Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Προσφυγή λόγω παραβάσεως * Αντικείμενο της διαφοράς * Προσδιορισμός με την αιτιολογημένη γνώμη * Προθεσμία που τάσσεται στο κράτος μέλος * Μεταγενέστερη παύση της παραβάσεως * Συμφέρον προς συνέχιση της διαδικασίας * Ενδεχόμενη ευθύνη του κράτους μέλους
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 169)
2. Αλιεία * Κοινή διαρθρωτική πολιτική * 'Υδατα υπαγόμενα στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία των κρατών μελών * Ισότητα προσβάσεως των αλιέων της Κοινότητας * Απαγόρευση αλιείας εντός της αποκλειστικής ζώνης αλιείας επιβαλλόμενη από το κράτος μέλος εις βάρος ορισμένων σκαφών υπό σημαία άλλου κράτους μέλους * Δεν επιτρέπεται
(Κανονισμός 101/76 του Συμβουλίου, άρθρο 2 PAR 1)
3. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων * Ποσοτικοί περιορισμοί * Απαγόρευση μεταφορτώσεως ψαριών εντός της αποκλειστικής του ζώνης αλιείας και εκφορτώσεως στο έδαφός του επιβαλλόμενη από κράτος μέλος εις βάρος ορισμένων σκαφών υπό σημαία άλλου κράτους μέλους * Δεν επιτρέπεται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 30)
Περίληψη
1. Το αντικείμενο της προσφυγής που ασκείται βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης προσδιορίζεται με την αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής, ακόμη δε και στην περίπτωση που η παράβαση αίρεται μετά την πάροδο της προθεσμίας που προβλέπει το εδάφιο 2 του άρθρου αυτού, υπάρχει συμφέρον στη συνέχιση της δίκης προκειμένου να αναγνωρισθεί η ενδεχομένη ευθύνη του κράτους μέλους λόγω της παραβάσεώς του, έναντι άλλων κρατών μελών, της Κοινότητας ή μεμονωμένων ατόμων.
2. 'Ενα κράτος μέλος παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 101/76, που καθιερώνει την αρχή της ισότητας των όρων προσβάσεως και εκμεταλλεύσεως των αποθεμάτων αλιείας στα θαλάσσια ύδατα τα οποία υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία των κρατών μελών για όλα τα αλιευτικά σκάφη υπό σημαία ενός των κρατών μελών και νηολογημένα στην επικράτεια της Κοινότητας, όταν απαγορεύει την αλιεία στην αποκλειστική του ζώνη σε ορισμένα σκάφη υπό σημαία άλλου κράτους μέλους. Η παράβαση αυτή δεν δικαιολογείται από το γεγονός ότι ο αποκλεισμός από το άλλο κράτος μέλος των ίδιων αυτών σκαφών από την πρόσβαση στις εθνικές του ποσοστώσεις δεν αντιβαίνει προς το κοινοτικό δίκαιο.
3. Η απαγόρευση από κράτος μέλος που επιβάλλεται σε ορισμένα σκάφη, υπό σημαία άλλου κράτους μέλους, να μεταφορτώνουν εντός της αποκλειστικής ζώνης αλιείας του και να εκφορτώνουν ψάρια στο έδαφός του συνιστά εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων απαγορευόμενο από το άρθρο 30 της Συνθήκης.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-280/89,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τους Robert Fischer, νομικό σύμβουλο, και Peter Oliver, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
υποστηριζόμενη από το
Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο αρχικά από τον Javier Conde de Saro και εν συνεχεία από τον Alberto Jose Navarro Gonzalez, γενικό διευθυντή συντονισμού νομικών και θεσμικών κοινοτικών ζητημάτων, και από τη Rosario Silva de Lapuerta, Abogado del Estado, προϊσταμένη της υπηρεσίας κοινοτικών υποθέσεων, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την ενταύθα Πρεσβεία της Ισπανίας, 4-6, boulevard Emmanuel Servais,
παρεμβαίνον,
κατά
Iρλανδίας, εκπροσωπουμένης από τον Louis J. Dockery, chief state solicitor, επικουρούμενο από τον James O' Reilly, senior counsel του Δικηγορικού Συλλόγου Ιρλανδίας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την ενταύθα πρεσβείας της Ιρλανδίας, 28, route d' Arlon,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι η Ιρλανδία, εφαρμόζοντας τους Sea Fishing Boats Regulations 1986 (κανονιστική ρύθμιση περί των αλιευτικών σκαφών), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 101/76 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 1976, περί θεσπίσεως κοινής διαρθρωτικής πολιτικής στον τομέα της αλιείας (ΕΕ ειδ. έκδ. 04/001, σ. 61), και 27 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3796/81 του Συμβουλίου, της 29ης Δεκεμβρίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των προϊόντων αλιείας (ΕΕ L 379, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, Κ. Ν. Κακούρη, G. C. Rodriguez Iglesias και Μ. Ζuleeg, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, R. Jolier, F. A. Schockweiler, J. C. Moitinho de Almeida, F. Grevisse, M. Diez de Velasco και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Gulmann
γραμματέας: Δ. Τριανταφύλλου, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 17ης Μαρτίου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Μαΐου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Σεπτεμβρίου 1989, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιρλανδία, εφαρμόζοντας τους Sea Fishing Boats Regulations 1986 (κανονιστική ρύθμιση περί των αλιευτικών σκαφών), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 101/76 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 1976, περί θεσπίσεως κοινής διαρθρωτικής πολιτικής στον τομέα της αλιείας (ΕΕ ειδ. έκδ. 04/001, σ. 61), και 27 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3796/81 του Συμβουλίου, της 29ης Δεκεμβρίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των προϊόντων αλιείας (ΕΕ L 379, σ. 1).
2 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι, βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 1, των Sea Fishing Boats Regulations 1986 (SΙ αριθ. 289, ιρλανδική κανονιστική ρύθμιση του 1986 περί των σκαφών θαλάσσιας αλιείας), τα σκάφη θαλάσσιας αλιείας που είναι νηολογημένα στο Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και στις Αγγλονορμανδικές νήσους ή στη νήσο Μαν
"(...) δεν χρησιμοποιούνται για
α) την αλιεία εντός της αποκλειστικής ζώνης της χώρας,
β) την εκφόρτωση αλιευμάτων εντός της χώρας,
γ) τη μεταφόρτωση αλιευμάτων προς ή από τα εν λόγω σκάφη θαλάσσιας αλιείας, ανεξαρτήτως του αν βρίσκονται στο λιμάνι ή αλλού, εντός της ζώνης αυτής,
εκτός αν κατά την ημέρα της χρησιμοποιήσεως αυτής 75 % τουλάχιστον των μελών του πληρώματος είναι Ιρλανδοί πολίτες ή υπήκοοι άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Κοινότητας [με εξαίρεση (...) έως την 1η Ιανουαρίου 1993 των Ισπανών ή Πορτογάλων υπηκόων οι οποίοι δεν είναι ούτε σύζυγοι ούτε τέκνα κάτω των είκοσι ενός ετών εργαζομένων (...) Ισπανών ή Πορτογάλων εγκατεστημένων ήδη στο Ηνωμένο Βασίλειο στο πλαίσιο των μεταβατικών μέτρων ως προς την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων τα οποία ελήφθησαν μετά την προσχώρηση (...) της Ισπανίας και της Πορτογαλίας στις Κοινότητες και προβλέπονται από τις αντίστοιχες συνθήκες προσχωρήσεως], που διαμένουν κανονικά στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη νήσο Μαν ή στις Αγγλονορμανδικές νήσους. Ως 'διαμονή' νοείται διαμονή στην ξηρά και, προς τούτο, η υπηρεσία σε βρετανικό σκάφος δεν θεωρείται ως διαμονή στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη νήσο Μαν ή στις Αγγλονορμανδικές νήσους".
3 Aπό τη δικογραφία προκύπτει επίσης ότι η επίδικη κανονιστική ρύθμιση θεσπίστηκε κατόπιν των μέτρων που έλαβε από την 1η Ιανουαρίου 1986 το Ηνωμένο Βασίλειο στον τομέα των αδειών αλιείας. Δυνάμει των μέτρων αυτών, η χορήγηση αδειών στα σκάφη που πλέουν υπό βρετανική σημαία εξαρτώνταν, μεταξύ άλλων, από την προϋπόθεση ιθαγενείας και από την προϋπόθεση κατοικίας που είναι ταυτόσημες με εκείνες που προβλέπει η επίδικη ιρλανδική κανονιστική ρύθμιση. Στόχος των βρετανικών μέτρων ήταν να εμποδίσουν τα υπό βρετανική σημαία σκάφη, τα οποία όμως ελέγχονται από ισπανικά συμφέροντα και των οποίων το πλήρωμα αποτελείται, κατά πλειονότητα, από Ισπανούς υπηκόους, να αλιεύουν από τις ποσοστώσεις του Ηνωμένου Βασιλείου. Η Ιρλανδία θέσπισε την επίδικη κανονιστική ρύθμιση για να αποκλείσει τα τελευταία αυτά σκάφη από τη δική της ζώνη αλιείας.
4 Θεωρώντας ότι η απαγόρευση αλιείας που προβλέπεται με την επίδικη κανονιστική ρύθμιση είναι αντίθετη προς το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 101/76 και ότι οι απαγορεύσεις ως προς την εκφόρτωση και τη μεταφόρτωση ψαριών του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχεία b και c, της επίδικης κανονιστικής ρυθμίσεως είναι αντίθετες προς τα άρθρα 30 της Συνθήκης ΕΟΚ και 27 του κανονισμού 3796/81, η Επιτροπή κίνησε κατά της Ιρλανδίας τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ.
5 Με διάταξη της 17ης Ιανουαρίου 1990, το Δικαστήριο επέτρεψε στο Βασίλειο της Ισπανίας να παρέμβει προς υποστήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής.
6 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα περιστατικά της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
7 Κατά την προφορική διαδικασία, η Ιρλανδική Κυβέρνηση εξέθεσε ότι η επίδικη κανονιστική ρύθμιση είχε καταργηθεί στις 11 Μαρτίου 1992. Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία (βλ. απόφαση της 18ης Μαρτίου 1992, C-29/90, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1992, σ. Ι-1971, σκέψη 12), το αντικείμενο της προσφυγής που ασκείται βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης προσδιορίζεται με την αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής, ακόμη δε και στην περίπτωση που η παράβαση αίρεται μετά την πάροδο της προθεσμίας που προβλέπει το εδάφιο 2 του άρθρου αυτού, υπάρχει συμφέρον στη συνέχιση της δίκης προκειμένου να αναγνωρισθεί η ενδεχομένη ευθύνη του κράτους μέλους λόγω της παραβάσεώς του, έναντι άλλων κρατών μελών, της Κοινότητας ή μεμονωμένων ατόμων.
8 Επιβάλλεται να εξετασθούν κατά πρώτο λόγο οι αιτιάσεις που διατύπωσε η Επιτροπή, εν συνεχεία οι αιτιολογίες που προέβαλε η Ιρλανδική Κυβέρνηση.
Επί της απαγορεύσεως αλιείας
9 Υπενθυμίζεται συναφώς ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 101/76 ορίζει τα εξής:
"Το καθεστώς το εφαρμοζόμενο από κάθε κράτος μέλος στην άσκηση της αλιευτικής δραστηριότητος στα θαλάσσια ύδατα, τα οποία υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία του, δεν δύναται να προκαλέσει διάφορη μεταχείριση έναντι των άλλων κρατών μελών.
Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ιδίως την ισότητα των όρων προσβάσεως και εκμεταλλεύσεως των αποθεμάτων που ευρίσκονται στα ύδατα τα αναφερόμενα στο πρώτο εδάφιο, σε όλα τα αλιευτικά σκάφη υπό σημαία ενός των κρατών μελών που είναι νηολογημένα στην επικράτεια της Κοινότητος."
10 Εξ αυτού προκύπτει ότι ένα κράτος μέλος δεν έχει την ευχέρεια να αποκλείει από την πρόσβαση και την εκμετάλλευση των αποθεμάτων που βρίσκονται στη δική του ζώνη αλιείας ορισμένα σκάφη υπό σημαία άλλου κράτους μέλους.
11 Κατά συνέπεια, η απαγόρευση αλιείας που επιβάλλεται σε ορισμένα σκάφη υπό βρετανική σημαία συνιστά εμπόδιο στην ισότητα των όρων προσβάσεως και εκμεταλλεύσεως των αποθεμάτων αλιείας στα θαλάσσια ύδατα τα οποία υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία των κρατών μελών, που καθιερώνεται με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 101/76 του Συμβουλίου.
Επί της απαγορεύσεως εκφορτώσεως και μεταφορτώσεως
12 Η Επιτροπή προβάλλει ότι, υπό ορισμένες επόψεις, τα σκάφη υπό βρετανική σημαία εξομοιούνται προς το βρετανικό έδαφος. Η αρχή αυτή διατυπώνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο στ', του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί του κοινού ορισμού της εννοίας της καταγωγής των εμπορευμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/001, σ. 20), κατά την οποία τα "προϊόντα της θαλασσίας αλιείας και άλλα θαλάσσια προϊόντα" θεωρούνται ως καταγόμενα απο μία χώρα αν "εξάγονται εκ της θαλάσσης από πλοία, που είναι νηολογημένα ή εγγεγραμμένα στη χώρα αυτή και φέρουν τη σημαία της ιδίας αυτής χώρας".
13 Εκ τούτου έπεται, κατά την Επιτροπή, ότι η εκφόρτωση των ψαριών στην Ιρλανδία από βρετανικό σκάφος πρέπει να θεωρείται ως εισαγωγή στη χώρα αυτή. Επομένως, η απαγόρευση μιας τέτοιας πράξεως ή η απαγόρευση μεταφορτώσεως για ορισμένα βρετανικά πλοία συνιστά ποσοτικό περιορισμό ή μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης και είναι αντίθετο προς το άρθρο 27, παράγραφος 2, του κανονισμού 3796/81, που ορίζει, για τα αλιευτικά σκάφη που φέρουν τη σημαία ενός των κρατών μελών, ίσους όρους εισόδου στα λιμάνια και στις εγκαταστάσεις του πρώτου σταδίου εμπορίας, καθώς και σε όλους τους εξοπλισμούς και όλες τις σχετικές τεχνικές εγκαταστάσεις.
14 Παρατηρείται συναφώς ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο στ', του κανονισμού 802/68, τα αλιεύματα των βρετανικών σκαφών είναι βρετανικής καταγωγής, ανεξάρτητα από τον τόπο αλιεύσεώς τους. Κατά συνέπεια, η απαγόρευση εκφορτώσεως ψαριών στην Ιρλανδία, καθώς και η απαγόρευση μεταφορτώσεως που επιβάλλεται σε ορισμένα σκάφη υπό βρετανική σημαία συνιστά εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, απαγορευόμενο από το άρθρο 30 της Συνθήκης.
15 Ενόψει της διαπιστώσεως αυτής, παρέλκει η εξέταση των εμποδίων αυτών υπό το φως του άρθρου 27, παράγραφος 2, του κανονισμού 3796/81.
Επί των ισχυρισμών που προβλήθηκαν προς δικαιολόγηση της επίδικης κανονιστικής ρυθμίσεως
16 Συναφώς, η Ιρλανδική Κυβέρνηση προβάλλει τέσσερις ισχυρισμούς τους οποίους αντλεί, αντιστοίχως, από: α) την έγκριση από την Επιτροπή της προϋφισταμένης ιρλανδικής κανονιστικής ρυθμίσεως του 1986, η οποία ήταν ταυτόσημη προς τη βαλλόμενη ρύθμιση β) το συμβιβαστό προς το κοινοτικό δίκαιο της προϋποθέσεως ιθαγενείας, ταυτόσημης προς την ιρλανδική προϋπόθεση, την οποία επέβαλε το Ηνωμένο Βασίλειο στα βρετανκά αλιευτικά σκάφη γ) τον σκοπό της επίδικης κανονιστικής ρυθμίσεως, και δ) τη συμφωνία της κανονιστικής αυτής ρυθμίσεως προς το δημόσιο διεθνές δίκαιο.
17 H Iρλανδική Κυβέρνηση επικαλείται, καταρχάς, την έγκριση από την Επιτροπή της προϋφισταμένης ιρλανδικής κανονιστικής ρυθμίσεως, δηλαδή τους Sea Fishing Boats Regylations 1983, και προβάλλει ότι η επίδικη κανονιστική ρύθμιση είναι ταυτόσημη υφ' όλες τις ουσιαστικές απόψεις προς εκείνη του 1983.
18 Συναφώς, παρατηρείται ότι η στάση της Επιτροπής έναντι της προγενέστερης ιρλανδικής κανονιστικής ρυθμίσεως δεν μπορεί να άρει το ασυμβίβαστο προς το κοινοτικό δίκαιο, που αναγνωρίστηκε πιο πάνω, των απαγορεύσεων αλιείας, εκφορτώσεως και μεταφορτώσεως που επιβάλλει η ισχύουσα σήμερα κανονιστική ρύθμιση. Επομένως, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί.
19 Η Ιρλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει, εν συνεχεία, ότι η προϋπόθεση ιθαγενείας που περιλαμβάνεται στην επίδικη ιρλανδική ρύθμιση αποτελεί προσαρμογή της ρυθμίσεως την οποία το Ηνωμένο Βασίλειο επιβάλλει από την 1η Ιανουαρίου 1986 στα δικά του αλιευτικά και, κατά συνέπεια, η προϋπόθεση που επιβάλλει η Ιρλανδία, εφόσον αφορά τις αλιευτικές δραστηριότητες των βρετανικών σκαφών, πρέπει να δικαιολογείται κατά το ίδιο μέτρο όπως και η βρετανική προϋπόθεση, σύμφωνα με την απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1989, C-3/87, Agegate (Συλλογή 1989, σ. 4459). Η προϋπόθεση ιθαγενείας όσον αφορά τις δραστηριότητες μεταφορτώσεως δικαιολογείται διότι συμπληρώνει την προϋπόθεση ως προς τις αλιευτικές δραστηριότητες.
20 Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί. Πράγματι, το ότι ενδεχομένως συμβιβάζονται προς το κοινοτικό δίκαιο ορισμένα μέτρα που έλαβε κράτος μέλος έναντι των σκαφών που πλέουν υπό τη σημαία του, τα οποία αλιεύουν από τις ποσοστώσεις του, δεν μπορεί να καταστήσει σύννομα προς το κοινοτικό δίκαιο τα μέτρα που έλαβε άλλο κράτος μέλος έναντι των ίδιων αυτών σκαφών.
21 Η Ιρλανδική Κυβέρνηση προβάλλει ακόμη ότι η επίδικη κανονιστική ρύθμιση δικαιολογείται διότι αποβλέπει στην επίτευξη των ίδιων στόχων με εκείνους που επιδιώκονται από το κοινοτικό σύστημα ποσοστώσεων αλιείας. Οι στόχοι αυτοί είναι η προστασία των παράκτιων πληθυσμών και των βιομηχανιών που εξαρτώνται από την αλιεία έναντι των παραβιάσεων των κανονικών προϋποθέσεων αλιείας στα ιρλανδικά ύδατα. Παρατηρεί επίσης ότι, με την απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1989, C-216/87, Jaderow (Συλλογή 1989, σ. 4509, σκέψη 24), το Δικαστήριο έκρινε ότι το σύστημα ποσοστώσεων αποτελεί εξαίρεση από τον γενικό κανόνα της ισότητας των προϋποθέσεων προσβάσεως στα αλιευτικά αποθέματα, ο οποίος διατυπώνεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 101/76.
22 Παρατηρείται συναφώς ότι, βάσει του σκοπού του κοινοτικού συστήματος ποσοστώσεων αλιείας, μπορούν να δικαιολογούνται μόνον τα μέτρα τα οποία λαμβάνει ένα κράτος μέλος έναντι των σκαφών που πλέουν υπό τη δική του σημαία προκειμένου να προστατεύσει τις εθνικές του ποσοστώσεις. Η επίδικη εν προκειμένω ιρλανδική κανονιστική ρύθμιση αφορά τα αλιευτικά σκάφη υπό βρετανική σημαία, των οποίων τα βάσει των ποσοστώσεων αλιεύματα δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να καταλογιστούν στις ποσοστώσεις που χορηγούνται στην Ιρλανδία. Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός πρέπει επίσης να απορριφθεί.
23 Τέλος, η Ιρλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η επίδικη κανονιστική ρύθμιση δικαιολογείται βάσει του δημοσίου διεθνούς δικαίου το οποίο επιτρέπει στην Ιρλανδική Κυβέρνηση να μη αναγνωρίζει την ιθαγένεια των σκαφών τα οποία δεν έχουν ουσιώδη σύνδεσμο με το κράτος υπό τη σημαία του οποίου πλέουν. Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση των σκαφών στα οποία αναφέρεται η επίδικη κανονιστική ρύθμιση.
24 Συναφώς, αρκεί η παρατήρηση ότι, δυνάμει του διεθνούς δικαίου, ένα σκάφος έχει την ιθαγένεια του κράτους όπου έχει νηολογηθεί και στο κράτος αυτό εναπόκειται να προσδιορίζει κυριαρχικώς τους όρους χορηγήσεως της ιθαγενείας αυτής (βλ. απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1992, C-286/90, Poulsen και Diva Navigation, Συλλογή 1992, σ. Ι-0000, σκέψεις 13 έως 15). Εκ τούτου έπεται ότι η ιρλανδική κανονιστική ρύθμιση δεν δικαιολογείται βάσει του δημοσίου διεθνούς δικαίου.
25 Από τις προαναφερθείσες σκέψεις προκύπτει ότι η Ιρλανδία, απαγορεύοντας σε ορισμένα υπό βρετανική σημαία σκάφη να αλιεύουν και να μεταφορτώνουν ψάρια στο εσωτερικό της αποκλειστικής της ζώνης αλιείας ή να εκφορτώνουν ψάρια στο έδαφός της, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ και από το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 101/76 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 1976, περί θεσπίσεως κοινής διαρθρωτικής πολιτικής στον τομέα της αλιείας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
26 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Ιρλανδία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Βασίλειο της Ισπανίας, παρεμβαίνον, φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Η Ιρλανδία, απαγορεύοντας σε ορισμένα υπό βρετανική σημαία σκάφη να αλιεύουν και να μεταφορτώνουν ψάρια στο εσωτερικό της αποκλειστικής της ζώνης αλιείας ή να εκφορτώνουν ψάρια στο έδαφός της, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ και από το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 101/76 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 1976, περί θεσπίσεως κοινής διαρθρωτικής πολιτικής στον τομέα της αλιείας.
2) Καταδικάζει την Ιρλανδία στα δικαστικά έξοδα.
3) Το Βασίλειο της Ισπανίας φέρει τα δικά του έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy