ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-294/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1. Το νομικό πΑούσιο
α) Κοινοτικό δίκαιο
Στις 22 Μαρτίου 1977, το Συμβούλιο θέσπισε την οδηγία 77/249/ΕΟΚ περί διευκολύνσεως της πραγματικής ασκήσεως της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από δικηγόρους ( ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 249).
Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, η οδηγία ισχύει, εντός των ορίων και με τις προϋποθέσεις που η ίδια προβλέπει, για τις δραστηριότητες του δικηγόρου κατά την παροχή υπηρεσιών. Κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 1, ως « δικηγόρος » νοείται κάθε πρόσωπο που δικαιούται να ασκεί τις επαγγελματικές του δραστηριότητες υπό μία από τις αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή ονομασίες. Το άρθρο 2 ορίζει ότι τα πρόσωπα αυτά πρέπει να αναγνωρίζονται « ως δικηγόροι » για την παροχή υπηρεσιών στο πλαίσιο της ασκήσεως των δραστηριοτήτων τους.
Δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας:
« Οι δραστηριότητες, οι σχετικές με την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση πελάτου ενώπιον των δικαστικών ή των δημοσίων αρχών, ασκούνται σε κάθε κράτος μέλος υποδοχής, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται για τους δικηγόρους, οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι σ' αυτό το κράτος, αποκλειομένου οποιουδήποτε όρου κατοικίας ή εγγραφής σε επαγγελματική οργάνωση του κράτους αυτού. »
Εξάλλου, το άρθρο 5 της οδηγίας ορίζει τα εξής:
« Για την άσκηση των δραστηριοτήτων οι οποίες αφορούν την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση πελάτου ενώπιον δικαστηρίου, κάθε κράτος μέλος δύναται να επιβάλει στους δικηγόρους που αναφέρονται στο άρθρο 1 ως προϋπόθεση:
—
να εμφανίζονται ενώπιον του προέδρου του δικαστηρίου και, κατά περίπτωση ενώπιον του προέδρου του αρμοδίου δικηγορικού συλλόγου στο κράτος μέλος υποδοχής, σύμφωνα με τους τοπικούς κανόνες ή τις τοπικές συνήθειες,
—
να ενεργούν κατόπιν συμφωνίας, είτε με δικηγόρο που ασκεί την δραστηριότητα του ενώπιον του δικαστηρίου που επελήφθη της υποθέσεως και ο οποίος θα είναι υπεύθυνος, ενδεχομένως, έναντι του δικαστηρίου αυτού είτε με “ avoué ” ή “ procuratore ” που ασκεί τη δραστηριότητα του ενώπιον του δικαστηρίου αυτού. »
β ) Γαλλικό δίκαιο
Οι διατάξεις για τη μεταφορά της οδηγίας 77/249 στο γαλλικό δίκαιο θεσπίστηκαν με το διάταγμα 79-233, της 22ας Μαρτίου 1979, περί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στη Γαλλία από δικηγόρους υπηκόους των κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το οποίο τροποποίησε το διάταγμα 72-468, της 9ης Ιουνίου 1972, περί οργανώσεως του δικηγορικού επαγγέλματος ( JORF της 23.3.1979, σ. 659).
Το διάταγμα 79-233 προσέθεσε στο διάταγμα 72-468 τον τίτλο IV bis, ο οποίος τιτλοφορείται « Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στη Γαλλία από τους δικηγόρους των άλλων κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων» και περιλαμβάνει έξι άρθρα ( άρθρα 126-1 έως 126-6).
Δυνάμει του άρθρου 126-1, πρώτο εδάφιο, τις διατάξεις αυτές μπορούν να επικαλούνται οι δικηγόροι υπήκοοι κράτους μέλους, οι οποίοι είναι μονίμως εγκατεστημένοι σε ένα από τα κράτη μέλη πλην της Γαλλίας και επιθυμούν να ασκήσουν προσκαίρως επαγγελματική δραστηριότητα στη Γαλλία.
Το άρθρο 126-2, πρώτο εδάφιο, ορίζει ότι « στη Γαλλία αναγνωρίζονται ως δικηγόροι οι υπήκοοι των άλλων κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων οι οποίοι ασκούν στη χώρα καταγωγής τους τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες» υπό μία από τις ονομασίες που προβλέπονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 77/249.
Εξάλλου, το άρθρο 126-3, εδάφια 4 και 5, προβλέπει ότι:
« Για να διενεργήσει διαδικαστικές πράξεις ( ο δικηγόρος που παρέχει υπηρεσίες) οφείλει, στις αστικές υποθέσεις, όταν η πρόσληψη δικηγόρου είναι υποχρεωτική, να ζητεί τη συνδρομή: ενώπιον tribunal de grande instance, δικηγόρου ( avocat ) εγγεγραμμένου στον δικηγορικό σύλλογο της περιφερείας του εν λόγω δικαστηρίου ή δικαιουμένου να παρίσταται ενώπιον του δικαστηρίου αυτού· ενώπιον cour ď appel, δικηγόρου (avoué) παρ' εφέταις ή, ελλείψει τέτοιου δικηγόρου, τη συνδρομή δικηγόρου (avocat) δικαιουμένου να παρίσταται ενώπιον του δικαστηρίου αυτού.
Ενώπιον των λοιπών δικαστηρίων, δικαιοδο-τικών ή πειθαρχικών οργάνων ή δημοσίων αρχών, οφείλει, υπό την επιφύλαξη της ισχύουσας πρακτικής κατά την ημέρα ενάρξεως της ισχύος του παρόντος άρθρου, να ενεργεί από συμφώνου με εγγεγραμμένο σε γαλλικό δικηγορικό σύλλογο δικηγόρο, ο οποίος θα είναι, ενδεχομένως, υπεύθυνος ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου ή οργάνου ή της εν λόγω αρχής. »
2. Η προ της ασκήσεως της προσφυγής οιαδι-κααία
Στις 26 Δεκεμβρίου 1984, η Επιτροπή απηύθυνε έγγραφο οχλήσεως προς τη Γαλλική Δημοκρατία. Με το έγγραφο αυτό, η Επιτροπή διατύπωνε τρεις αιτιάσεις όσον αφορά τις διατάξεις του διατάγματος 72-468, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το διάταγμα 79-233 ( στο εξής: διάταγμα 72-468 ). Πρώτον η Επιτροπή ανέφερε ότι το άρθρο 126-2, πρώτο εδάφιο, του διατάγματος παρέχει το δικαίωμα της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών μόνο στους δικηγόρους υπηκόους κρατών μελών πλην της Γαλλικής Δημοκρατίας, ενώ, κατά την Επιτροπή, η οδηγία καλύπτει και τους Γάλλους υπηκόους. Η Επιτροπή, καίτοι αναγνώριζε ότι από το άρθρο 126-1 του διατάγματος προκύπτει ότι η Γαλλική Κυβέρνηση δεν φαίνεται να είχε την πρόθεση να εξαιρέσει από το πεδίο εφαρμογής του διατάγματος αυτού τους Γάλλους υπηκόους που ασκούν το δικηγορικό επάγγελμα σε. άλλο κράτος μέλος, θεωρούσε ότι, για λόγους ασφάλειας του δικαίου, το άρθρο 126-2, πρώτο εδάφιο, έπρεπε να τροποποιηθεί ώστε να καταστεί σύμφωνο προς τις επιταγές της οδηγίας. Η δεύτερη αιτίαση της Επιτροπής περιελάμβανε δύο σκέλη. Αφενός, η Επιτροπή υποστήριζε ότι, αντίθετα προς ό,τι προβλέπει το άρθρο 126-3, εδάφια 4 και 5, του διατάγματος 72-468, η υποχρέωση που επιβάλλεται στον παρέχοντα υπηρεσίες δικηγόρο να ενεργεί από συμφώνου με δικηγόρο εγγεγραμμένο σε γαλλικό δικηγορικό σύλλογο δεν αφορά παρά μόνο την παράσταση του δικηγόρου ενώπιον των δικαστηρίων και των δημοσίων οργάνων και αρχών που επιτελούν δικαι-οδοτική λειτουργία. Αφετέρου, η Επιτροπή τόνιζε ότι η υποχρέωση αυτή ίσχυε μόνο στο πλαίσιο διαδικασιών στις οποίες, κατά τη γαλλική νομοθεσία, είναι υποχρεωτική η πρόσληψη δικηγόρου και οι οποίες, επομένως, εμπίπτουν στο μονοπώλιο των δικηγόρων. Τρίτον, η Επιτροπή υποστήριζε ότι η υποχρέωση που επιβάλλεται από το άρθρο 126-3, εδάφιο 4, του διατάγματος στον παρέχοντα υπηρεσίες δικηγόρο να « ζητεί τη συνδρομή » τοπικού συναδέλφου για να ενεργεί διαδικαστικές πράξεις σε αστικές υποθέσεις ενώπιον ορισμένων δικαστηρίων — υποχρέωση που απορρέει από την « εδαφική αποκλειστικότητα της δικαστικής πληρεξουσιότητας » — φαίνεται ότι βαίνει πέραν της υποχρεώσεως της από συμφώνου ενεργείας την οποία επιβάλλει το άρθρο 5 της οδηγίας.
Η Γαλλική Δημοκρατία απάντησε στις 14 Μαρτίου 1985. Η Γαλλική Δημοκρατία δεν αμφισβήτησε το βάσιμο της πρώτης αιτιάσεως και του πρώτου σκέλους της δεύτερης αιτιάσεως, που διατυπώνονταν στο έγγραφο οχλήσεως, και ανέφερε ότι είχε την πρόθεση να τροποποιήσει τη νομοθεσία της λαμβάνοντας υπόψη τις συναφείς παρατηρήσεις της Επιτροπής. Αντιθέτως, όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της δεύτερης αιτιάσεως, η Γαλλική Δημοκρατία ανέφερε ότι ενώπιον πολλών δικαστηρίων δεν είναι μεν υποχρεωτική η πρόσληψη δικηγόρου, οι δικηγόροι όμως έχουν το μονοπώλιο της εκπροσωπήσεως, υπό την έννοια ότι αν ένας διάδικος δεν προτίθεται να υπερασπίσει ο ίδιος τον εαυτό του οφείλει να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο. Εξάλλου, η Γαλλική Δημοκρατία υποστήριξε ότι η υποχρέωση της από συμφώνου ενεργείας ισχύει και για τις διαδικασίες στις οποίες οι δικηγόροι δεν έχουν αυτό το μονοπώλιο εκπροσωπήσεως (διαδικασίες ενώπιον των εμποροδι-κείων ), όταν ο παρέχων υπηρεσίες δικηγόρος δεν έχει ειδική πληρεξουσιότητα αλλά επικαλείται τη δικηγορική του ιδιότητα. Τέλος, όσον αφορά την εδαφική αποκλειστικότητα της δικαστικής πληρεξουσιότητας, η Γαλλική Δημοκρατία τόνισε, μεταξύ άλλων, ότι το άρθρο 126-3, εδάφιο 4, του διατάγματος 72-468 θέτει τον παρέχοντα υπηρεσίες δικηγόρο στη ίδια μοίρα με τον γάλλο συνάδελφο του ο οποίος παρίσταται ενώπιον cour ď appel ή tribunal de grande instance εκτός της περιφερείας του δικηγορικού του συλλόγου.
Στις 6 Σεπτεμβρίου 1985, η Επιτροπή εξέδωσε την αιτιολογημένη γνώμη που προβλέπεται από το άρθρο 169 της Συνθήκης. Με τη γνώμη αυτή, η Επιτροπή ανέφερε ότι η Γαλλική Δημοκρατία αναγνώριζε το βάσιμο της πρώτης αιτιάσεως και του πρώτου σκέλους της δεύτερης αιτιάσεως που διατυπώνονταν στο έγγραφο οχλήσεως. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της δεύτερης αιτιάσεως (υποχρέωση από συμφώνου ενεργείας όταν το γαλλικό δίκαιο δεν επιβάλλει την πρόσληψη δικηγόρου), η Επιτροπή έκρινε ότι η υποχρέωση της από συμφώνου ενεργείας με δικηγόρο εγκατεστημένο στη Γαλλία φαινόταν δικαιολογημένη στις διαδικασίες στις οποίες οι δικηγόροι έχουν μονοπώλιο εκπροσωπήσεως, ακόμα και όταν η πρόσληψη δικηγόρου δεν είναι υποχρεωτική — όταν δηλαδή οι διάδικοι μπορούν να ενεργήσουν διαδικαστικές πράξεις αυτοπροσώπως. Αντιθέτως, κατά την Επιτροπή, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαδικασίες ενώπιον των εμποροδικείων στις οποίες οι δικηγόροι δεν έχουν το μονοπώλιο της εκπροσωπήσεως, ακόμα και όταν ο παρέχων υπηρεσίες δικηγόρος επικαλείται τη δικηγορική του ιδιότητα. Εξάλλου, όσον αφορά την τρίτη αιτίαση (εδαφική αποκλειστικότητα της δικαστικής πληρεξουσιότητας ), η Επιτροπή ενέμεινε στις απόψεις που είχε εκφράσει με το έγγραφο οχλήσεως. Επιπλέον, η Επιτροπή υποστήριζε ότι, δυνάμει του άρθρου 4 της οδηγίας 77/249, ο παρέχων υπηρεσίες δικηγόρος πρέπει να έχει τη δυνατότητα να παρίσταται ενώπιον tribunal de grande instance σαν δικηγόρος εγγεγραμμένος στην περιφέρεια του δικαστηρίου αυτού, υπό την επιφύλαξη της από συμφώνου ενεργείας με δικηγόρο εγγεγραμμένο στην περιφέρεια του εν λόγω δικαστηρίου. Η Επιτροπή χορήγησε στη Γαλλική Δημοκρατία δίμηνη προθεσμία για να συμμορφωθεί προς την οδηγία.
Η Γαλλική Δημοκρατία απάντησε στις 10 Ιανουαρίου 1986. Με το έγγραφο που απηύθυνε στην Επιτροπή, η Γαλλική Δημοκρατία ενέμεινε στην άποψη που είχε εκφράσει στις 14 Μαρτίου 1985 απαντώντας στο έγγραφο οχλήσεως.
Κατόπιν της αποφάσεως της 25ης Φεβρουαρίου 1988, υπόθεση 427/85, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1988, σ. 1123), και επαφών μεταξύ της Επιτροπής και του γαλλικού Υπουργείου Δικαιοσύνης, η Γαλλική Δημοκρατία υπέβαλε στην Επιτροπή νέες παρατηρήσεις με έγγραφο της 9ης Αυγούστου 1989. Στο έγγραφο αυτό, η Γαλλική Δημοκρατία δεν αμφισβητούσε το βάσιμο της πρώτης αιτιάσεως που διατύπωνε το έγγραφο οχλήσεως της 24ης Δεκεμβρίου 1984 και αναλάμβανε τη δέσμευση να τροποποιήσει τη νομοθεσία της. Επιπλέον, όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση, η Γαλλική Δημοκρατία, αναγνώριζε ότι, κατόπιν της ανωτέρω αποφάσεως της 25ης Φεβρουαρίου 1988, Επιτροπή κατά Γερμανίας, η υποχρέωση της από συμφώνου ενεργείας μπορούσε να επιβληθεί μόνο στις διαδικασίες στις οποίες η πρόσληψη δικηγόρου είναι υποχρεωτική. Η καθής ανέφερε ότι σκόπευε να καταργήσει το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 126-3 του διατάγματος. Αντιθέτως, αμφισβητούσε το βάσιμο της τρίτης αιτιάσεως, υποστηρίζοντας ότι ο κανόνας της εδαφικό-τητας της δικαστικής πληρεξουσιότητας δικαιολογείται από λόγους ορθής απονομής της δικαιοσύνης και επιβάλλει στον παρέχοντα υπηρεσίες δικηγόρο δεσμεύσεις που δεν αντιβαίνουν στην έννοια της από συμφώνου ενεργείας.
Επειδή η διαφορά μεταξύ της Επιτροπής και της Γαλλικής Δημοκρατίας όσον αφορά την εδαφικότητα της δικαστικής πληρεξουσιότητας εξακολουθούσε να υφίσταται και η γαλλική νομοθεσία δεν είχε προσαρμοστεί ώστε να τεθεί τέρμα στις δύο άλλες παραβάσεις, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
3. Αιαδικαοία
Το δικόγραφο της προσφυγής της Επιτροπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Σεπτεμβρίου 1989.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Φεβρουαρίου 1990, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζήτησε να παρέμβει υπέρ των αιτημάτων της καθής. Με Διάταξη της 21ης Φεβρουαρίου 1990, το Δικαστήριο έκανε δεκτή την παρέμβαση.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή, προσφεύγουσα, ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να αναγνωρίσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει, σύμφωνα με τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της ΕΟΚ, όλες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί πλήρως προς την οδηγία 77/249/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1977, περί διευκολύνσεως της πραγματικής ασκήσεως της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από δικηγόρους, και, ιδίως, προς. τα άρθρα 1, παράγραφος 2, 4 και 5, πρώτο εδάφιο και δεύτερη παύλα, της εν λόγω οδηγίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ·
2)
να καταδικάσει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Η Γαλλική Δημοκρατία, καβής, ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την τρίτη αιτίαση της προσφυγής της Επιτροπής.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, παρεμβαίνουσα, ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να κρίνει ότι η νομοθεσία που θέσπισε η Γαλλική Δημοκρατία για τη μεταφορά της οδηγίας 77/249/ΕΟΚ στο εσωτερικό δίκαιο δεν συνιστά παράβαση των άρθρων 59 και 60 της Συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 5, δεύτερη παύλα, της προαναφερθείσας οδηγίας, τουλάχιστον καθόσον η νομοθεσία αυτή προβλέπει ότι, στις αστικές υποθέσεις στις οποίες η πρόσληψη δικηγόρου είναι υποχρεωτική, ο παρέχων υπηρεσίες δικηγόρος οφείλει να ορίσει, για να ενεργεί από συμφώνου με αυτόν ενώπιον του tribunal de grande instance, δικηγόρο εγγεγραμμένο στον δικηγορικό σύλλογο της περιφερείας του δικαστηρίου αυτού και, ενώπιον τόυ cour ď appel, δικηγόρο έχοντα δικαίωμα παραστάσεως ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, και να απορρίψει την προσφυγή της Επιτροπής ως προς το σημείο αυτό·
2)
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στην καταβολή των εξόδων της παρεμβάσεως.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Α — Επί του προσωπικού πεδίου εφαρμογής της οόψίας 77/249
Η Επιτροπή θεωρεί ότι ότι το άρθρο 126-2, πρώτο εδάφιο, του διατάγματος 72-468 αντιβαίνει στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 77/249, καθόσον εξαιρεί από τις ευνοϊκές ρυθμίσεις περί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από δικηγόρους στη Γαλλία τους Γάλλους υπηκόους οι οποίοι ασκούν το δικηγορικό επάγγελμα σε κράτος μέλος άλλο από τη Γαλλική Δημοκρατία. Η προσφεύγουσα παρατηρεί ότι η εξαίρεση αυτή προβλέπεται και από τον τίτλο του γαλλικού νομοθετήματος. Κατά την Επιτροπή, καίτοι η εξαίρεση αυτή δεν φαίνεται να ήταν ηθελημένη ( όπως προκύπτει από το άρθρο 126-1 του διατάγματος), είναι απαραίτητη, για λόγους ασφάλειας του δικαίου, η προσαρμογή της γαλλικής νομοθεσίας στις επιταγές της οδηγίας.
Η Επιτροπή αναφέρει ότι η Γαλλική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί την παράβαση και έχει δεσμευθεί να τροποποιήσει τη νομοθεσία της. Επισημαίνει ωστόσο ότι αυτή η τροποποίηση δεν έχει ακόμα γίνει. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή εμμένει στην αιτίαση αυτή.
Η ΓαΑΑική Δημοκρατία αναφέρει ότι έχει εκπονήσει σχέδιο διατάγματος το οποίο λαμβάνει υπόψη τις παρατηρήσεις της Επιτροπής. Η καθής τονίζει ότι καταβάλλει προσπάθειες ώστε να θεσπιστεί το διάταγμα αυτό το ταχύτερο δυνατόν.
Η Ομοσπονδιακή Αιτιοκρατία της Γερμανίας δεν διατυπώνει παρατηρήσεις επί του σημείου αυτού.
Β — Επί του πεδίου της από συμφώνου ενεργείας
Η Επιτροπή θεωρεί ότι το άρθρο 126-3, πέμπτο εδάφιο, του διατάγματος 72-468 αντιβαίνει στο άρθρο 5 της οδηγίας 77/249, καθόσον, αφενός, επιβάλλει στους παρέχοντες υπηρεσίες δικηγόρους να ενεργούν από συμφώνου με δικηγόρο εγγεγραμμένο σε γαλλικό δικηγορικό σύλλογο σε διαδικασίες ενώπιον οργάνων ή αρχών που δεν αποτελούν δικαιο-δοτικά όργανα και, αφετέρου, επιβάλλει την από συμφώνου ενέργεια σε διαδικασίες στις οποίες, κατά το γαλλικό δίκαιο, η πρόσληψη δικηγόρου δεν είναι υποχρεωτική.
Η Επιτροπή σημειώνει ότι η Γαλλική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί το βάσιμο των αιτιάσεων αυτών και έχει δεσμευθεί να τροποποιήσει καταλλήλως τη νομοθεσία της. Παρατηρεί, ωστόσο, ότι αυτή η τροποποίηση δεν έχει ακόμα γίνει και, κατά συνέπεια, εμμένει στις αιτιάσεις της.
Η ΓαΑΑική Δημοκρατία αναφέρει ότι έχει εκπονηθεί σχέδιο διατάγματος για να καταστεί το γαλλικό δίκαιο σύμφωνο προς την οδηγία. Η καθής τονίζει ότι καταβάλλει προσπάθειες ώστε να θεσπιστεί το διάταγμα αυτό το ταχύτερο δυνατόν.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν διατυπώνει παρατηρήσεις επί του σημείου αυτού.
Γ — Επί της εδαφικότητας της δικαστικής πΑ7]ρεξουσιότητας
Η Επιτροπή θεωρεί ότι αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο η εφαρμογή, στους παρέχοντες υπηρεσίες δικηγόρους, του κανόνα της εδαφικής αποκλειστικότητας της δικαστικής πληρεξουσιότητας, σύμφωνα με τον οποίο ο δικηγόρος που είναι εγκατεστημένος στη Γαλλία και παρίσταται ενώπιον tribunal de grande instance εκτός της περιφερείας του δικηγορικού του συλλόγου οφείλει, για να ενεργήσει διαδικαστικές πράξεις, να ζητήσει τη συνδρομή δικηγόρου εγγεγραμμένου στον δικηγορικό σύλλογο της περιφερείας του εν λόγω tribunal de grande instance.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, με την προαναφερθείσα απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1988, Επιτροπή κατά Γερμανίας, το Δικαστήριο αποφάνθηκε όσον αφορά το σύμφωνο του κανόνα της εδαφικότητας της δικαστικής πληρεξουσιότητας με το κοινοτικό δίκαιο. Παρατηρεί ότι το Δικαστήριο δεν θεώρησε την εδαφικότητα της δικαστικής πληρεξουσιότητας ως μορφή από συμφώνου ενεργείας αλλά διερωτήθηκε ως προς το αν ο κανόνας αυτός, ως κανόνας ο οποίος διέπει την άσκηση μόνιμης δραστηριότητας σε κράτος μέλος εκ μέρους προσώπων εγκατεστημένων στο εν λόγω κράτος μέλος, μπορούσε να εφαρμοστεί κατά τον ίδιο τρόπο στις περιπτώσεις παροχής υπηρεσιών από πρόσωπα εγκατεστημένα σε άλλο κράτος μέλος. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί του ζητήματος αυτού κρίνοντας ότι, αντίθετα προς τους δικηγόρους που είναι εγκατεστημένοι στο κράτος στο οποίο ισχύει ο κανόνας της εδαφικότητας της δικαστικής πληρεξουσιότητας, ο παρέχων υπηρεσίες δικηγόρος δεν έχει τη δυνατότητα να διοριστεί στην περιφέρεια δικαστηρίου του κράτους αυτού και ότι, κατά συνέπεια, « ο κανόνας της εδαφικής αποκλειστικότητας δεν μπορεί να εφαρμοστεί στις προσωρινού χαρακτήρα δραστηριότητες που ασκούν οι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη δικηγόροι, δεδομένου ότι, από την άποψη αυτή, οι νομικές και πραγματικές συνθήκες στην περίπτωση τους δεν επιδέχονται σύγκριση με τις συνθήκες υπό τις οποίες τελούν οι εγκατεστημένοι στο γερμανικό έδαφος δικηγόροι. Το συμπέρασμα όμως αυτό δεν αναιρεί την υποχρέωση του παρέχοντος υπηρεσίες δικηγόρου να ενεργεί κατόπιν συμφωνίας με δικηγόρο που έχει δικαίωμα παραστάσεως ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου, εντός των ορίων και σύμφωνα με τους τρόπους που περιγράφηκαν ανωτέρω » ( σκέψεις 42 και 43 ). Η Επιτροπή υπογραμμίζει ακόμα ότι η Γερμανική Κυβέρνηση είχε προσπαθήσει να δικαιολογήσει τον κανόνα της εδαφικότητας της δικαστικής πληρεξουσιότητας επικαλούμενη λόγους ορθής απονομής της δικαιοσύνης,- το Δικαστήριο όμως δεν δέχθηκε τους λόγους αυτούς.
Κατά την Επιτροπή, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο παρέχων υπηρεσίες δικηγόρος πρέπει να έχει τη δυνατότητα να παραστεί στη Γαλλία ενώπιον οποιουδήποτε tribunal de grande instance υπό τους ίδιους όρους οι οποίοι ισχύουν για τους γάλλους δικηγόρους που είναι διορισμένοι στην περιφέρεια του δικαστηρίου αυτού, υπό τη μόνη επιφύλαξη της υποχρεώσεως της από συμφώνου ενεργείας με δικηγόρο μέλος του δικηγορικού συλλόγου της περιφερείας του δικαστηρίου αυτού, όπως προβλέπεται από το άρθρο 5 της οδηγίας.
Ως προς το θέμα αυτό, κατά την άποψη της Επιτροπής, η γαλλική νομοθεσία (ή το δικάζον δικαστήριο ) μπορεί να επιβάλει στον δικηγόρο που ενεργεί από συμφώνου μόνο να επιβεβαιώσει ( και, ενδεχομένως, να αμφισβητήσει) τη συμφωνία. Αυτό προκύπτει, κατά την Επιτροπή, από τη σκέψη 24 της ανωτέρω αποφάσεως της 25ης Φεβρουαρίου 1988, Επιτροπή κατά Γερμανίας, με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο παρέχων υπηρεσίες δικηγόρος και ο τοπικός δικηγόρος πρέπει να θεωρηθούν ότι είναι σε θέση να καθορίσουν από κοινού τους κατάλληλους τρόπους συνεργασίας για να φέρουν σε πέρας την εντολή που τους έχει δοθεί.
Η Επιτροπή θεωρεί, κατά συνέπεια, ότι δεν μπορεί να γίνει επίκληση των κανόνων που περιορίζουν τη δικαστική πληρεξουσιότητα έναντι των παρεχόντων υπηρεσίες δικηγόρων. Αυτό ισχύει, κατά την Επιτροπή, για τον κανόνα της εδαφικής αποκλειστικότητας της δικαστικής πληρεξουσιότητας και για τους κανόνες οι οποίοι, στο πλαίσιο αυτό, προβλέπουν ότι ο εγκατεστημένος στη Γαλλία δικηγόρος είναι ο δικαστικός πληρεξούσιος και ότι η εκ μέρους του υπογραφή των διαδικαστικών εγγράφων αποτελεί απόδειξη της υπάρξεως συμφωνίας. Η Επιτροπή παραπέμπει συναφώς στη σκέψη 26 της ως άνω αποφάσεως της 25ης Φεβρουαρίου 1988, Επιτροπή κατά Γερμανίας — όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι οι γερμανικές διατάξεις περί αποδείξεως της συμφωνίας και η υποχρέωση ότι ο τοπικός δικηγόρος πρέπει να είναι ο ίδιος δικαστικός πληρεξούσιος έβαιναν πέραν των επιταγών του άρθρου 5 της οδηγίας —, καθώς και στην απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984, υπόθεση 107/83, Ordre des avocats au barreau de Paris κατά Klopp ( Συλλογή 1984, σ. 2971 ), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι « τα σημερινά μέσα μεταφορών και τηλεπικοινωνίας προσφέρουν τη δυνατότητα να εξασφαλίζεται κατάλληλα η επαφή με τις δικαστικές αρχές και τους πελάτες » ( σκέψη 21 ). Η Επιτροπή προσθέτει ακόμα ότι το γεγονός ότι, στο γαλλικό δίκαιο, ο παρέχων υπηρεσίες δικηγόρος διατηρεί τη διεύθυνση της υποθέσεως δεν έχει σημασία, διότι εναπόκειται κατά πρώτο λόγο στον πελάτη να διευθύνει την υπόθεση.
Η ΓαΜικη Δημοκρατία αναφέρει καταρχάς τους λόγους οι οποίοι, κατ' αυτή, δικαιολογούν την υποχρέωση που επιβάλλεται στον παρέχοντα υπηρεσίες δικηγόρο να ζητεί τη συνδρομή δικηγόρου εγγεγραμμένου στον δικηγορικό σύλλογο του δικάζοντος tribunal de grande instance προκειμένου να ενεργήσει διαδικαστικές πράξεις. Η υποχρέωση αυτή αποβλέπει, αφενός, στην εξασφάλιση διαρκούς επαφής με το δικάζον δικαστήριο ώστε να καθίσταται δυνατή η ταχεία διεξαγωγή της δίκης ( και ιδίως των επ' ακροατηρίου συζητήσεων) τηρούμενης της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως και, αφετέρου, στη διευκόλυνση, ενδεχομένως, της κινήσεως διαδικασίας πειθαρχικής ευθύνης κατά του τοπικού δικηγόρου όταν ο παρέχων υπηρεσίες δικηγόρος δεν τηρεί τους ισχύοντες διαδικαστικούς και δεοντολογικούς κανόνες, δεδομένου ότι ο τοπικός δικηγόρος υπόκειται ως προς το θέμα αυτό στο πειθαρχικό συμβούλιο του δικηγορικού συλλόγου στον οποίο είναι εγγεγραμμένος.
Κατά τη Γαλλική Δημοκρατία, οι λόγοι αυτοί δικαιολογούν το ότι ο παρέχων υπηρεσίες δικηγόρος μπορεί να ενεργήσει από συμφώνου μόνο με δικηγόρο εγγεγραμμένο στον δικηγορικό σύλλογο της περιφερείας του δικάζοντος tribunal de grande instance. Εξάλλου, οι λόγοι αυτοί δικαιολογούν το ότι ο τοπικός δικηγόρος έχει τη δυνατότητα να παρακολουθήσει τη διαδικασία στα διάφορα στάδια της.
Συναφώς, η Γαλλική Δημοκρατία θεωρεί ότι η προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Φεβρουαρίου 1988, Επιτροπή κατά Γερμανίας, δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως απα-γορεύουσα κάθε μορφή εδαφικότητας της δικαστικής πληρεξουσιότητας. Πράγματι, η απόφαση αυτή αφορά, κατά την καθής, μόνο τη γερμανική νομοθεσία. Το γαλλικό σύστημα είναι, κατά τη Γαλλική Δημοκρατία, ανάλογο προς τις απαιτήσεις στις οποίες πρέπει να ανταποκρίνεται και σύμφωνο με την έννοια της από συμφώνου ενεργείας. Η Γαλλική Δημοκρατία τονίζει σχετικά ότι ο παρέχων υπηρεσίες δικηγόρος διατηρεί τη διεύθυνση της υποθέσεως, ότι δεν απαιτείται η παρουσία του τοπικού δικηγόρου κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία ή στις επαφές με τον πελάτη και ότι η μόνη απαιτούμενη απόδειξη της συμφωνίας είναι η προσυπογραφή των διαδικαστικών εγγράφων από τον τοπικό δικηγόρο.
Η Γαλλική Δημοκρατία υπενθυμίζει επίσης ότι σκοπός της από συμφώνου ενέργειας είναι να παράσχει στον παρέχοντα υπηρεσίες δικηγόρο την αναγκαία βοήθεια για να ενεργήσει στο πλαίσιο ενός δικαιοδοτικού συστήματος διαφορετικού από το δικό του και να παράσχει στο δικάζον δικαστήριο τη βεβαιότητα ότι ο παρέχων υπηρεσίες δικηγόρος είναι σε θέση να τηρήσει τους ισχύοντες διαδικαστικούς και δεοντολογικούς κανόνες ( προαναφερθείσα απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1988, Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 23 ). Η Γαλλική Δημοκρατία υποστηρίζει συναφώς ότι αν η εθνική νομοθεσία επέβαλλε απλώς στον τοπικό δικηγόρο την υποχρέωση να επιβεβαιώσει ( ή, ενδεχομένως, να αμφισβητήσει ) τη συμφωνία, ο σκοπός αυτός δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί.
Η Ομοσπονδιακή Αιτιοκρατία της Γερμανίας διατυπώνει παρατηρήσεις ως προς το αν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο η υποχρέωση να είναι ο δικηγόρος που καλείται να ενεργήσει από συμφώνου με τον παρέχοντα υπηρεσίες δικηγόρο δικηγόρος διορισμένος στην περιφέρεια του δικάζοντος δικαστηρίου. Κατά την άποψη της, ορισμένα χωρία του δικογράφου της προσφυγής αφήνουν να εννοηθεί ότι η Επιτροπή δίνει αρνητική απάντηση στο ερώτημα αυτό. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας σημειώνει ωστόσο ότι, με το υπόμνημα απαντήσεως, η Επιτροπή ρητώς αναγνώρισε ότι η υποχρέωση αυτή συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο. Η παρεμβαίνουσα προσθέτει πάντως ότι, ενόψει της αρχικής στάσεως της Επιτροπής, έχει έννομο συμφέρον να αποφανθεί το Δικαστήριο επί του σημείου αυτού.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι το να έχουν το δικαίωμα της από συμφώνου ενεργείας με τον παρέχοντα υπηρεσίες δικηγόρο μόνον οι δικηγόροι που είναι διορισμένοι στην περιφέρεια του δικάζοντος δικαστηρίου είναι σύμφωνο προς το άρθρο 5 της οδηγίας 77/249 και την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Φεβρουαρίου 1988, Επιτροπή κατά Γερμανίας ( σκέψεις 42 και 43 ).
Εξάλλου, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπογραμμίζει ότι αυτή η εδαφικό-τητα δικαιολογείται από την ύπαρξη τοπικών συνηθειών και ιδιαιτέρων πρακτικών ενώπιον κάθε δικαστηρίου και από την ανάγκη να μπορούν οι μελετώντες τη δικογραφία δικαστές να έρχονται εύκολα σε επαφή με τον από συμφώνου ενεργούντα δικηγόρο ώστε να παρίσταται στις συνεδριάσεις κατά τις οποίες καθορίζεται η εξέλιξη της δίκης. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρατηρεί επίσης ότι η επίδικη αποκλειστικότητα δεν δημιουργεί κανένα εμπόδιο στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, καθόσον αν κανείς δικηγόρος διορισμένος στην περιφέρεια του δικάζοντος δικαστηρίου δεν είναι διατεθειμένος να ενεργήσει από συμφώνου με τον παρέχοντα υπηρεσίες δικηγόρο, ο πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου ορίζει προς τούτο έναν από τους δικηγόρους που είναι διορισμένοι στην περιφέρεια του δικαστηρίου αυτού. Τέλος, υπενθυμίζει ότι κάθε κράτος μέλος διαθέτει ένα περιθώριο ενεργειών το οποίο του επιτρέπει να διαμορφώνει το καθεστώς της δικαστικής πληρεξουσιότητας κατά τρόπον ώστε να επηρεάζεται κατά το ελάχιστο δυνατόν η λειτουργία των δικαστηρίων.
ΙV — Ερώτηοη προς τη Γαλλική Κυβέρνηση
Το Δικαστήριο ζήτησε από τη Γαλλική Κυβέρνηση να το ενημερώσει αν ενδεχομένως θεσπιζόταν το διάταγμα για την τροποποίηση του διατάγματος 72-468, της 9ης Ιουνίου 1972, περί οργανώσεως του δικηγορικού επαγγέλματος, προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι παρατηρήσεις της Επιτροπής όσον αφορά το προσωπικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 77/249 καθώς και το περιεχόμενο της από συμφώνου ενεργείας.
Η Γαλλική Κυβέρνηση απάντησε τα εξής:
« Οι μελετώμενες τροποποιήσεις του διατάγματος 72-468 της 9ης Ιουνίου 1972 δεν έχουν ακόμα εγκριθεί λόγω της αναμορφώσεως των δικαστικών και νομικών επαγγελμάτων που επιχειρείται αυτό τον καιρό. Θα ληφθούν υπόψη με το διάταγμα το οποίο θα εκδοθεί για την εφαρμογή του νόμου περί αναμορφώσεως ορισμένων δικαστικών και νομικών επαγγελμάτων, ο οποίος θεσπίστηκε πρόσφατα από το Κοινοβούλιο. » ( 1 )
Τ. F. O'Higgins
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
( 1 ) JORF της 5.1.1991.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 10ης Ιουλίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-294/89,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Etienne Lasnet, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Guido Berardis, μέλος της Νομικής της Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τους Jean-Pierre Puissochet, διευθυντή νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και Marc Giacomini, γραμματέα του Υπουργείου Εξωτερικών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τη Γαλλική Πρεσβεία, 9, boulevard du Prince-Henri,
καθής,
υποστηριζόμενης από την
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενης από τους Horst Teske, Ministerialrat του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Δικαιοσύνης, Ernst Roder, Regierungsdirektor του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Οικονομίας, και Heinz Weil, δικηγόρο Παρισιού, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, 20-22, avenue Émile-Reuter,
παρεμβαίνουσα,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας, σύμφωνα με τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης, όλες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 77/249/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1977, περί διευκολύνσεως της πραγματικής ασκήσεως της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από δικηγόρους ( ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 249), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, Πρόεδρο, Τ. F. O'Higgins, J. C. Moitinho de Almeida και M. Diez de Velasco, προέδρους τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, F. Α. Schockweiler, F. Gré-visse, M. Zuleeg και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τους διαδίκους που αγόρευσαν κατά τη συνεδρίαση της 21ης Μαρτίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Μαΐου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Σεπτεμβρίου 1989, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με αίτημα να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας, σύμφωνα με τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης, όλες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 77/249/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1977, περί διευκολύνσεως της πραγματικής ασκήσεως της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από δικηγόρους ( ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 249, στο εξής: οδηγία 77/249 ), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
2
Οι διατάξεις που θέσπισε η Γαλλική Δημοκρατία για την εφαρμογή της προαναφερθείσας οδηγίας 77/249 περιλαμβάνονται στο διάταγμα 72-468, της 9ης Ιουνίου 1972, περί οργανώσεως του δικηγορικού επαγγέλματος, όπως το διάταγμα αυτό τροποποιήθηκε από το διάταγμα 79-233, της 22ας Μαρτίου 1979, περί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στη Γαλλία από δικηγόρους υπηκόους των κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (JORF της 23.3.1979, σ. 659, στο εξής: διάταγμα 72-468 ).
3
Το άρθρο 126-2, πρώτο εδάφιο, του διατάγματος 72-468 ορίζει ότι « στη Γαλλία αναγνωρίζονται ως δικηγόροι οι υπήκοοι των άλλων κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων οι οποίοι ασκούν στη χώρα καταγωγής τους τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες« υπό μία από τις ονομασίες που προβλέπονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της προαναφερθείσας οδηγίας 77/249.
4
Εξάλλου, το άρθρο 126-3, τέταρτο εδάφιο, του διατάγματος 72-468 προβλέπει ότι, « για να διενεργήσει διαδικαστικές πράξεις, ( ο δικηγόρος που παρέχει υπηρεσίες ) οφείλει, στις αστικές υποθέσεις, όταν η πρόσληψη δικηγόρου είναι υποχρεωτική, να ζητεί τη συνδρομή: ενώπιον tribunal de grande instance, δικηγόρου (avocat) εγγεγραμμένου στον δικηγορικό σύλλογο της περιφερείας του εν λόγω δικαστηρίου ή δικαιούμενο να παρίσταται ενώπιον του δικαστηρίου αυτού· ενώπιον cour d'appel, δικηγόρου ( avoué ) παρ' εφέταις ή, ελλείψει τέτοιου δικηγόρου, τη συνδρομή δικηγόρου (avocat) δικαιουμένου να παρίσταται ενώπιον του δικαστηρίου αυτού ». Επιπλέον, κατά το άρθρο 126-3, πέμπτο εδάφιο, του ιδίου διατάγματος, ο παρέχων υπηρεσίες δικηγόρος οφείλει, « ενώπιον των λοιπών δικαστηρίων, δικαιοδοτικών ή πειθαρχικών οργάνων ή δημοσίων αρχών (... ) υπό την επιφύλαξη της ισχύουσας πρακτικής κατά την ημέρα ενάρξεως της ισχύος του παρόντος άρθρου, να συμπράττει με εγγεγραμμένο σε γαλλικό δικηγορικό σύλλογο δικηγόρο, ο οποίος θα είναι, ενδεχομένως, υπεύθυνος ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου ή οργάνου ή της εν λόγω αρχής ».
5
Η Επιτροπή, με το έγγραφο οχλήσεως και την αιτιολογημένη γνώμη που απηύθυνε στη Γαλλική Κυβέρνηση σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης, διατύπωσε τρεις χωριστές αιτιάσεις κατά των διατάξεων του διατάγματος 72-468, περί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από δικηγόρους στη Γαλλία. Η πρώτη αιτίαση αφορά το προσωπικό πεδίο εφαρμογής των διατάξεων αυτών, όπως αυτό προκύπτει από το άρθρο 126-2, πρώτο εδάφιο, του διατάγματος. Η δεύτερη αιτίαση αφορά τον τομέα στον οποίο έχει εφαρμογή η υποχρέωση που επιβάλλεται στους παρέχοντες υπηρεσίες δικηγόρους να συμπράττουν με δικηγόρο εγκατεστημένο στη Γαλλία. Η τρίτη αιτίαση αφορά την υποχρέωση που επιβάλλεται στους παρέχοντες υπηρεσίες δικηγόρους, σε υποθέσεις ενώπιον ορισμένων δικαστηρίων, να ζητούν τη συνδρομή δικηγόρου εγγεγραμμένου στον δικηγορικό σύλλογο της περιφερείας του συγκεκριμένου δικαστηρίου προκειμένου να διενεργήσουν διαδικαστικές πράξεις.
6
Επειδή η Γαλλική Δημοκρατία δεν συμμορφώθηκε προς την αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
7
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση περιγράφεται διεξοδικώς η εξέλιξη της διαδικασίας και αναπτύσσονται οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Α — Προσωπικό πεδίο εφαρμογής του διατάγματος 72-468
8
Η Επιτροπή θεωρεί ότι το άρθρο 126-2, πρώτο εδάφιο, του διατάγματος 72-468 αντιβαίνει στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 77/249, καθόσον εξαιρεί από τις ευνοϊκές ρυθμίσεις περί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από δικηγόρους στη Γαλλία τους Γάλλους υπηκόους οι οποίοι ασκούν το δικηγορικό επάγγελμα σε κράτος μέλος άλλο από τη Γαλλική Δημοκρατία.
9
Η Γαλλική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί την παράβαση που της προσάπτει η Επιτροπή.
10
Δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 77/249, με τον όρο « δικηγόρος » νοείται κάθε πρόσωπο που δικαιούται να ασκεί τις επαγγελματικές του δραστηριότητες υπό μία από τις ονομασίες που αναφέρονται στη διάταξη αυτή. Εξάλλου, το άρθρο 2 της ίδιας οδηγίας προβλέπει ότι κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει ως δικηγόρους, για την άσκηση των δραστηριοτήτων παροχής υπηρεσιών, όλα τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 1.
11
Κατά συνέπεια, πρέπει να αναγνωρίζονται στη Γαλλία ως δικηγόροι, για την άσκηση των δραστηριοτήτων παροχής υπηρεσιών, όχι μόνον οι υπήκοοι των άλλων κρατών μελών, αλλά και οι Γάλλοι υπήκοοι οι οποίοι δικαιούνται να ασκούν τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες σε άλλο κράτος μέλος υπό μία από τις ονομασίες που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 77/249.
12
Συνεπώς, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, στερώντας στους Γάλλους υπηκόους που ασκούν το δικηγορικό επάγγελμα σε άλλο κράτος μέλος το πλεονέκτημα των διατάξεων περί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από δικηγόρους στη Γαλλία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη.
Β — Πεδίο της από συμφώνου ενεργείας
13
Η Επιτροπή θεωρεί ότι το άρθρο 126-3, πέμπτο εδάφιο, του διατάγματος 72-468 αντιβαίνει στο άρθρο 5 της οδηγίας 77/249, καθόσον επιβάλλει στους παρέχοντες υπηρεσίες δικηγόρους να συμπράττουν με δικηγόρο εγγεγραμμένο σε γαλλικό δικηγορικό σύλλογο σε διαδικασίες ενώπιον οργάνων ή αρχών που δεν αποτελούν δικαστικά όργανα, καθώς και σε διαδικασίες στις οποίες, κατά το γαλλικό δίκαιο, η πρόσληψη δικηγόρου δεν είναι υποχρεωτική.
14
Η Γαλλική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί την παράβαση που της προσάπτει η Επιτροπή.
15
Παρατηρείται ότι το άρθρο 5 της οδηγίας 77/249 επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν στους παρέχοντες υπηρεσίες δικηγόρους την υποχρέωση να συμπράττουν με δικηγόρο ασκούντα τη δραστηριότητα του ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου μόνο « για την άσκηση των δραστηριοτήτων οι οποίες αφορούν την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση πελάτη ενώπιον δικαστηρίου ».
16
Κατά συνέπεια, η υποχρέωση αυτή δεν μπορεί να επιβληθεί για την άσκηση δραστηριοτήτων ενώπιον οργάνων ή αρχών που δεν ασκούν δικαιοδοτική λειτουργία.
17
Εξάλλου, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1988, υπόθεση 427/85, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1988, σ. 1123, σκέψη 13), το άρθρο 5 της οδηγίας 77/249 δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την επιβολή στον παρέχοντα υπηρεσίες δικηγόρο ορισμένων υποχρεώσεων, εφόσον ανάλογες υποχρεώσεις δεν προβλέπονται από τους επαγγελματικούς κανόνες που θα είχαν εφαρμογή αν δεν υπήρχε παροχή υπηρεσιών κατά την έννοια της Συνθήκης.
18
Δεν αμφισβητείται ότι, για ορισμένες ένδικες διαδικασίες, η γαλλική νομοθεσία δεν επιβάλλει την πρόσληψη δικηγόρου. Αντιθέτως, επιτρέπει στους διαδίκους να υπερασπίζονται οι ίδιοι τα συμφέροντα τους ή, όσον αφορά τις διαδικασίες ενώπιον εμπο-ροδικείων, να επικουρούνται ή να εκπροσωπούνται από πρόσωπο το οποίο δεν είναι δικηγόρος αλλά ενεργεί κατόπιν ειδικής εντολής.
19
Κατά συνέπεια, ο παρέχων υπηρεσίες δικηγόρος δεν μπορεί να υποχρεωθεί να συμπράξει με δικηγόρο ασκούντα δραστηριότητα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου, στο πλαίσιο ενδίκων διαδικασιών για τις οποίες η γαλλική νομοθεσία δεν επιβάλλει την υποχρεωτική πρόσληψη δικηγόρου.
20
Συνεπώς, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, υποχρεώνοντας τον παρέχοντα τις υπηρεσίες του δικηγόρο να ενεργεί από συμφώνου με δικηγόρο εγγεγραμμένο σε γαλλικό δικηγορικό σύλλογο προκειμένου να ενεργήσει πράξεις ενώπιον αρχών και οργάνων που δεν ασκούν δικαιοδοτική λειτουργία καθώς και για την άσκηση δραστηριοτήτων για τις οποίες το γαλλικό δίκαιο δεν επιβάλλει την υποχρεωτική πρόσληψη δικηγόρου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη.
Γ — Εδαφικότητα της δικαστικής πληρεξουσιότητας
21
Η Επιτροπή θεωρεί ότι το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 126-3 του διατάγματος 72-468 αντιβαίνει στα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης και στο άρθρο 5 της οδηγίας 77/249, καθόσον προβλέπει ότι, στις αστικές υποθέσεις όταν η πρόσληψη δικηγόρου είναι υποχρεωτική, ο παρέχων υπηρεσίες δικηγόρος που παρίσταται ενώπιον tribunal de grande instance πρέπει, για να ενεργήσει διαδικαστικές πράξεις, να ζητεί τη συνδρομή δικηγόρου εγγεγραμμένου στον δικηγορικό σύλλογο του εν λόγω δικαστηρίου ή εξουσιοδοτημένο να ενεργεί διαδικαστικές πράξεις ενώπιον του.
22
Κατά την Επιτροπή, ο παρέχων υπηρεσίες δικηγόρος πρέπει να έχει τη δυνατότητα να παρίσταται ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου υπό τους ίδιους όρους που ισχύουν για τους δικηγόρους οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι στον δικηγορικό σύλλογο της περιφερείας του δικαστηρίου και, ειδικότερα, για τους δικηγόρους που δικαιούνται να ενεργούν διαδικαστικές πράξεις ενώπιον του, υπό τη μόνη επιφύλαξη της υποχρεώσεως από συμφώνου ενέργειας με δικηγόρο έχοντα δικαίωμα παραστάσεως ενώπιον του δικαστηρίου αυτού.
23
Η Γαλλική Δημοκρατία θεωρεί ότι η υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 126-3, τέταρτο εδάφιο, του διατάγματος 72-468 συμβιβάζεται με την έννοια της από συμφώνου ενέργειας, η οποία περιέχεται στο άρθρο 5 της προαναφερθείσας οδηγίας 77/249. Υποστηρίζει συναφώς ότι η υποχρέωση των δικηγόρων να ζητούν τη συνδρομή δικηγόρου εγγεγραμμένου στον δικηγορικό σύλλογο της περιφερείας του δικάζοντος δικαστηρίου δικαιολογείται από το ότι, δυνάμει του άρθρου 5 της ίδιας οδηγίας, ο δικηγόρος αυτός είναι υπεύθυνος έναντι του δικάζοντος δικαστηρίου για την τήρηση των ισχυόντων διαδικαστικών και δεοντολογικών κανόνων.
24
Υπενθυμίζεται, προκαταρκτικώς, ότι το Δικαστήριο, αποφαινόμενο επί θέματος αφο-ρώντος την ελευθερία εγκαταστάσεως διευκρίνισε, με την απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984, υπόθεση 107/83, Klopp (Συλλογή 1984, σ. 2971, σκέψη 20), ότι αν, λαμβανομένων υπόψη των ιδιομορφιών του δικηγορικού επαγγέλματος, πρέπει να αναγνωριστεί στο κράτος μέλος υποδοχής το δικαίωμα, προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, να αξιώνει από τους δικηγόρους που είναι εγγεγραμμένοι σε δικηγορικό σύλλογο του εδάφους του να ασκούν τις δραστηριότητες τους κατά τρόπον ώστε να διατηρούν επαρκή επαφή με τους πελάτες τους και τις δικαστικές αρχές και να τηρούν τους κανόνες δεοντολογίας, οι υποχρεώσεις αυτές δεν πρέπει να έχουν ως αποτέλεσμα να εμποδίζουν τους υπηκόους άλλων κρατών μελών να ασκούν αποτελεσματικά ένα δικαίωμα το οποίο τους εγγυάται η Συνθήκη.
25
Όσον αφορά την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, επιβάλλεται, κατά το άρθρο 59 της Συνθήκης, η κατάργηση όλων των περιορισμών της ελευθερίας αυτής, ώστε να επιτρέπεται στον παρέχοντα υπηρεσίες — κατά τη διατύπωση του άρθρου 60, εδάφιο 3, της Συνθήκης — να ασκεί τη δρασστηριότητά του στο κράτος όπου παρέχεται η υπηρεσία με τους ίδιους όρους που το κράτος αυτό επιβάλλει στους δικούς του υπηκόους.
26
Οι διατάξεις αυτές έχουν κυρίως ως στόχο να δίνουν στον παρέχοντα υπηρεσίες τη δυνατότητα να ασκεί τη δραστηριότητα του στο κράτος μέλος υποδοχής χωρίς να υφίσταται δυσμενείς διακρίσεις έναντι των υπηκόων του κράτους αυτού. Όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο με την απόφαση της 17ης Δεκεκμβρίου 1981, υπόθεση 279/80, Webb ( Συλλογή 1981, σ. 3305, σκέψη 16 ), από τις διατάξεις αυτές δεν συνάγεται ότι το σύνολο της εθνικής νομοθεσίας, η οποία εφαρμόζεται στους υπηκόους του εν λόγω κράτους και αφορά κανονικά μια μόνιμη δραστηριότητα των εγκατεστημένων στο κράτος αυτό προσώπων, μπορεί να τύχει εφαρμογής στο σύνολο της και κατά τον ίδιο τρόπο και σε προσωρινού χαρακτήρα δραστηριότητες, τις οποίες ασκούν πρόσωπα εγκατεστημένα σε άλλα κράτη μέλη.
27
Ο κανόνας της εδαφικής αποκλειστικότητας του τετάρτου εδαφίου του άρθρου 126-3 του διατάγματος 72-468 αποτελεί ακριβώς τμήμα μιας εθνικής νομοθεσίας που αφορά κατά κανόνα τις μόνιμες δραστηριότητες των εγκατεστημένων στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους δικηγόρων, οι οποίοι έχουν όλοι το δικαίωμα να παρίστανται ενώπιον του tribunal de grande instance στην περιφέρεια του οποίου είναι εγκατεστημένοι. Αντιθέτως, η κατάσταση του παρέχοντος υπηρεσίες δικηγόρου που είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος δεν του παρέχει το δικαίωμα παραστάσεως ενώπιον γαλλικού tribunal de grande instance.
28
Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο κανόνας της εδαφικής αποκλειστικότητας δεν μπορεί να εφαρμοστεί στις προσωρινού χαρακτήρα δραστηριότητες που ασκούν οι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη δικηγόροι, δεδομένοι ότι, από την άποψη αυτή, οι νομικές και πραγματικές συνθήκες στην περίπτωση τους δεν επιδέχονται σύγκριση με τις συνθήκες υπό τις οποίες τελούν οι εγκατεστημένοι στο γαλλικό έδαφος δικηγόροι.
29
Το συμπέρασμα αυτό όμως δεν αναιρεί την υποχρέωση του παρέχοντος υπηρεσίες δικηγόρου να ενεργεί κατόπιν συμφωνίας με δικηγόρο που έχει δικαίωμα παραστάσεως ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου, εντός των ορίων και σύμφωνα με τους τρόπους που καθόρισε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1988, Επιτροπή κατά Γερμανίας.
30
Με την απόφαση αυτί], το Δικαστήριο έκρινε ότι η υποχρέωση που μπορούν να επιβάλλουν τα κράτη μέλη στον παρέχοντα υπηρεσίες δικηγόρο να ενεργεί από συμφώνου με δικηγόρο έχοντα δικαίωμα παραστάσεως ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου έχει ως σκοπό να του παράσχει την αναγκαία βοήθεια προκειμένου να ενεργήσει εντός ενός δικαιοδοτικού συστήματος διαφορετικού από αυτό που του είναι οικείο και να παράσχει στο δικάζον δικαστήριο τη βεβαιότητα ότι ο παρέχων υπηρεσίες δικηγόρος διαθέτει πράγματι τη βοήθεια αυτή και, επομένως, είναι σε θέση να τηρεί πλήρως τους ισχύοντες διαδικαστικούς και δεοντολογικούς κανόνες.
31
Από την άποψη αυτή, ο παρέχων υπηρεσίες δικηγόρος και ο τοπικός δικηγόρος, οι οποίοι υπόκεινται αμφότεροι στους κανόνες δεοντολογίας του κράτους μέλους υποδοχής, πρέπει να θεωρηθούν ότι είναι σε θέση να καθορίσουν από κοινού, τηρούντες αυτούς τους κανόνες και απολαύοντες επαγγελματικής ανεξαρτησίας, τους κατάλληλους τρόπους συνεργασίας για να φέρουν σε πέρας την εντολή που τους έχει δοθεί.
32
Το συμπέρασμα αυτό δεν σημαίνει ότι οι εθνικοί νομοθέτες δεν έχουν τη δυνατότητα να καθορίζουν το γενικό πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ των δύο δικηγόρων. Οι υποχρεώσεις, πάντως, που επιβάλλουν ενδεχομένως οι διατάξεις αυτές δεν πρέπει να είναι δυσανάλογες σε σχέση προς τους σκοπούς του καθήκοντος της από συμφώνου ενεργείας, όπως αυτοί περιγράφηκαν ανωτέρω.
33
Η Γαλλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι ο κανόνας του τετάρτου εδαφίου του άρθρου 126-3 του διατάγματος 72-468 είναι αναγκαίος ώστε το δικάζον δικαστήριο να είναι βέβαιο ότι ο παρέχων υπηρεσίες δικηγόρος θα τηρήσει πλήρως τους διαδικαστικούς και δεοντολογικούς κανόνες που ισχύουν στη Γαλλία. Αφενός, ο κανόνας αυτός είναι, κατά την καθής, απαραίτητος για την τήρηση των διατάξεων που αποβλέπουν στην ταχεία και κατ' αντιδικία εξέλιξη της διαδικασίας, ιδίως όσον αφορά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, και οι οποίες προϋποθέτουν την ύπαρξη, μεταξύ του πληρεξουσίου δικηγόρου και του δικάζοντος δικαστηρίου, διαρκούς επαφής, την οποία ένας δικηγόρος εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος δεν μπορεί να εξασφαλίσει. Αφετέρου, ο κανόνας αυτός διευκολύνει την κίνηση πειθαρχικών διώξεων κατά του τοπικού δικηγόρου που ενεργεί από συμφώνου με τον παρέχοντα υπηρεσίες δικηγόρο.
34
Τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.
35
Αφενός, όπως είπε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984, Klopp (σκέψη 21 ), τα σημερινά μέσα μεταφορών και τηλεπικοινωνίας προσφέρουν τη δυνατότητα να εξασφαλίζεται κατάλληλα η απαραίτητη επαφή με τις δικαστικές αρχές και τους πελάτες. Εξάλλου, η ταχεία εξέλιξη της διαδικασίας, τηρούμενης της αρχής της κατ' αντιδικία εκδικάσεως των υποθέσεων, μπορεί να διασφαλιστεί με την επιβολή στους παρέχοντες υπηρεσίες δικηγόρους υποχρεώσεων συνεπαγομένων τους ελάχιστους δυνατούς περιορισμούς κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους. Ο σκοπός αυτός θα μπορούσε να επιτευχθεί με την επιβολή στον προσφέροντα υπηρεσίες δικηγόρο της υποχρεώσεως να ορίσει αντίκλητο τον δικηγόρο από συμφώνου με τον οποίον ενεργεί, ώστε να μπορούν να γίνονται προς αυτόν οι επιδόσεις διαδικαστικών εγγράφων προερχομένων από το δικάζον δικαστήριο.
36
Αφετέρου, ο κανόνας της εδαφικής αποκλειστικότητας, καίτοι μπορεί να διευκολύνει την κίνηση πειθαρχικής διαδικασίας κατά του τοπικού δικηγόρου, δεν είναι απαραίτητος για την κίνηση της διαδικασίας αυτής.
37
Κατά συνέπεια, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, επιβάλλοντας, προκειμένου για αστικές υποθέσεις, στον παρέχοντα υπηρεσίες δικηγόρο που παρίσταται ενώπιον tribunal de grande instance να ζητεί, όταν η πρόσληψη δικηγόρου είναι υποχρεωτική, τη συνδρομή δικηγόρου εγγεγραμμένου στον δικηγορικό σύλλογο της περιφερείας του δικαστηρίου αυτού ή έχοντος δικαίωμα παραστάσεως ενώπιον του, προκειμένου να ενεργήσει διαδικαστικές πράξεις, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη.
Επί των δικαστικών εξόδων
38
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Γαλλική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η οποία παρενέβη υπέρ των αιτημάτων της Γαλλικής Δημοκρατίας, θα φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Η Γαλλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης ΕΟΚ και από την οδηγία 77/249/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1977, κερί διευκολύνσεως της πραγματικής ασκήσεως της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από δικηγόρους:
—
στερώντας στους Γάλλους υπηκόους που ασκούν το δικηγορικό επάγγελμα σε άλλο κράτος μέλος το πλεονέκτημα των διατάξεων κερί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από δικηγόρους στη Γαλλία·
—
υποχρεώνοντας τον παρέχοντα τις υπηρεσίες του δικηγόρο να ενεργεί από συμφώνου με δικηγόρο μέλος γαλλικού δικηγορικού συλλόγου προκειμένου να ενεργήσει πράξεις ενώπιον αρχών και οργάνων που δεν ασκούν δικαιοδοτική λειτουργία καθώς και για την άσκηση δραστηριοτήτων για τις οποίες το γαλλικό δίκαιο δεν επιβάλλει την υποχρεωτική πρόσληψη δικηγόρου·
—
επιβάλλοντας, προκειμένου για αστικές υποθέσεις, στον παρέχοντα υπηρεσίες δικηγόρο που παρίσταται ενώπιον tribunal de grande instance να ζητεί, όταν η πρόσληψη δικηγόρου είναι υποχρεωτική, τη συνδρομή δικηγόρου εγγεγραμμένου στον δικηγορικό σύλλογο της περιφερείας του δικαστηρίου αυτού ή έχοντος δικαίωμα παραστάσεως ενώπιον του, προκειμένου να ενεργήσει διαδικαστικές πράξεις.
2)
Καταδικάζει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
3)
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας θα φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
Due
O'Higgins
Moitinho de Almeida
Diez de Velasco
Κακούρης
Schockweiler
Grévisse
Zuleeg
ICapteyn
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 10 Ιουλίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy