ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-269/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
Το Vlees- en Vleeswarenbesluit (ολλανδικό διάταγμα περί κρέατος και αλλαντικών ), της 27ης Απριλίου 1987, που εκδόθηκε δυνάμει των άρθρων 14 και 16 του Warenwet ( ολλανδικός νόμος περί ελέγχου ποιότητας των προϊόντων ), θέτει ορισμένους κανόνες ως προς τη σύνθεση και την ονομασία του κρέατος και των προϊόντων που έχουν ως βάση το κρέας. Μεταξύ των κανόνων αυτών, το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο ο, καθιερώνει ένα ποσοστό καλούμενο ratio Feder, το οποίο εκφράζει τη σχέση μεταξύ της περιεκτικότητας σε νερό και της περιεκτικότητας σε οργανικές μη λιπαρές ουσίες.
Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ, ένα «vleeswaar» (αλλαντικά) πρέπει να πληροί την προϋπόθεση κατά την οποία η σχέση μεταξύ της περιεκτικότητας σε νερό και της περιεκτικότητας σε οργανικές μη λιπαρές ουσίες (ratio Feder) να μην υπερβαίνει την τιμή 4. Με το άρθρο 4, παράγραφος 2, σημείο 3, η ίδια αυτή ratio Feder προβλέπεται και για τα « vleesprodukten » (προϊόντα έχοντα ως βάση το κρέας ).
2.
Η εταιρία Bonfait BV, πώλησε και παρέδωσε, εντός του Δήμου Almeno, τον Αύγουστο και Σεπτέμβιο του 1988, ορισμένα προϊόντα με την ονομασία «vleeswaren» (αλλαντικά). Στην περίπτωση εκείνη, επρόκειτο για « Mosaikpastete » και « Kaiserjagdwurst », τα οποία είχε αγοράσει από την επιχείρηση Kernpers που είναι εγκατεστημένη στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, όπου τα προϊόντα αυτά νομίμως παράγονται και διατίθενται στο εμπόριο.
Η σχέση μεταξύ της περιεκτικότητας σε νερό και της περιεκτικότητας σε οργανικές μη λιπαρές ουσίες ήταν 4,7 για το «Mosaikpastete » και 4,5 για το « Kaiserjagdwurst ».
Κατόπιν τούτου ασκήθηκε κατά της Bonfait BV δίωξη ενώπιον του αγορανομικού δικαστή του Arrondissementsrechtbank του Almelo, διότι χρησιμοποιούσε για τα εν λόγω προϊόντα ονομασία διεπομένη από τη νομοθεσία των Κάτω Χωρών, χωρίς να έχει τηρήσει τις ισχύουσες εν προκειμένω προϋποθέσεις.
3.
Κρίνοντας ότι η διαφορά έθετε πρόβλημα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, ο αγορανομικός δικαστής του Arrondissementsrechtbank του Almelo αποφάσισε, με παρεμπίπτουσα απόφαση της 29ης Ιουνίου 1989, να αναστείλει την ενώπιον του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Εφαρμόζονται ή όχι οι διατάξεις του ολλανδικού “Vlees- en Vleeswarenbesluit ” επί των προϊόντων που έχουν ως βάση το κρέας και εισάγονται στις Κάτω Χώρες από άλλα κράτη μέλη;
2)
Αποτελούν οι προαναφερθείσες διατάξεις μέτρα κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ;
3)
Αποσκοπούν οι προαναφερθείσες διατάξεις στην προστασία της δημοσίας υγείας στις Κάτω Χώρες; »
4.
Η Διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 5 Σεπτεμβρίου 1989.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις:
— στις 5 Δεκεμβρίου 1989, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον René Barents, μέλος της νομικής της υπηρεσίας,
— στις 6 Δεκεμβρίου 1989, η Ολλανδική Κυβέρνηση εκπροσωπούμενη από τον Β. R. Bot, Secretaris-generaal του Υπουργείου Εξωτερικών,
— στις 7 Δεκεμβρίου 1989, η εταιρία Bonfait BV, κατηγορουμένη της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενη από τον δικηγόρο R. J. Μ. Cremers.
Στις 21 Φεβρουαρίου 1990, το Δικαστήριο αποφάσισε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, να αναθέσει την υπόθεση στο πρώτο του τμήμα.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετ' ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Π — Περίληψη των γραπτών παρατηρήσεων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
5.
Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, η Bonfait BV ισχυρίζεται ότι οι εθνικοί κανόνες που εφαρμόζονται στην υπό κρίση περίπτωση δεν είναι αυτοί του Vlees- en Vleeswarenbesluit, αλλά οι κανόνες του διατάγματος της 4ης Μαρτίου 1985, σχετικά με την εισαγωγή προϊόντων που έχουν ως βάση το κρέας προελεύσεως από κράτη μέλη της ΕΟΚ, το οποίο εκδόθηκε για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο, μεταξύ άλλων, της οδηγίας 77/99/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1976, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών προϊόντων με βάση το κρέας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/17, σ. 60 ). Εφόσον οι εφαρμοζόμενες εν προκειμένω οδηγίες δεν περιλαμβάνουν κανόνες σχετικούς με τη ratio Feder, η πρόβλεψη της τελευταίας από τον Vlees- en Vleeswarenbesluit συνιστά παράβαση του κοινοτικού δικαίου και δεν μπορεί, επομένως, να τύχει εφαρμογής.
Όσον αφορά το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα, η κατηγορουμένη εταιρία επισημαίνει ότι τα επίμαχα προϊόντα είναι σύμφωνα με τους ισχύοντες στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κανόνες και μπορούν, επομένως, να πωλούνται εκεί ως « Fleischware » ( αλλαντικά ). Καίτοι η ratio Feder είναι, αυτή καθεαυτή, άγνωστη στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το « Mosaikpastete » και το « Kaiserjagdwurst » ανταποκρίνονται σε σημαντικό βαθμό στον γερμανικό κανόνα όσον αφορά τη σχέση « Wasser: Eiweiss» ( νερό/αλβουμίνη ), στις περιοχές όπου ισχύουν οι σχετικές προϋποθέσεις.
Η Bonfait BV επικαλείται τη νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς στις εισαγωγές, τα οποία απαγορεύονται από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ. Συναφώς, η αδυναμία χρησιμοποιήσεως των ονομασιών « vleeswaar » ( αλλαντικά ) και « vleesprodukten » ( προϊόντα έχοντα ως βάση το κρέας) για προϊόντα που δεν συγκεντρώνουν τις επιβαλλόμενες από το Vlees- en Vleeswarenbesluit προϋποθέσεις έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της ανταγωνιστικότητας ενός προϊόντος και συνιστά επομένως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος, πράγμα που το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει, κυρίως, με την απόφαση του της 12ης Μαρτίου 1987, Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (178/84, «Ζύθος», Συλλογή 1987, σ. 1277).
Εφόσον, κατά την κατηγορουμένη της κύριας δίκης, η Επιτροπή έχει ήδη θεσπίσει, με την προαναφερθείσα οδηγία, κανόνες στον τομέα αυτό, δεν είναι, ως εκ τούτου, δυνατή η εφαρμογή του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΟΚ. Έστω και αν υποτεθεί ότι το άρθρο 36 τυγχάνει εφαρμογής, από πουθενά δεν προκύπτει ότι η περιεκτικότητα σε νερό συνιστά πραγματικό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, ενώ, εν πάση περιπτώσει, η προστασία των καταναλωτών μπορεί να διασφαλίζεται με λιγότερο καταναγκαστικά μέσα, όπως η επίθεση της κατάλληλης ετικέτας.
6.
Η ΟΑΑανοική Κνβέρνηοη φρονεί ότι το πρώτο ερώτημα αφορά την ερμηνεία μιας εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως και ότι, επομένως, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να απαντήσει σ' αυτό.
Επισημαίνει ότι η προαναφερθείσα οδηγία 77/99 του Συμβουλίου δεν περιλαμβάνει κανόνες σχετικά με τη σύνθεση και τη χρήση προσθέτων ουσιών στα προϊόντα που έχουν ως βάση το κρέας. Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη μπορούν μόνα τους να ρυθμίζουν τα θέματα αυτά.
Όσον αφορά το δεύτερο, και τρίτο ερώτημα, η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι τα σχετικά προϊόντα δεν διατίθενται στο εμπόριο αποκλειστικά με την ονομασία που νομίμως χρησιμοποιείται εντός άλλου κράτους μέλους αλλά ότι αυτά φέρουν, μετά την εισαγωγή τους, ονομασία που ρυθμίζεται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους εισαγωγής. Επομένως, η προστασία του καταναλωτή και η εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών απαιτεί τη χρησιμοποίηση άλλου προσδιορισμού, εν προκειμένω « produkt met x % vlees » (προϊόν περιέχον x % κρέατος). 'Ετσι, ο καταναλωτής θα γνωρίζει τόσο ότι το σχετικό προϊόν δεν αποτελεί παραδοσιακό αλλαντικό όσο και το μέγεθος της σχετικής διαφοράς.
Κατά την Επιτροπή, η οποία προτείνει την αναδιατύπωση των υποβληθέντων ερωτημάτων σε ένα και μόνο ερώτημα, μια εθνική ρύθμιση όπως η προκείμενη συνιστά κλασικό εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, εφόσον ένα εισαγόμενο προϊόν στερείται της ονομασίας υπό την οποία διατίθεται στο εμπόριο εντός του κράτους μέλους εξαγωγής, για τον λόγο ότι η ονομασία αυτή επιφυλάσσεται από το κράτος μέλος εισαγωγής στα προϊόντα που διαθέτουν ορισμένα χαρακτηριστικά. Το εισαγόμενο προϊόν πρέπει να προσδιορίζεται από μια ονομασία, εν προκειμένω « produkt met x % vlees » ( προϊόν περιέχον x % κρέατος ), η οποία είναι λιγότερο γνωστή ή λιγότερο εκτιμώμενη από τον καταναλωτή. Η προστασία του καταναλωτή μπορεί να διασφαλίζεται με την επίθεση της κατάλληλης ετικέτας χάρις στην οποία ο καταναλωτής πληροφορείται σχετικά με τη διαφορετική σύνθεση του εν λόγω προϊόντος.
G. C. Rodríguez Iglesias
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 13ης Νοεμβρίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-269/89,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του αγορανομικού δικαστή του Arrondissementsrechtbank του Almelo ( Κάτω Χώρες ) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά της
Bonfait BV, εταιρίας ολλανδικού δικαίου με έδρα την Denekamp,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. C Rodríguez Iglesias, πρόεδρο τμήματος, Sir Gordon Slynn και R. Joliét, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Μ. Darmon
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
η εταιρία Bonfait BV, εκπροσωπούμενη από τον R. J. Μ. Cremers, δικηγόρο Almelo,
η Ολλανδική Κυβέρνηση εκπροσωπούμενη από τον Β. R. Bot, γενικό γραμματέα του Υπουργείου Εξωτερικών,
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον René Barents, μέλος της νομικής της υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 2ας Μαΐου 1990, τις παρατηρήσεις της εταιρίας Bonfait BV εκπροσωπούμενης από τον Hijmans, δικηγόρο Almelo, της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον Heukels, και της Επιτροπής,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Σεπτεμβρίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με παρεμπίπτουσα απόφαση της 29ης Ιουνίου 1989, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 5 Σεπτεμβρίου 1989, ο αγορανομικός δικαστής του Arrondissementsrechtbank του Almelo υπέβαλε, κατ' εφαρμογή ν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο ποινικής διώξεως κατά της Bonfait BV, για τον λόγο ότι η εταιρία αυτή χρησιμοποιούσε για προϊόντα που είχε εισαγάγει από την^ Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ονομασία ρυθμιζόμενη από τη νομοθεσία των Κάτω Χωρών χωρίς να συντρέχουν οι προς τούτο προβλεπόμενες προϋποθέσεις.
3
Το Vlees- en Vleeswarenbesluit ( ολλανδικό διάταγμα περί κρέατος και αλλαντικών ), της 27ης Απριλίου 1987, περιλαμβάνει ορισμένους κανόνες σχετικά με τη σύνθεση και την ονομασία του κρέατος και των προϊόντων που έχουν ως βάση το κρέας. Στους κανόνες αυτούς προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ένα ποσοστό καλούμενο ratio Feder, το οποίο εκφράζει τη σχέση μεταξύ της περιεκτικότητας σε νερό και της περιεκτικότητας σε οργανικές μη λιπαρές ουσίες.
4
Σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ, του διατάγματος αυτού, ένα « vleeswaar » ( αλλαντικό ) πρέπει να πληροί την προϋπόθεση ότι η αναλογία Feder δεν πρέπει να υπερβαίνει την τιμή 4.
5
Κατά της εταιρίας Bonfait ασκήθηκε ποινική δίωξη διότι, τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο του 1988, πώλησε και παρέδωσε, ως υπαγόμενα στην κατηγορία των « vleeswaren » ( αλλαντικά ), « Mosaikpastete » και « Kaiserjagdwurst », τα οποία είχε εισαγάγει από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, όπου τα προϊόντα αυτά νομίμως διατίθενται στο εμπόριο ως « Fleischware » ( αλλαντικά ), και των οποίων η περιεκτικότητα σε νερό σε σχέση με την περιεκτικότητα σε οργανικές μη λιπαρές ουσίες ήταν αντίστοιχα 4,7 και 4,5.
6
Στο πλαίσιο αυτών ακριβώς των γεγονότων, το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε προς το Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Εφαρμόζονται ή όχι οι διατάξεις του ολλανδικού “Vlees- en Vleeswarenbesluit ” επί των προϊόντων που έχουν ως βάση το κρέας και εισάγονται στις Κάτω Χώρες από άλλα κράτη μέλη;
2)
Αποτελούν οι προαναφερθείσες διατάξεις μέτρα κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ;
3)
Αποσκοπούν οι προαναφερθείσες διατάξεις στην προστασία της δημοσίας υγείας στις Κάτω Χώρες; »
7
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση εκτίθενται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά και το νομικό πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
8
Καταρχάς, πρέπει να επισημανθεί ότι, κατά το μέτρο που τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία εθνικών διατάξεων, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί.
9
Ωστόσο, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι με τα ερωτήματα αυτά το εθνικό δικαστήριο ζητεί, κατ' ουσίαν, να μάθει αν τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης εμποδίζουν την εφαρμογή επί εισαγομένων από άλλο κράτος μέλος προϊόντων μιας εθνικής ρυθμίσεως κατά την οποία η ονομασία « αλλαντικά » επιφυλάσσεται αποκλειστικά στα προϊόντα που πληρούν την προϋπόθεση μιας ορισμένης αναλογίας όσον αφορά τη σχέση μεταξύ της περιεκτικότητας σε νερό και της περιεκτικότητας σε οργανικές μη λιπαρές ουσίες.
10
Πρέπει, καταρχάς, να υπομνηστεί η πάγια νομολογία που έχει καθιερωθεί με την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, Procureur du Roi κατά Dassonville (8/74, Jurispr. 1974, σ. 837), κατά την οποία η απαγόρευση μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς την οποία επιβάλλει το άρθρο 30 της Συνθήκης αφορά κάθε εμπορική ρύθμιση των κρατών μελών που είναι ικανή να παρεμβάλλει εμπόδια, άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, στο ενδοκοινοτικό εμπόριο.
11
Περαιτέρω, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία ( κυρίως την απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979, Rewę, 120/78, Jurispr. 1979, σ. 649, την απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1982, Rau, 261/81, Συλλογή 1982, σ. 3961, και την απόφαση της 12ης Μαρτίου 1987, Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, 178/84, Συλλογή 1987, σ. 1227 ), ελλείψει κοινών κανόνων που να ρυθμίζουν τη διάθεση στο εμπόριο των οικείων προϊόντων, τα εμπόδια στην ενδοκοινοτική κυκλοφορία που απορρέουν από τις διαφορές που υφίστανται στις εθνικές ρυθμίσεις πρέπει να είναι ανεκτά κατά το μέτρο που τέτοιες ρυθμίσεις, οι οποίες εφαρμόζονται αδιακρίτως επί εγχωρίων και εισαγομένων προϊόντων, δικαιολογούνται ως αναγκαίες για την ικανοποίηση επιτακτικών απαιτήσεων εχουσων σχέση, μεταξύ άλλων, με την προστασία των καταναλωτών ή την εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών. Επιπλέον, οι ρυθμίσεις αυτές πρέπει να είναι ανάλογες προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Αν ένα κράτος μέλος έχει τη δυνατότητα να επιλέξει μεταξύ διαφόρων μέτρων για την επίτευξη του ίδιου σκοπού, σ' αυτό εναπόκειται η επιλογή του μέσου που παρεμβάλλει τα λιγότερα εμπόδια στην ελευθερία του εμπορίου.
12
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η εφαρμογή της περιγραφόμενης από το εθνικό δικαστήριο ρυθμίσεως επί εισαγομένων προϊόντων, τα οποία, καίτοι νομίμως διατίθενται στο εμπόριο εντός της χώρας καταγωγής ως αλλαντικά, δεν πληρούν την προϋπόθεση σχετικά με τη σχέση μεταξύ της περιεκτικότητας σε νερό και της περιεκτικότητας σε οργανικές μη λιπαρές ουσίες, είναι ικανή να παρεμβάλλει εμπόδια στην εισαγωγή τους.
13
Η σημασία της διαπιστώσεως αυτής δεν μειούται από το γεγονός, το οποίο επισήμανε η Ολλανδική Κυβέρνηση, ότι η εν λόγω ρύθμιση δεν επιφυλάσσει για τα εγχώρια προϊόντα μια γενική ονομασία.
14
Επομένως, πρέπει να ελεγχθεί αν η εφαρμογή της επίμαχης ρυθμίσεως μπορεί να δικαιολογείται, αφενός, από επιτακτικούς λόγους έχοντες σχέση με την προστασία των καταναλωτών ή με την εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών, όπως προβλήθηκε από την Ολλανδική Κυβέρνηση, ή, αφετέρου, από λόγους σχετικούς με την προστασία της υγείας των ανθρώπων.
15
Όσον αφορά την προστασία των καταναλωτών, πρέπει να επισημανθεί ότι αυτή πρέπει να διασφαλίζεται με μέσα που να μην παρεμβάλλουν εμπόδια στην εισαγωγή προϊόντων που νομίμως παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο εντός άλλων κρατών μελών, ιδίως με την επίθεση κατάλληλης ετικέτας αφορώσας τη φύση του πωλουμένου προϊόντος (απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1981, Επιτροπή κατά Ιταλίας, 193/80, Συλλογή 1981, σ. 3019 και η προαναφερθείσα απόφαση της 12ης Μαρτίου 1987, 178/84). Μια ετικέτα, η οποία θα περιείχε χρήσιμες διευκρινίσεις σχετικά με τη σύνθεση ενός προϊόντος και θα μνημόνευε τις αντίστοιχες αναλογίες των συστατικών του, θα επέτρεπε στον καταναλωτή να κάνει την επιλογή του ενδεχομένως υπέρ προϊόντων πληροόντων την προϋπόθεση όσον αφορά τη σχέση μεταξύ της περιεκτικότητας σε νερό και της περιεκτικότητας σε οργανικές μη λιπαρές ουσίες που ορίζεται στο Vlees- en Vleeswarenbesluit για τα « vleeswaren » ( αλλαντικά ).
16
Όσον αφορά την εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί (απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 1985, Miro, 182/84, Συλλογή 1985, σ. 3731) ότι, στο πλαίσιο ενός συστήματος κοινής αγοράς, συμφέροντα όπως η εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών πρέπει να διασφαλίζονται με τον αμοιβαίο σεβασμό των χρηστών και παραδοσιακών συναλλακτικών ηθών που κρατούν στα διάφορα κράτη μέλη.
17
Υπό το πρίσμα αυτό, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ουσιώδης επιταγή της εντιμότητας των εμπορικών συναλλαγών το να μη μπορούν τα εισαγόμενα από άλλο κράτος μέλος προϊόντα, τα οποία δεν πληρούν την προϋπόθεση ορισμένης μεγίστης τιμής περιεκτικότητας σε νερό σε σχέση με την περιεκτικότητα σε οργανικές μη λιπαρές ουσίες, να διατίθενται στο εμπόριο υπό ορισμένη ονομασία ( εν προκειμένω ως « vleeswaren », αλλαντικά), ενώ, αφενός, τα προϊόντα αυτά νομίμως παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο εντός του κράτους μέλους προελεύσεως υπό ανάλογη ονομασία ( εν προκειμένω « Fleischware », αλλαντικά ), και, αφετέρου, έχει διασφαλιστεί η δέουσα πληροφόρηση των αγοραστών.
18
Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι η εφαρμογή επί εισαγομένων από άλλα κράτη μέλη προϊόντων μιας ρυθμίσεως όπως αυτής που περιγράφεται από το εθνικό δικαστήριο δεν δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους έχοντες σχέση με την προστασία των καταναλωτών ή την εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών.
19
Ούτε, πολλώ μάλλον, άλλωστε η εφαρμογή μιας τέτοιας ρυθμίσεως επί εισαγομένων προϊόντων δικαιολογείται από λόγους αναγόμενους στην προστασία της υγείας των ανθρώπων, εφόσον αποδεικνύεται ότι μη σύμφωνα προς τη ρύθμιση αυτή προϊόντα μπορούν να διατίθενται στο εμπόριο υπό ονομασία διαφορετική απ' αυτήν που ορίζουν οι διατάξεις της.
20
Επομένως, στα ερωτήματα του εθνικού δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης εμποδίζουν την εφαρμογή επί εισαγομένων από άλλο κράτος μέλος προϊόντων μιας εθνικής ρυθμίσεως, η οποία επιφυλάσσει την ονομασία « αλλαντικά » στα προϊόντα που πληρούν την προϋπόθεση ορισμένης αναλογίας όσον αφορά τη σχέση μεταξύ της περιεκτικότητας σε νερό και της περιεκτικότητας σε οργανικές μη λιπαρές ουσίες.
Επί των δικαστικών εξόδων
21
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα ),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με παρεμπίπτουσα απόφαση της 29ης Ιουνίου 1989 ο αγορανομικός δικαστής του Arrondissementsrechtbank του Almelo, αποφαίνεται:
Τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης εμποδίζουν την εφαρμογή επί εισαγομένων από άλλο κράτος μέλος προϊόντων μιας εθνικής ρυθμίσεως η οποία επιφυλάσσει την ονομασία «αλλαντικά» στα προϊόντα που πληρούν την προϋπόθεση ορισμένης αναλογίας όσον αφορά τη σχέση μεταξύ της περιεκτικότητας σε νερό και της περιεκτικότητας σε οργανικές μη λιπαρές ουσίες.
Rodríguez Iglesias
Joliét
Slynn
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 13 Νοεμβρίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος
G. C. Rodríguez Iglesias
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy