό 857/89, ορίζοντας στην ουσία ότι στους παραγωγούς οι οποίοι, κατ' εκτέλεση υποχρεώσεως αναληφθείσας βάσει του κανονισμού 1078/77, δεν παρέδιδαν γάλα κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς, λαμβάνουν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ειδική ποσότητα αναφοράς. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 3α, η ποσότητα αυτή « ισούται προς το 60 ο/ο της παραδοθείσας ποσότητας γάλακτος που πωλήθηκε από τον παραγωγό κατά τους δώδεκα ημερολογιακούς μήνες που προηγήθηκαν του μηνός κατάθεσης της αίτησης για χορήγηση πριμοδότησης μη εμπορίας ή μετατροπής, όπως καθορίζεται από την οικεία αρμόδια αρχή δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο ε, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1391/78, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό ( ΕΟΚ. ) 84/83, και για την οποία ο παραγωγός δεν έχασε το δικαίωμα πριμοδότησης ».
11
Δεδομένου ότι ο κανονισμός 764/89 εκδόθηκε για να καταστήσει την εν λόγω κανονιστική ρύθμιση σύμφωνη προς τις προαναφερθείσες αποφάσεις Mulder και von Deetzen, πρέπει να εξεταστεί καταρχάς το κύρος του άρθρου 3α, παράγραφος 2, σε σχέση με τις αρχές τις οποίες έλαβε υπόψη το Δικαστήριο στις ανωτέρω αποφάσεις του, ιδίως δε σε σχέση με την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
12
Επ' αυτού πρέπει να σημειωθεί καταρχάς ότι οι παραγωγοί που αναφέρονται στο άρθρο 3α του κανονισμού 857/84, όπως έχει τροποποιηθεί, σε αντίθεση με τους αναφερόμενους στο άρθρο 2 του ίδιου κανονισμού, δεν παρέδωσαν γάλα κατά τη διάρκεια του έτους το οποίο καθορίστηκε στο οικείο κράτος ως έτος αναφοράς. Ο κοινοτικός νομοθέτης, επομένως, δεν μπορούσε να υπολογίσει τις ειδικές ποσότητες αναφοράς τους σε συνάρτηση με τον όγκο των παραδόσεων που πραγματοποίησαν κατά τη διάρκεια του έτους αυτού, αλλά έπρεπε να καταφύγει, όπως και έπραξε, σε άλλες βάσεις υπολογισμού, όπως ο όγκος των παραδόσεων τους κατά τη διάρκεια μιας αντιπροσωπευτικής περιόδου προγενέστερης της περιόδου τους μη εμπορίας ή μετατροπής. Ενεργώντας κατά τον τρόπο αυτό, μπορούσε νομίμως να ορίσει ότι η ποσότητα αυτών των παραδόσεων θα ελαμβάνετο υπόψη μειωμένη κατά ένα ποσοστό, με σκοπό να εξασφαλιστεί ότι η κατηγορία των ενδιαφερομένων εν προκειμένω παραγωγών δεν θα ευνοείτο υπερβολικά σε σχέση με τους παραγωγούς που συνέχισαν να παραδίδουν γάλα κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς.
13
Πρέπει εντούτοις να επισημανθεί ότι, όταν επιβάλλεται μια τέτοια μείωση, δεν επιτρέπεται βάσει της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης το σχετικό ποσοστό να καθορίζεται σε τόσο υψηλό επίπεδο, σε σχέση με το ποσοστό μειώσεως που ορίστηκε για τους παραγωγούς των οποίων οι ποσότητες αναφοράς καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού 857/84, ώστε η εφαρμογή του να αποτελεί περιορισμό που θίγει ειδικά τους ενδιαφερομένους παραγωγούς λόγω ακριβώς της υποχρεώσεως που ανέλαβαν βάσει του κανονισμού 1078/77.
14
Το προβλεπόμενο στο άρθρο 3α, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84 ποσοστό μειώσεως κατά 40 ο/ο δεν πληροί τις απαιτούμενες βάσει της αρχής αυτής προϋποθέσεις. Πράγματι, από τα πληροφοριακά στοιχεία που παρέσχε η Επιτροπή κατόπιν αιτήματος του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τα ποσοστά μειώσεως που ισχύουν για τους παραγωγούς των οποίων οι ποσότητες αναφοράς καθορίζονται σε συνάρτηση με τις πραγματοποιηθείσες κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς παραδόσεις γάλακτος, ποικίλλουν στα διάφορα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 857/84, ανάλογα με τις κατηγορίες παραγωγών ή τις περιοχές. Ωστόσο, από τα στοιχεία αυτά προκύπτει επίσης ότι σε καμία περίπτωση το σύνολο των μειώσεων που ισχύουν για τους παραγωγούς που αναφέρονται στο άρθρο 2, περιλαμβανομένων των μειώσεων οι οποίες προκύπτουν από ενδεχόμενη μείωση των συνολικών εγγυημένων ποσοτήτων και από αναστολή μέρους των ποσοτήτων αναφοράς κατά τη διάρκεια του σταδίου εκτελέσεως του συστήματος, δεν υπερβαίνει το 17,5%.
15
Υπό τις συνθήκες αυτές, η επιβολή στους αναφερομένους στο άρθρο 3α παραγωγούς μειώσεως ύψους 40 ο/ο, η οποία όχι μόνο δεν είναι αντιπροσωπευτική των ποσοστών μειώσεως που ισχύουν για τους παραγωγούς περί των οποίων γίνεται λόγος στο άρθρο 2, αλλά είναι και υπερδιπλάσια του υψηλότερου από τα ποσοστά αυτά, πρέπει να θεωρηθεί ως περιορισμός που πλήττει ειδικά αυτή την πρώτη κατηγορία παραγωγών λόγω ακριβώς της υποχρεώσεως μη εμπορίας ή μετατροπής την οποία είχαν αναλάβει.
16
Το Συμβούλιο και η Επιτροπή προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι δεν είναι δυνατή η σύγκριση του ποσοστού μειώσεως που επιβάλλεται δυνάμει του άρθρου 3α, παράγραφος 2, προς το ποσοστό μειώσεως το οποίο ισχύει για τους παραγωγούς που συνέχισαν να παραδίδουν γάλα κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς. Οι ποσότητες αναφοράς της τελευταίας αυτής κατηγορίας υπολογίζονται σε συνάρτηση με τις παραδόσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια ενός ημερολογιακού έτους της περιόδου 1981 έως 1983, δηλαδή σε συνάρτηση με στοιχεία σχετικά πρόσφατα, ενώ οι ειδικές ποσότητες αναφοράς της πρώτης κατηγορίας βασίζονται στον όγκο των παραδόσεων που πραγματοποιήθηκαν πριν από την ανάληψη των υποχρεώσεων βάσει του κανονισμού 1078/77, δηλαδή σε συνάρτηση με στοιχεία τα οποία ανατρέχουν σε αρκετά έτη στο παρελθόν.
17
Ο ισχυρισμός αυτός δεν δικαιολογεί τη βαλλόμενη διαφορά μεταξύ των σχετικών ποσοστών. Πράγματι, από πίνακα που κατέθεσε η Επιτροπή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προκύπτει ότι οι παραδόσεις γάλακτος, τόσο σε επίπεδο Κοινότητας γενικά όσο και σε επίπεδο ατομικών εκμεταλλεύσεων, αυξήθηκαν σταθερά μεταξύ του 1977, έτος ενάρξεως ισχύος του κανονισμού 1078/77, και του 1983, τελευταίου ημερολογιακού έτους που μπορούσε να ληφθεί υπόψη ως έτος αναφοράς.
18
Το Συμβούλιο και η Επιτροπή προέβαλαν επίσης τον ισχυρισμό ότι δεν ήταν δυνατό να χορηγηθούν στην εν λόγω κατηγορία παραγωγών ειδικές ποσότητες αναφοράς αντιστοιχούσες σε ποσοστό μεγαλύτερο του 60 o/ο των παραδόσεων γάλακτος που πραγματοποιήθηκαν πριν από την περίοδο μη εμπορίας ή μετατροπής, διότι άλλως θα διακυβευόταν ο στόχος του συστήματος συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος, ο οποίος συνίστατο στη συγκράτηση των διαρθρωτικών πλεονασμάτων της αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων. Επ' αυτού η Επιτροπή εξήγησε ότι, κατά τις εκτιμήσεις της, προβλεπόταν ότι οι αιτήσεις χορηγήσεως ειδικής ποσότητας αναφοράς που θα υπέβαλαν οι παραγωγοί οι οποίοι είχαν αναλάβει υποχρέωση βάσει του κανονισμού 1078/77 θα αφορούσε όγκο ενός περίπου εκατομμυρίου τόννων γάλακτος. Δεδομένου ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θεώρησε ότι μια συμπληρωματική ποσότητα γάλακτος ύψους 600000 τόννων ήταν η μεγαλύτερη δυνατή που θα μπορούσε να γίνει δεκτή χωρίς να θιγεί ο στόχος του συστήματος, αύξησε την εφεδρική ποσότητα της Κοινότητας κατά 600000 τόννους, διατηρώντας όμως αμετάβλητο το επίπεδο των ποσοτήτων αναφοράς των άλλων παραγωγών.
19
Ούτε αυτός ο ισχυρισμός μπορεί να δικαιολογήσει τη βαλλόμενη ρύθμιση. Πράγματι, και αν ακόμα υποτεθεί ότι δεν ήταν δυνατή μεγαλύτερη αύξηση της κοινοτικής εφεδρικής ποσότητας χωρίς να κλονιστεί η ισορροπία της αγοράς γάλακτος, θα αρκούσε ωστόσο να μειωθούν οι ποσότητες αναφοράς των άλλων παραγωγών κατ' αναλογία προς την καθοριζόμενη ποσότητα, ώστε να είναι δυνατή η χορήγηση μεγαλυτέρων ειδικών ποσοτήτων αναφοράς στους παραγωγούς που ανέλαβαν υποχρέωση βάσει του κανονισμού 1078/77.
20
Έπεται ότι ο βαλλόμενος κανόνας περί του περιορισμού του 60 ο/ο προσβάλλει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων παραγωγών, που ορθώς βασίστηκαν στην πεποίθηση τους ότι οι υποχρεώσεις τους ήταν σαφώς καθορισμένες. Επομένως, η επίδικη διάταξη πρέπει να κηρυχθεί ανίσχυρη λόγω παραβιάσεως της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, χωρίς να είναι απαραίτητο να εξεταστούν τα άλλα επιχειρήματα που προβλήθηκαν, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, κατά του κύρους της.
21
Για τους λόγους αυτούς, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3α, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1989, είναι ανίσχυρο καθόσον περιορίζει την ειδική ποσότητα αναφοράς που προβλέπεται από τη διάταξη αυτή στο 60 ο/ο της ποσότητας του παραδοθέντος γάλακτος ή της ποσότητας ισοδυνάμου γάλακτος η οποία πωλήθηκε από τον παραγωγό κατά τη διάρκεια της περιόδου των δώδεκα ημερολογιακών μηνών που προηγήθηκαν της καταθέσεως της αιτήσεως για χορήγηση πριμοδοτήσεως μη εμπορίας ή μετατροπής.
Επί των δικαστικών εξόδων
22
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που υπέβαλε το Finanzgericht München με Διάταξη της 14ης Ιουνίου 1989, αποφαίνεται:
Το άρθρο 3α, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 764/89 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1989, είναι ανίσχυρο καθόσον περιορίζει την ειδική ποσότητα αναφοράς που προβλέπεται από τη διάταξη αυτή στο 60 % της ποσότητας του παραδοθέντος γάλακτος ή της ποσότητας ισοδυνάμου γάλακτος η οποία πωλήθηκε από τον παραγωγό κατά τη διάρκεια της περιόδου των δώδεκα ημερολογιακών μηνών που προηγήθηκαν της καταθέσεως της αιτήσεως για χορήγηση πριμοδοτήσεως μη εμπορίας ή μετατροπής.
Moitinho de Almeida
Rodríguez Iglesias
Slynn
Grévisse
Zuleeg
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 11 Δεκεμβρίου 1990.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος του πέμπτου τμήματος
J.C. Moitinho de Almeida
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy