ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-231/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικό περιστατικά και διαδικασία
1.
Το 1988, η Krystyna Gmurzynska-Bscher (στο εξής: Gmurzynska), προσφεύγουσα της κύριας δίκης, που διευθύνει αίθουσα τέχνης στην Κολωνία, αγόρασε στις Κάτω Χώρες, αντί 400000 δολαρίων ΗΠΑ ( USD ), ένα έργο του ούγγρου καλλιτέχνη Laszlo Moholy-Nagy (1895 — 1946). Το έργο, που χρονολογείται από το 1922 και ονομάζεται Konstruktion in Emaille Ι (Telefonbild) [κατασκευή από σμάλτο Ι (εικόνα τηλεφώνου)], αποτελείται από μία πλάκα χάλυβα με διαστάσεις περίπου 95,5 × 61 εκατοστόμετρα, της οποίας την επιφάνεια καλύπτουν, με επισμάλτωση, χρώματα υαλοβερνικώσεως ( κόκκινο/κίτρινο/μαύρο ).
2.
Προτού εισαγάγει το έργο στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Gmurzynska ζήτησε, σύμφωνα με τη γερμανική νομοθεσία, να της χορηγηθεί δεσμευτική τελωνειακή γνωμάτευση ( verbindliche Zolltarifauskunft). Το γερμανικό φορολογικό δίκαιο — που είναι το μόνο εφαρμοστέο στην περίπτωση της κύριας δίκης, διότι δεν εισπράττονται πλέον δασμοί εντός της κοινής αγοράς — παραπέμπει, για τη χορήγηση απαλλαγών ή μειώσεων του φόρου κύκλου εργασιών λόγω εισαγωγής, στην ονοματολογία του κοινού δασμολογίου (στο εξής: ICA). Η ονοματολογία αυτή προβλέπει την εφαρμογή μειωμένου φορολογικού συντελεστή στα έργα τέχνης που υπάγονται στις δασμολογικές κλάσεις 97.01 και 97.03 του ΚΔ, συνδυασμένη ονοματολογία, όπως ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 1988.
3.
Στις 7 Ιουλίου 1988, η Oberfinanzdirektion Köln ( στο εξής: Oberfinanzdirektion ), καθής της κύριας δίκης, χορήγησε στη Gmurzynska γνωμάτευση κατατάσσουσα το εν λόγω έργο στη δασμολογική διάκριση 83.06 2990 ( « άλλα είδη διακόσμησης από κοινό μέταλλο » ) του ΚΔ, συνδυασμένη ονοματολογία. Στην περίπτωση αυτή, το έργο θα υποβαλλόταν σε φόρο κύκλου εργασιών λόγω εισαγωγής υπολογιζόμενο με πλήρη συντελεστή.
4.
Η Gmurzynska, αντίθετα, έκρινε ότι το έργο αυτό έπρεπε να θεωρηθεί ως «παρόμοιος μικρός πίνακας» υπαγόμενος στη δασμολογική κλάση 97.01 του ΚΔ, συνδυασμένη ονοματολογία, οπότε θα εφαρμοζόταν μειωμένος συντελεστής φόρου κύκλου εργασιών λόγω εισαγωγής.
5.
Έπειτα από την απόρριψη της ενστάσεως της κατά της δεσμευτικής τελωνειακής γνωματεύσεως της Oberfinanzdirektion, η Gmurzynska άσκησε προσφυγή ενώπιον του Bundesfinanzhof.
6.
Το εθνικό δικαστήριο, στην αιτιολογία της Διατάξεως περί προδικαστικής παραπομπής, εξηγεί ότι η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία των δασμολογικών κλάσεων 83.06, 97.01 και 97.03 του ΚΔ, συνδυασμένη ονοματολογία.
Το εθνικό δικαστήριο παρατηρεί σχετικά ότι αν, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 15ης Μαΐου 1985, Onnasch, 155/84, Συλλογή 1985, σ. 1449), οι δασμολογικές κλάσεις του κεφαλαίου 97 του ΚΔ, που αφορά συγκεκριμένα τα έργα τέχνης, πρέπει, σε περίπτωση αμφιβολίας για τη δασμολογική κατάταξη ενός αντικειμένου, να ερμηνεύονται ευρέως και αν η έκφραση « πρωτότυπα έργα αγαλματοποιίας και γλυπτικής » της δασμολογικής κλάσεως 97.03 έχει την έννοια ότι περιλαμβάνει όλα τα τρισδιάστατα έργα τέχνης, ανεξάρτητα από την εφαρμοζόμενη τεχνική και τα χρησιμοποιούμενα υλικά, είναι αμφίβολο αν το εν λόγω έργο τέχνης, το οποίο, κατά συμφωνία των διαδίκων, αποτελεί πρωτότυπο έργο τέχνης, πρέπει να θεωρηθεί τρισδιάστατη σύνθεση. Πράγματι, μολονότι πρόκειται για ( τρισδιάστατο ) σώμα, η κατά κυριολεξία καλλιτεχνική δημιουργία έχει τη μορφή επιφανειακής συνθέσεως (δισδιά-στατης ) επί της χαλύβδινης πλάκας.
Κατά το εθνικό δικαστήριο είναι επίσης αμφίβολο αν μπορεί να θεωρηθεί το έργο ως « παρόμοιος μικρός πίνακας » κατά την έννοια της δασμολογικής κλάσεως 97.01 του ΚΔ, διότι ένας τέτοιος πίνακας πρέπει, σύμφωνα με τις επεξηγηματικές σημειώσεις του εναρμονισμένου συστήματος χαρακτηρισμού και κατατάξεως των εμπορευμάτων, να αποτελείται από διάφορα υλικά που να είναι συνταιριασμένα κατά τρόπο ώστε να δημιουργείται μία εικόνα ή ένα διακοσμητικό θέμα και κολλημένα ή με διαφορετικό τρόπο στερεωμένα πάνω σε ένα υπόστρωμα.
Το εθνικό δικαστήριο θεωρεί ότι το εν λόγω αντικείμενο πρέπει μάλλον να χαρακτηριστεί ως «ζωγραφικός πίνακας που έχει γίνει εξ ολοκλήρου με το χέρι » κατά την έννοια της δασμολογικής κλάσεως 97.01 του ΚΔ. Πράγματι, στην προκειμένη περίπτωση, ο καλλιτέχνης επέθεσε το χρώμα στον χάλυβα και στη συνέχεια το έψησε. Κατά το εθνικό δικαστήριο, βάσει της ευρείας ερμηνείας της δασμολογικής κλάσεως 97.01, μπορεί να υποστηριχθεί ότι ήδη η επίθεση των χρωμάτων πάνω στο υπόστρωμα πρέπει να θεωρηθεί ως πλήρης δημιουργία του πίνακα με το χέρι, ανεξαρτήτως της περαιτέρω τεχνικής επεξεργασίας. Η Oberfinanzdirektion δεν θεωρεί όμως ότι η τεχνική αυτή μπορεί να συγκριθεί άμεσα με τη ζωγραφική, διότι η διαμόρφωση των χρωμάτων, και επομένως η καλλιτεχνική σύλληψη, γίνονται εμφανείς μόνο με το ψήσιμο.
Το Bundesfinanzhof παρατηρεί στη συνέχεια ότι αν αποκλειστεί η δασμολογική κλάση 97.01 θα πρέπει, σύμφωνα με τις επεξηγηματικές σημειώσεις επί του κεφαλαίου 97 του ΚΔ, η δασμολογική κατάταξη του έργου να γίνει σε συνάρτηση με το υλικό από το οποίο αποτελείται. Τότε θα μπορούσε να γίνει λόγος για τη δασμολογική κλάση 83.06, αν και το έργο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντικείμενο στολισμού, πράγμα που, σύμφωνα με τις επεξηγηματικές σημειώσεις, αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό των ειδών που καλύπτονται από τη γενική ονομασία « αγαλματίδια και άλλα είδη διακόσμησης» της δασμολογικής κλάσεως 83.06 του ΚΔ.
7.
Υπό τις συνθήκες αυτές το Bundesfinanzhof, με Διάταξη της 6ης Ιουνίου 1989, αποφάσισε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, να αναστείλει τη διαδικασία μέχρις ότου εκδώσει το Δικαστήριο προδικαστική απόφαση επί των ακολούθων ερωτημάτων:
«1)
Έχει το κοινό δασμολόγιο — συνδυασμένη ονοματολογία — την έννοια ότι ένα έργο τέχνης όπως η “ κατασκευή από σμάλτο Ι (εικόνα τηλεφώνου)” [Konstruktion in Emaille I ( Telefonbild ) ] που δημιούργησε το 1922 ο L. Moholy-Nagy και που αποτελείται από μία πλάκα χάλυβα με διαστάσεις περίπου 955 Χ 610 χιλιοστόμετρα, της οποίας την επιφάνεια καλύπτουν με επισμάλτωση χρώματα υαλοβερνικώσεως, πρέπει να καταταγεί δασμολογικώς στα:
α)
“έργα αγαλματοποιίας ή γλυπτικής, πρωτότυπα” — δασμολογική κλάση 97.03 ή
β)
“παρόμοιους μικρούς πίνακες” ή “ζωγραφικούς πίνακες που έχουν γίνει εξ ολοκλήρου με το χέρι ” — δασμολογική κλάση 97.01;
2)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, έχει το κοινό δασμολόγιο — συνδυασμένη ονοματολογία — την έννοια ότι ένα έργο τέχνης όπως αυτό που περιγράφεται στο ερώτημα 1 πρέπει να καταταγεί δασμολογικώς σε συνάρτηση με το υλικό από το οποίο αποτελείται, και στην προκειμένη περίπτωση να καταταγεί στα “ άλλα είδη διακόσμησης από κοινά μέταλλα” (δασμολογική κλάση 83.06); »
8.
Η Διάταξη του Bundesfinanzhof πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 24 Ιουλίου 1989.
9.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον νομικό της σύμβουλο Jörn Sack, κατέθεσε, στις 31 Οκτωβρίου 1989, γραπτές παρατηρήσεις.
10.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
Η Επιτροπή στην αρχή των παρατηρήσεων της εξετάζει προκαταρκτικά το ζήτημα^ του παραδεκτού της προδικαστικής παραπομπής.
Η Επιτροπή επισημαίνει σχετικά ότι η διαφορά της κύριας δίκης δεν αφορά την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, αλλά την εφαρμογή του φορολογικού δικαίου κράτους μέλους. Πράγματι, δεδομένου ότι το εν λόγω έργο επρόκειτο να εισαχθεί από τις Κάτω Χώρες με προορισμό την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, δεν οφείλεται κανένας δασμός. Είναι όμως αληθές ότι το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο παραπέμπει σε διατάξεις κοινοτικού δικαίου, στην προκειμένη περίπτωση στην ονοματολογία του ΚΔ.
Η Επιτροπή εντούτοις, στηριζόμενη στην απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Σεπτεμβρίου 1985, Thomasdünger, σκέψη 11 ( 166/84, Συλλογή 1985, σ. 3001 ), θεωρεί ότι η προδικαστική παραπομπή του Bundesfinanzhof είναι παραδεκτή. Πράγματι, επιβάλλεται η ενιαία ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, ακόμη και σε περιπτώσεις που το δίκαιο αυτό είναι κρίσιμο για την επίλυση της διαφοράς για τον μόνο λόγο ότι το εθνικό δίκαιο παραπέμπει σ' αυτό, διότι, στην περίπτωση αυτή, τα εθνικά δικαστήρια πρέπει καταρχάς να ερμηνεύσουν το κοινοτικό δίκαιο στο οποίο γίνεται παραπομπή και οι σχετικές αποφάσεις μπορεί να έχουν επιπτώσεις στις περιπτώσεις που άπτονται αμέσως της ερμηνείας και της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.
Όσον αφορά τη δασμολογική κατάταξη του εν λόγω αντικειμένου, η Επιτροπή υποστηρίζει καταρχάς ότι, εφόσον κατά την άποψη των διαδίκων της κύριας δίκης πρόκειται για πρωτότυπο έργο τέχνης, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρέπει να καταταγεί στο κεφάλαιο 97, «αντικείμενα τέχνης, συλλογών ή αρχαιοτήτων » του ΚΔ, είτε στη δασμολογική κλάση 97.01, «ζωγραφικοί πίνακες, έργα από συγκόλληση (κολάζ) και παρόμοιοι μικροί πίνακες » είτε στη δασμολογική κλάση 97.03, «έργα αγαλματοποιίας ή γλυπτικής, πρωτότυπα, από κάθε ύλη ». Πράγματι, το εν λόγω έργο, βάσει των χαρακτηριστικών του, εμπίπτει χωρίς αμφιβολία σε μία από αυτές τις δύο δασμολογικές κλάσεις· τούτο δε προπάντων διότι στην περίπτωση της κύριας δίκης οι σημειώσεις 1 έως 3 του κεφαλαίου 97 του ΚΔ στερούνται αντικειμένου, διότι, σύμφωνα με τη σημείωση 4 α του κεφαλαίου αυτού, σε περίπτωση αμφιβολίας για τη δασμολογική κατάταξη ενός αντικειμένου, πρέπει να προτιμάται η κατάταξη του σε μία από τις κλάσεις του κεφαλαίου 97, και διότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση Onnasch, που προαναφέρθηκε, και απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1988, Huber, 291/87, Συλλογή 1988, σ. 6449 ), οι δασμολογικές κλάσεις του κεφαλαίου 97 του ΚΔ πρέπει να ερμηνεύονται ευρέως.
Η Επιτροπή υποστηρίζει στη συνέχεια ότι, αν έπρεπε να επιλέξει μεταξύ των δύο δασμολογικών κλάσεων που προαναφέρθηκαν, θα προτιμούσε τη δασμολογική κλάση 97.01 και, συγκεκριμένα, τη διάκριση «ζωγραφικοί πίνακες ». Υποστηρίζει σχετικά ότι το εν λόγω έργο αποτελείται κατ' ουσίαν από υλικά που χρησιμοποιούνται συνήθως για τη δημιουργία αντικειμένων γλυπτικής (μέταλλο, σμάλτο) τα έργα όμως της κατηγορίας αυτής χαρακτηρίζονται από την τρισδιάστατη φύση τους. Η «εικόνα τηλεφώνου» όμως δεν ανταποκρίνεται στο κριτήριο αυτό, αλλά αντίθετα εμφανίζεται ως ζωγραφικός πίνακας, υπό την έννοια ότι πρόκειται για μία επιφάνεια επί της οποίας έχουν επιτεθεί χρώματα. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι αυτό ισχύει ακόμη και αν η επιφάνεια είναι σε ορισμένο βαθμό ανάγλυφη, δεδομένου ότι πάντοτε η ζωγραφική είναι ανάγλυφή σε ορισμένο βαθμό, ανάλογα με το πάχος του στρώματος χρώματος· αυτό συμβαίνει ιδίως στην περίπτωση των « κολάζ » και των παρόμοιων μικρών πινάκων που περιλαμβάνονται επίσης στη δασμολογική κλάση 97.01 του ΚΔ.
Η Επιτροπή στηρίζει επίσης την άποψη της στις επεξηγηματικές σημειώσεις του εναρμονισμένου συστήματος χαρακτηρισμού και κατατάξεως των εμπορευμάτων, οι οποίες διευκρινίζουν ότι οι πίνακες κατά την έννοια της δασμολογικής κλάσεως 97.01 μπορούν να έχουν εκτελεστεί σε οποιασδήποτε φύσεως υπόστρωμα. Η Επιτροπή προσθέτει ότι δεν έχει σημασία η επεξεργασία που υφίστανται τα χρώματα μετά την επίθεση τους, με το χέρι, πάνω στο υπόστρωμα, και συγκεκριμένα το ψήσιμο που σταθεροποιεί τα χρώματα και τα καθιστά εντονότερα.
Τέλος, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το εν λόγω έργο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «κολάζ» ή «παρόμοιος μικρός πίνακας» κατά την έννοια της δασμολογικής κλάσεως 97.01, λόγω του ότι επί του χρησιμοποιηθέντος υποστρώματος έχουν επιτεθεί μόνο χρώματα, και όχι άλλα υλικά,
Συνοπτικώς, η Επιτροπή προτείνει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο:
« Στην έννοια του « ζωγραφικού πίνακα » της δασμολογικής κλάσεως 97.01 του ΚΔ, όπως ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 1988, εμπίπτει έργο τέχνης που αποτελείται από μία πλάκα χάλυβα της οποίας την επιφάνεια καλύπτουν, με επι-σμάλτωση, χρώματα υαλοβερνικώσεως. »
F. A. Schockweiler
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 8ης Νοεμβρίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-231/89,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesfinanzhof προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, και με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Krystyna Gmurzynska-Bscher, Galerie Gmurzynska,
και
Oberfinanzdirektion Köln,
παρεμβαίνων: Bundesminister der Finanzen,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των δασμολογικών κλάσεων 83.06, « άλλα είδη για διακόσμηση από κοινά μέταλλα », 97.01, « ζωγραφικοί πίνακες που έχουν γίνει εξ ολοκλήρου με το χέρι » ή « παρόμοιοι μικροί πίνακες » και 97.03 « έργα αγαλματοποιίας ή γλυπτικής, πρωτότυπα, από κάθε ύλη », του παραρτήματος του κανονισμού ( ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο ( ΕΕ L 256, σ 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, Πρόεδρο, G. F. Mancini, Τ. F. O'Higgins, J. C. Moitinho de Almeida και G. C. Rodríguez Iglesias, προέδρους τμήματος, F. Α. Schockweiler και F. Grévisse, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: D. Louterman, κύρια υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εκπροσωπούμενη από τον Jörn Sack, νομικό σύμβουλο,
έχοντας υπόφη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά τη συνεδρίαση της 22ας Μαΐου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 3ης Ιουλίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 6ης Ιουνίου 1989, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Ιουλίου 1989, το Bundesfinanzhof υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των δασμολογικών κλάσεων 83.06 « άλλα είδη για διακόσμηση από κοινά μέταλλα », 97.01, « ζωγραφικοί πίνακες που έχουν γίνει εξ ολοκλήρου με το χέρι » ή « παρόμοιοι μικροί πίνακες » και 97.03, « έργα αγαλματοποιίας ή γλυπτικής, πρωτότυπα, από κάθε ύλη », του παραρτήματος του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο της ( ΕΕ L 256, σ. 1 ).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Krystyna Gmurzynska-Bscher (στο εξής: Gmurzynska), διευθύντριας αίθουσας τέχνης στην Κολωνία (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας) και της Oberfinanzdirektion της Κολωνίας (στο εξής: Oberfinanzdirektion), σχετικά με την εφαρμογή του γερμανικού φορολογικού δικαίου όσον αφορά τους φόρους κύκλου εργασιών λόγω εισαγωγής έργων τέχνης.
3
Από τη δικογραφία που διαβίβασε το εθνικό δικαστήριο στο Δικαστήριο προκύπτει ότι η Gmurzynska αγόρασε, το 1988, στις Κάτω Χώρες αντί 400000 δολαρίων ΗΠΑ USD ένα έργο του καλλιτέχνη Laszlo Moholy-Nagy, που φέρει τον τίτλο « κατασκευή από σμάλτο Ι ( εικόνα τηλεφώνου ) » [ Konstruktion in Emaille I ( Telefonbild ) ] και αποτελείται από μια πλάκα χάλυβα της οποίας την επιφάνεια καλύπτουν, με επισμάλ-τωση, χρώματα υαλοβερνικώσεως.
4
Προτού εισαγάγει αυτό το έργο τέχνης από τις Κάτω Χώρες στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Gmurzynska ζήτησε από τις γερμανικές τελωνειακές αρχές τη χορήγηση δεσμευτικής γνωματεύσεως ως προς τη δασμολογική κατάταξη, για την εφαρμογή του γερμανικού φορολογικού δικαίου στον τομέα των φόρων κύκλου εργασιών λόγω εισαγωγής. Το γερμανικό δίκαιο παραπέμπει, για τη χορήγηση απαλλαγών ή μειώσεων στον τομέα αυτό, στην ονοματολογία του κοινού δασμολογίου ( στο εξής: ΚΔ ). Το κοινό δασμολόγιο προβλέπει την εφαρμογή μειωμένου φορολογικού συντελεστή στα έργα τέχνης που υπάγονται στις δασμολογικές κλάσεις 97.01 και 97.03 του ΚΔ.
5
Στις 7 Ιουλίου 1988, η Oberfinanzdirektion χορήγησε στην Gmurzynska γνωμάτευση σύμφωνα με την οποία το εν λόγω έργο έπρεπε να καταταγεί στη δασμολογική κλάση 83.06, « άλλα είδη διακόσμησης από κοινό μέταλλο ». Η κατάταξη αυτή είχε ως συνέπεια την υποβολή του έργου στον πλήρη συντελεστή του γερμανικού φόρου κύκλου εργασιών λόγω εισαγωγής.
6
Η Gmurzynska, αντίθετα, έκρινε ότι το έργο αυτό έπρεπε να θεωρηθεί ως « παρόμοιος μικρός πίνακας » υπαγόμενος στη δασμολογική κλάση 97.01 του ΚΔ και, επομένως, να υπαχθεί, για τον λόγο αυτό, σε μειωμένο συντελεστή φόρου κύκλου εργασιών λόγω εισαγωγής.
7
Έπειτα από την απόρριψη της ενστάσεως της κατά της δεσμευτικής γνωματεύσεως της Oberfinanzdirektion περί της δασμολογικής κατατάξεως, η Gmurzynska άσκησε προσφυγή ενώπιον του Bundesfinanzhof.
8
Το εθνικό δικαστήριο, στο σκεπτικό της διατάξεως του περί προδικαστικής παραπομπής, εξηγεί ότι η επίλυση της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί εξαρτάται από την ερμηνεία των δασμολογικών κλάσεων 83.06,97.01 και 97.03 του ΚΔ.
9
To εθνικό δικαστήριο θεωρεί ότι, ακόμη και αν, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου ( απόφαση της 15ης Μαΐου 1985, Onnasch, 155/84, Συλλογή 1985, σ. 1449), η έκφραση « πρωτότυπα έργα αγαλματοποιίας και γλυπτικής » της δασμολογικής κλάσεως 97.03 του ΚΔ πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως, ώστε να περιλαμβάνει όλα τα τρισδιάστατα έργα τέχνης, ανεξάρτητα από την εφαρμοζόμενη τεχνική και τα χρησιμοποιούμενα υλικά, είναι αμφίβολο αν το εν λόγω έργο τέχνης μπορεί να καταταγεί στη δασμολογική αυτή κλάση. Υποστηρίζει ότι το έργο αυτό αποτελεί τρισδιάστατο σώμα, η καλλιτεχνική δημιουργία όμως έχει τη μορφή επιφανειακής συνθέσεως επί της χαλύβδινης πλάκας.
10
Κατά το εθνικό δικαστήριο είναι επίσης αμφίβολο αν το εν λόγω έργο μπορεί να θεωρηθεί ως « παρόμοιος μικρός πίνακας » κατά την έννοια της δασμολογικής κλάσεως 97.01 του ΚΔ. Αναφέρεται σχετικά στις επεξηγηματικές σημειώσεις του εναρμονισμένου συστήματος χαρακτηρισμού και κατατάξεως των εμπορευμάτων (στο εξής: επεξηγηματικές σημειώσεις ), κατά τις οποίες οι μικροί αυτοί πίνακες πρέπει να αποτελούνται από διάφορα υλικά συνταιριασμένα κατά τρόπο ώστε να δημιουργείται μία εικόνα ή ένα διακοσμητικό θέμα και κολλημένα ή με διαφορετικό τρόπο στερεωμένα πάνω σ' ένα υπόστρωμα.
11
Το εθνικό δικαστήριο θεωρεί ότι το εν λόγω αντικείμενο πρέπει μάλλον να χαρακτηριστεί « ζωγραφικός πίνακας που έχει γίνει εξ ολοκλήρου με το χέρι » κατά την έννοια της δασμολογικής κλάσεως 97.01 του ΚΔ, διότι η πράξη του καλλιτέχνη με την οποία επέθεσε το χρώμα πάνω στο υπόστρωμα, πρέπει, από μόνη της, να θεωρηθεί ως δημιουργία του πίνακα αυτού, ανεξαρτήτως της περαιτέρω τεχνικής επεξεργασίας, και μάλιστα ακόμη και αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η χρωματική σύνθεση έγινε εμφανής μόνο χάρη στη μεταγενέστερη διαδικασία ψησίματος.
12
Μόνο στην περίπτωση που αποκλειστεί η δασμολογική κλάση 97.01 του ΚΔ, το εθνικό δικαστήριο εξετάζει το ενδεχόμενο κατατάξεως του εν λόγω έργου ως « είδους στολισμού » κατά την έννοια της ειδικής κλάσεως 83.06, μολονότι το έργο αυτό δεν αποτελεί, κατά την άποψη του, αντικείμενο στολισμού, πράγμα που, σύμφωνα με τις επεξεγηματικές σημειώσεις, αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό των ειδών που εμπίπτουν σ' αυτή τη δασμολογική κλάση του ΚΔ.
13
Κατά συνέπεια, θεωρώντας ότι η διαφορά έθετε ζήτημα ερμηνείας της εν λόγω κοινοτικής ρυθμίσεως, το Bundesfinanzhof ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Έχει το κοινό δασμολόγιο — συνδυασμένη ονοματολογία — την έννοια ότι ένα έργο τέχνης όπως η “ κατασκευή από σμάλτο Ι ( εικόνα τηλεφώνου ) ” [ Konstruktion in Emaille Ι (Telefonbild)] που δημιούργησε το 1922 ο L. Moholy-Nagy και που αποτελείται από μία πλάκα χάλυβα με διαστάσεις περίπου 955 Χ 610 χιλιοστόμετρα, της οποίας την επιφάνεια καλύπτουν με επισμάλτωση χρώματα υαλοβερνικώσεως, πρέπει να καταταγεί δασμολογικώς στα:
α)
“έργα αγαλματοποιίας ή γλυπτικής, πρωτότυπα” — δασμολογική κλάση 97.03 —ή
β)
“ παρόμοιους μικρούς πίνακες ” ή “ ζωγραφικούς πίνακες που έχουν γίνει εξ ολοκλήρου με το χέρι ” — δασμολογική κλάση 97.01 ;
2)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, έχει το κοινό δασμολόγιο — συνδυασμένη ονοματολογία — την έννοια ότι ένα έργο τέχνης όπως αυτό που περιγράφεται στο ερώτημα 1 πρέπει να καταταγεί δασμολογικώς σε συνάρτηση με το υλικό από το οποίο αποτελείται, και στην προκειμένη περίπτωση να καταταγεί στα “ άλλα είδη διακόσμησης από κοινά μέταλλα ” ( δασμολογική κλάση 83.06 ); »
14
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας, και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθ' όσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Eid της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου
15
Η ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων του ΚΔ που ζητείται να δώσει το Δικαστήριο αποσκοπεί στο να καταστήσει δυνατό στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει επί της εφαρμογής, όχι του ΚΔ, αλλά του γερμανικού δικαίου περί φόρων κύκλου εργασιών το οποίο παραπέμπει στην ονοματολογία του ICA. Υπό τις συνθήκες αυτές τίθεται το προκαταρκτικό ερώτημα της δυνατότητας εφαρμογής της διαδικασίας του άρθρου 177 της Συνθήκης και, επομένως, της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να κρίνει επί των ερωτημάτων που υπέβαλε το Bundesfinanzhof.
16
Κατά το άρθρο 177 της Συνθήκης, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται, με προδικαστικές αποφάσεις, επί της ερμηνείας της Συνθήκης αυτής καθώς και επί των πράξεων των οργάνων της Κοινότητας.
17
To δεύτερο και το τρίτο εδάφιο του άρθρου αυτού προβλέπουν ότι, όταν ένα ζήτημα ερμηνείας διατάξεως κοινοτικού δικαίου ανακύπτει ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, το δικαστήριο αυτό δύναται ή, εάν πρόκειται για δικαστήριο που αποφασίζει σε τελευταίο βαθμό, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο αν κρίνει ότι η απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του αποφάσεως.
18
Επομένως, η διαδικασία του άρθρου 177 της Συνθήκης αποτελεί όργανο συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, χάρη στο οποίο το Δικαστήριο παρέχει στα εθνικά δικαστήρια τα στοιχεία ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου που τους είναι απαραίτητα για την επίλυση των διαφορών επί των οποίων καλούνται να αποφασίσουν.
19
Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια στα οποία έχει υποβληθεί η διαφορά και τα οποία αναλαμβάνουν την ευθύνη της δικαστικής αποφάσεως που θα εκδοθεί να εκτιμούν, υπό το πρίσμα των ιδιαιτεροτήτων κάθε υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα προδικαστικής αποφάσεως για να μπορέσουν να εκδώσουν την απόφαση τους όσο και τον κρίσιμο χαρακτήρα των ερωτημάτων που υποβάλλουν στο Δικαστήριο.
20
Κατά συνέπεια, εφόσον τα ερωτήματα που υποβάλλουν τα εθνικά δικαστήρια αφορούν την ερμηνεία διατάξεως κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο είναι, καταρχήν, υποχρεωμένο να αποφαίνεται.
21
Δεδομένου ότι η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης έχει ως σκοπό την εξασφάλιση της ενιαίας ερμηνείας, σε όλα τα κράτη μέλη, των διατάξεων κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο περιορίζεται να συναγάγει από τη διατύπωση και το πνεύμα των διατάξεων αυτών την έννοια των εν λόγω κοινοτικών κανόνων. Στη συνέχεια εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να εφαρμόσουν τις διατάξεις κοινοτικού δικαίου, όπως αυτές ερμηνεύθηκαν από το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά και νομικά στοιχεία της υποθέσεως της οποίας έχουν επιληφθεί.
22
Έτσι, στο πλαίσιο της κατανομής των δικαστικών αρμοδιοτήτων μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, που προβλέπει το άρθρο 177 της Συνθήκης, το Δικαστήριο αποφαίνεται με προδικαστική απόφαση χωρίς, καταρχήν, να χρειάζεται να εξετάσει τις περιστάσεις υπό τις οποίες τα εθνικά δικαστήρια του υπέβαλαν τα ερωτήματα και υπό τις οποίες πρόκειται να εφαρμόσουν τη διάταξη κοινοτικού δικαίου που του ζήτησαν να ερμηνεύσει.
23
Η κατάσταση διαφέρει μόνο στην περίπτωση όπου είτε προκύπτει ότι καταστρατηγήθηκε ο σκοπός της διαδικασίας του άρθρου 177 της Συνθήκης και ότι η διαδικασία αυτή αποσκοπεί, στην πραγματικότητα, να οδηγήσει το Δικαστήριο να αποφανθεί μέσω κατασκευασμένης διαφοράς, είτε είναι προφανές ότι η διάταξη κοινοτικού δικαίου, η ερμηνεία της οποίας ζητήθηκε από το Δικαστήριο, δεν μπορεί να εφαρμοστεί.
24
Εντούτοις η εξαιρετική αυτή περίπτωση δεν συντρέχει όταν το δίκαιο κράτους μέλους καθιστά εφαρμοστέα τη διάταξη κοινοτικού δικαίου, η ερμηνεία της οποίας ζητήθηκε από το Δικαστήριο, έστω και εκτός του πεδίου εφαρμογής που ορίζει το κοινοτικό δίκαιο. Πράγματι, όπως υπογράμμισε η Επιτροπή στις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε στο Δικαστήριο, σε μια τέτοια περίπτωση σημασία έχει να εξασφαλίζεται ότι το κοινοτικό δίκαιο έχει το ίδιο αποτέλεσμα σε όλα τα κράτη μέλη της Κοινότητας, ώστε να αποφεύγονται αποκλίσεις κατά την ερμηνεία του δικαίου αυτού στις περιπτώσεις όπου τίθεται άμεσα ζήτημα εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.
25
Εξάλλου, ούτε από τη διατύπωση του άρθρου 177 της Συνθήκης ούτε από το αντικείμενο της διαδικασίας περί προδικαστικής παραπομπής που καθιερώνει το άρθρο αυτό προκύπτει ότι οι συντάκτες της Συνθήκης θέλησαν να αποκλείσουν από την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου τις προδικαστικές παραπομπές που αφορούν διάταξη κοινοτικού δικαίου στην ειδική περίπτωση κατά την οποία το εθνικό δίκαιο κράτους μέλους παραπέμπει στο περιεχόμενο της διατάξεως αυτής για τον προσδιορισμό των κανόνων που εφαρμόζονται σε καθαρώς εσωτερική κατάσταση του κράτους αυτού.
26
Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να κρίνει επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Bundesfinanzhof.
Επί των υποβληθέντων ερωτημάτων
27
Με τα ερωτήματα του, το εθνικό δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, αν το ΚΔ έχει την έννοια ότι ένα έργο τέχνης, που αποτελείται από μία πλάκα χάλυβα, της οποίας την επιφάνεια καλύπτουν με επισμάλτωση χρώματα υαλοβερνικώσεως, αποτελεί « ζωγραφικό πίνακα, που έχει γίνει εξ ολοκλήρου με το χέρι» ή «παρόμοιο μικρό πίνακα» κατά την έννοια της δασμολογικής κλάσεως 97.01 του ΚΔ ή « έργο αγαλματοποιίας η γλυπτικής, πρωτότυπο », κατά την έννοια της δασμολογικής κλάσεως 97.03 του ΚΔ ή, αντίθετα, το αντικείμενο αυτό πρέπει να καταταγεί δασμολογικώς σε συνάρτηση με το υλικό από το οποίο αποτελείται στη δασμολογική κλάση 83.06 του ΚΔ, « άλλα είδη διακόσμησης από κοινά μέταλλα ».
28
Πρέπει καταρχάς να παρατηρηθεί σχετικά ότι από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι το εθνικό δικαστήριο δεν αμφιβάλλει για τον χαρακτήρα του εν λόγω αντικειμένου ως πρωτοτύπου έργου τέχνης. Επομένως, ένα τέτοιο αντικείμενο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντικείμενο στολισμού, πράγμα που, σύμφωνα με τις επεξηγηματικές σημειώσεις, αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό των ειδών που καλύπτονται από την ονομασία « άλλα είδη για στολισμό και διακόσμηση από κοινά μέταλλα » της δασμολογικής κλάσης 83.06 που υπάγεται στο κεφάλαιο 83 του ΚΔ, με τον τίτλο « τεχνουργήματα διάφορα από κοινά μέταλλα», αλλά, αντίθετα, πρέπει να καταταγεί στο κεφάλαιο 97 του ΚΔ που αφορά τα « αντικείμενα τέχνης, συλλογών και αρχαιοτήτων ».
29
Η ερμηνεία αυτή είναι εξάλλου σύμφωνη με τη σημείωση 4, που προηγείται του κεφαλαίου 97 του ΚΔ, κατά την οποία, σε περίπτωση αμφιβολίας για τη δασμολογική κατάταξη ενός αντικειμένου, πρέπει να προτιμάται η κατάταξη του σε μία από τις δασμολογικές κλάσεις που αποτελούν το κεφάλαιο περί αντικειμένων τέχνης, συλλογών και αρχαιοτήτων.
30
Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο διότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, αφενός, οι δασμολογικές κλάσεις του κεφαλαίου 97 του ΚΔ πρέπει να ερμηνεύονται ευρέως (βλ. απόφαση της 15ης Μαΐου 1985, Onnasch, που προαναφέρθηκε) και, αφετέρου, η επιβολή του προβλεπομένου για το χρησιμοποιηθέν υλικό δασμού επί δασμολογητέας αξίας που καθορίζεται βάσει του καλλιτεχνικού χαρακτήρα ενός έργου καταλήγει σε φορολογία δυσανάλογη προς το κόστος του υλικού αυτού ( βλ. απόφαση της 15ης Μαΐου 1985, Onnasch, σκέψη 11, που προαναφέρθηκε).
31
Υπό τις συνθήκες αυτές, απομένει να καθοριστεί αν ένα έργο του είδους αυτού, το οποίο αφορά υπόθεση της κύριας δίκης, πρέπει να καταταγεί στη δασμολογική κλάση 97.01 ή στη δασμολογική κλάση 97.03 του ΚΔ.
32
Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει καταρχάς να υπενθυμιστεί ότι η δασμολογική κλάση 97.01 περιλαμβάνει ζωγραφικούς πίνακες και σχέδια που έχουν γίνει εξ ολοκλήρου με το χέρι καθώς και τα « κολάζ » και τους παρόμοιους μικρούς πίνακες, ενώ η δασμολογική κλάση 97.03 του ΚΔ αφορά τα πρωτότυπα έργα αγαλματοποιίας και γλυπτικής, από κάθε ύλη.
33
Στη συνέχεια πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι δασμολογικές κλάσεις 97.01 και 97.03 του ΚΔ αφορούν και οι δύο εντελώς προσωπικές δημιουργίες με τις οποίες ο καλλιτέχνης εκφράζει ένα αισθητικό ιδεώδες, χαρακτηρίζουν όμως η κάθε μία συγκεκριμένη κατηγορία έργων τέχνης. Πράγματι, η δασμολογική κλάση 97.01 περιλαμβάνει το σύνολο των ζωγραφικών έργων που έχουν γίνει εξ ολοκλήρου με το χέρι πάνω σε υπόστρωμα από κάθε υλικό, ενώ η δασμολογική κλάση 97.03 του ΚΔ αφορά όλες τις τρισδιάστατες αναπαραστάσεις από υλικό στο οποίο ο καλλιτέχνης επέβαλε συγκεκριμένη μορφή, όποια κι αν είναι η εφαρμοζόμενη τεχνική και τα χρησιμοποιούμενα υλικά.
34
Επομένως, το κριτήριο οριοθετήσεως των δύο αυτών δασμολογικών κλάσεων έγκειται στο γεγονός ότι, για τα έργα αγαλματοποιίας και γλυπτικής ο κύριος καλλιτεχνικός χαρακτήρας συνίσταται στη διάπλαση της τρισδιάστατης μορφής του έργου, ενώ για τους ζωγραφικούς πίνακες, « κολάζ » και παρόμοιους μικρούς πίνακες συνίσταται στη σύνθεση της επιφανείας του έργου.
35
Όμως ο καλλιτεχνικός χαρακτήρας ενός έργου σαν αυτό για το οποίο πρόκειται συνίσταται όχι στην τρισδιάστατη μορφή του, αλλά στο γεγονός ότι ο καλλιτέχνης επέθεσε με το χέρι τα χρώματα πάνω σε υπόστρωμα από χάλυβα το οποίο δεν έχει, αυτό καθεαυτό, καμία καλλιτεχνική αξία.
36
Κατά συνέπεια ένα τέτοιο έργο πρέπει να καταταγεί στη δασμολογική κλάση 97.01 του ΚΔ.
37
Το συμπέρασμα αυτό δεν θίγεται από το γεγονός ότι ένα τέτοιο έργο αποτελείται κατ' ουσίαν από υλικά όπως ο χάλυβας και ο σμάλτος, που κανονικά χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία έργων γλυπτικής, δεδομένου ότι, κατά τις επεξηγηματικές σημειώσεις, τα αντικείμενα που υπάγονται στη δασμολογική κλάση 97.01 του ΚΔ μπορούν να κατασκευαστούν σε υποστρώματα οποιασδήποτε ύλης.
38
Το ίδιο συμπέρασμα δεν θίγεται ούτε από το γεγονός ότι τα χρώματα υπέστησαν επεξεργασία, αφού επιτέθηκαν από τον καλλιτέχνη με το χέρι πάνω στο χρησιμοποιηθέν υπόστρωμα, και συγκεκριμένα υποβλήθηκαν στη συνέχεια σε διαδικασία ψησίματος με σκοπό να σταθεροποιηθούν και να καταστούν εντονότερα. Πράγματι, οι επεξηγηματικές σημειώσεις αποκλείουν μόνο τη χρησιμοποίηση κάθε διαδικασίας που αντικαθιστά το χέρι του καλλιτέχνη για τη χάραξη του σχεδίου και την επίθεση των χρωμάτων στο υπόστρωμα.
39
Τέλος, ένα έργο του είδους αυτού υπάγεται στη δασμολογική κλάση 97.01 του ΚΔ, ακόμα και αν η επιφάνεια στην οποία επιτέθηκαν τα χρώματα είναι σε ορισμένο βαθμό ανάγλυφη, διότι αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση των « κολάζ » και των παρόμοιων μικρών πινάκων που, εντούτοις, περιλαμβάνονται στη δασμολογική αυτή κλάση του ΚΔ.
40
Για να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο, πρέπει ακόμη να καθοριστεί αν ένα έργο όπως το εν λόγω αποτελεί « πίνακα που έχει γίνει εξ ολοκλήρου με το χέρι » ή « παρόμοιο μικρό πίνακα » κατά την έννοια της δασμολογικής κλάσεως 97.01 του ΚΔ.
41
Σχετικά αρκεί να παρατηρηθεί ότι από τις επεξηγηματικές σημειώσεις προκύπτει ότι ένας παρόμοιος μικρός πίνακας της δασμολογικής κλάσεως 97.01 πρέπει να αποτελείται από διάφορα υλικά συνταιριασμένα κατά τρόπο ώστε να δημιουργείται μία εικόνα ή ένα διακοσμητικό θέμα και κολλημένα ή με διαφορετικό τρόπο στερεωμένα πάνω σ' ένα υπόστρωμα.
42
Στην περίπτωση όμως του έργου που αφορά η διαφορά της κύριας δίκης επιτέθηκε στο χρησιμοποιηθέν υπόστρωμα μόνον ένα υλικό, δηλαδή χρωματισμένος σμάλτος, κατ' αποκλεισμό άλλων υλικών, οπότε ένα έργο του τύπου αυτού δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παρόμοιος μικρός πίνακας κατά την έννοια της δασμολογικής κλάσεως 97.01 του ΚΔ.
43
Από το σύνολο των προηγουμένων σκέψεων προκύπτει ότι στα ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το ΚΔ έχει την έννοια ότι ένα έργο τέχνης που αποτελείται από μία πλάκα χάλυβα, της οποίας την επιφάνεια καλύπτουν, με επισμάλτωση, χρώματα υαλοβερνικώσεως, αποτελεί πίνακα που έχει γίνει εξ ολοκλήρου με το χέρι κατά την έννοια της δασμολογικής κλάσεως 97.01 του ΚΔ.
Επί των δικαστικών εξόδων
44
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει για όλους τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με διάταξη της 6ης Ιουνίου 1989, το Bundesfinanzhof, αποφαίνεται:
Το κοινό δασμολόγιο έχει την έννοια ότι ένα έργο τέχνης που αποτελείται από μία πλάκα χάλυβα, της οποίας την επιφάνεια καλύπτουν, με επισμάλτωση, χρώματα υαλοβερνικώσεως, αποτελεί ζωγραφικό πίνακα που έχει γίνει εξ ολοκλήρου με το χέρι κατά την έννοια της δασμολογικής κλάσεως 97.01 του κοινού δασμολογίου.
Due
Mancini
O'Higgins
Moitinho de Almeida
Rodríguez Iglesias
Schockweiler
Grévisse
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 8 Νοεμβρίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy