ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-266/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά
1.
Στις 11 Ιουλίου 1985, το Δικαστήριο αποφάνθηκε στην υπόθεση 101/84, Επιτροπή κατά Ιταλίας ( Συλλογή 1985, σ. 2629) ότι:
« Η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να καταρτίσει στατιστικές καταστάσεις οδικών μεταφορών εμπορευμάτων, κατά τον τρόπο που προβλέπει η οδηγία 78/546/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1978, περί των στατιστικών καταστάσεων για τις οδικές μεταφορές εμπορευμάτων στο πλαίσιο περιφερειακής στατιστικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/002, σ. 65), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει των διατάξεων της οδηγίας αυτής. »
2.
Σχεδόν τρεις μήνες μετά τη δημοσίευση της εν λόγω αποφάσεως του Δικαστηρίου, η Επιτροπή, συνάγοντας από τα στοιχεία που είχε στην κατοχή της ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν είχε εκτελέσει την ως άνω απόφαση του Δικαστηρίου, κίνησε, με έγγραφο της 22ας Ιουνίου 1988, τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης.
3.
Με έγγραφα της 4ης, της 18ης και της 27ης Ιουλίου 1988, η Ιταλική Δημοκρατία διαβίβασε στην Επιτροπή ορισμένους πίνακες με στοιχεία αφορώντα τη μεταφορά της εν λόγω οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.
4.
Η Επιτροπή, κρίνοντας ότι η Ιταλική Δημοκρατία ανακοίνωσε, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του 1985 έως τον Ιούλιο του 1988, στοιχεία από τα οποία προέκυπτε μερικώς μόνον η κατάσταση στις εθνικές μεταφορές και καθόλου η κατάσταση στις διεθνείς μεταφορές, εκφραζόμενες σε τόννους, όπως προβλέπεται από την προαναφερθείσα οδηγία 78/546, απηύθυνε στην Ιταλική Κυβέρνηση, στις 10 Απριλίου 1989, αιτιολογημένη γνώμη.
5.
Με έγγραφο της 28ης Ιουνίου 1989, η Ιταλική Δημοκρατία απέστειλε συμπληρωματικά στοιχεία τα οποία, κατά την Επιτροπή, δεν ήταν πλήρη ούτε όσον αφορά τις εθνικές μεταφορές ούτε όσον αφορά τις διεθνείς μεταφορές. Κατόπιν αυτής της απαντήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας, η Επιτροπή, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Αυγούστου 1989, άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
6.
Η προσφυγή της Επιτροπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Αυγούστου 1989.
7.
Η έγγραφη διαδικασία εξελίχθηκε κανονικά. Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
8.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
α)
να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, εξακολουθώντας να μην εφαρμόζει την οδηγία 78/546/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1978, περί των στατιστικών καταστάσεων για τις οδικές μεταφορές εμπορευμάτων στο πλαίσιο περιφερειακής στατιστικής, παρά την απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 1985 (υπόθ. 101/84), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ·
β)
να καταδικάσει την Ιταλική Κυβέρνηση στα δικαστικά έξοδα.
9.
Η Ιταλική Δημοκρατία δεν διατυπώνει αιτήματα ούτε με το υπόμνημα αντικρούσεως ούτε με το υπόμνημα ανταπαντήσεως.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
10.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, κατά το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ, η Ιταλική Δημοκρατία όφειλε να λάβει, μετά την έκδοση της αποφάσεως της 11ης Ιουλίου 1985, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να θέσει τέρμα στην παράβαση της εσφαλμένης και ατελούς εφαρμογής της προαναφερθείσας οδηγίας.
11.
Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Ιταλική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι οι διάφορες δυσκολίες που εμπόδισαν την πλήρη εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας 78/546 ήρθησαν βαθμιαίως και ότι τα στοιχεία που παρέσχε η Ιταλική Δημοκρατία σε εκτέλεση της οδηγίας αυτής αντιστοιχούν κατά μεγάλο μέρος στα προβλεπόμενα από την ίδια την οδηγία. Εξάλλου, τα στοιχεία αυτά δημοσιεύθηκαν στην τελευταία στήλη της εκδόσεως Eurostat, θέμα 7, σειρά C « Οδικές μεταφορές εμπορευμάτων 1986 ».
12.
Η Ιταλική Δημοκρατία τονίζει επίσης ότι οι προσπάθειες της εθνικής διοικήσεως για την υπερπήδηση των εναπομενουσών δυσκολιών συνεχίζονται και ότι η Κεντρική Στατιστική Υπηρεσία (Istat) έχει αρχίσει έρευνα, της οποίας τα χαρακτηριστικά περιγράφει, και η οποία, κατά την καθής, θα οδηγήσει στην πλήρη εφαρμογή της οδηγίας. Η Ιταλική Δημοκρατία υπογραμμίζει επίσης ότι τα νομοθετήματα για την πλήρη εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας έχουν, καίτοι με αναμφίβολη καθυστέρηση, σχεδόν πλήρως καταρτιστεί.
13.
Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η παράβαση δεν εξασθένησε σε σημείο ώστε να μπορεί να μη θεωρείται πλέον ως παράβαση και ότι η Ιταλική Δημοκρατία τήρησε μερικώς μόνο τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία. Οι στατιστικές, για να μπορούν να χρησιμοποιηθούν, πρέπει να είναι πλήρεις κατά 100 ο/ο. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι πίνακες όσον αφορά τις εθνικές μεταφορές δεν περιλαμβάνουν τις τοπικές μεταφορές και ότι δεν ήταν ακόμα διαθέσιμοι οι πίνακες σχετικά με τις διεθνείς μεταφορές. Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι λείπουν στοιχεία σχετικά με τα έτη αναφοράς 1987 και 1988, δεδομένου ότι οι Ιταλικές Αρχές δεν έχουν κοινοποιήσει κανένα στοιχείο στη Στατιστική Υπηρεσία.
14.
Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, η Ιταλική Δημοκρατία αναγνωρίζει ότι δεν παρέσχε όλα τα στοιχεία που της είχαν ζητηθεί και ότι γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο κάλεσε την Επιτροπή να μελετήσει τις πρωτοβουλίες που είχε αναλάβει για την αντιμετώπιση της καταστάσεως στο μέλλον. Όσον αφορά την παροχή μη πλήρων στοιχείων για το έτος 1986, η Ιταλική Δημοκρατία παρατηρεί ότι δεν πρόκειται για καθοριστικές παραλείψεις.
15.
Η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει επίσης ότι η έρευνα για το έτος 1990 περιέχει πολλές καινοτομίες και ότι ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις όχι μόνο της οδηγίας 78/546/ΕΟΚ αλλά και της μεταγενέστερης οδηγίας 89/462/ΕΟΚ.
16.
Η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει, τέλος, ότι καταβλήθηκε σημαντική προσπάθεια για την ποιοτική βελτίωση των πληροφοριών και ότι η Επιτροπή έπρεπε, ενόψει της μελλοντικής καταστάσεως, να εκτιμήσει την προσπάθεια αυτή και να εξετάσει τη δυνατότητα παραιτήσεως από την προσφυγή, δεδομένου ότι η δίκη έχει καταστεί άνευ αντικειμένου.
Κ. Ν. Κακούρης
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
8ης Μαΐου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-266/89,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Sergio Fabro, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Guido Berardis, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον καθηγητή Luigi Ferrari Bravo, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Ivo Braguglia, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ιταλίας, 5, rue Marie-Adélaïde,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, εξακολουθώντας να μην εφαρμόζει την οδηγία 78/546/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1978, περί των στατιστικών καταστάσεων για τις οδικές μεταφορές εμπορευμάτων στο πλαίσιο περιφερειακής στατιστικής ( ΕΕ ειδ. έκδ. 07/002, σ. 65 ), παρά την απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 1985, υπόθεση 101/84, Επιτροπή κατά Ιταλίας ( Συλλογή 1985, σ. 2629 ), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, Πρόεδρο, G. F. Mancini, T. F. O'Higgins, G. C. Moitinho de Almeida, προέδρους τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, F. Α. Schockweiler και Μ. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Μ. Darmon
γραμματέας: Η. Α. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τους διαδίκους που αγόρευσαν κατά τη συνεδρίαση της 23ης Ιανουαρίου 1991, κατά την οποία η Επιτροπή εκπροσωπήθηκε από τον Antonio Aresu και τον Guido Berardis, μέλη της νομικής της υπηρεσίας, η δε Ιταλική Δημοκρατία από τον Ivo Braguglia,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Φεβρουαρίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Αυγούστου 1989, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με αίτημα να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 1985, υπόθεση 101/84, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1985, σ. 2619), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2
Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι
«η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να καταρτίσει στατιστικές καταστάσεις οδικών μεταφορών εμπορευμάτων, κατά τον τρόπο που προβλέπει η οδηγία 78/546/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1978, περί των στατιστικών καταστάσεων για τις οδικές μεταφορές εμπορευμάτων στο πλαίσιο περιφερειακής στατιστικής ( ΕΕ ειδ. έκδ. 07/002, σ. 65 ), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει των διατάξεων της οδηγίας αυτής ».
3
Πολλούς μήνες μετά τη δημοσίευση της ως άνω αποφάσεως του Δικαστηρίου, η Επιτροπή, κρίνοντας ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν είχε συμμορφωθεί προς την απόφαση αυτή, ζήτησε, με έγγραφο οχλήσεως της 22ας Ιουνίου 1988, από την Ιταλική Δημοκρατία να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της. Θεωρώντας ανεπαρκή την απάντηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, η Επιτροπή της απηύθυνε, στις 10 Απριλίου 1989, αιτιολογημένη γνώμη. Η Ιταλική Δημοκρατία απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη με έγγραφο της 28ης Ιουνίου 1989, αποστέλλοντας συμπληρωματικά στοιχεία. Η Επιτροπή, κρίνοντας ότι τα στοιχεία αυτά δεν ήταν πλήρη, άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
4
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση περιγράφονται διεξοδικώς το ιστορικό της διαφοράς και η εξέλιξη της διαδικασίας και αναπτύσσονται οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
5
Η Ιταλική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί το βάσιμο των πραγματικών ισχυρισμών της Επιτροπής, η οποία υποστηρίζει ότι η καθής δεν συμμορφώθηκε δεόντως προς την προαναφερθείσα απόφαση.
6
Ωστόσο, για πρώτη φορά κατά την προφορική διαδικασία, η Ιταλική Δημοκρατία ισχυρίστηκε ότι η παράβαση που αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής αφορά την παράλειψη της σχετικά με τις απαιτούμενες από την προαναφερθείσα οδηγία 78/546/ΕΟΚ στατιστικές καταστάσεις των οδικών μεταφορών εμπορευμάτων για τα μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως της 11ης Ιουλίου 1985 έτη. Συνεπώς, κατά την καθής, η συμπεριφορά αυτή, αν συνιστά παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την οδηγία, αποτελεί νέα παράβαση και, εν πάση περιπτώσει, δεν συνιστά παράβαση του άρθρου 171 της Συνθήκης ΕΟΚ, δεδομένου ότι η παράβαση που αναγνωρίστηκε με την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985 αφορούσε τα προ της δημοσιεύσεως της εν λόγω αποφάσεως έτη.
7
Η επιχειρηματολογία της Ιταλικής Δημοκρατίας στηρίζεται στην άποψη ότι για κάθε έτος υφίσταται αυτοτελής υποχρέωση των κρατών μελών να συγκεντρώνουν τα στατιστικά στοιχεία που απαιτεί η προαναφερθείσα οδηγία 78/546. Επειδή οι σχετικές καταστάσεις είναι ετήσιες, υφίσταται, κατά την καθής, χωριστή παράβαση κάθε έτος. Κατά συνέπεια, οι αιτιάσεις της Επιτροπής όσον αφορά τη μη εφαρμογή της οδηγίας για τα μετά το 1985 έτη δεν καλύπτονται από την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985 και η προσφυγή, η οποία στηρίζεται στο άρθρο 171 της Συνθήκης, είναι, κατά την άποψη της καθής, απορριπτέα.
8
Τα επιχειρήματα της Ιταλικής Δημοκρατίας, ανεξαρτήτως της καθυστερημένης προβολής τους, δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.
9
Είναι αληθές ότι η Επιτροπή, προς στήριξη των αιτιάσεών της, αναφέρεται, με το δικόγραφο της προσφυγής, σε παραβάσεις που αφορούν τα έτη 1986 έως 1988 και ότι δεν προσάπτει στην Ιταλική Δημοκρατία το ότι δεν συγκέντρωσε τα στατιστικά στοιχεία για τα προ του 1985 έτη. Είναι επίσης αληθές ότι η οδηγία 78/546/ΕΟΚ επιβάλλει στα κράτη μέλη να συγκεντρώνουν κατ' έτος τα στατιστικά στοιχεία που προβλέπονται από την οδηγία.
10
Πρέπει, ωστόσο, να παρατηρηθεί ότι το άρθρο 10 της προαναφερθείσας οδηγίας επιβάλλει, γενικώς, στα κράτη μέλη να θέσουν σε ισχύ τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να συμμορφωθούν προς την οδηγία το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου 1979.
11
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να θεσπίσουν σύστημα το οποίο να εξασφαλίζει την τακτική και έγκαιρη διαβίβαση των στατιστικών στοιχείων που προβλέπει η οδηγία. Συνεπώς, η υποχρέωση την οποία υπέχουν σχετικά τα κράτη μέλη είναι ενιαία, καίτοι παράγει αποτελέσματα κατ' έτος.
12
Η ως άνω απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 1985 αναφέρεται στη βασική αυτή υποχρέωση. Από αυτό έπεται ότι το γεγονός ότι η Ιταλική Δημοκρατία εξακολουθεί να μη συγκεντρώνει τα στατιστικά στοιχεία για τα μετά το 1985 έτη συνιστά παράβαση της ιδίας υποχρεώσεως, όπως η παράβαση αυτή αναγνωρίστηκε με την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου.
13
Ενόψει των ανωτέρω διαπιστώσεων, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, εξακολουθώντας να μην καταρτίζει στατιστικές καταστάσεις για τις οδικές μεταφορές εμπορευμάτων, κατά τον τρόπο που προβλέπει η οδηγία 78/546/ΕΟΚ, περί των στατιστικών καταστάσεων για τις οδικές μεταφορές εμπορευμάτων στο πλαίσιο περιφερειακής στατιστικής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας και από το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Επί των δικαστικών εξόδων
14
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Ιταλική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Η Ιταλική Δημοκρατία, εξακολουθώντας να μην καταρτίζει στατιστικές καταστάσεις για τις οδικές μεταφορές εμπορευμάτων, κατά τον τρόπο που προβλέπει η οδηγία 78/546/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1978, περί των στατιστικών καταστάσεων για τις οδικές μεταφορές εμπορευμάτων στο πλαίσιο περιφερειακής στατιστικής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας και από το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2)
Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Due
Mancini
O'Higgins
Moitinho de Almeida
Κακούρης
Schockweiler
Zuleeg
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 8 Μαΐου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy