ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-248/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά
1.
Προκειμένου να ενθαρρυνθεί η βιομηχανία μεταποιήσεως ελαιούχων σπόρων να χρησιμοποιεί ελαιούχους σπόρους κοινοτικής καταγωγής, ο κανονισμός 136/66/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1966 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/002, σ. 33 ), προβλέπει τη χορήγηση ενισχύσεως για τη μεταποίηση ορισμένων ελαιούχων σπόρων. Η κανονιστική αυτή ρύθμιση τέθηκε σε εφαρμογή με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 1594/83 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1983, περί της ενισχύσεως για τους ελαιούχους σπόρους ( ΕΕ L 163, σ. 44 ), και τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2681/83 της Επιτροπής, της 21ης Σεπτεμβρίου 1983 ( ΕΕ L 266, σ. 1 ).
2.
Η Επιτροπή προσαρμόζει το ποσό της ενισχύσεως στη μεταποίηση βάσει των διακυμάνσεων των τιμών στη διεθνή αγορά. Το ποσό της ενισχύσεως μπορεί να καθοριστεί εκ των προτέρων (άρθρο 27, παράγραφος 2, στοιχείο δ, του κανονισμού 136/66). Στην περίπτωση αυτή, το ποσό της ενισχύσεως είναι εκείνο που ισχύει κατά την ημέρα καταθέσεως της αιτήσεως (άρθρο 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1594/83 ).
3.
Με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 735/85, της 21ης Μαρτίου 1985 (ΕΕ L 80, σ. 18), η Επιτροπή, βάσει των προαναφερθέντων κανονισμών, καθόρισε εκ νέου το ποσό (σε ECU και σε εθνικά νομίσματα) της ενισχύσεως στη μεταποίηση των ηλιανθοσπόρων, μεταξύ άλλων, καθώς και τις τιμές που πρέπει να χρησιμοποιηθούν για τη μετατροπή των τελικών ενισχύσεων στο νόμισμα του κράτους μέλους μεταποιήσεως, όταν το κράτος αυτό δεν είναι το κράτος παραγωγής. Ο κανονισμός αυτός τέθηκε σε ισχύ στις 22 Μαρτίου 1985.
4.
Στις 22 Μαρτίου 1985, η εταιρία Cargill BV (στο εξής: Cargill) αγόρασε 10000 τόννους σπόρων ηλιάνθου στη Γαλλία και την ίδια ημέρα υπέβαλε αιτήσεις για τον εκ των προτέρων καθορισμό της ενισχύσεως για τη μεταποίηση των προϊόντων αυτών.
5.
Με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 756/85, της 22ας Μαρτίου 1985 (ΕΕ 1985, L 81, σ. 38), η Επιτροπή ανέστειλε τον εκ των προτέρων καθορισμό της ενισχύσεως, μεταξύ άλλων, για τους σπόρους ηλιάνθου. Η αναστολή αυτή αφορούσε αποκλειστικά τα πιστοποιητικά για τα οποία η αίτηση είχε κατατεθεί στις 22 Μαρτίου 1985. Την ίδια ημέρα η Επιτροπή, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 755/85 (ΕΕ L 81, σ. 36), καθόρισε εκ νέου τα ποσά της ενισχύσεως και τις τιμές μετατροπής. Βάσει των διατάξεων του κανονισμού 756/85, ο Produktschap voor Margarine, Vetten en Oliën ( Εθνικός οργανισμός παρεμβάσεως, στο εξής: Produktschap ), αρμόδιος οργανισμός στις Κάτω Χώρες που επιλαμβάνεται των σχετικών αιτήσεων ενισχύσεως, απέρριψε την αίτηση προκαθορισμού που είχε υποβάλει η Cargill στις 22 Μαρτίου 1985.
6.
Η Cargill άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του College van Beroep voor het Bedrijfsleven ( στο εξής: το College ). Κατόπιν προδικαστικού ερωτήματος που υπέβαλε το College, το Δικαστήριο, με απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1989 (υπόθεση 201/87), έκρινε: «Ο κανονισμός 756/85 της Επιτροπής είναι ανίσχυρος ενόψει του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1594/83 του Συμβουλίου. Ενόσω δεν έχει διαπιστωθεί το ανίσχυρο του κανονισμού 735/85 της Επιτροπής, το ανίσχυρο του κανονισμού 756/85 της Επιτροπής συνεπάγεται την υποχρέωση του Produktschap να εκδώσει αναδρομικώς στην Cargill τα αιτηθέντα στις 22 Μαρτίου 1985 πιστοποιητικά με προκαθορισμό και να της καταβάλει την ενίσχυση κατά το οριζόμενο με τον κανονισμό 735/85 της Επιτροπής ποσό. »
7.
Κατόπιν της αποφάσεως του Δικαστηρίου, ο Produktschap κατέβαλε ήδη ως προκαταβολή, βάσει των αιτήσεων που υπέβαλε στις 22 Μαρτίου 1985 η Cargill, τα ποσά της ενισχύσεως που αναφέρονταν στον κανονισμό 735/85, αφού αφαιρέθηκαν τα ποσά τα οποία η Cargill ζήτησε και έλαβε βάσει των αντικατασταθέντων πιστοποιητικών καθορισμού για τις ίδιες παρτίδες ηλιανθοσπόρων. Πράγματι, βάσει των πιστοποιητικών αυτών η Cargill είχε λάβει ήδη τα ποσά της ενισχύσεως τα οποία είχαν καθοριστεί με τον κανονισμό 755/85. Προς τούτο, η Cargill είχε συστήσει τραπεζική εγγύηση.
8.
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1358/89 της Επιτροπής, της 18ης Μαΐου 1989, στον οποίο αναφέρεται η παρούσα υπόθεση, δημοσιεύθηκε εν συνεχεία στην Επίσημη Εφημερίδα της 19ης Μαΐου 1989. Με τον κανονισμό αυτόν τροποποιείται αναδρομικά το παράρτημα III του κανονισμού 735/85. Με το παράρτημα αυτό καθορίζονται οι τιμές του ECU που πρέπει να χρησιμοποιηθούν για τη μετατροπή των τελικών ενισχύσεων στο νόμισμα της χώρας μεταποιήσεως, όταν η χώρα αυτή δεν είναι η χώρα παραγωγής. Τα ποσά που παρατίθενται στο παράρτημα III, όπως καθορίστηκαν με τον κανονισμό 1358/89, είναι τα ίδια με τα παρατιθέμενα στο παράρτημα III του κανονισμού 755/85 της 22ας Μαρτίου 1985.
9.
Η Cargill αναφέρει ότι, εφόσον ο κανονισμός 755/85, της 23ης Μαρτίου 1985, τροποποιούσε τα προηγουμένως ισχύοντα ποσά της ενισχύσεως από 22 Μαρτίου 1985 βάσει του κανονισμού 735/85, οι τροποποιήσεις αυτές αφορούσαν αποκλειστικά τα ποσά τα οποία περιλαμβάνονταν στο παράρτημα III. Τα ποσά που αναφέρονταν στα παραρτήματα Ι και II των κανονισμών 735/85 και 755/85 είναι όμοια. Κατά την Cargill, επομένως, ο κανονισμός 1358/89 προφανώς αποβλέπει αποκλειστικά στο να αντικαταστήσει αναδρομικά τα ποσά τα οποία είχαν εφαρμογή βάσει του κανονισμού 735/85 με τα ποσά τα οποία είχαν καθοριστεί με τον κανονισμό 755/85.
10.
Κατά την Cargill πάντοτε, με τον κανονισμό 1358/89η Επιτροπή επιδιώκει ουσιαστικά να επιτύχει τα ίδια έννομα αποτελέσματα όπως και με τον κανονισμό 756/85, ο οποίος κρίθηκε άκυρος με την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου, δηλαδή ότι οι αιτήσεις προκαθορισμού, που υποβλήθηκαν στις 22 Μαρτίου 1985, δεν μπορούν να ικανοποιηθούν βάσει των διατάξεων του κανονισμού 735/85 και οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις πρέπει να αρκεστούν στα ποσά της ενισχύσεως τα οποία καθορίστηκαν εκ νέου με τον κανονισμό 755/85. Κατά συνέπεια, η Cargill ζητεί την ακύρωση του κανονισμού 1358/89.
II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Η προσφυγή της Cargill πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Αυγούστου 1989.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων και να αναθέσει την εκδίκαση της υποθέσεως στο έκτο τμήμα.
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να ακυρώσει τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1358/89 της Επιτροπής, της 18ης Μαΐου 1989·
2)
να διατάξει όποιο άλλο μέτρο κρίνει προσφορότερο·
3)
να καταδικάσει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα·
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να απορρίψει την προσφυγή περί ακυρώσεως του κανονισμού 1358/89·
2)
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
11.
Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι ο κανονισμός 1358/89 είναι άκυρος λόγω παραβάσεως του άρθρου 8 του κανονισμού 1594/83, καταχρήσεως εξουσίας και παραβιάσεως των αρχών της ασφαλείας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Το άρθρο 8 περιλαμβάνει περιοριστική απαρίθμηση των περιπτώσεων στις οποίες η Επιτροπή έχει αρμοδιότητα να αναστέλλει τον προκαθορισμό του ποσού της ενισχύσεως και να μεταβάλλει το ποσό της ενισχύσεως στην περίπτωση κατά την οποία το πιστοποιητικό δεν έχει εκδοθεί ακόμη.
Θεωρεί ότι εν προκειμένω η Επιτροπή δεν είχε αρμοδιότητα να αποφασίσει την αναστολή, αυτό δε λόγω του περιεχομένου της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση 201/87. Η Επιτροπή δεν μπορούσε να στηριχθεί στο άρθρο 8 του κανονισμού 1594/83 για να κρίνει εαυτήν αρμόδια να μεταβάλει τα ποσά των ενισχύσεων που καθορίστηκαν με τον κανονισμό 735/85 στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα πιστοποιητικά δεν είχαν εκδοθεί ακόμη.
Υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να συναγάγει από το άρθρο 8 του κανονισμού 1594/83 αρμοδιότητα για να τροποποιεί τα ποσά των ενισχύσεων στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα πιστοποιητικά έχουν εκδοθεί ήδη. Κατά μείζονα λόγο δεν μπορεί να στηριχθεί στο άρθρο 8 για να κηρύξει εαυτήν αρμόδια να τροποποιήσει, τέσσερα έτη αργότερα, με τον κανονισμό 1358/89, τα ποσά των ενισχύσεων που καθορίστηκαν στον κανονισμό 735/85.
Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι, ενόψει των αιτιολογικών σκέψεων του κανονισμού 1358/89, είναι δεδομένο ότι, εκδίδοντας αυτόν τον κανονισμό, η Επιτροπή απέβλεπε αποκλειστικά στη διατήρηση της έννομης καταστάσεως που είχε δημιουργηθεί με τον κανονισμό 756/85.
Κατ' αυτήν, εφόσον το Δικαστήριο έκρινε άκυρο τον κανονισμό 756/85, τίποτε δεν επέτρεπε στην Επιτροπή να προσπαθήσει να επιτύχει με άλλο μέσο το ίδιο αποτέλεσμα με εκείνο που επιδίωκε να επιτύχει με τον κανονισμό περί αναστολής των ενισχύσεων, ο οποίος κρίθηκε άκυρος. Κατά τη γνώμη της προσφεύγουσας, επομένως, η συμπεριφορά της Επιτροπής εν προκειμένω δεν συνιστά τίποτε άλλο παρά προσπάθεια να αποστερήσει την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση 201/87 από τα πρακτικά της αποτελέσματα. Θεωρεί ότι δεν πρόκειται για ανάκληση κανονισμού, όπως η έννοια αυτή καθορίζεται με τη νομολογία που παραθέτει η Επιτροπή, αλλά για τροποποίηση με αναδρομικό αποτέλεσμα του κανονισμού αυτού. Η διαφορά μεταξύ των δύο νομικών κατασκευών ενέχει θεμελιώδη σημασία για τη νομική κατάσταση του ενδιαφερόμενου πολίτη εφόσον πρόκειται για κανονισμό με τον οποίο παρέχονται ευεργετήματα. Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι δεν μπορεί να ερμηνεύεται η νομολογία σχετικά με τη δυνατότητα ανακλήσεως παρανόμων πράξεων υπό την έννοια ότι η δυνατότητα αυτή συνεπάγεται επίσης την άδεια τροποποιήσεως με αναδρομικό αποτέλεσμα των πράξεων με τις οποίες χορηγούνται ευεργετήματα.
Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι η οικονομία και οι όροι των κανονισμών 1594/83 και 2681/83 δεν επιτρέπουν καμιά αμφιβολία ως προς τη νομική κατάσταση στην περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή διαπράττει λάθος σχετικά με τα δημοσιευθέντα ποσά: στην περίπτωση αυτή, και υπό ορισμένες περιστάσεις, η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα αναστολής του προκαθορισμού για περίοδο μιας ημέρας κατά την οποία τα πιστοποιητικά τα οποία έχουν ζητηθεί βάσει του εσφαλμένου ποσού της ενισχύσεως δεν έχουν εκδοθεί ακόμη. Κατά τη γνώμη της, εφόσον τα πιστοποιητικά έχουν εκδοθεί, η Επιτροπή δεν έχει πλέον καμιά δυνατότητα παρεμβάσεως. Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι η ημερήσια ενίσχυση που χορηγήθηκε βάσει « εσφαλμένων » ποσών ενισχύσεως δεν μπορεί πλέον, κατά κανένα τρόπο, να διορθωθεί ή να αποσυρθεί.
Κατά την προσφεύγουσα, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η Επιτροπή δεν τήρησε την « εύλογη προθεσμία » που επιβάλλει το Δικαστήριο με τη νομολογία την οποία επικαλείται η Επιτροπή. Υπενθυμίζει σχετικώς ότι τα πιστοποιητικά προκαθορισμού πρέπει να εκδίδονται την επομένη της υποβολής της αιτήσεως και ότι ρητή κανονιστική διάταξη απαγορεύει την τροποποίηση των πιστοποιητικών μετά την έκδοση τους.
Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι ο μηχανισμός προκαθορισμού αποβλέπει στο να δημιουργήσει ασφάλεια δικαίου για τους επιχειρηματίες. Αυτό επιβάλλει και την πολύ περιοριστική απαρίθμηση των δυνατοτήτων της Επιτροπής να παρακάμψει την κατ' αυτόν τον τρόπο δημιουργηθείσα ασφάλεια δικαίου με την αναστολή του προκαθορισμού ή με την τροποποίηση των ποσών βάσει του άρθρου 8 του κανονισμού 1594/83. Η Επιτροπή πρέπει πάντοτε να ενεργεί εντός του πλαισίου των περιορισμών αυτών οι οποίοι καθορίζονται αυστηρά. Σ' αυτό το πλαίσιο το Δικαστήριο έκρινε άκυρη την αναστολή του προκαθορισμού της ενισχύσεως στη μεταποίηση με τον κανονισμό 756/85, με την απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση 201/87: η Επιτροπή υπερέβη τα όρια των αρμοδιοτήτων της.
Κατά την προσφεύγουσα, με την απόφαση αυτή αποδείχθηκε ότι η Επιτροπή έπρεπε να δώσει ευνοϊκή συνέχεια στην αίτηση περί προκαθορισμού που υπέβαλε στις 22 Μαρτίου 1985 η Cargill, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 735/86. Στην πραγματικότητα, η ενίσχυση για την οποία γίνεται λόγος έπρεπε να καταβληθεί στην Cargill, κατ' αυτήν, το 1985. Το ότι η ενίσχυση δεν έχει καταβληθεί ακόμη στην Cargill πραγματικά και χωρίς όρους, οφείλεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι η Επιτροπή εξέδωσε τον άκυρο κανονισμό περί αναστολής της ενισχύσεως. Όμως, μετά την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου, αποδείχθηκε ότι η Cargill μπορούσε να αξιώσει από το 1985 την καταβολή των ποσών αυτών της ενισχύσεως.
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία αυτά, ο κανονισμός 1358/89 — με τον οποίο η Επιτροπή προσπαθεί να τροποποιήσει με αναδρομικό αποτέλεσμα, που καλύπτει περίοδο μεγαλύτερη των τεσσάρων ετών, τα ποσά των ενισχύσεων που ίσχυαν στις 22 Μαρτίου 1985, τροποποίηση με την οποία δεν μπορεί να πλήξει παρά μόνον τις επιχειρήσεις οι οποίες, λόγω της παράνομης συμπεριφοράς της Επιτροπής, δεν έλαβαν ακόμη την ενίσχυση την οποία δικαιούνταν από το 1985 — συνιστά ιδιαίτερα σοβαρή παραβίαση των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφαλείας δικαίου.
12.
Η Επιτροπή προβάλλει ότι με την απόφαση του το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί του κύρους του κανονισμού 735/85 ο οποίος περιλαμβάνει στο παράρτημα III τον εσφαλμένο πίνακα των τιμών ECU, αλλά αποκλειστικά επί της εφαρμογής από την Επιτροπή των διατάξεων του άρθρου 8 του κανονισμού 1594/83 του Συμβουλίου. Κατά τη γνώμη της, η απόφαση περί αναστολής που περιέχεται στον κανονισμό 756/85 πράγματι ακυρώθηκε αποκλειστικά λόγω του ότι — και κατά το μέτρο που — η Επιτροπή εσφαλμένως εκτίμησε ότι μπορούσε να θεωρήσει ως λόγο αναστολής του προκαθορισμού τον κίνδυνο εμφανίσεως ανώμαλης καταστάσεως στην αγορά λόγω της δημοσιεύσεως των εσφαλμένων τιμών ECU.
Κατά την Επιτροπή όμως, ο κανονισμός 1358/89 δεν στηρίζεται καθόλου στο άρθρο 8 του κανονισμού 1594/83, αλλά στη γενική αρμοδιότητα της Επιτροπής να καθορίζει τα ποσά της ενισχύσεως και να ορίζει τα ποσά αναγωγής που έχουν εφαρμογή σε περίπτωση μεταποιήσεως ελαιούχων σπόρων σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο της παραγωγής. Έτσι, με το θεσπιθέν μέτρο ανακαλείται το εσφαλμένο παράρτημα III του κανονισμού 735/85 και αντικαθίσταται με τις ορθές τιμές ECU που ίσχυαν στις 22 Μαρτίου 1985. Κατά την Επιτροπή, επομένως, πρόκειται για μέτρο ανακλήσεως που αποβλέπει στο να διορθώσει το τυπογραφικό λάθος που περιλαμβάνεται στο παράρτημα αυτό προκειμένου να προληφθούν αποτελέσματα αδικαιολόγητα και εισάγοντα διακρίσεις και όχι για μέτρο αναστολής που αποβλέπει στο να αποφευχθεί η εμφάνιση ανώμαλης καταστάσεως στην αγορά.
Η Επιτροπή υποστηρίζει, επομένως, ότι οι διατάξεις του άρθρου 8 του κανονισμού 1594/83, τόσο στην αρχική τους όσο και στην ισχύουσα σήμερα διατύπωση τους, δεν ασκούν επιρροή για την εκτίμηση της νομιμότητας του προσβαλλόμενου κανονισμού. Πράγματι, ως κοινοτικό όργανο από το οποίο προέρχεται η πράξη και σύμφωνα με την αποστολή που της ανατίθεται με το άρθρο 155 της Συνθήκης ΕΟΚ να μεριμνά για την εφαρμογή των μέτρων που λαμβάνει το Συμβούλιο, η Επιτροπή έχει πάντοτε την ευχέρεια να επανορθώνει ένα τυπογραφικό λάθος παρά να προσφεύγει στη διαδικασία αναστολής, ιδίως όταν πρόκειται, όπως στην περίπτωση αυτή, να διορθώσει λάθος που επηρεάζει κατά τρόπο ουσιαστικό το οριστικό ποσό της ενισχύσεως, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 27, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού 136/66.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 935/86, το άρθρο 8 του κανονισμού 1594/83 απλώς διασαφηνίζει τα διάφορα κριτήρια αναστολής, καθορίζοντας έτσι τις προϋποθέσεις εφαρμογής της, αλλά δεν θίγει και δεν μπορούσε να θίξει την ευχέρεια της Επιτροπής να αποσύρει εντός εύλογης προθεσμίας έναν κανονισμό ο οποίος είναι παράνομος λόγω των ποσών της ενισχύσεως ή, όπως εν προκειμένω, των προφανώς ανακριβών τιμών ECU που προβλέπει. Η Επιτροπή διατηρεί την ευχέρεια, ως κοινοτικό όργανο από το οποίο προέρχεται η εσφαλμένη πράξη, να διορθώσει την πράξη αυτή ή να την ανακαλέσει.
Η Επιτροπή προβάλλει ότι η ανάκληση ή η τροποποίηση αναδρομικώς μιας παράνομης διατάξεως μπορεί να γίνει εντός εύλογης προθεσμίας υπό τις προϋποθέσεις που διασαφηνίστηκαν με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η δε προθεσμία αυτή είναι εντελώς ανεξάρτητη από την προθεσμία των 24 ωρών από την παρέλευση της οποίας πρέπει να ικανοποιηθούν οι αιτήσεις προκαθορισμού. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή κατά πάσα πιθανότητα θα είχε δημοσιεύσει τη σχετική διόρθωση την ίδια ημέρα που ανακαλύφθηκε το λάθος, δηλαδή στις 22 Μαρτίου 1985, αν δεν είχε αποφασίσει να επιλύσει το πρόβλημα διαφορετικά, δηλαδή με αναστολή του προκαθορισμού της ενισχύσεως.
Θεωρεί ότι, στο σύστημα προκαθορισμού της ενισχύσεως, η υποβολή της αιτήσεως για την έκδοση πιστοποιητικού προκαθορισμού δεν παρέχει ipso facto δικαίωμα ενισχύσεως. Το δικαίωμα αυτό γεννάται μόνο με την έκδοση του πιστοποιητικού, έκδοση η οποία πρέπει να πραγματοποιηθεί εντός του απογεύματος της ημέρας που ακολουθεί εκείνη της υποβολής της αιτήσεως, εκτός όταν ο προκαθορισμός έχει ανασταλεί εν τω μεταξύ (άρθρα 5 και 8 του κανονισμού 1594/83 ). Εν προκειμένω, κατά την Επιτροπή, η Cargill δεν έχει λάβει ακόμη το πιστοποιητικό προκαθορισμού που ζήτησε στις 22 Μαρτίου 1985 και, επομένως, δεν απέκτησε δικαίωμα καταβολής της ενισχύσεως: τα δικαιώματα αυτά αποτελούν το αντικείμενο της διαφοράς ενώπιον του College, διαφορά στην οποία το δικαιοδοτικό αυτό όργανο δεν έχει εκδώσει ακόμη οριστική απόφαση. Αυτό έχει προφανώς σημασία για την απάντηση στο ερώτημα τι ρόλο διαδραματίζουν στην παρούσα διαφορά οι αρχές της ασφαλείας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αναδρομική ανάκληση του παραρτήματος III του κανονισμού 735/85, που επηρέαζε τη νομιμότητά του, ήταν δικαιολογημένη ενόψει των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφαλείας δικαίου, αν ληφθούν υπόψη οι περιστάσεις. Ισχυρίζεται ότι η ανάκληση έγινε στο πλαίσιο μιας καταστάσεως η οποία, όσον αφορά τη συγκεκριμένη χορήγηση ενισχύσεως στην Cargill υπολογιζόμενης βάσει των εσφαλμένων τιμών ECU, έπρεπε να θεωρηθεί ότι δεν είχε καταστεί ακόμη εντελώς οριστική. Σχετικώς, υπενθυμίζει ότι κάθε πράξη που εκδίδεται από τα κοινοτικά όργανα απολαύει του τεκμηρίου της νομιμότητας εφόσον η πράξη δεν ανακλήθηκε ή δεν κηρύχθηκε άκυρη από το Δικαστήριο. Συνεπώς, η Επιτροπή θεωρεί ότι ο κανονισμός 1358/89, με τον οποίο ανακλήθηκε το παράρτημα III του κανονισμού 735/85 — παράρτημα το οποίο επηρέασε το κύρος του κανονισμού αυτού — προκειμένου να αντικατασταθούν οι εσφαλμένες τιμές ECU σε εθνικά νομίσματα που εφαρμόζονταν στις 22 Μαρτίου 1985, έγινε εντός εύλογης προθεσμίας, αν ληφθούν υπόψη οι εν προκειμένω περιστάσεις.
Κατά την Επιτροπή, εξάλλου, τόσο από τις πραγματικές περιστάσεις, όσο και από τα στοιχεία και τα μέσα πληροφορήσεως που διαθέτουν όλοι οι επιχειρηματίες, προκύπτει ότι κανένας ενδιαφερόμενος, ειδικότερα κανένας από εκείνους οι οποίοι ήθελαν να επιτύχουν προκαθορισμό της ενισχύσεως για σπόρους γαλλικής εσοδείας και να τους μεταποιήσουν σε άλλο κράτος μέλος, δεν μπορούσε να έχει εμπιστοσύνη ως προς τη νομιμότητα του κανονισμού 735/85, ενώ στο παράρτημά του III υπήρχε τυπογραφικό λάθος του οποίου ο προφανής χαρακτήρας προέκυπτε ήδη από την απλή ανάγνωση του. 'Αλλωστε, το προφανές του λάθους ήταν τέτοιο ώστε πολλοί επιχειρηματίες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ίδια η προσφεύγουσα, απευθύνθηκαν ήδη από τις 2 Μαρτίου 1985 στις υπηρεσίες της Επιτροπής για να τους το επισημάνουν και να τους ζητήσουν πληροφορίες ως προς τα μέτρα τα οποία σκόπευαν να λάβουν. Κατά συνέπεια, θεωρεί ότι, αποκαθιστώντας με τον προσβαλλόμενο κανονισμό τις πραγματικές τιμές ECU σε εθνικά νομίσματα που έπρεπε να εφαρμόζονται στις 22 Μαρτίου 1985, η Επιτροπή τήρησε την αρχή της νομιμότητας χωρίς ωστόσο, ενόψει των ειδικών εν προκειμένω περιστάσεων, να παραβιάσει την αρχή της ασφαλείας δικαίου και, λαμβάνοντας υπόψη τον προφανή χαρακτήρα των πλημμελειών που συνεπαγόταν η εφαρμογή των εσφαλμένων τιμών, χωρίς να παραβιάζει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των επιχειρηματιών.
Μ. Díez de Velasco
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( έκτο τμήμα )
της 20ής Ιουνίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-248/89,
Cargill BV, εταιρία ολλανδικού δικαίου με έδρα το 'Αμστερνταμ, εκπροσωπούμενη από τους Η. J. Bronkhorst, δικηγόρο Χάγης, και Ε. Η. Pijnacker Hordijk, δικηγόρο 'Αμστερνταμ, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο J. Loesch, 8, rue Zithe,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον R. C. Fischer, νομικό σύμβουλο, και τον P. Hetsch, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Guido Berardis, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται να ακυρωθεί ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1358/89 της Επιτροπής, της 18ης Μαΐου 1989, για τροποποίηση του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 735/85 για τον καθορισμό του ποσού της ενισχύσεως στον τομέα των ελαιούχων σπόρων ( ΕΕ L 135, σ. 22),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. F. Mancini, πρόεδρο τμήματος, Τ. F. O'Higgins, Μ. Diez de Velasco, Κ. Ν. Κακούρη και F. Α. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τους διαδίκους που αγόρευσαν κατά τη συνεδρίαση της 7ης Φεβρουαρίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 21ης Μαρτίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Αυγούστου 1989 η Cargill BV, εταιρία ολλανδικού δικαίου με έδρα το Άμστερνταμ ( στο εξής: Cargill ), άσκησε προσφυγή, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητεί να ακυρωθεί ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1358/89 της Επιτροπής, της 18ης Μαΐου 1989, για τροποποίηση του κανονισμού 735/85 της Επιτροπής, της 21ης Μαρτίου 1985, για τον καθορισμό του ποσού της ενισχύσεως στον τομέα των ελαιούχων σπόρων ( ΕΕ L 135, σ. 22 ).
2
Κατ' εφαρμογή του άρθρου 27 του κανονισμού 136/66/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1966, περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/002, σ. 33 ), δυνάμει του οποίου προβλέπεται ενίσχυση για τους ελαιούχους σπόρους που έχουν συγκομισθεί και μεταποιηθεί εντός της Κοινότητας, η Επιτροπή, με τον κανονισμό 735/85, της 21ης Μαρτίου 1985, για τον καθορισμό του ποσού της ενισχύσεως στον τομέα των ελαιούχων σπόρων ( ΕΕ L 80, σ. 18), καθόρισε τα ποσά της ενισχύσεως και τις οικείες τιμές ECU που εφαρμόζονταν από 22 Μαρτίου 1985.
3
Στις 22 Μαρτίου 1985, η Cargill αγόρασε 10000 τόννους σπόρων ηλιάνθου στη Γαλλία και την ίδια ημέρα υπέβαλε στον αρμόδιο ολλανδικό οργανισμό παρεμβάσεως αιτήσεις προκαθορισμού της ενισχύσεως για τη μεταποίηση των προϊόντων αυτών. Σύμφωνα με το άρθρο 5, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1594/83 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1983, περί της ενισχύσεως για τους ελαιούχους σπόρους ( ΕΕ L 163, σ. 44 ), τα αιτηθέντα πιστοποιητικά ως προς την ενίσχυση έπρεπε να είχαν εκδοθεί, το αργότερο, το απόγευμα της 23ης Μαρτίου 1985.
4
Επειδή όμως διαπίστωσε ένα λάθος στον προαναφερθέντα κανονισμό 735/85, όσον αφορά τις τιμές συναλλάγματος που πρέπει να χρησιμοποιηθούν για τη μετατροπή των τελικών ενισχύσεων στο νόμισμα του κράτους μέλους μεταποιήσεως όταν το κράτος αυτό δεν είναι εκείνο της παραγωγής, λάθος που συνεπαγόταν τη χορήγηση υψηλότερης ενισχύσεως από την προβλεπόμενη στο άρθρο 27 του προαναφερθέντος κανονισμού 136/66, η Επιτροπή, βάσει του άρθρου 8 του προαναφερθέντος κανονισμού 1594/83, ανέστειλε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 756/85, της 22ας Μαρτίου 1985 ( ΕΕ L 81, σ. 38 ), τον προκαθορισμό της ενισχύσεως ως προς τους σπόρους ηλιάνθου για τα πιστοποιητικά για τα οποία είχε υποβληθεί αίτηση στις 22 Μαρτίου 1985.
5
Την ίδια ημέρα, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό ( ΕΟΚ) 755/85 (ΕΕ L 81, σ. 36), με τον οποίο επανακαθόρισε, με ισχύ από της επομένης, το ορθό ποσό της ενισχύσεως.
6
Με απόφαση της 25ης Μαρτίου 1985, το Produktschap, ολλανδικός οργανισμός παρεμβάσεως, βασιζόμενος στην αναστολή του προκαθορισμού, απέρριψε τις αιτήσεις για την έκδοση πιστοποιητικών με προκαθορισμό που υπέβαλε η Cargill.
7
Κατόπιν ασκήσεως προσφυγής κατά της αποφάσεως αυτής, το επιληφθέν εθνικό δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς το κύρος του κανονισμού 756/85, καθώς και ως προς τις συνέπειες που απορρέουν από την ενδεχόμενη ακυρότητα του.
8
Με απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1989 ( υπόθεση 201/87, Συλλογή 1989, σ. 489 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι: « Ο κανονισμός 756/85 της Επιτροπής είναι ανίσχυρος ενόψει του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1594/83 του Συμβουλίου. Ενόσω δεν έχει διαπιστωθεί το ανίσχυρο του κανονισμού 735/85 της Επιτροπής, το ανίσχυρο του κανονισμού 756/85 της Επιτροπής συνεπάγεται την υποχρέωση του Produktschap να εκδώσει αναδρομικώς στην Cargill τα αιτηθέντα στις 22 Μαρτίου 1985 πιστοποιητικά με προκαθορισμό και να της καταβάλει την ενίσχυση κατά το οριζόμενο με τον κανονισμό 735/85 της Επιτροπής ποσό. »
9
Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή εξέδωσε τον προαναφερθέντα κανονισμό 1358/89. Ο κανονισμός αυτός, αντικείμενο της παρούσας προσφυγής, διορθώνει με αναδρομικό αποτέλεσμα τις τιμές ECU που περιλαμβάνονται στο παράρτημα III του προαναφερθέντος κανονισμού 735/85 και εφαρμόζονται στις αιτήσεις προκαθορισμού οι οποίες υποβλήθηκαν στις 22 Μαρτίου 1985.
10
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς το κανονιστικό πλαίσιο και τα περιστατικά της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
11
Προς στήριξη των αιτημάτων της, η Cargill επικαλείται τρεις λόγους τους οποίους αντλεί, αντιστοίχως, από την παράβαση του άρθρου 8 του προαναφερθέντος κανονισμού 1594/83, την παραβίαση των αρχών της ασφαλείας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθώς και την ύπαρξη καταχρήσεως εξουσίας.
Επί της παραβάσεως του άρθρου 8 του κανονισμού 1594/83
12
Κατά την προσφεύγουσα, από το άρθρο 8 του προαναφερθέντος κανονισμού 1594/83, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 935/86 του Συμβουλίου, της 25ης Μαρτίου 1986 ( ΕΕ L 87, σ. 5, και διορθωτικό που δημοσιεύθηκε στην ΕΕ 1988, L 181, σ. 51 ), προκύπτει ότι το μόνο μέτρο που μπορεί να λάβει η Επιτροπή όταν διαπράττει τυπογραφικό λάθος στον καθορισμό των εν λόγω ποσών ενισχύσεως είναι η αναστολή του προκαθορισμού και ότι η Επιτροπή δεν είναι σε καμιά περίπτωση αρμόδια να προσαρμόσει ή τροποποιήσει τα ποσά αυτά.
13
Το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, του προαναφερθέντος κανονισμού 1594/83, όπως διαμορφώθηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 935/86, που είχε εφαρμογή κατά την έκδοση του κανονισμού 1358/89, ορίζει ότι:
« 1.
Σε περίπτωση ανώμαλης κατάστασης, η οποία έχει σαν αποτέλεσμα ή ενδέχεται να έχει σαν αποτέλεσμα διατάραξη της κοινοτικής αγοράς των ελαιούχων σπόρων, είναι δυνατόν να αποφασιστεί αναστολή του προκαθορισμού της ενίσχυσης για την περίοδο που είναι αναγκαία για την αποκατάσταση της ισορροπίας της αγοράς.
2.
Η αναστολή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μπορεί να αφορά και τα σχετικά με τον προκαθορισμό μέρη των πιστοποιητικών που αναφέρονται στο άρθρο 4, για τα οποία έχει υποβληθεί αίητηση αλλά που δεν έχουν ακόμη εκδοθεί στην περίπτωση:
α)
που υπάρχει τυπογραφικό λάθος στο ποσό της ενίσχυσης που δημοσιεύθηκε,
β)
που ορισμένοι παράγοντες μπορούν να δημιουργήσουν στρέβλωση των νομισματικών σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών,
και όταν αυτές οι περιπτώσεις μπορούν να δημιουργήσουν διακρίσεις μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών. »
14
Κατά τις διατάξεις αυτές, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ο προκαθορισμός που αντιστοιχεί σε πιστοποιητικά τα οποία έχουν ζητηθεί και δεν έχουν εκδοθεί ακόμη μπορεί να ανασταλεί. Πάντως, το άρθρο αυτό δεν έχει ως αποτέλεσμα να απαγορεύει τη διόρθωση με αναδρομική ισχύ ενός λάθους.
15
Απ' αυτό προκύπτει ότι το γεγονός και μόνον ότι η Επιτροπή διορθώνει λάθος που αφορά την τιμή μετατροπής, στο νόμισμα της χώρας μεταποιήσεως, της ενισχύσεως που προβλέπει το άρθρο 27 του προαναφερθέντος κανονισμού 136/66 δεν συνιστά παράβαση του άρθρου 8 του προαναφερθέντος κανονισμού 1594/83.
16
Κατά συνέπεια, ο λόγος που αντλείται από την παράβαση του άρθρου 8 του κανονισμού 1594/83 κρίνεται απορριπτέος.
Επί της παραβιάσεως των αρχών της ασφαλείας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
17
Με τον λόγο αυτόν η καθής προβάλλει ότι, εφόσον ο μηχανισμός προκαθορισμού αποβλέπει στο να δημιουργήσει ασφάλεια δικαίου για τους επιχειρηματίες, της οποίας η σαφέστερη έκφραση είναι η αυστηρώς περιοριστική απαρίθμηση, με το άρθρο 8 του κανονισμού 1594/83, των δυνατοτήτων αναστολής του προκαθορισμού της ενισχύσεως ή τροποποιήσεως των ποσών της ενισχύσεως, η αναδρομική τροποποίηση των ποσών αυτών, η οποία προκύπτει από τον προσβαλλόμενο κανονισμό και ενόψει της προαναφερθείσας αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση 201/87, συνιστά ιδιαίτερα σοβαρή παραβίαση των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφαλείας δικαίου.
18
Επιβάλλεται πρωτίστως να υπομνηστεί ότι, κατά το άρθρο 27, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού 136/66,
« όταν η ενδεικτική τιμή που ισχύει για ένα είδος σπόρου είναι ανώτερη της τιμής της διεθνούς αγοράς, που καθορίζεται για το είδος αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29, χορηγείται ενίσχυση για τους σπόρους του εν λόγω είδους που έχουν συγκομισθεί και μεταποιηθεί εντός της Κοινότητος με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων (...) η ενίσχυση αυτή είναι ίση με τη διαφορά μεταξύ των τιμών αυτών ».
Απ' αυτό πρέπει να συναχθεί ότι οι χορηγούμενες ενισχύσεις βάσει της διατάξεως αυτής καθίστανται παράνομες εφόσον το πραγματικό τους ποσό υπερβαίνει τη διαφορά μεταξύ της ενδεικτικής τιμής και της διεθνούς τιμής για συγκεκριμένο είδος.
19
Επιβάλλεται επίσης να παρατηρηθεί ότι, όσον αφορά την τιμή μετατροπής του ECU σε γαλλικά φράγκα, δεν αμφισβητείται ότι ο προαναφερθείς κανονισμός 735/85 περιείχε λάθος άνω του 10 % σε σχέση με την τιμή που δημοσιεύθηκε στις 21 και 22 Μαρτίου στη σειρά C της Επίσημης Εφημερίδας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ότι το ίδιο αυτό λάθος προκάλεσε εσφαλμένο καθορισμό του ποσού της τελικής ενισχύσεως, καθιστώντας έτσι τον εν λόγω κανονισμό άκυρο.
20
Μολονότι πρέπει να αναγνωρίζεται σε κάθε κοινοτικό όργανο, το οποίο διαπιστώνει ότι η πράξη που μόλις εξέδωσε φέρει το στίγμα της παρανομίας, το δικαίωμα να ανακαλεί αναδρομικώς την πράξη αυτή εντός ευλόγου χρόνου, το δικαίωμα αυτό μπορεί να περιορίζεται από την ανάγκη σεβασμού της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του έλκοντος δικαίωμα από την πράξη ο οποίος έδωσε πίστη στη νομιμότητα της πράξεως αυτής ( βλ. απόφαση της 3ης Μαρτίου 1982, Alpha Steel, Συλλογή 1982, σ. 749 ).
21
Κατά συνέπεια, επιβάλλεται να εξεταστεί αν εν προκειμένω η Επιτροπή τήρησε τις επιταγές αυτές.
22
Όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή εκπλήρωσε το καθήκον της να μεριμνά για τον σεβασμό της ενδεχομένης εμπιστοσύνης που οι ενδιαφερόμενοι μπορούσαν να έχουν ως προς τη νομιμότητα του κανονισμού 735/85, επιβάλλεται να παρατηρηθεί ότι το λάθος που περιείχε η πράξη αυτή ήταν τόσο προφανές ώστε πολλοί επιχειρηματίες, από τις 22 Μαρτίου 1985, δηλαδή την ίδια ημέρα δημοσιεύσεως της πράξεως, απευθύνθηκαν στην Επιτροπή για να την προειδοποιήσουν και να πληροφορηθούν τα μέτρα που αυτή σκόπευε να λάβει. Στην αλληλουχία αυτή, ο συνετός επιχειρηματίας δεν μπορούσε να δώσει πίστη στη νομιμότητα μιας πράξεως που περιείχε ένα τέτοιο λάθος.
23
Επιβάλλεται εν συνεχεία να υπομνηστεί ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός εκδόθηκε σε διάστημα μικρότερο των τριών μηνών αφότου, με την προαναφερθείσα απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση 201/87, διαπιστώθηκε η ανάγκη να ανακληθεί μια πράξη προφανώς παράνομη και επί του κύρους της οποίας το Δικαστήριο δεν είχε την ευκαιρία να αποφανθεί. Απ' αυτό πρέπει να συναχθεί ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός εκδόθηκε εντός εύλογης προθεσμίας.
24
Κατά συνέπεια, ο λόγος που αντλείται από την παραβίαση των αρχών της ασφαλείας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης κρίνεται απορριπτέος.
Επί της καταχρήσεως εξουσίας
25
Κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή, με την έκδοση του προσβαλλόμενου κανονισμού, επιδιώκει να επιτύχει τα ίδια έννομα αποτελέσματα με εκείνα που απορρέουν από τον προαναφερθέντα κανονισμό 765/85, ο οποίος έχει κηρυχθεί ήδη άκυρος με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 201/87 και, έτσι, να καταργήσει την πρακτική αποτελεσματικότητα της αποφάσεως αυτής.
26
Επιβάλλεται να υπομνηστεί σχετικώς ότι η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ( βλ. τελευταία την απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-331/88, Fedesa, Συλλογή 1990, σ. Ι-4023 ) ορίζει την κατάχρηση εξουσίας ως την έκδοση, από κοινοτικό όργανο, πράξεως με αποκλειστικό ή, τουλάχιστον, πρωταρχικό σκοπό άλλον εκτός του αναφερομένου ή την καταστρατήγηση της διαδικασίας που προβλέπεται ειδικά στη Συνθήκη για την αντιμετώπιση των οικείων περιστάσεων.
27
Όσον αφορά την ταυτότητα μεταξύ του επιδιωκομένου και του αναφερομένου σκοπού, επιβάλλεται να υπογραμμιστεί ότι κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν επιτρέπει τον ισχυρισμό ότι, εκδίδοντας τον προσβαλλόμενο κανονισμό, η Επιτροπή επιδίωκε άλλο σκοπό εκτός του αναφερομένου στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού, δηλαδή την επαναφορά των ορθών τιμών μετατροπής που είχαν εφαρμογή στις αιτήσεις οι οποίες υποβλήθηκαν στις 22 Μαρτίου 1985, προκειμένου ορισμένοι επιχειρηματίες να μη λάβουν αδικαιολόγητη ενίσχυση.
28
Όσον αφορά την επιταγή της μη καταστρατηγήσεως διαδικασίας η οποία προβλέπεται ειδικά από τη Συνθήκη, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, μολονότι είναι αληθές ότι εκδίδοντας τον προσβαλλόμενο κανονισμό η Επιτροπή επιδίωκε τον ίδιο σκοπό με εκείνον που ήθελε να επιτύχει μέσω της αναστολής του προκαθορισμού, εντούτοις, δεν προκύπτει ότι ενεργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο το εν λόγω κοινοτικό όργανο επιδίωξε να στερήσει από την προαναφερθείσα απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση 201/87 την πρακτική της αποτελεσματικότητα.
29
Πράγματι, δεν αμφισβητείται ότι με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο αποφάνθηκε μόνον επί της νομιμότητας του μέτρου αναστολής, ενώ άφησε ανοικτό το ζήτημα της ενδεχομένης ακυρότητας του κανονισμού 735/85. Η Επιτροπή είχε το δικαίωμα, εφόσον τηρούσε τις αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφαλείας δικαίου, να θεσπίσει μέτρο ανακλήσεως που αφορούσε πράξη άσχετη με τη διαδικασία που κινήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.
30
Κατά συνέπεια, ο λόγος που αντλείται από την κατάχρηση εξουσίας κρίνεται απορριπτέος.
31
Επειδή κανένας από τους λόγους που προέβαλε η προσφεύγουσα δεν έγινε δεκτός, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
32
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η προσφεύγουσα εταιρία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Mancini
O'Higgins
Diez de Velasco
Κακούρης
Schockweiler
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 20 Ιουνίου 1991.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος του έκτου τμήματος
G. F. Mancini
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy