ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-265/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά
Α — Το νομοθετικό πλαίοιο
1.
Οι κλάσεις του κοινού δασμολογίου (στο εξής: ΚΔ), το οποίο περιέχεται στο παράρτημα του κανονισμού (ΕΟΚ) 3618/86 του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 1986, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 3331/85, τροποποιητικού του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 950/68 περί του κοινού δασμολογίου ( ΕΕ L 345, σ. 1 ), οι οποίες ενδιαφέρουν στην υπό κρίση υπόθεση είναι οι ακόλουθες:
—
κλάση 12.04:
« Ζαχαρότευτλα ( έστω και τεμαχισμένα ), νωπά, αποξηραμένα ή σε σκόνη. Ζαχαροκάλαμα:
Α.
Ζαχαρότευτλα:
Ι.
νωπά
II.
αποξηραμένα ή σε σκόνη
Β.
Ζαχαροκάλαμα»·
—
κλάση 23.03:
« Αποζαχαρωμένοι πολτοί τεύτλων, υπολείμματα ζαχαροκάλαμου και άλλα απορρίμματα ζαχαροποιίας. Υπολείμματα της ζυθοποιίας και της οινοπνευματοποιίας. Κατάλοιπα αμυλοποιίας και παρόμοια:
Α
...
Β.
Άλλα:
Ι.
Αποζαχαρωμένοι πολτοί τεύτλων, υπολείμματα ζαχαροκάλαμου και άλλα απορρίμματα ζαχαροποιίας ».
2.
Η Επιτροπή, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1388/85, της 24ης Μαΐου 1985, για την κατάταξη ορισμένων προϊόντων στη διάκριση 12.04 Α του ΚΔ (ΕΕ L 140, σ. 7), καθόρισε την έκταση εφαρμογής των διακρίσεων 12.04 Α και 23.03 Β Ι βάσει ενός σταθερού ορίου περιεκτικότητας 10 % σε ζαχαρόζη. Οι διατάξεις του άρθρου 1 του κανονισμού αυτού έχουν ως εξής:
« Τα τεμαχισμένα ζαχαρότευτλα από τα οποία έχει μερικώς αφαιρεθεί η ζάχαρη, ακόμη και εάν έχουν λάβει το σχήμα σβώλων, είτε απευθείας με πίεση είτε με προσθήκη συνδετικής ουσίας ( έως 3 % περίπου σε βάρος ), και τα οποία παρουσιάζουν περιεκτικότητα σε ζαχαρόζη (συμπεριλαμβανομένης της ζαχαρόζης που ενδεχομένως προέρχεται από τη συνδετική ουσία) που υπερβαίνει το 10ο/ο κατά βάρος επί ξηράς ύλης πρέπει να κατατάσσονται στη διάκριση του κοινού δασμολογίου:
12.04 —
Ζαχαρότευτλα (έστω και τεμαχισμένα), νωπά, αποξηραμένα ή σε σκόνη. Ζαχαροκάλαμα:
Α.
Ζαχαρότευτλα. »
B — To ιστορικό της όιαφοράς
3.
Η εταιρία Gebr. Vismans Nederland BV ( στο εξής: Vismans ), με έδρα το Άμστερνταμ, εισήγαγε στις Κάτω Χώρες αποζαχαρωμένα τεμαχισμένα ζαχαρότευτλα τα οποία αποτελούν κατάλοιπο της διαδικασίας εξαγωγής ζάχαρης και καλούνται πολτοί ζαχαρότευτλων. Τα τεμαχισμένα αυτά ζαχαρότευτλα, αποξηραμένα, είχαν συμπιεστεί και είχαν λάβει το σχήμα σβώλων με την προσθήκη συνδετικής ουσίας. Τα εμπορεύματα αυτά χρησιμοποιούνται αυτούσια ως ζωοτροφή ή ως πρώτη ύλη για την παρασκευή ζωοτροφών.
Τα ζαχαρότευτλα περιέχουν 60 έως 80 ο/ο ζαχαρόζη επί ξηράς ύλης. Πριν από τη μεταποίηση τους, τα τεμαχισμένα ζαχαρότευτλα έχουν την ίδια περιεκτικότητα σε ζαχαρόζη. Μετά τη μεταποίηση, η περιεκτικότητα των τεμαχισμένων ζαχαρότευτλων σε ζαχαρόζη είναι συνήθως της τάξεως του 6 έως 7 ο/ο. Μολονότι είναι τεχνικώς δυνατή η αφαίρεση όλης της ζαχαρόζης από τα τεμαχισμένα ζαχαρότευτλα, η πλήρης αφαίρεση της ζαχαρόζης δεν είναι οικονομικώς συμφέρουσα. Έτσι, υπό δυσμενείς συνθήκες (π. χ. όταν τα ζαχαρότευτλα είναι παγωμένα ), μπορεί να παραμείνει στον πολτό ζαχαρόζη σε ποσοστό 10 %.
4.
Το επίμαχο εμπόρευμα που εισήγαγε η Vismans παρουσιάζει, κατά το αιτούν δικαστήριο, τα εξής αντικειμενικά χαρακτηριστικά:
—
προέρχεται από τεμαχισμένα ζαχαρότευτλα και αποτελεί το κατάλοιπο πλήρους διαδικασίας αφαιρέσεως της ζάχαρης·
—
περιέχει 12 ο/ο ζαχαρόζη επί ξηράς ύλης, συμπεριλαμβανομένης της ζαχαρόζης που προέρχεται από τη συνδετική ουσία'
—
έχει συμπιεστεί και έχει λάβει τη μορφή σβώλων
—
δεν μπορεί να ξαναχρησιμοποιηθεί κατά τρόπο οικονομικώς συμφέροντα, με τις σημερινές τεχνικές δυνατότητες, για περαιτέρω εξαγωγή ζάχαρης.
5.
Το εμπόρευμα που εισήγαγε η Vismans κατετάγη, κατά τον χρόνο της εισαγωγής, στη διάκριση 23.03 Β Ι του ΚΔ. Μετά από ανάλυση και επαλήθευση, η περιεκτικότητα του σε ζαχαρόζη καθορίστηκε σε 12 ο/ο, αυτό δε οδήγησε στην κατάταξη του εν λόγω εμπορεύματος στη δασμολογική διάκριση 12.04 Α. Κατά συνέπεια, ζητήθηκε από την εφεσείουσα να καταβάλει γεωργική εισφορά ύψους 414024 φιορινιών ( HFL ).
Η Vismans προσέφυγε κατά της νέας αυτής κατατάξεως. Κατόπιν της απορρίψεως της αιτήσεως της, η Vismans προσέφυγε στο Tariefcommissie.
Γ — Τα προοικαοτικά ερωτήματα
6.
Κρίνοντας ότι η διαφορά θέτει ζητήματα ως προς την ερμηνεία και το κύρος διατάξεως του κοινοτικού δικαίου, το Tariefcommissie, με απόφαση της 11ης Αυγούστου 1989, ανέστειλε τη διαδικασία και ζήτησε από το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, να αποφανθεί προδικαστικώς επί των εξής ερωτημάτων:
« 1)
Τα υπό κρίση προϊόντα, τα οποία περιέχουν μεν 12 0/0 ζαχαρόζη, δεν μπορούν όμως να θεωρηθούν ως «πολτοί τεύτλων» που έχουν συμπιεστεί σε σβώλους και από τα οποία έχει αφαιρεθεί όλη η ζάχαρη που ήταν οικονομικώς δυνατόν να εξαχθεί από αυτά, μπορούν εντούτοις να θεωρηθούν ως « ζαχαρότευτλα από τα οποία έχει μερικώς αφαιρεθεί η ζάχαρη » κατά την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1388/85 της Επιτροπής, της 24ης Μαΐου 1985; »
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, είναι έγκυρος ο εν λόγω κανονισμός;
7.
Στη Διάταξη παραπομπής, το Tariefcommissie αναφέρει ότι, βασιζόμενο στα αντικειμενικά χαρακτηριστικά του επιδίκου προϊόντος, κατέταξε, με προγενέστερες αποφάσεις, τον πολτό τεύτλων σε σβώλους στη διάκριση 23.03 Β Ι του ΚΔ, ακόμα και όταν ο πολτός περιείχε ζαχαρόζη σε ποσοστό άνω του 10 ο/ο. Η θέση αυτή του Tariefcommissie βασίζεται, αφενός, στο ότι η αφαίρεση της ζάχαρης ήταν τόσο πλήρης ώστε να μην είναι οικονομικώς συμφέρουσα η περαιτέρω αφαίρεση ζάχαρης, το δε εμπόρευμα έχει συμπιεστεί και έχει λάβει τη μορφή σβώλων και, αφετέρου, στο ότι το επίδικο εμπόρευμα έχει υποστεί μεταποίηση ριζικότερη από αυτή που συνεπάγονται οι μεταποιητικές ενέργειες που προβλέπονται στη δασμολογική διάκριση 12.04 Α. Για την περίπτωση που, παρά τις ανωτέρω σκέψεις, η έκφραση « ζαχαρότευτλα από τα οποία έχει μερικώς αφαιρεθεί η ζάχαρη», υπό την έγνοια του άρθρου 1 του κανονισμού 1388/85, θα ερμηνευόταν ως καλύπτουσα και εμπορεύματα όπως αυτό που εισήγαγε η Vismans, το Tariefcommissie αμφισβητεί το κύρος του εν λόγω κανονισμού.
Συγκεκριμένα, κατά το Tariefcommissie, μια τέτοια ερμηνεία συνιστά κατ' ουσίαν τροποποίηση του κειμένου της διακρίσεως 12.04 Α του ΚΔ, καθόσον προϊόντα τα οποία, κατά την κοινή γλώσσα και στις εμπορικές συναλλαγές, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν παρά « πολτοί τεύτλων » ( συμπιεσμένοι σε σβώλους) χαρακτηρίζονται εντούτοις ως « ζαχαρότευτλα » και κατατάσσονται στην οικεία διάκριση του ΚΔ.
Το Tariefcommissie προσθέτει επίσης ότι το κύρος του κανονισμού θα μπορούσε να αμφισβητηθεί και από πλευράς ορίων των αρμοδιοτήτων που παραχωρούνται στην Επιτροπή από τον κανονισμό 97/69 του Συμβουλίου, της 16ης Ιανουαρίου 1969, περί της λήψεως μέτρων για την ομοιόμορφη εφαρμογή της ονοματολογίας του ΚΔ ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/001, σ. 32).
II — Διαδικασία
8.
Η απόφαση περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Αυγούστου 1989.
9.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού (ΕΟΚ) του Δικαστηρίου, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν:
—
η εταιρία Gebr. Vismans Nederland BV, εκπροσωπούμενη από τον δικηγόρο D. G. van Vliet·
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον R. Barents, μέλος της νομικής της υπηρεσίας.
10.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
11.
To Δικαστήριο, με απόφαση της 14ης Μαρτίου 1990, αποφάσισε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, να αναθέσει την υπόθεση στο δεύτερο τμήμα.
III — Περίληψη των γραπτών παρατηρήσεων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
12.
Η Vismans συμμερίζεται την άποψη του Tariefcommissie ότι το εισαχθέν εμπόρευμα εμπίπτει στην κλάση 23.03 του ΚΔ.
Κατά τη γνώμη της, αυτό είναι σύμφωνο προς τις επεξηγηματικές σημειώσεις του Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας (στο εξής: ΣΤΣ) που αφορούν τη διάκριση 23.03 Β Ι της ονοματολογίας ΣΤΣ, όπως αυτές ήταν διατυπωμένες κατά την εποχή των πραγματικών περιστατικών:
«Στην παρούσα κλάση (23.03) εμπίπτουν ιδίως:
Α)
οι πολτοί τεύτλων που αποτελούν το υπόλειμμα των ζαχαρότευτλων μετά την αφαίρεση της ζάχαρης ... »
Κατά τη Vismans, στην κλάση αυτή εμπίπτουν και τα προϊόντα που έχουν συμπιεστεί είτε με απλή πίεση είτε με την προσθήκη συνδετικής ουσίας. Κατά τις επεξηγηματικές σημειώσεις του ΣΤΣ όσον αφορά την κλάση 12.04, στην κλάση αυτή εμπίπτουν « τα ζαχαρότευτλα υπό τις μορφές που αναφέρονται στο κείμενο της κλάσεως, καθώς και τα ζαχαροκάλαμα... ». Τα ζαχαρότευτλα έχουν περιεκτικότητα 60 έως 80 % σε ζαχαρόζη.
Το εισαχθέν εμπόρευμα, τα οποίο προέρχεται από ζαχαρότευτλα, αποτελεί το υπόλειμμα πλήρους διαδικασίας αφαιρέσεως της ζάχαρης. Κατά τη Vismans, το προϊόν αυτό πρέπει να καταταγεί στην κλάση 23.03 του ΚΔ.
13.
Η Vismans υποστηρίζει επίσης ότι ο κανονισμός 1388/85, μη έχοντας άλλον σκοπό από τη διευκρίνιση των κριτηρίων της διακρίσεως μεταξύ των προϊόντων που κατατάσσονται στις διακρίσεις 12.04 Α και 23.03 Β Ι, δεν μπορεί να αντίκειται στο γράμμα των εν λόγω δασμολογικών κλάσεων.
Αν ο κανονισμός 1388/85 εφαρμοζόταν στο επίδικο προϊόν, θα αντέβαινε στον κανονισμό 97/69, σύμφωνα με τον οποίο οι κανονισμοί περί κατατάξεως των προϊόντων αποβλέπουν στη διευκρίνιση του περιεχομένου των κλάσεων του ΚΔ χωρίς ωστόσο να τροποποιούν το κείμενο των κλάσεων αυτών.
Επιπλέον, ο κανονισμός 1388/85 είναι, κατά τη Vismans, ανίσχυρος καθόσον δεν συμφωνεί με την ονοματολογία του ΣΤΣ. Η Vismans συνάγει από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 19ης Νοεμβρίου 1975, Nederlandse Spoorwegen ( 38/75, Jurispr. 1975, σ. 1439 ), της 28ης Μαρτίου 1979, Biegi ( 158/78, Jurispr. 1975, σ. 1103), και της 11ης Νοεμβρίου 1975, Bagusat ( 37/75, Jurispr. 1975, σ. 1339 ), ότι η κατάταξη του εμπορεύματος είναι ανίσχυρη στο μέτρο που δεν είναι σύμφωνη προς το κείμενο των κλάσεων της ονοματολογίας του ΣΤΣ.
14.
Η Vismans υποστηρίζει, στη συνέχεια, ότι η διατύπωση των δασμολογικών κλάσεων 12.04 και 23.03 δεν επιτρέπει να ληφθεί, ως κριτήριο της διακρίσεως μεταξύ των δύο κλάσεων, η περιεκτικότητα του προϊόντος σε ζαχαρόζη. Από απόψεως τελωνειακής τεχνικής, η καθιέρωση συγκεκριμένου ποσοστού περιεκτικότητας δεν είναι απαραίτητη, δεδομένου ότι είναι εύκολο να διαπιστωθεί ότι πρόκειται για πολτό, από τον οποίο δεν μπορεί πλέον να εξαχθεί το υπόλοιπο της ζάχαρης που περιέχει κατά τρόπον οικονομικώς συμφέροντα. Αν τελικά είναι αναγκαίο να καθιερωθεί το κριτήριο της περιεκτικότητας σε ζαχαρόζη, το κρίσιμο όριο θα έπρεπε να οριστεί σε ποσοστό πολύ υψηλότερο του 10 %, διότι είναι αναμφισβήτητο ότι οι πολτοί τεύτλων μπορούν να έχουν έως και 15 ή 16 % περιεκτικότητα σε ζαχαρόζη.
15.
Η Vismans θεωρεί, τέλος, ότι η υψηλή εισφορά, η οποία προβλέπεται για τα προϊόντα της κλάσεως 12.04 του ΚΔ, θεσπίστηκε για την προστασία της παραγωγής ζαχαρότευτλων εντός της ΕΟΚ και αποβλέπει στην επαρκή παραγωγή ζάχαρης με λογικούς οικονομικούς όρους. Μια τέτοια εισφορά είναι απαραίτητη μόνο για τα ζαχαρότευτλα των οποίων η ζάχαρη μπορεί να εξαχθεί κατά τρόπον οικονομικώς συμφέροντα. Επιβάλλοντας πολύ υψηλή εισφορά για τα προϊόντα που εμπίπτουν στην κλάση 12.04 και μη επιβάλλοντας καμία εισφορά για τα προϊόντα που εμπίπτουν στη διάκριση 23.03 Β Ι, ο κοινοτικός νομοθέτης υπονοεί ότι τα προϊόντα από τα οποία δεν είναι πλέον δυνατόν να αφαιρεθεί η ζάχαρη κατά τρόπον οικονομικώς συμφέροντα πρέπει να κατατάσσονται στη διάκριση 23.03 Β Ι του ΚΔ. Δεδομένης μάλιστα της αξίας, στην παγκόσμια αγορά και στην αγορά της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, των καταλοίπων περί των οποίων πρόκειται στην υπό κρίση υπόθεση, δεν μπορεί να γίνει λόγος για προϊόν εμπίπτον στην κλάση 12.04.
16.
Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων, η Vismans συνάγει το συμπέρασμα ότι στο πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το Tariefcommissie πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι « τα επίδικα προϊόντα δεν πρέπει να θεωρηθούν ως “ ζαχαρότευτλα από τα οποία έχει μερικώς αφαιρεθεί η ζάχαρη ” υπό την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού 1388/85 ».
17.
Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα που υπέβαλε το Tariefcommissie, η Vismans καταλήγει στο συμπέρασμα ότι « ο κανονισμός 1388/85 δεν είναι σύμφωνος προς τους όρους της ονοματολογίας του ΣΤΣ και τον κανονισμό 97/69, καθόσον μπορεί να έχει ως συνέπεια να μη μπορούν οι πολτοί τεύτλων — ήτοι το υπόλειμμα των ζαχαρότευτλων μετά την αφαίρεση της ζάχαρης — των οποίων η ζάχαρη δεν μπορεί πλέον να εξαχθεί κατά τρόπον οικονομικώς συμφέροντα να καταταγούν, όταν η περιεκτικότητα τους σε ζαχαρόζη υπερβαίνει το 10 ο/ο, στη διάκριση 23.03 Β Ι του κοινού δασμολογίου ».
18.
Η Εππροπή παρατηρεί ότι η διαφορά μεταξύ των ζαχαρότευτλων (τεμαχισμένων ή μη ) και των πολτών τεύτλων ( τεμαχισμένων αποζαχαρωμένων τεύτλων), υπό την έννοια των δασμολογικών διακρίσεων 12.04 Α και 23.03 Β Ι, δεν διευκρινίζεται ούτε στο ΚΔ ούτε στην ονοματολογία του ΣΤΣ. Τίθεται το ζήτημα αν τα ζαχαρότευτλα από τα οποία έχει μερικώς αφαιρεθεί η ζάχαρη πρέπει να θεωρούνται ως ζαχαρότευτλα ή ως πολτοί τεύτλων. Ως προς το θέμα αυτό, η Επιτροπή θέσπισε, με τον κανονισμό 1388/85, ένα κριτήριο που συνίσταται στην περιεκτικότητα, σε ποσοστό 10%, του προϊόντος σε ζάχαρη. Αν τα τεμαχισμένα τεύτλα περιέχουν περισσότερο από 10 ο/ο ζάχαρη, πρέπει να κατατάσσονται στην κλάση 12.04. Αν η περιεκτικότητα τους -σε ζάχαρη είναι κατώτερη του 10 ο/ο, πρόκειται για «πολτούς τεύτλων» υπό την έννοια της κλάσεως 23.03.
19.
Κατά την Επιτροπή, η θέσπιση του κριτηρίου αυτού είναι δικαιολογημένη, διότι μια οικονομικώς συμφέρουσα μέθοδος αφαιρέσεως της ζάχαρης μειώνει την περιεκτικότητα των τεμαχισμένων ζαχαρότευτλων σε ζάχαρη στο 6 ή 7 ο/ο. Δεδομένου ότι η συνδετική ουσία που χρησιμοποιείται για την συμπίεση των αποζαχαρωμένων τεύτλων περιέχει και η ίδια ζάχαρη, η Επιτροπή έκρινε ότι η θέσπιση του κριτηρίου του 10 ο/ο ήταν δικαιολογημένη.
20.
Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι το κριτήριο του 10 ο/ο αποτελεί κριτήριο εύλογο και αντικειμενικό και καθιστά δυνατή τη διάκριση μεταξύ των ζαχαρότευτλων και των πολτών τεύτλων. Το ουσιώδες χαρακτηριστικό των ζαχαρότευτλων είναι η περιεκτικότητα τους σε ζάχαρη. Είναι, συνεπώς, φυσικό και αντικειμενικώς δικαιολογημένο να βασίζεται η διάκριση μεταξύ των ζαχαρότευτλων και των πολτών τεύτλων στο κριτήριο της περιεκτικότητας σε ζάχαρη. Το κριτήριο αυτό λαμβάνει ως δεδομένο ότι από τα ζαχαρότευτλα μπορεί να αφαιρεθεί κατά τρόπον οικονομικώς συμφέροντα η ζάχαρη μέχρι ποσοστού 6 έως 7 ο/ο. Αν η δασμολογική κατάταξη βασιζόταν στην έννοια «πολτοί τεύτλων», όπως αυτή εκλαμβάνεται στην καθημερινή ομιλία, ο εισαγωγέας θα μπορούσε να αποφασίζει ο ίδιος, κατά τη διασάφηση, για το αν το προϊόν εμπίπτει στην κλάση 12.04 ή στην κλάση 23.03. Μια τέτοια πρακτική θα αντέβαινε στον αντικειμενικό χαρακτήρα του ΚΔ.
21.
Η Επιτροπή προτείνει στο Δικαστήριο να δώσει τις εξής απαντήσεις στα ερωτήματα του Tariefcommissie:
« 1)
Ο όρος “ τεμαχισμένα ζαχαρότευτλα από τα οποία έχει μερικώς αφαιρεθεί η ζάχαρη ” που περιέχεται στο άρθρο 1 του κανονισμού 1388/85 έχει την έννοια ότι περιλαμβάνει και τα τεμαχισμένα ζαχαρότευτλα που έχουν λάβει τη μορφή σβώλων με συμπίεση και παρουσιάζουν περιεκτικότητα σε ζάχαρη 12 ο/ο επί ξηράς ύλης, πράγμα το οποίο συνεπάγεται ότι τα προϊόντα αυτά πρέπει να κατατάσσονται στη διάκριση 12.04 Α του ΚΔ.
2)
Ο κανονισμός 1388/85 της Επιτροπής είναι έγκυρος. »
IV — Απαντήσεις των ενδιαφερομένων μερών στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου
22.
Το Δικαστήριο κάλεσε τη Vismans και την Επιτροπή να απαντήσουν στην ακόλουθη ερώτηση:
« Με τις σημερινές τεχνικές δυνατότητες, είναι δυνατή η εξαγωγή, κατά τρόπον οικονομικώς συμφέροντα, ζαχαρόζης από ζαχαρότευτλα τα οποία, αφού έχουν υποστεί διαδικασία αφαιρέσεως της ζάχαρης, παρουσιάζουν ακόμα περιεκτικότητα σε ζαχαρόζη, συμπεριλαμβανομένης της ζαχαρόζης που προέρχεται από τη συνδετική ουσία, ανώτερη του 10 % αλλά κατώτερη του 15 ο/ο κατά βάρος επί ξηράς όλης; Προκειμένου να δοθεί απάντηση στην προηγούμενη ερώτηση, έχει σημασία αν τα επίμαχα προϊόντα έχουν συμπιεστεί σε σβώλους; »
23.
Η Vismans δίνει αρνητική απάντηση στην πρώτη ερώτηση και παρατηρεί, ως προς τη δεύτερη ερώτηση, ότι το γεγονός ότι τα επίμαχα προϊόντα έχουν συμπιεστεί σε σβώλους δεν έχει σημασία προκειμένου να δοθεί απάντηση στην πρώτη ερώτηση. Οι απαντήσεις αυτές βασίζονται, κατά τη Vismans, σε στοιχεία που παρασχέθηκαν από τον εισαγωγέα των επιδίκων προϊόντων, ήτοι την εταιρία Feedimpex BV με έδρα το Etten-Leur, και από ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα, τον Ν. J. van Geijn, προϊστάμενο του τμήματος αναλυτικής χημείας του Suiker Unie Research, του κεντρικού εργαστηρίου του κυριοτέρου παραγωγού ζάχαρης από ζαχαρότευτλα στις Κάτω Χώρες.
Λαμβάνεται ως δεδομένο ότι η ερώτηση του Δικαστηρίου αναφέρεται σε διαδικασία αφαιρέσεως ζάχαρης διενεργούμενης εντός της Κοινότητας, όπου οι τιμές της ζάχαρης υπόκεινται σε αυστηρές ρυθμίσεις. Εντός της Κοινότητας, οι τιμές της ζάχαρης προστατεύονται μέχρις ορισμένης ετήσιας ποσότητας. Αν η παραγωγή υπερβαίνει την καθορισμένη ποσόστωση, δεν παρέχεται καμία ενίσχυση και το υπερβάλλον διατίθεται στην τιμή της παγκόσμιας αγοράς.
Συνεπώς, καθώς η παραγωγή εντός της Κοινότητας υπερβαίνει την προστατευόμενη ποσόστωση, πρέπει να υποτεθεί ότι, αν τα υπολείμματα της διαδικασίας αφαιρέσεως ζάχαρης από ζαχαρότευτλα εισάγονταν με σκοπό την περαιτέρω αφαίρεση της υπόλοιπης ζάχαρης, το προϊόν θα πωλείτο στην τιμή της παγκόσμιας αγοράς. Αυτό δεν μπορεί να συμφέρει οικονομικώς. Άλλως, ο αρχικός παραγωγός στις Ηνωμένες Πολιτείες θα επιχειρούσε ο ίδιος να αφαιρέσει την εναπομένουσα ζάχαρη. Όμως, ακόμα και αν η εξαγόμενη από τα υπολείμματα ζάχαρη μπορούσε να διατεθεί στις προστατευόμενες τιμές εντός της Κοινότητας, αυτή η μέθοδος εργασίας δεν θα ήταν οικονομικώς αποδοτική. Τα έξοδα μεταφοράς του προϊόντος από τις Ηνωμένες Πολιτείες, προσαυξημένα με το κόστος παραγωγής θα αντιστάθμιζαν τα ενδεχόμενα έσοδα. Τεχνικώς, δεν είναι δυνατή η εξαγωγή ζαχαρόζης από πολτό ζαχαρότευτλων συμπιεσμένων σε σβώλους. Συγκεκριμένα, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι τα ζαχαρότευτλα παρουσιάζουν περιεκτικότητα σε ζαχαρόζη 70 έως 80 ο/ο επί ξηράς ύλης, ενώ τα επίδικα προϊόντα περιέχουν περίπου 12 ο/ο ζάχαρη επί ξηράς ύλης. Στην πράξη αποδεικνύεται ότι η αφαίρεση της ζάχαρης αυτής δεν είναι οικονομικώς συμφέρουσα. Από όσα γνωρίζει ο εισαγωγέας, στην πραγματικότητα ποτέ δεν πωλείται πολτός ζαχαρότευτλων περιεκτικότητας σε ζάχαρη 10 έως 15 ο/ο επί ξηράς ύλης με σκοπό την περαιτέρω εξαγωγή ζάχαρης. Εντός της Κοινότητας, μάλιστα, συμβαίνει να πωλείται πολτός υψηλής περιεκτικότητας σε ζάχαρη (έως και άνω του 20 ο/ο επί ξηράς ύλης ) προκειμένου να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά ως ζωοτροφή και όχι για την παραγωγή ζάχαρης. Μολονότι η τιμή αυτού του πολτού που παρουσιάζει υψηλή περιεκτικότητα σε ζάχαρη είναι χαμηλότερη από την τιμή του επίδικου πολτού προελεύσεως Ηνωμένων Πολιτειών, φαίνεται ότι η αφαίρεση ζάχαρης από τον πολτό υψηλής περιεκτικότητας σε ζάχαρη που προέρχεται από την Κοινότητα δεν είναι οικονομικώς συμφέρουσα, έστω και αν ήταν δυνατή από τεχνικής απόψεως.
Η Vismans προσθέτει ότι ένας εμπειρογνώμονας της Suiker Unie δήλωσε, και αυτός, ότι δεν είναι δυνατή η εξαγωγή, κατά τρόπο οικονομικώς δικαιολογημένο, ζάχαρης από υπολείμματα ζαχαρότευτλων, των οποίων η περιεκτικότητα σε ζαχαρόζη έχει μειωθεί σε 10 έως 15 ο/ο. Κατά τον εμπειρογνώμονα αυτόν, αυτό συμβαίνει όχι μόνο για τα προϊόντα που έχουν συμπιεστεί σε σβώλους, αλλά και για τα προϊόντα τα οποία δεν έχουν λάβει τη μορφή σβώλων. Κατά τη Vismans, ο εμπειρογνώμονας εξέτασε επίσης πειραματικώς και τη δυνατότητα εξαγωγής ζάχαρης από τους επίδικους σβώλους ζαχαρότευτλων, κατέληξε δε στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν, έστω και τεχνικώς, δυνατή η εξαγωγή ζάχαρης από σβώλους οι οποίοι παρουσιάζουν περιεκτικότητα σε ζαχαρόζη περίπου 12 ο/ο επί ξηράς ύλης.
Η Vismans συνάγει από τις διαπιστώσεις αυτές το συμπέρασμα ότι είναι αδύνατη η καθ' οιονδήποτε τρόπο περαιτέρω αφαίρεση ζάχαρης από « ζαχαρότευτλα » τα οποία, μετά την αφαίρεση της ζάχαρης, παρουσιάζουν ακόμα περιεκτικότητα σε ζαχαρόζη ανώτερη του 10 ο/ο αλλά κατώτερη του 15 ο/ο κατά βάρος, συμπεριλαμβανομένης της ζαχαρόζης που προέρχεται από τη συνδετική ουσία. Αυτό ισχύει τόσο για τα προϊόντα που δεν έχουν λάβει τη μορφή σβώλων όσο και για τα προϊόντα που έχουν συμπιεστεί σε σβώλους.
24.
Η Επιτροπή απαντά ότι είναι δυνατή από τεχνικής απόψεως η ολική αφαίρεση της ζάχαρης από τα ζαχαρότευτλα. Γενικώς, μια μείωση της περιεκτικότητας των ζαχαρότευτλων σε ζάχαρη σε 6 έως 7 % πρέπει να θεωρείται οικονομικώς συμφέρουσα. Με την προσθήκη ζαχαρόζης στη συνδετική ουσία, οι σβώλοι ζαχαρότευτλων περιέχουν περίπου 10 0/ο ζάχαρη. Κατά κανόνα, δεν είναι πλέον οικονομικώς συμφέρουσα η εξαγωγή ζάχαρης από σβώλους που περιέχουν λιγότερο από 10 % ζαχαρόζη. Αν το ποσοστό αυτό κυμαίνεται μεταξύ 10 και 15 ο/ο, η αφαίρεση ζάχαρης θα μπορούσε ασφαλώς να είναι οικονομικώς συμφέρουσα αναλόγως του επιπέδου των τιμών της ζάχαρης στην παγκόσμια αγορά.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η διεθνής αγορά της ζάχαρης αποτελή ανέκαθεν ασταθή αγορά, η οποία χαρακτηρίζεται πότε από τεράστια πλεονάσματα και πότε από σοβαρή έλλειψη. Π. χ., η έλλειψη ζάχαρης στην παγκόσμια αγορά οδήγησε στην καθιέρωση συστήματος διατηρήσεως ενός ελαχίστου αποθέματος στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών της ζάχαρης, καθώς και της δυνατότητας εφαρμογής δασμών κατά την εξαγωγή και ενισχύσεων κατά την εισαγωγή. 'Οταν η τιμή της ζάχαρης είναι υψηλή, μπορεί να είναι ακόμα οικονομικώς συμφέρουσα η αφαίρεση ζάχαρης από σβώλους των οποίων η περιεκτικότητα σε ζαχαρόζη είναι μεταξύ 10 και 15 ο/ο. Το αν τα τεμαχισμένα ζαχαρότευτλα έχουν λάβει τη μορφή σβώλων ή όχι δεν μεταβάλλει σε τίποτα τη διαδικασία αφαιρέσεως της ζάχαρης.
G. F. Mancini
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 18ης Σεπτεμβρίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-265/89,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tariefcommissie προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Gebr. Vismans Nederland BV, με έδρα το Άμστερνταμ,
και
Inspecteur der invoerrechten en accijnzen,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία και το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 1388/85 της Επιτροπής, της 24ης Μαΐου 1985, για την κατάταξη ορισμένων προϊόντων στη διάκριση 12.04 Α του κοινού δασμολογίου ( ΕΕ L 140, σ. 7 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους F. Α. Schockweiler, πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini και Τ. F. Ο Higgins, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven
γραμματέας: D. Louterman, κύρια υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
η Gebr. Vismans Nederland BV, προσφεύγουσα της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενη από τον D. G. van Vliet, δικηγόρο Άμστερνταμ,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον René Barents, μέλος της νομικής της υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 5ης Ιουνίου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 10ης Ιουλίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με απόφαση της 11ης Αυγούστου 1989, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο τις 23 Αυγούστου 1989, το Tariefcommissie υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία και το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 1388/85 της Επιτροπής, της 24ης Μαΐου 1985, για την κατάταξη ορισμένων προϊόντων στη διάκριση 12.04 Α του κοινού δασμολογίου ( ΕΕ L 140, σ. 7 ).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Gebr. Vismans Nederland BV (στο εξής: Vismans) και του Inspecteur der invoerrechten en accijnzen (επιθεωρητή δασμών και ειδικών φόρων καταναλώσεως, στο εξής: inspecteur ) σχετικά με τη δασμολογική κατάταξη των τεμαχισμένων ζαχαρότευτλων από τα οποία έχει μερικώς αφαιρεθεί η ζάχαρη και τα οποία έχουν λάβει το σχήμα σβώλων με την προσθήκη συνδετικής ουσίας.
Το κανονιστικό πλαίσιο
3
Οι κλάσεις 12.04 και 23.03 Β Ι του κοινού δασμολογίου (στο εξής: ΚΔ) είχαν, κατά την εποχή των προαγματικών περιστατικών [κανονισμός (ΕΟΚ) 3618/86 του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 1986 ( ΕΕ L 345, σ. 1 ), ως εξής:
—
κλάση 12.04:
« Ζαχαρότευτλα ( έστω και τεμαχισμένα ), νωπά, αποξηραμένα ή σε σκόνη. Ζαχαροκάλαμα:
Α.
Ζαχαρότευτλα:
Ι.
νωπά
Π.
αποξηραμένα ή σε σκόνη
Β.
Ζαχαροκάλαμα »
—
κλάση 23.03:
« Αποζαχαρωμένοι πολτοί τεύτλων, υπολείμματα ζαχαροκάλαμου και άλλα απορρίμματα ζαχαροποιίας. Υπολείμματα της ζυθοποιίας και της οινοπνευματοποιίας. Κατάλοιπα αμυλοποιίας και παρόμοια:
Α.
...
Β.
Αλλα:
Ι.
Αποζαχαρωμένοι πολτοί τεύτλων, υπολείμματα ζαχαροκάλαμου και άλλα απορρίμματα ζαχαροποιίας ».
4
Δυνάμει της εξουσιοδοτήσεως που παρέχεται με τα άρθρα 2, παράγραφος 3, και 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 97/69 του Συμβουλίου, της 16ης Ιανουαρίου 1969, περί της λήψεως μέτρων για την ομοιόμορφη εφαρμογή της ονοματολογίας του ΚΔ ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/001, σ. 32), όπως ο κανονισμός αυτός τροποποιήθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ) 2055/84 του Συμβουλίου, της 16ης Ιουλίου 1984 ( ΕΕ L 191, σ. 1 ), η Επιτροπή εξέδωσε τον προαναφερθέντα κανονισμό 1388/85. Το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού ορίζει:
«Τα τεμαχισμένα ζαχαρότευτλα από τα οποία έχει μερικώς αφαιρεθεί η ζάχαρη, ακόμη και εάν έχουν λάβει το σχήμα σβώλων, είτε απευθείας με πίεση είτε με προσθήκη συνδετικής ουσίας ( έως 3 % περίπου σε βάρος ), και τα οποία παρουσιάζουν περιεκτικότητα σε ζαχαρόζη ( συμπεριλαμβανομένης της ζαχαρόζης που ενδεχομένως προέρχεται από τη συνδετική ουσία) που υπερβαίνει το 10% κατά βάρος επί ξηράς ύλης πρέπει να κατατάσσονται στη διάκριση του κοινού δασμολογίου:
12.04 —
Ζαχαρότευτλα ( έστω και τεμαχισμένα ), νωπά, αποξηραμένα ή σε σκόνη. Ζαχαροκάλαμα:
Α.
Ζαχαρότευτλα. »
Η διαφορά της κύριας δίκης
5
Η Vismans εισήγαγε στις Κάτω Χώρες τεμαχισμένα ζαχαρότευτλα, καλούμενα πολτός ζαχαρότευτλων, τα οποία αποτελούν υπόλειμμα της διαδικασίας αφαιρέσεως της ζάχαρης. Κατά την εισαγωγή τους, τα τεμαχισμένα αυτά ζαχαρότευτλα κατετάγησαν στη δασμολογική διάκριση 23.03 Β Ι του ΚΔ. Κατόπιν διαφόρων αναλύσεων, η περιεκτικότητα των εν λόγω τεμαχισμένων ζαχαρότευτλων σε ζαχαρόζη υπολογίστηκε σε 12 ο/ο και ο inspecteur αποφάσισε να τα κατατάξει στην κλάση 12.04 του ΚΔ.
6
Το Tariefcommissie, ενώπιον του οποίου προσέφυγε η Vismans κατά της οριστικής αυτής κατατάξεως, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Τα υπό κρίση προϊόντα, τα οποία περιέχουν μεν 12 ο/ο ζαχαρόζη, δεν μπορούν όμως να θεωρηθούν ως “ πολτοί τεύτλων ” που έχουν συμπιεστεί σε σβώλους και από τα οποία έχει αφαιρεθεί όλη η ζάχαρη που ήταν οικονομικώς δυνατόν να εξαχθεί από αυτά, μπορούν εντούτοις να θεωρηθούν ως “ ζαχαρότευτλα από τα οποία έχει μερικώς αφαιρεθεί η ζάχαρη ” κατά την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1388/85 της Επιτροπής, της 24ης Μαΐου 1985;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, είναι έγκυρος ο εν λόγω κανονισμός; »
7
Στο σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής, το Tariefcommissie αναφέρει ότι τα εισαγόμενα προϊόντα εμφανίζουν τις ακόλουθες αντικειμενικές ιδιότητες: προέρχονται από τεμαχισμένα ζαχαρότευτλα και αποτελούν υπόλειμμα πλήρους επεξεργασίας για την αφαίρεση της ζάχαρης' περιέχουν 12 ο/ο ζαχαρόζη επί ξηράς ύλης, συμπεριλαμβανομένης της προερχόμενης από τη συνδετική ουσία ζαχαρόζης· έχουν συμπιεστεί σε σβώλους- με τις σημερινές τεχνικές δυνατότητες, η περαιτέρω εξαγωγή ζάχαρης δεν είναι οικονομικώς συμφέρουσα.
8
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση εκτίθενται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, οι ισχύουσες κανονιστικές διατάξεις, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου ερωτήματος
9
Με το πρώτο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν ο κανονισμός 1388/85 έχει την έννοια ότι καλύπτει και προϊόντα όπως αυτά που εισάγει η Vismans.
10
Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό,πρέπει, καταρχάς, να παρατηρηθεί ότι ο επίδικος κανονισμός αφορά, σύμφωνα με την πρώτη αιτιολογική του σκέψη, τη δασμολογική κατάταξη τεμαχισμένων ζαχαρότευτλων από τα οποία έχει αφαιρεθεί μερικώς η ζάχαρη, ακόμη και αν έχουν λάβει το σχήμα σβώλων είτε απευθείας με πίεση είτε με την προσθήκη συνδετικής ουσίας ( έως 3 % περίπου σε βάρος ), και τα οποία παρουσιάζουν περιεκτικότητα σε ζαχαρόζη, συμπεριλαμβανομένης της ζαχα-ρόζης που ενδεχομένως προέρχεται από τη συνδετική ουσία, που υπερβαίνει το 10 ο/ο κατά βάρος επί ξηράς ύλης. Κατά την τέταρτη αιτιολογική σκέψη, για να υπάρξει διάκριση μεταξύ των ζαχαρότευτλων, που εμπίπτουν στη δασμολογική διάκριση 12.04 Α του ΚΔ, και των πολτών τεύτλων, που εμπίπτουν στη δασμολογική διάκριση 23.03 Β Ι του ΚΔ, είναι απαραίτητος ο καθορισμός ενός ορίου 10 ο/ο όσον αφορά την περιεκτικότητα σε ζαχαρόζη.
11
Τόσο από το γράμμα του άρθρου 1 του κανονισμού 1388/85 όσο και από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού αυτού προκύπτει σαφώς ότι τα τεμαχισμένα ζαχαρότευτλα τα οποία παρουσιάζουν περιεκτικότητα σε ζαχαρόζη υπερβαίνουσα το 10 % κατά βάρος επί ξηράς ύλης εμπίπτουν, για τον λόγο αυτό και μόνο, στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού.
12
Συνεπώς, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 1388/85 της Επιτροπής, της 24ης Μαΐου 1985, για την κατάταξη ορισμένων προϊόντων στη διάκριση 12.04 Α του κοινού δασμολογίου, έχει την έννοια ότι προϊόντα που αποτελούν υπολείμματα ζαχαροποιίας και παρουσιάζουν περιεκτικότητα σε ζαχαρόζη 12 % κατά βάρος επί ξηράς ύλης καλύπτονται από την έκφραση τεμαχισμένα ζαχαρότευτλα από τα οποία έχει μερικώς αφαιρεθεί η ζάχαρη« υπό την έννοια του άρθρου 1 του εν λόγω κανονισμού.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
13
Υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι, όσον αφορά την ερμηνεία του ΚΔ, το Συμβούλιο παρέσχε στην Επιτροπή, η οποία ενεργεί σε συνεργασία με τους τελωνειακούς εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, ευρεία εξουσία εκτιμήσεως προκειμένου να διευκρινίζει το περιεχόμενο των δασμολογικών κλάσεων που είναι δυνατόν να ληφθούν υπόψη για την κατάταξη συγκεκριμένου προϊόντος, με μόνη την επιφύλαξη ότι οι διατάξεις που θεσπίζει η Επιτροπή δεν πρέπει να τροποποιούν το κείμενο του δασμολογίου (αποφάσεις της 19ης Ιανουαρίου 1988, Customs and Excise ex parte Imperial Tobacco, 141/86, Συλλογή 1988, σ. 57, και της 11ης Νοεμβρίου 1975, Bagusat, 37/75, Jurispr. 1975, σ. 1339).
14
Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, για λόγους ασφαλείας του δικαίου και ευχέρειας των ελέγχων, επιβάλλεται, για την τελωνειακή κατάταξη των εμπορευμάτων, να αναζητείται, κατά κανόνα, το αποφασιστικό κριτήριο στα αντικειμενικά χαρακτηριστικά και τις αντικειμενικές ιδιότητες τους, όπως καθορίζονται στο κείμενο των κλάσεων του ΚΔ και των σημειώσεων του οικείου τμήματος ή κεφαλαίου ( βλέπε αποφάσεις της 28ης Ιουνίου 1989, Rispal, 164/88, Συλλογή 1989, σ. 2041, και της 8ης Φεβρουαρίου 1990, Gijs van de Kolk, C-233/88, Συλλογή 1990, σ. I-265 ).
15
Το ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω είναι κατά πόσον η Επιτροπή, εκδίδοντας τον κανονισμό 1388/85, υπερέβη τα όρια της εξουσίας την οποία διαθέτει.
16
Είναι δεδομένο ότι το ΚΔ δεν παρέχει κριτήριο διακρίσεως μεταξύ των ζαχαρότευτλων, έστω και τεμαχισμένων, της δασμολογικής διακρίσεως 12.04 Α και των πολτών τεύτλων της δασμολογικής διακρίσεως 23.03 Β Ι.
17
Δεν αμφισβητείται ότι η Επιτροπή, επιλέγοντας την περιεκτικότητα σε ζαχαρόζη ως κριτήριο διακρίσεως μεταξύ των προϊόντων που πρέπει να κατατάσσονται στις εν λόγω δύο δασμολογικές διακρίσεις, οι οποίες περιέχονται αντιστοίχως στο κεφάλαιο 12 που τιτλοφορείται Σπόροι και καρποί ελαιώδεις, σπέρματα, σπόροι και διάφοροι καρποί. Βιομηχανικά και φαρμακευτικά φυτά. Άχυρα και χορτονομές » και στο κεφάλαιο 23 που τιτλοφορείται « Υπολείμματα και απορρίμματα των βιομηχανιών ειδών διατροφής. Τροφές παρασκευασμένες για ζώα » του ΚΔ, προέκρινε ένα εγγενές χαρακτηριστικό και μια αντικειμενική ιδιότητα — που εύκολα ελέγχονται — των ζαχαρότευτλων.
18
Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 8ης Μαΐου 1974, Osram, 183/73, Jurispr. 1974, σ. 477), πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι επεξηγηματικές σημειώσεις της ονοματολογίας του Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας, σύμφωνα με τις οποίες οι « πολτοί τεύτλων », υπό την έννοια της δασμολογικής διακρίσεως 23.03 Β Ι του ΚΔ είναι « το υπόλειμμα που συνίσταται σε τεμαχισμένα ζαχαρότευτλα μετά την αφαίρεση της ζάχαρης ».
19
Παρατηρείται σχετικά ότι οι όροι « υπολείμματα » και « απορρίμματα » υπό την έννοια της δασμολογικής διακρίσεως 23.03 Β Ι αναφέρονται αμφότεροι σε ουσίες που αποτελούν το τελικό κατάλοιπο μιας διαδικασίας αφαιρέσεως της ζάχαρης.
20
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι, μολονότι είναι τεχνικώς δυνατή η πλήρης αφαίρεση της ζάχαρης από τα τεύτλα, έστω και αν αυτά είναι τεμαχισμένα, πράγμα το οποίο αναγνωρίζει εξάλλου η Επιτροπή, η οικονομικώς συμφέρουσα μέθοδος αφαιρέσεως της ζάχαρης μπορεί να μειώσει την περιεκτικότητα των ζαχαροκάλαμων σε ζάχαρη μόνο έως 6 ή 7 % και, υπό δυσμενείς συνθήκες, στο 10 έως 12 ο/ο κατά βάρος επί ξηράς ύλης.
21
Εξάλλου, δεν αμφισβητείται ότι, με τις σημερινές τεχνικές δυνατότητες, πρακτικώς αποκλείεται να χρησιμοποιήσει η βιομηχανία ζάχαρης, για την εξαγωγή της ζάχαρης, αποζαχαρωμένα τεμάχια ζαχαρότευτλων των οποίων η περιεκτικότητα σε ζαχαρόζη, συμπεριλαμβανομένης της ζαχαρόζης ( έως 3 ο/ο περίπου κατά βάρος ) που προέρχεται ενδεχομένως από τη συνδετική ουσία, κυμαίνεται μεταξύ 10 και 12 % κατά βάρος επί ξηράς ύλης. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή παραδέχθηκε σχετικά ότι δεν γνωρίζει καμία περίπτωση στην οποία η βιομηχανία ζαχάρεως νά προέβη στην εξαγωγή ζάχαρης από μερικώς αποζαχαρωμένα τεμάχια ζαχαρότευτλων.
22
Από τα ανωτέρω πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι τα τεμάχια αυτά αποτελούν το τελικό κατάλοιπο της διαδικασίας εξαγωγής ζάχαρης από ζαχαρότευτλα και, ως τοιαύτα, πρέπει να χαρακτηρισθούν ως πολτοί τεύτλων υπό την έννοια της δασμολογικής διακρίσεως 23.03 Β Ι του ΚΔ.
23
Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι, η Επιτροπή, αποφασίζοντας ότι τα τεμαχισμένα ζαχαρότευτλα από τα οποία έχει μερικώς αφαιρεθεί η ζάχαρη, ακόμη και εάν έχουν λάβει το σχήμα σβώλων, είτε απευθείας με πίεση είτε με προσθήκη συνδετικής ουσίας ( έως 3 % περίπου σε βάρος ), και τα οποία παρουσιάζουν περιεκτικότητα σε ζαχαρόζη ( συμπεριλαμβανομένης της ζαχαρόζης που ενδεχομένως προέρχεται από τη συνδετική ουσία) που υπερβαίνει το 10 ο/ο κατά βάρος επί ξηράς ύλης, πρέπει να κατατάσσονται στη διάκριση 12.04 Α του κοινού δασμολογίου, τροποποίησε την εν λόγω δασμολογική διάκριση. Ως εκ τούτου, υπερέβη τα όρια της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει.
24
Συνεπώς, στο δεύτερο ερώτημα του Tariefcommissie πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1388/85 της Επιτροπής, της 24ης Μαΐου 1985, για την κατάταξη ορισμένων προϊόντων στη διάκριση 12.04 Α του κοινού δασμολογίου, είναι ανίσχυρο.
Επί των δικαστικών εξόδων
25
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία υπέβαλε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που υπέβαλε, με απόφαση της 11ης Αυγούστου 1989, το Tariefcommissie, αποφαίνεται:
1)
Ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 1388/85 της Επιτροπής, της 24ης Μαΐου 1985, για την κατάταξη ορισμένων προϊόντων στη διάκριση 12.04 Α του κοινού δασμολογίου, έχει την έννοια ότι προϊόντα που αποτελούν υπολείμματα ζαχαροποιίας και παρουσιάζουν περιεκτικότητα σε ζαχαρόζη 12 ο/ο κατά βάρος επί ξηράς ύλης καλύπτονται από την έκφραση «τεμαχισμένα ζαχαρότευτλα από τα οποία έχει μερικώς αφαιρεθεί η ζάχαρη » υπό την έννοια του άρθρου 1 του εν λόγω κανονισμού.
2)
Το άρθρο 1 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1388/85 της Επιτροπής, της 24ης Μαΐου 1985, για την κατάταξη ορισμένων προϊόντων στη διάκριση 12.04 Α του κοινού δασμολογίου, είναι ανίσχυρο.
Schockweiler
Mancini
O'Higgins
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 18 Σεπτεμβρίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο πρόεδρος του δευτέρου τμήματος
F. Α. Schockweiler
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy